Το πένθος σαν ασθένεια

grief

Τo πένθος (grieving1{1}) ορίζεται σαν η αντίδραση στην απώλεια, αιτία θανάτου και είναι κάτι που παρατηρείται σε όλα τα είδη του ζωϊκού βασιλείου. Μπορούμε να δούμε ένα δελφίνι να περνά πολλές ώρες πάνω από το νεκρό του σύντροφο2{2}, ακόμα και μια αγέλη μυρμηγκιών σε ομοιόμορφη σειρά να προσπαθεί να κουβαλήσει το νεκρό σώμα ενός μυρμηγκιού. Μπορούμε να δούμε ένα σκύλο να κλαίει για την απώλεια του «κυρίου» του περιμένοντας και κοιτώντας για ώρες ολόκληρες μια κλειστή πόρτα. Ο θάνατος αγγίζει όλες τις ζωντανές υπάρξεις σαν το αναμενόμενο, σαν το αναπόδραστο τέλος της ζωής και όλες οι ζωντανές υπάρξεις αντιδρούν ενστικτωδώς στην απώλεια αιτία θανάτου με διάφορους εμφανείς ή μη εμφανείς τρόπους.

Ένα ερώτημα που αρχικά τίθεται είναι αναφορικά με το τι είναι αυτό που κάνει τη διαφορά στον άνθρωπο, ώστε το ανθρώπινο πένθος να μπορεί να θεωρηθεί ως ασθένεια; Ας δεχτούμε την απάντηση ότι ο άνθρωπος έχει συνείδηση, δυνατότητα σκέψης μέσω αυτής. Ένα δεύτερο ερώτημα που τίθεται τότε είναι εάν υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος συνειδητού πένθους η απόκλιση από τον οποίο να σημαίνει ότι το άτομο που πενθεί πάσχει από κάποια ψυχοπνευματική ασθένεια (grief disorder); Η ανθρώπινη συνείδηση επηρεάζει την αντίληψη και ερμηνεία του θανάτου όπως και τη συμπεριφορά του πένθους με διάφορους τρόπους στην πορεία του χρόνου και αν ανατρέξουμε στην αρχαιότητα μπορούμε να εντοπίσουμε διάφορες συμπεριφορές πένθους που σήμερα θα θεωρούνταν παράλογες. Επιπλέον ο κάθε άνθωπος έχει διαφορετική συνείδηση. Πότε και γιατί λοιπόν το πένθος μπορεί να θεωρηθεί ασθένεια;

Κεφάλαιο Α

1.Παραδείγματα από την αρχαιότητα: Η πολυ-πολιτισμική προσέγγιση του θανάτου και του πένθους, γενική αναφορά

Ο θάνατος για τους αρχαίους Έλληνες ήταν κάτι το ιερό3{3}, ήταν η λύτρωση της ανθρώπινης ψυχής, αντιμετωπίζονταν με διάφορες τελετουργίες ή με την διοργάνωση αθλητικών αγώνων. Οι συγγενείς στόλιζαν το σπίτι με κλαδιά από δάφνη για να διώξουν τα κακά πνεύματα και να καλέσουν τα πνεύματα των θεών, διακοσμούσαν το σώμα του νεκρού ώστε να είναι έτοιμο να δεχτεί το θάνατο, οι ίδιοι ντύνονταν είτε στα μαύρα είτε στα λευκά, έκοβαν τα μαλλιά τους ώστε να είναι και αυτοί έτοιμοι να παραδώσουν το νεκρό σώμα στο θάνατο. Η αντίληψη του θανάτου ως κάτι το ιερό επηρέαζε ανάλογα και τη συμπεριφορά του πένθους. Οι γυναίκες έσχιζαν τα μάγουλα και τα στήθη τους δημιουργώντας βαθιές πληγές στο σώμα τους με τα νύχια τους ή με μυτερές πέτρες, υπέφεραν τον αυτοτραυματισμό. Την ώρα της κηδείας όμως δεν επιτρέπονταν φωνές και θρήνοι. Ο Αισχύλος πίστευε ότι το εξεφρασμένο πένθος και το κλάμα την ώρα της κηδείας ήταν σοβαρότατη προσβολή για τον νεκρό και μια προσωπική ντροπή για αυτόν που θρήνησε τοποθετώντας την προσωπική ανάγκη πάνω από την υποχρέωση σεβασμού του νεκρού. Από την άλλη για τους αρχαίους Έλληνες το πένθος και ο θρήνος ήταν φυσιολογικά αλλά και επιβάλλονταν όταν ένα παιδί έβλεπε το πρώτο φως της ζωής, αντιμετωπίζοντας τη γέννηση σαν το γεγονός της εισόδου ενός ανθρώπου στα βάσανα ενός ολόκληρου βίου.

Η ίδια συνήθεια του αυτοτραυματισμού παρατηρείται στις γυναίκες της φυλής Αρούντα στην Αυστραλία, ως έκφραση της βαθύτατης λύπης για την απώλεια που έπρεπε να ζωγραφιστεί στο σώμα4{4}. Ακόμα οι αρχαίοι Εσκιμώοι άφηναν τις γυναίκες τους να πεθαίνουν όταν πλέον δεν ήταν χρήσιμες, ήτοι όταν έχαναν τα δόντια τους και δεν μπορούσαν να φτιάχνουν ρουχισμό για όλους μασώντας τα σκληρά δέρματα των ζώων για να μαλακώσουν. Ο τρόπος σκέψης και τα συναισθήματα τους έτσι διαμορφώνονταν από τις πραγματικές συνθήκες που βίωναν (το έντονο κρύο για παράδειγμα) και αυτές οι συνθήκες κλείδωναν την ανάγκη για πένθος, ενεργοποιώντας την έμφυτη τάση του ανθρώπου να επιβιώσει. Έτσι τα άτομα τα ανήμπορα να αναλάβουν τη δική τους επιβίωση, όπως οι γυναίκες, οι ασθενείς, οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά κάποτε, έπρεπε να πεθαίνουν ακολουθώντας το φυσικό τους τέλος, χωρίς να επιβαρύνουν με τις υπάρξεις τους την επιβίωση των λοιπών και αυτό ήταν κάτι που επιβάλλονταν ηθικά ή ήταν φυσιολογικό ή αναμενόμενο5{5}. Τέλος οι αρχαίοι Ινδιάνοι της Νέας Υόρκης Iroquois πίστευαν ότι ο θάνατος είναι ένα πέρασμα σε μια άλλη ζωή, αλλά το πνεύμα των νεκρών παραμένει ζωντανό στη γη, ανάμεσά τους, παίζοντας μάλιστα ένα σημαντικό ρόλο στις ζωές και στην καθημερινότητα τους6{6}.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν το θάνατο με συγκεκριμένο τρόπο και πενθούσαν ανάλογα. Οι Klass και Goss σε μια πρόσφατη αναφορά τους7{7} εξηγούν μία παρόμοια πολυ-πολιτισμική σύλληψη του θανάτου8{8} που επηρεάζει και τη συμπεριφορά του πένθους, περνώντας το ίδιο μήνυμα με ανάλυση των παραδειγμάτων των Maoist της Κίνας και των Mahhabi στου Ισλάμ.

