Ο Περί Ποινικού Κώδικα Τροποποιητικός Νόμος του 2011 Ν.56(Ι)/2011

Την 13/04/2011 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας ο Ν.56(1)/2011, ο οποίο τροποποιεί τον Ποινικό Κώδικα, εισάγοντας δύο νέα αδικήματα, με το άρθρο 91Α, που αφορά στο αδίκημα της απειλής, και με το άρθρο 290Α, που αφορά στο αδίκημα της εκβίασης. Μέχρι πρότινος, με την απειλή βιαιοπραγίας του άρθρου 91 (ευχερέστερη χρήση του οποίου γινόταν στην πράξη αναφορικά με την παράγραφο γ του άρθρου αυτού) και με την απειλή ή την εκβίαση ως μέρος των συστατικών στοιχείων άλλων αδικημάτων, δεν παρεχόταν επαρκές νομικό πλαίσιο, ώστε να καλύπτεται το σύνολο των απειλητικών, εκβιαστικών και εκφοβιστικών συμπεριφορών. Όμως θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι οι συμπεριφορές αυτές αποτελούν συχνό φαινόμενο στην καθημερινότητας μας. Η συχνότητα τους είναι τέτοια που τείνει στην υποτίμηση του αδικηματικού χαρακτήρα τους και δυσκολεύει την κατανόηση και αποδοχή του αντικοινωνικού ή ανήθικου χαρακτήρα τους. Κάποτε εκφραζόταν και η γενικευμένη πεποίθηση ότι όπου ο δράστης χρησιμοποιεί αυτές τις μεθόδους αδυνατεί να δράσει εγκληματικά και άρα αυτές οι μέθοδοι προλαμβάνουν ή αποτρέπουν κατά κάποιο τρόπο την άσκηση πραγματικής σωματικής βίας.

 ΜΕΡΟΣ Α: Η ΑΠΕΙΛΗ

Πριν την τροποποίηση

Στην περίπτωση που άρθρου 91(γ) που κάνει λόγο για απειλή βιαιοπραγίας, η χρήση του οποίου ήταν εκτεταμένη πριν τουλάχιστον την εισαγωγή του άρθρου 91Α, όπως προκύπτει από το γλωσσικά συγκεχυμένο λεκτικό της διάταξης, η απειλή θα πρέπει να συνδέεται τόσο με το σκοπό υποκίνησης του θύματος να διενεργήσει πράξη την οποία δεν είχε νομική υποχρέωση να διενεργήσει (να λειτουργεί ως εξαναγκασμός διενέργειας μη υποχρεωτικής σύμφωνα με το νόμο πράξης) ή να παραλείψει να διενεργήσει πράξη που είχε νομική υποχρέωση να διενεργήσει (να λειτουργεί ως αποτροπή εκτέλεσης νόμιμου καθήκοντος), όσο και με την υφιστάμενη πραγματική δυνατότητα πρόκλησης βλάβης στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του θύματος ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη τρίτου προσώπου για το οποίο το θύμα του άρθρου 91(γ) ενδιαφέρεται[1]. Η πραγματική δυνατότητα βιαιοπραγίας περαιτέρω συνδέεται τόσο με τον άμεσο σκοπό του δράστη (τον εκλογικευμένο σκοπό της υποκίνησης), όσο και με την πρακτική δυνατότητα του δράστη να φέρει εις πέρας την επαπειλούμενη βιαιοπραγία, προσδιοριζόμενη από τις εν γένει πραγματικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Αυτό γιατί το άρθρο 91(γ) προβλέπει την απειλή ως μέσο για την επίτευξη ορισμένου σκοπού, παρά ως μια αυτόνομα αδικηματική συμπεριφορά.

Αντίθετα, οι υπόλοιπες παράγραφοι του άρθρου 91, παρά το δικό τους περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, είναι περισσότερο προσωποκεντρικές, χωρίς να απαλλάσσονται από τον παράλληλο εκλογικευμένο σκοπό του δράστη και τη χρήση της απειλής ως μέσο για την επίτευξη ενός, έστω απώτερου, σκοπού. Στην παράγραφο (α) ο σκοπός του δράστη είναι η πρόκληση εκφοβισμού ή παρενόχλησης του θύματος με απειλή που έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο τη διάρρηξη ή την πρόκληση βλάβης σε κατοικία. Ο περιορισμός της παραγράφου (α) είναι ως προς το περιεχόμενο της απειλής. Στην παράγραφο (β) του άρθρου 91 ο σκοπός του δράστη είναι η πρόκληση τρόμου στο θύμα εντός κάποιας κατοικίας με συγκεκριμένη συμπεριφορά (εκπυρσοκρότηση γεμάτου πυροβόλου όπλου ή άλλη διασάλευση της ειρήνης) που, αρκετά συγκεχυμένα, αφήνεται να εννοηθεί ότι αποτελεί απειλή βιαιοπραγίας εξεφρασμένη με ένα διαφορετικό, έμμεσο, τρόπο, δια συγκεκριμένης συμπεριφοράς[2].