2.Η σύγχρονη αντίληψη του θανάτου και το πένθος: Από το πολυ-πολιτισμικό σχήμα στο πολυ-προσωπικό

Η προσέγγιση στη βάση του ότι είμαστε όλοι διαφορετικοί μεταξύ μας δίνει το έναυσμα προκειμένου να αναπτυχθεί η θεωρία του πολυ-προσωπικού μοντέλου. Στην ακραιότητα αυτής της θεωρίας κάθε άτομο ξεχωριστά αντιλαμβάνεται διαφορετικά το θάνατο και κατ’επέκταση μπορούν να υπάρχουν τόσα ήδη πένθους όσοι οι άνθρωποι που υπάρχουν. Πώς αντιλαμβανόμαστε το θάνατο σήμερα; Τον αντιλαμβανόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο; Εκφράζουμε το πένθος ανάλογα με την αντίληψή μας αυτή; Μπορεί να υπάρχει βεβαιότητα για κάθε απάντηση;

Ο ορθολογικός θάνατος: Κατ’αρχή θα μπορούσαμε να πούμε πως σήμερα υπάρχει η σύγχρονη ορθολογική αντιμετώπιση του θανάτου που αφορά είτε στη γενική και αφηρημένη γνώση της ύπαρξης είτε στην εξειδικευμένη γνώση της διαδικασίας του εγκεφαλικού θανάτου, θέμα το οποίο δεν θα απασχολήσει ιδιαίτερα στην παρούσα μελέτη, πέρα από το γεγονός ότι θα μπορούσε να εκληφθεί ως παράγοντας που ενισχύει την εμμεσότητα του πένθους σε σχέση με το γεγονός του θανάτου, όπως θα φανεί παρακάτω. Σε γενικές γραμμές γνωρίζουμε πώς πεθαίνουμε, με ποιά διαδικασία το σώμα μας καταλήγει λουτουργικά στο θάνατο.

Η ατομικιστική αντιμετώπιση (ατομικιστικό πένθος):

i) Πενθούμε για τους εαυτούς μας: Η σύγχονη ατομοκιστική αντιμετώπιση του θανάτου την οποία εκφράζει το πολυ-προσωπικό μοντέλο αφορά, σε πρώτη βάση, στην κατανόηση του θανάτου ως ένα εξωτερικό ερέθισμα κατευθυνόμενο προς εμάς για εμάς παρά σαν ένα φυσικό τέλος για τη ζωή του θανόντος καθεαυτή (όπως είδαμε να συμβαίνει στην αρχαιότητα). Πενθούμε για τη δική μας διαταραγμένη συνέχεια της καθημερινότητας, του οργανωμένου μας προγράμματος (πώς η ζωή μας θα ήταν χωρίς τη φυσική παρουσία του ατόμου αυτού) παρά για το ίδιο το τέλος της ζωής ενός άλλου ατόμου (πώς το άτομο αυτό δυστυχώς έχασε τη δική του συνέχεια ή ευτυχώς ελευθερώθηκε από μια επώδυνη ζωή). Πενθούμε για τους εαυτούς μας και το πένθος μας είναι μια κάπως αυστηρά προσωπική διαδικασία. Έτσι βλέπουμε το συσχετισμό μεταξύ από τη μια του σύγχρονου ορθολογικού θανάτου και ατομικιστικού πένθους και από την άλλη του αρχαίου ιερού θανάτου και κοινωνικού πένθους, σαν μια φυσιολογική διαφοροποίηση στην πορεία του χρόνου, όπου η ξαφνική ερμηνεία του πένθους με ιατρικούς/παθολογικούς όρους (medicalization – pathologization of grief), όπως και άλλων καταστάσεων της ζωής μας, φαίνεται να είναι μια βλαβερή μόδα.

ii) Συγκριτική προσέγγιση: Μία εναλλακτική προσέγγιση της ατομικιστικότητας του πέθους προκύπτει συγκριτικά και στη σκέψη ότι σε καθημερινή σχεδόν βάση ερχόμαστε αντιμέτωποι με διάφορα καθοριστικά γεγονότα που μπορούν να έχουν μια έντονη επίδραση στη συμπεριφορά μας, όπως μια απόλυση, μια συνταξιοδότηση, ένα χωρισμό, μια προδοσία από ένα καλό φίλο. Δεχόμαστε όλες αυτές τις επιδράσεις καθημερινά και καλούμαστε να φιλτράρουμε τα συναισθήματα μας, να τα χειριστούμε. Η διαδικασία χειρισμού των συναισθημάτων μας δεν απαιτεί συγκεκριμένη μέθοδο. Αν εγώ αισθάνομαι ευτυχισμένη για την συνταξιοδότησή μου ή την επιδιώκω ενώ ο γείτονας μου πέφτει σε κατάθλιψη αυτό δεν σημαίνει ότι εγώ έχω κάποιο πρόβλημα γιατί «θα έπρεπε» να στεναχωρηθώ. Είναι γεγονός ότι υπάρχουν άτομα που μπορεί να πέσουν σε κατάθλιψη έπειτα από ένα χωρισμό και να μην συμβεί το ίδιο μετά από το θάνατο ενός αγαπημένου τους προσώπου. Πώς δικαιολογείται η μελέτη του πένθους ως συμπεριφορά που χρήζει ειδικής παρακολούθησης;

iii) Δυσδιάγνωστο πένθος: Μια άλλη παράμετρος του ατομικιστικού πένθους αφορά στο ότι το πένθος του καθενός δεν είναι εύκολο να αναγνωριστεί, να καθοριστεί και να ερμηνευτεί από άλλα άτομα. Όπως κάποια άτομα εκφράζουν το άγχος τους με υπερκινητικότητα και άλλα με εγκατάλειψη των σωματικών και πνευματικών τους δραστηριοτήτων, έτσι και κάποια μπορεί κατά το πένθος να φορέσουν τα μαύρα τους και άλλα τα κόκκινα τους. Ο Tully9{9} προτείνει μια προσέγγιση του πένθους στη βάση των ατομικιστικών και συνολικών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών του ατόμου λέγοντας χαρακτηριστικά ότι πρέπει να δούμε τον κάθε άνθρωπο σαν ένα πορτοκάλι, που το εξωτερικό του σπάνια προδίδει την πραγματική κατάσταση του φρούτου. Από την άλλη θα ήταν εύλογο να λέγαμε ότι ο χρόνος που χρειάζεται για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο πενθεί ένα πρόσωπο είναι ενδεχομένως περισσότερος από το χρόνο που χρειάζεται ο ίδιος ο πενθών προκειμένου να ξεπεράσει μόνος του το πένθος.

Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ψυχολογική μελέτη που παρατηρεί ότι όσο μεγαλύτερο είναι το επίπεδο της ψυχικής μας ευαισθησίας και της έλλειψης μόρφωσης μας τόσο περισσότερο αφήνουμε το πένθος να επενεργεί στο σώμα μας χωρίς έλεγχο και ότι όσο πιο πνευματώδης και ευφυής είναι κάποιος, δηλαδή όσο περισσότερο χρησιμοποιεί τη λογική του, τόσο γρηγορότερα υπερπηδά τη διαδικασία του πένθους10{10}. Αυτή η παρατήρηση ενισχύει τη σκέψη ότι το πένθος πρέπει να προσεγγίζεται ατομικιστικά, δεδομένου ότι δεν έχουμε όλοι τον ίδιο βαθμό ψυχικής ευαισθησίας, λογικής κλπ, έστω κι αν βιώνουμε τις ίδιες κοινωνικές καταστάσεις. Κατ’αρχήν το πένθος είναι φυσιολογικό και κατ’αρχήν το τι εστί «φυσιολογικό» είναι επίσης ένα ζήτημα που χρήζει ατομικιστικής προσέγγισης. Κατ’αρχήν το πένθος δεν αποτελεί ασθένεια και το τεκμήριο του φυσιολογικού πένθους πρέπει να καταρρίπτεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και πάντα με μεγάλη προσοχή.

3. Άλλες σύγχρονες απόψεις για τον θάνατο και το πένθος

α) Η επίδραση του περιβάλλοντος μας. Ο θάνατος σήμερα δεν αντιμετωπίζεται μόνο ορθολογικά και το πένθος δεν είναι μόνο ατομικιστικό. Αν δεχόμασταν κάτι τέτοιο θα αλλάζαμε απλά τα καλούπια ενός θέματος τόσο ρευστού. Σε κοινωνίες πολέμου, φτώχειας, πείνας, όπου οι προσωπικές ανάγκες επιβίωσης είναι ενεργοποιημένες στο μέγιστο (Αιθιοπία, Ιρακ κλπ), η απώλεια ενός ανθρώπου αγαπημένου μέσα στις χιλιάδες καθημερινές απώλειες είτε περνά σχεδόν απαρατήρητη επειδή υπάρχει χρόνος ή ψυχολογικά αποθέματα για πένθος είτε αντιμετωπίζεται διαφορετικά σαν για παράδειγμα η επιθυμητή απελευθέρωση του θανόντος από τα τόσα επίγεια κακά είτε ακόμα οι άνθρωποι αυτοί διατηρούν ακόμα την θρησκόληπτη αίσθηση της ιερότητας του θανάτου και οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις τους κατευθύνουν ανάλογα. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η κάθε μία από τις συμπεριφορές αυτές πένθους είναι μη φυσιολογική;

Από την άλλη υπάρχουν άτομα ο τρόπος ζωής των οποίων είναι με τέτοιο τρόπο διαμορφωμένος, ανεξάρτητα από το πού ζουν, ώστε να μην εκλαμβάνουν τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου με κάποιο τρόπο που θα μπορούσε να θεωρηθεί, με κάποιες στατιστικές μάλλον μεθόδους, «συνηθισμένος». Υπάρχουν άτομα που ενδεχομένως να τρέφουν έντονες ή άγνωστες θρησκευτικές αντιλήψεις και να πιστεύουν για το θάνατο διάφορα πράγματα πενθώντας ανάλογα. Μπορεί να πει κάποιος ότι τα άτομα αυτά δεν πενθούν «σωστά»;

β) Ο ακατανίκητος θάνατος. Μια άλλη προσέγγιση θα μπορούσε να είναι ότι στην πιο ανεπτυγμένη κοινωνία, όπου όλα τα έχουμε ανακαλύψει και αντιμετωπίσει, ο θάνατος παραμένει το μόνο ακατανίκητο κακό που μας συμβαίνει, την ίδια στιγμή που προσπαθούμε να επινοήσουμε τρόπους παράτασης της νεότητας ή μακροχρόνιας ζωής συγκαταλέγοντας αυτούς σε κεφάλαια «ευ ζην». Αυτή είναι η πηγή του φόβου και του δέους μας για το θάνατο, το ότι ο θάνατος δεν νικήθηκε από το ανθρώπινο μυαλό.

γ) Ενδοσκοπική αντιμετώπιση: Σε συνέχεια με την προηγούμενη παρατήρηση και καταλήγοντας στον ακραίο ατομικιστικό (εγωκεντρικό) χαρακτήρα του πένθους θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι πενθούμε γιατί αυτό το ακατανίκητο γεγονός του θανάτου το φανταζόμαστε να συμβαίνει σε εμάς, φανταζόμαστε τον εαυτό μας να πεθαίνει με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αυτή η διαδικασία ενδοσκόπησης, κατ’αυτή την προσέγγιση, είναι που μας ωθεί στην όποια συμπεριφορά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πένθος ή αυτό είναι το πένθος μας. Αυτή την θεωρητική επέκταση δυσκολεύομαι να την δεχτώ με την σκέψη ότι δεν συνηθίζουμε να πενθούμε για τον οποιοδήποτε θάνατο, ενώ η συμπεριφορά που κεντρίζει το ενδιαφέρον είναι για το θάνατο αγαπημένων προσώπων ή προσώπων που κατά κάποιο τρόπο έχουν κάποια επίδραση στη ζωή μας. Αν δεχόμασταν την πιο θέση, με τα τόσα κενά της, θα έπρεπε, ελλείψει σαφούς εξήγησης και δικαιολόγησης της ενεργοποίησης της διαδικασίας ενδοσκόπησης στις περιπτώσεις των αγαπημένων ή γνωστών μας προσώπων μόνο, να δεχτούμε τρόπον τινά το πένθος σε περίπτωση ανάγνωσης για ένα θάνατο ενός αγνώστου ατόμου σε μία τυχαία εφημερίδα.

δ) Οι περιστάσεις θανάτου. Παίρνω αφορμή από την κατακλείδα της προηγούμενης παραγράφου να παρατηρήσω ότι είναι εύλογο να παίζει ρόλο και ο τρόπος θανάτου ενός ατόμου. Θα μπορούσε σε ένα απλοϊκό παράδειγμα να θεωρηθεί διαφορετικό το να αντιμετωπίζουμε με πιο έντονη συμπεριφορά το θάνατο κάποιου που ξεψυχά στα χέρια μας ή από δική μας ακούσια συμπεριφορά παρά το θάνατο κάποιου που μαθαίνουμε τυχαία ή σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο.

Κεφάλαιο Β

 Εισαγωγή

Ο κατάλογος DSM-IV (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders) θα έπρεπε να ερμηνεύεται ότι αναφέρεται στην έννοια του φυσιολογικού πένθους (normal grief – bereavement) κατά τη γνώμη μου για να διαφοροποιήσει τη σχετική συμπεριφορά από την εμφανώς καταθλιπτική συμπεριφορά που αναφέρει σε άλλες ενότητες και όχι για να χαρακτηρίσει το πένθος σαν ασθένεια υπονοώντας την ύπαρξη και μη φυσιολογικού πένθους ή παθολογικού πένθους11{11}. Μια συμπεριφορά που θα μπορούσε να θεωρηθεί παθολογικό πένθος σε τι θα διέφερε από μια καταθλιπτική συμπεριφορά προκειμένου να χρήζει χωριστού χαρακτηρισμού; Η αιτία θανάτου; Είναι όμως δυνατόν να επικεντρωνόμαστε στο γεγονός για να χαρακτηρίσουμε μια συμπεριφορά; Θα ήταν τότε λογικό να ξεχωρίζουμε τις καταθλιπτικές συμπεριφορές αναλόγως της αιτίας τους «καταθλιπτική συμπεριφορά λόγω απόλυσης» «καταθλιπτική συμπεριφορά λόγω χωρισμού» κλπ;

Ένας μεγάλος αριθμός θεωρητικών αναφορών12{12} που αναλύει ακριβώς το παθολογικό πένθος και προσπαθεί να επισημάνει τις διαφορές του με την κατάθλιψη βρίσκεται σε αδιέξοδο. Θα σταθούμε όμως στην έννοια του φυσιολογικού πένθους (normal grief). Είναι μια κατάσταση ιατρικά γνωστή, που διαγνώσκεται; Όπου δεν υπάρχει normal grief μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει pathological grief; Μα στην προσπάθεια να βρούμε τα κριτήρια με βάση τα οποία ένα πένθος γίνεται παθολογικό, σύμφωνα με τον κατάλογο DSM-IV, προσπαθώντας να βρούμε τα όρια της κανονικότητας του πένθους, βλέπουμε ότι όλες οι ψυχολογικές και φιλοσοφικές μελέτες αναφέρουν διαφορετικά κριτήρια στηριζόμενα στην ένταση και στο χρόνο του πένθους, κάνοντας την προσπάθεια μας δύσκολη και την σχετική συζήτηση περί παθολογικού πένθους αρκετά αμφίβολη. Ένα κρατούμενο λοιπόν πως δεν υφίστανται σταθερά κριτήρια για τον διαχωρισμό αφενός του φυσιολογικού πένθους από το παθολογικό πένθος αφετέρου του παθολογικού πένθους από την κατάθλιψη.

Έπειτα, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, κάθε άτομο έχει διαφορετική αίσθηση του χρόνου και διαφορετικό τρόπο να πενθεί. Είναι η σιωπή μου στο θάνατο ένας προσωπικός τρόπος πένθους ή πενθώ «λάθος»; Ποιός μπορεί να το πει και με βάση ποιά κριτήρια;

1. Η φιλοσοφική προσέγγιση του Wilkinson

Η αναφορά του Wilkinson13{13} είναι από τις πιο προκλητικές στο χώρο της σύγχρονης φιλοσοφίας αναφορικά με το θέμα γι’αυτό και θα καταλάβει μεγάλο μέρος του κεφαλαίου αυτού.

Ο Wilkinson προσπαθεί να αναλύσει τόσο τα αρνητικά όσο και τα θετικά στοιχεία ώστε να καταλήξει πως ακόμα και το «φυσιολογικό πέθος» αποτελεί ασθένεια. Μια παρατήρηση είναι ότι εκλαμβάνει την κανονικότητα του πένθους (normality of grief), όπως και ο ίδιος ξεκαθαρίζει, σαν μια στατιστική έννοια, λέγοντας ότι ο τρόπος με τον οποιό μια σχετική ομάδα ατόμων, ιδίου φύλου, ιδίας ηλικίας και κοινωνικού status πενθεί είναι ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να πενθώ κι εγώ. Μα είναι δυνατόν να προσδωθεί κάποια ψυχοπνευματική ασθένεια σε ένα άτομο με βάση στατιστικά κριτήρια;

Normality: Έχοντας ως αφετηρία τη θέση ότι το πένθος αποτελεί «την αναμενόμενη και πολιτισμικά αποδεκτή ανταπόκριση στο γεγονός του θανάτου» ο Wilkinson εκφράζει την άποψη ότι αυτός δεν είναι λόγος το πένθος να εξαιρεθεί από τη λίστα των ψυχοπνευματικών ασθενειών. Παραλληλίζει το πένθος με τη γρίπη ισχυριζόμενος ότι και τα δύο αποτελούν εμπειρίες στις ζωές μας, εξίσου κοινές και αναμενόμενες, η γρίπη όμως είναι ασθένεια, άρα θα πρέπει και το πένθος να είναι ασθένεια. Η ουσιαστικά στατιστική κανονικότητα στην οποία στηρίζεται ο Wilkinson εξομοιώνεται με τη συχνότητα, μα συγκρίνοντας το πένθος με τη γρίπη στην προτεινόμενη αυτή βάση θα ωθούσαμε το μεγάλο βάρος προς στο μέρος της γρίπης η οποία εμφανίζεται μάλλον συχνότερα στις ζωές μας (περισσότερες φορές τυγχαίνει στη ζωή ενός μεμονωμένου ατόμου να υποφέρει από γρίπη παρά από πένθος) καταλήγοντας στο ότι η γρίπη είναι σοβαρότερη κατάσταση από το πένθος, κάτι που ενδεχομένως διαψεύδει από μόνο του την προσπάθεια χαρακτηρισμού του πένθους ως ψυχοπνευματικής ασθένειας. Από την άλλη δεν φαίνεται το συγκριτικό επειχήρημα του Wilkinson να είναι πραγματικά βοηθητικό ως προς το να παραχθούν κάποια συμπεράσματα πειστικά.

Περαιτέρω δεν υπάρχει κάποιο δόγμα ότι όλοι οι άνθρωπο πρέπει να υποφέρουν από γρίπη (η γρίπη σαν ένα γεγονός από μόνο του), υπάρχει όμως ένας κανόνας που λέει ότι όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν (ο θάνατος σαν ένα γεγονός από μόνο του). Έχουμε έτσι δύο γεγονότα, η γρίπη είναι μια μη φυσική κατάσταση ενώ ο θάνατος μια φυσική κατάσταση. Η γρίπη δεν είναι φυσικό γεγονός (που επιβάλλεται από την ανθρώπινη φύση) αλλά είναι ένα συνηθισμένο γεγονός. Ο θάνατος είναι ένα φυσικό γεγονός που επιβάλλεται από την φύση κάθε ζωντανής ύπαρξης (αναπόδραστα όλοι πεθαίνουμε) επιπλέον ένα γεγονός συνηθισμένο. Ο Wilkinson κατ’αρχήν δεν συγκρίνει τα δύο αυτά γεγονότα, αλλά συγκρίνει το γεγονός της γρίπης με την ανταπόκριση στο γεγονός του θανάτου (πένθος).

Από την άλλη υπάρχει ένα άλλο δόγμα που λέει ότι όλοι οι άνθρωποι αντιδρούν στο γεγονός της γρίπης με συγκεκριμένους γνωστούς ή άγνωστους τρόπους και η αντίδραση τους είναι άμεση από τη στιγμή που το άτομο στο οποίο συμβαίνει το γεγονός είναι το ίδιο άτομο με αυτό που αντιδρά σε αυτό το ίδιο γεγονός (αντιδρώ στη δική μου γρίπη – ταύτιση υποκειμένου του γεγονότος και λήπτη συνεπειών του γεγονότος). Όσο αφορά το γεγονός του θανάτου, έχουμε το υποκείμενο του θανάτου, δηλαδή το πρόσωπο που πεθαίνει, τον άμεσο λήπτη ήτοι πάλι το πρόσωπο που πεθαίνει και τον έμμεσο λήπτη ήτοι το πρόσωπο που πενθεί. Το άτομο που πενθεί, ο έμμεσος λήπτης των συνεπειών του γεγονότος του θανάτου, είναι ένα διαφορετικό πρόσωπο από το υποκείμενο του γεγονότος (το άτομο που πεθαίνει), έτσι η ανταπόκριση του στο θάνατο, το πένθος του, δεν θεωρείται άμεση ανταπόκριση στο γεγονός του θανάτου, αφού αυτή η άμεση ανταπόκριση σε αυτό το γεγονός είναι αυτή που αφορά τον θανόντα. Έτσι το πένθος είναι μια έμμεση ανταπόκριση στο γεγονός του θανάτου που επισυμβαίνει σε διαφορετικό πρόσωπο (πενθώ για το θάνατο ενός άλλου ατόμου). Η εμμεσότητα της ανταπόκρισης αυτής επιτρέπει σε σωρεία εξωτετικών παραγόντων (κοινωνικών ή ετερο-προσωπικών δηλαδή παραγόντων που αφορούν τον ίδιο τον έμμεσο λήπτη, τον πενθόντα) να επέμβουν και να αλλοιώσουν την ανταπόκριστη αυτή χωρίς κατά τη γνώμη μου να είναι ικανοί και να την αναστείλουν. Έχουμε ήδη αναφέρει το παράδειγμα της Αιθιοπίας όπου σωρεία παραγόντων κοινωνικών (πολλοί θανάτοι, πείνα, φτώχεια κλπ) και ετερο-προσωπικών (πείνα, ιδία προβλήματα υγείας, έμφυτη ανάγκη και ιδία επιβίωση κλπ) συνεπάγονται μια διαδικασία πένθους αρκετά διαφορετική από τυχόν άλλα «πρότυπα» έχουμε υπόψη μας στη δική μας κοινωνία.

Κατά τα πιο πάνω είναι σαφές πως δεν υπάρχει αναμενόμενος τρόπος πένθους. Ως φυσιολογική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η αντίδραση στο γεγονός του θανάτου με εκδήλωση συμπεριφοράς πένθους με την έννοια που δίνει ο ίδιος ο Wilkinson, δηλαδή με την έννοια του αναμενόμενου και του πολιτισμικά αποδεκτού ή συνηθισμένου. Δεν σημαίνει όμως ότι καθετί που απέχει από το αναμενόμενο και πολιτισμικά αποδεκτό ή συνηθισμένο είναι ψυχοπνευματική ασθένεια.

Ο Wilkinson δανείζεται επίσης ένα παράδειγμα από τον Engel και υποστηρίζει ότι το πένθος είναι η ψυχολογική πληγή όπως το έγκαυμα είναι η σωματική πληγή. Το άτομο αγγίζει το θάνατο και ψυχικά καίγεται όπως αγγίζει τη φωτιά και καίγεται το σώμα του. Εδώ συγκρίνει όντως δύο γεγονότα, το θάνατο και τη φωτιά, ωστόσο πάλι πρόκειται για δύο γεγονότα μη δεκτικά ωφέλιμης σύγκρισης. Ο θάνατος είναι κάτι που συμβαίνει στον άνθρωπο αναγκαστικά, ένα φυσικό γεγονός, ενώ η φωτιά είναι ένα γεγονός άσχετο με την ανθρώπινη φύση. Ο πενθών αγγίζει το θάνατο (πενθεί) και αυτό κατά τον ίδιο τον Wilkinson είναι «αναμενόμενο και πολιτισμικά αποδεκτό» (και στατιστικά συνηθισμένο) ενώ ένα πρόσωπο που θέτει τα μέλη του σώματος του στη φωτιά σαφώς δεν πράττει με αναμενόμενο και συνηθισμένο τρόπο (στατιστικά ή με άλλο τρόπο). Έπειτα είναι ευνόητο ότι όποιος βάζει το σώμα του στη φωτιά αυτό καίγεται σε κάποιο βαθμό, δεν μπορεί να συμβεί διαφορετικά. Δεν είναι όμως απόλυτο ή βέβαιο ή αποδεδειγμένο ή καθοριστικό, πέρα από «αναμενόμενο και πολιτισμικά αποδεκτό», το ότι όποιος «αγγίζει το θάνατο» (γενικά, ακόμα και διαβάζοντας μια αγγελία θανάτου ενός τυχαίου ατόμου) υφίσταται ψυχικό τραύμα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και πιο πάνω.

Το πένθος ως απαραίτητη υγιής εκδήλωση

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το πένθος είναι μια υγιής εκδήλωση για τον άνθρωπο, ένας τρόπος έκφρασης (που μπορεί να πάρει διάφορες μορφές) προκειμένου να δείξει ότι ανταποκρίνεται στα διάφορα εξωτερικά ερεθίσματα και ότι εισάγει τον εαυτό του σε μια διαδικασία ψυχολογικού φιλτραρίσματος με σκοπό την ανακούφιση. Ο Wilkinson ισχυρίζεται ότι αυτή η προσέγγιση δεν μας υποβάλλει ότι το πένθος δεν είναι ασθένεια, καθώς υπάρχουν διάφορες ασθένειες που είναι από μια άλλη σκοπιά υγιείς καταστάσεις επίσης. Ωστόσο τα παραδείγματα του δεν είναι πολύ πειστικά. Λέει ότι το νεαρό αγόρι που βγάζει μαγουλάδες (mumps) με μια ευρεία θεώρηση θα περάσει αυτή τη φάση και θα αποκλείσει τη δυνατότητα επανεμφάνισης της εν λόγω ασθένειας, κερδίζοντας έτσι ουσιαστικά την υγεία του, ακόμα κι αν οι μαγουλάδες είναι ασθένεια που χρήζει ιατρικής θεραπείας. Ακόμα πιο ακραία λέει ότι ο νεαρός που πυροβολεί το πόδι του για να αποφύγει την ένταξη του στο στράτευμα είναι ασθενής, το πόδι του χρήζει ιατρικής θεραπείας, ανεξάρτητα από το αν με μια ευρεία θεώρηση έχει κερδίσει την υγεία του με τη μη ένταξη του στο στράτευμα.

Ωστόσο θέλω να παρατηρήσω ότι ο Wilkinson χρησιμοποιεί την έννοια «υγιής» (healthy) αναφερόμενος είτε στα τελικά θετικά αποτελέσματα της ασθένειας σε ένα μεταγενέστερο στάδιο (παράδειγμα παιδιού με μαγουλάδες) είτε στα θετικά της αποτελέσματα ως προς κάτι άλλο άσχετο με την ίδια την ασθένεια (παράδειγμα τραυματισμένου στρατιώτη). Ακολουθώντας αυτή τη λογική του Wilkinson κάποιος εύλογα θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι και η γρίπη έτσι είναι μια υγιής κατάσταση δεδομένου του ότι δημιουργούνται τα απαραίτητα αντισώματα στον οργανισμό και δυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα ενάντια στον ίδιο ή άλλο ιό ή ακόμα πιο ακραία ότι ο καρκίνος στο τελικό στάδιο είναι μια υγιής κατάσταση γιατί βοηθά το άτομο να αναθεωρήσει τις προτεραιότητες της ζωής του. Δεν μιλάμε όμως γενικά για «υγιείς» καταστάσεις με τόσο ευρεία έννοια ούτε στεκόμαστε στο «κάθε εμπόδιο για καλό» αν και η αισιοδοξία και η προσπάθεια ανεύρεσης θετικότητας σε κάθε πρόβλημα είναι μια επιθυμητή μέθοδος.

Το πένθος και η σκέψη

 Ο Wilkinson υποστηρίζει ότι κάθε ασθένεια οδηγεί στην αυτογνωσία και στην καλύτερη γνώση της ζωής, όπως και το πένθος. Παραλληλίζει τώρα το πένθος (που κατ’αρχήν δεν τεκμαίρεται ως ασθένεια) με το τελικό στάδιο κάποιας μορφής καρκίνου (που πάντα τεκμαίρεται ως ασθένεια). Κατά την προσωπική μου θέση το πένθος δεν αποτελεί ασθένεια που οδηγεί σε αυτογνωσία και βαθύτερη σκέψη και θεώρηση της ζωής. Αποτελεί το ίδιο μια διαδικασία αυτογνωσίας και αναθεώρησης της ζωής. Η παραδοσιακή θεωρία του Freud14{14} υποστηρίζει το μπλοκάρισμα του πένθους ως την κατάλληλη προσέγγιση. Ειδικότερα το πένθος είναι μια διαδικασία απόσυρσης συναισθηματικής ενέργειας (cathexis) ήτοι αποξένωσης από το αγαπημένο πρόσωπο (decathexis). Η σύγχρονη θέση του Malkinson15{15} είναι επίσης ότι το πένθος καθίσταται από μόνο του το ίδιο ένα ταξίδι αυτογνωσίας και αναθεώρησης της ζωής. Είναι ένας από τους παράγοντες που ενισχύουν αν μη τι άλλο τη θέση ότι ο πενθών ξέρει καλύτερα από τον καθένα πώς να πενθήσει και κατ’επέκταση αυτού, θα έλεγα ότι το πένθος όχι μόνο δεν είναι ασθένεια αλλά είναι το ίδιο μια θεραπεία στο πλήγμα του θανάτου.

Θεραπεύεται το πένθος;

 Είναι ένα αναμενόμενο ερώτημα: Αν το πένθος είναι ασθένεια ποιά είναι η κατάλληλη θεραπεία; Ο Wilkinson λέει ότι δεν γνωρίζουμε ποιά είναι η κατάλληλη θεραπεία που θα έκανε τα συμπτώματα του πένθους πιο ανεχτά. Χρησιμοποιούμε φάρμακα ακόμα και για τον απλό πονοκέφαλο. Έτσι κι αλλιώς η χρήση των φαρμάκων δεν σημαίνει κατ’αρχήν ότι κάτι είναι αναγνωρισμένη ασθένεια, άρα ούτε και η ύπαρξη κάποιου φαρμάκου για το πένθος θα το χαρακτήριζε αυτό ως ασθένεια. Το επόμενο ερώτημα που τίθεται μετά από αυτές τις παρατηρήσεις του Wilkinson είναι αναφορικά με τα υπόλοιπα κριτήρια προκειμένου μία κατάσταση να χαρακτηριστεί ως ασθένεια. Δέχομαι τη λογική ότι χρησιμοποιούμε «φάρμακα» ακόμα και για να κάνουμε τα χείλη μας πιο λεία και απαλά χωρίς να θεωρούμε ότι έχουμε κάποια ασθένεια στα χείλη, με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιούμε κάποια χημικά σκευάσματα για το καθάρισμα της κατσαρόλας χωρίς αυτή να έχει πρόβλημα. Κάποια φάρμακα χρησιμοποιούνται προληπτικά, χωρίς να υφίσταται κάποια ασθένεια. Στη συνέχεια ο Wilkinson υποστηρίζει ότι ακόμα κι αν το πένθος είναι μια κατάσταση που περνάει από μόνη της (self-cured) αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να είναι ασθένεια αφού και η γρίπη πολλές φορές θεραπεύεται από μόνης της επίσης και είναι μια ασθένεια. Και θέτει το ερώτημα, αν είχες την επιλογή μεταξύ του να θεραπεύσεις το πένθος σου με τη χρήση κάποιου φαρμάκου και να το αφήσεις να περάσει μόνο του τι θα επέλεγες;

Πέρα από τη θέση που έχω ήδη αναφέρει για το ότι το πένθος απότελεί το ίδιο θεραπεία άρα δεν μπορεί να αποτελεί και ασθένεια επιδεκτική άλλης θεραπείας, τίθεται ένα άλλο ερώτημα: Αν δεχτούμε ότι το πένθος είναι ασθένεια πόσα περιθώρια έχει ο πενθών για να κρίνει αν χρειάζεται ιατρική βοήθεια αν ξέρει εκ των προτέρων ότι το πένθος είναι ασθένεια, ότι είναι ασθενής και χρήζει φαρμακευτικής αγωγής ικανής να τον κάνει να νιώσει καλύτερα; Βέβαια η βαθύτερη σκέψη αυτού του ενδεχομένου οδηγεί σε παραλογισμό τα άτομα που χάνουν αγαπημένα τους πρόσωπα να μην τα κηδεύουν και να μην τα κλαίνε μην τυχόν και θεωρηθούν ψυχοπνευματικά ασθενείς αφού κατά τον Wilkinson και το φυσιολογικό πένθος είναι ασθένεια.

Διαβάζοντας ένα βιβλίο γενικής ψυχολογίας εύκολα σε διακατέχει το άγχος ότι έχεις τα συμπτώματα σωρείας ασθενειών την ύπαρξη των οποίων αγνοούσες, αφού κάθε ανθρώπινο συναίσθημα πλέον έχει μετατραπεί σε σύμπτωμα κάποια ασθένειας. Η μεγαλύτερη αντίφαση από όλες είναι ότι στην περίπτωση του πένθους η κοινώς προτεινόμενη θεραπεία γι’ αυτή την «ασθένεια» είναι η προσπάθεια να κάνεις τον «πάσχοντα» να νιώσει ότι βιώνει κάτι το φυσιολογικό (normalization of grief16{16}). Πώς η γνωστοποίηση του πένθους και της επικινδυνότητας του ως ασθένειας με την ανάπτυξη σχετικής συμπτωματολογίας (αν νιώθεις ενοχή είςαι άρρωστος, πάσχεις από πένθος, διατρέχεις τον κίνδυνο υποτροπής σε κατάθλιψη) βοηθά τον «ασθενή»-άτομο που πενθεί, αφού η όλη του προσπάθεια (μέσω του πένθους) είναι να νιώσει ότι βιώνει κάτι το φυσιολογικό; Με εντελώς απλά λόγια μου λεει κάποιος ότι το πένθος είναι αναγνωρισμένη ασθένεια, με ωθεί ως προς το αναζητήσω θεραπεία και μετά μου λέει να εκλάβω τα πάντα ως φυσιολογικά.

Είναι η θέση μου ότι ανεξάρτητα από το αν το πένθος είναι ασθένεια ή όχι, ανεξάρτητα από το αν συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο DSM-IV ή όχι, εάν ένα άτομο νιώσει την ανάγκη ψυχολογικής υποστήριξης και βοήθειας θα την αναζητήσει και τότε υπάρχουν άλλα κριτήρια επαρκή προκειμένου να εξετασθεί αν πάσχει από κάποια από τις ήδη αναγνωρισμένες, αρκετές, ασθένειες. Δεν υπάρχει θεραπεία του πένθους παρά μόνο πιθανές προσεγγίσεις ερμηνείας του. Ενδεχομένως να ήταν πιο εύκολη η προσέγγιση ανάλογου θέματος εάν οι σχετικές μελέτες και αναφορές άρχιζαν με τον ορισμό του πένθους ή εμβάθυναν περισσότερο σε αυτόν. Τότε δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να βρίσκαμε κι εκεί διαφορετικές θεωρήσεις για το τι είναι πένθος. Είναι λοιπόν ο πόνος ενός ατόμου για την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου του ή η προσπάθεια του να ξεπεράσει τον πόνο που προκαλεί το πλήγμα του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου ή και τα δύο μαζί;

2. Το μοντέλο των σταδίων του πένθους

Ο Bowlby έδωσε ένα έρεισμα στη θεωρία των σταδίων του πένθους17{17} η επίδραση της οποίας είναι καταφανής σε πολλές σύγχρονες αναφορές18{18}. Έχοντας στο νου τον αποχωρισμό ενός παιδιού από τη μητέρα του παρατήρησε τέσσερα στάδια από τα οποία περνά η διαδικασία του πένθους.

α) Το αρχικό μούδιασμα με δυσπιστία ή το σοκ,
β) την αναζήτηση του θανόντος συνοδευόμενη από οργή και αίσθημα αδικίας,
γ) την παραίτηση από την αναζήτηση του θανόντος συνοδευόμενη από αίσθημα κατάθλιψης και λήθαργου
δ) και τέλος την ανάκαμψη και την παραδοχή της απώλειας με επιστροφή στην ενεργό ζωή.

Άλλες αναφορές επισημαίνουν λιγότερα ή περισσότερα στάδια19{19}. Είναι εμφανές ότι δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός των σταδίων των πένθους κάτι που δίνει επίσης έρεισμα στη θεωρία ότι το πένθος δεν έχει στάδια αλλά είναι εξατομικευμένο20{20}.

Επίλογος

Δανείζομαι τη φρασεολογία μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας πρόσφατης μελέτης21{21}για να θέσω τον επίλογο μου ότι «το πένθος χρειάζεται χώρο» προκειμένου να ζήσουμε μαζί του, αφού αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής μας. Μια μεγάλη αλήθεια λέει ότι το πένθος «είναι το γράψιμο μιας ιστορίας και όχι η σχεδίαση ενός χάρτη». Τα «ο χρόνος κλείνει τις πληγές» και «όλα θα πάνε καλά» είναι κατά μία άποψη22{22} επικίνδυνα κλισέ αλλά επικινδυνότερη είναι η θεώρηση του πνεύματος και της ψυχής του ανθρώπου σαν μια μηχανή που σπάει και πρέπει να διορθωθεί με συγκεκριμένο τρόπο. Η ανθρώπινη ζωή είναι μια διαδικασία διαρκούς ολοκλήρωσης. Το πένθος δεν είναι ασθένεια και η αντιμετώπιση του σαν ασθένεια ή σαν ένα κακό ή σαν ένα ανεπιθύμητο στάδιο της ζωής είναι τα ίδια προβλήματα που πρέπει να εξηγηθούν, παράλληλα με την παρατηρόμενη τάση των επαναλαμβανόμενων ψυχολογικών και ιατρικών πειραματισμών σε αχρείαστα πράγματα και καταστάσεις απλά για να μεγαλώνει ο κατάλογος των συμπτωμάτων, των ασθενειών και των ειδικοτήτων.

____________________

Endnotes

1. Από τη λατινική λέξη “gravare”, Boerner, Wortman “Bereavement” (2001), International Encyclopedia of the social and behavioral science.

2. Mark, Chan “Management of grief (bereavement)” (1997), Hong Kong Practitioner Vol.14(4)

3. Βρεττός, «Ο γάμος, η γέννηση και ο θάνατος στην αρχαία Ελλάδα» (2003), σελ. 92-140 (GR)

4. Burland “Men without machines. The story of primitive people” (1969), Κορνήλιος «Θαύματα της επιστήμης 5» σελ. 25-26

5. ibid σελ. 182

6. ibid σελ. 195

7. Klass, Goss “The politics of grief and continuing bonds with the dead: The cases of Maoist China and Mahhabi Islam” (2003), Death Studies, Vol.27, σελ. 787-811

8. βλ επίσης Davies “New understanding of parental grief: a literature review”, Journal of Advanced nursing Vol.45(5), σελ. 506-513

9. Tully “Grief and loss” (2003), Australian Family Physician Vol.32 no.9, σελ. 697-700

10. Walsh κ.α. “Spiritual beliefs may affect outcome of bereavement: prospective study” (2002), BMJ, Vol.324, σελ. 1551επ.

11. Bonnano, Kaltman “Varieties of grief experience” (2001), Clinical Psychology Review Vol.21, issue 5, σελ. 701-134

12. Egan, Arnold “Grief and bereavement care” (2003) AJN Vol.103 no.9

Tomita, Kitamura “Clinical and research measures of Grief: a reconsideration” (2002), Comprehensive Psychiatry Vol.43 no.2, σελ.92-102

Prigerson, Jacobs “Caring for bereaved patients ‘All the doctors just suddenly go’” (2001) JAMA Vol.286 no.11 σελ 1369-1377

Marwit “DSM-III-R, Grief reactions and a call for revision” (1991), Professional Psychology, Research and Practice” Vol.22, no.1, σελ.75-79

Nakamura “Grief reactions treated in a psychiatric out-patient clinic” (1999), Psychiatry and Clinical neuroscience Vol.53, σελ.357-403

Barry, Kasl, Prigerson “Psychiatry Disorders Among Bereaved Persons: The role of perceived circumstances of death and preparedness of dearth” (2002), Am J. Geriatr. Psychiatry Vol.10(4).

13. Wilkinson “Is normal grief a mental disorder?” (2000), The philosophical quarterly Vol.5 No.200

14. Clewell “Mourning beyond Melancholia: Freud psychoanalysis of loss” (2004), JAPA 52/1

Parkes “Grief: Lessons from the past, visions for the future” (2002), Death Studies Vol.26, σελ. 307-386

Jacob “An analysis of the concept of grief” (1993), Journal of Advanced Nursing Vol.18, σελ.1787-1794

15. Malkinson “Cognitive- Behavioral Therapy pf Grief: A review and application”, Research on Social Practice.

16. Clark “Working with grieving Adults” (2004), Advances in Psychiatric treatment Vol.10, σελ. 164-170

Jordan, Neimeyer “Does grief counseling work?” (2003), Death Studies, Vol.27, σελ. 765-767

Macias et.al. “Bereavement in the context of derious mental illness” (2004), Psychiatric Services Vol.55 No.4

17.Από Boerner, Wortman “Bereavement” (2001), International Encyclopedia of the Social and Behavioral Sciences

18. Mark, Chan “Management of Grief (bereavement) (1997), Hong Kong Practitioner Vol.19(4)

Warrell et.al. “Oxford Textbook of Medicine” (2003), Books@Ovid 26.5.1

19. ibid

20. Reimers “A reasonable grief – discursive constructions of grief in a public conservation on raising the shipwrecked M/S Estonia” (2003), Mortality Vol.8 no.4

21. Moules et.al. “Making room for grief – walking backwards and living forward” (2004), Nursing Inquiry Vol.11(2) σελ. 99-107

22. Frantz et.al. “Positive aspects of grief” (1998), Pasioral Psychology Vol.47 No.1

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s