Το άρθρο 91(γ) δεν αναφέρεται σε εκφοβισμό, τρόμο ή άλλο αρνητικό συναισθηματικό αποτέλεσμα στη ψυχολογία του θύματος, ικανό να λειτουργήσει υποκινητικά προς το σκοπό του δράστη. Ωστόσο οι νομολογιακές παρεμβάσεις, ενδεχομένως για να εισαχθεί ένας απαραίτητος περιορισμός και να προσδοθεί το απαραίτητο είδος ή επίπεδο αρνητικού συναισθηματικού status του θύματος, που παραλείπεται στο γράμμα της διάταξης της παραγράφου (γ), καθιέρωσαν, κατά αναλογία με την χρήση της έννοιας της απειλής σε άλλες διατάξεις ή κατ’αναλογία με την ερμηνεία που δόθηκε γενικά στον αγγλικό όρο “menaces”[3], ότι η απειλή θα πρέπει να έχει αντικειμενικά εκφοβιστικό χαρακτήρα, και εφόσον συνδέεται με ένα συγκεκριμένο σκοπό του δράστη «να είναι τέτοιας φύσης και έκτασης ώστε να μπορεί να επηρεάσει την κρίση λογικού ανθρώπου κανονικού θάρρους ή αυτός να φοβηθεί ώστε να ενδώσει παρά τη θέλησή του» στη συγκεκριμένη απαίτηση του δράστη. Ο λόγος γίνεται δηλαδή για το συναίσθημα του φόβου, παρόλο που δεν είναι το μοναδικό συναίσθημα, το οποίο μπορεί να υποκινήσει το θύμα προς το σκοπό του δράστη.

Εν προκειμένω, φαίνεται εύκολο μια απειλή να θεωρηθεί μη εμπίπτουσα στο πλαίσιο του άρθρου 91(γ) και τελικά νομικά μετέωρη. Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν υπάρχει ή δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι υπάρχει ο σκοπός από μέρους του δράστη (σκοπός υποκίνησης), είτε γιατί το θύμα δεν έχει νομική υποχρέωση ή δικαίωμα να πράξει ή να παραλείψει κάτι, ώστε να τύχει υποκίνησης, είτε γιατί δεν μπορεί να γίνει η σύνδεση της απειλής με κάποια νομική υποχρέωση ή δικαίωμα του θύματος να πράξει ή να παραλείψει κάτι. Άρα είναι πιθανόν να εκλείπει αυτό το συστατικό στοιχείο. Άλλοτε η απειλή θεωρείται κενή περιεχομένου (idle threat) γιατί το συναίσθημα του φόβου συνδέεται όχι τόσο με την πρόκληση βιαιοπραγίας (όπως θα ήταν το αναμενόμενο), αλλά με τη δυνατότητα του δράστη να πραγματοποιήσει το σκοπό του (την υποκίνηση). Δηλαδή ακόμα και το ερμηνευτικό περιεχόμενο της απειλής είναι εστιασμένο στα κίνητρα και τους σκοπούς του δράστη, παρά στην κατάσταση του θύματος. Ή άλλως πώς η θέση ως συστατικού στοιχείου του σκοπού υποκίνησης αποσυντονίζει ερμηνευτικά το περιεχόμενο της απειλής βιαιοπραγίας, αλλά γενικότερα δημιουργεί σύγχυση και ως προς τι σημαίνει «απειλή». Πριν την τροποποίηση του ποινικού μας κώδικα, εάν ο Α απειλούσε προφορικά τον Β ότι θα τον σκοτώσει[4], επειδή ο Β κατέθεσε εναντίον του στο δικαστήριο, εφόσον επρόκειτο για πράξη του παρελθόντος και δεν υπήρχε ο νομοθετημένος σκοπός του δράστη να υποκινήσει το θύμα σε ορισμένη συμπεριφορά, όπως αναφέρεται πιο πάνω, η απειλή θα θεωρείτο μετέωρη, ακόμα κι αν το ενδεχόμενο ο δράστης να πραγματοποιήσει την απειλή του προκαλούσε τρόμο ή αναστάτωση ή άλλο αρνητικό συναισθηματικό αποτέλεσμα στον παραλήπτη της[5].

Στην εισηγητική έκθεση που συνόδευε το σχετικό αρχικό νομοσχέδιο του τροποποιητικού νόμου αναφερόταν επίσης ενδεικτικά η αδυναμία ικανοποιητικής ανταπόκρισης του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης σε περιπτώσεις εκτόξευσης απειλών κατά της ζωής ή εκφοβισμού προσώπου για την πληρωμή οφειλόμενων ενοικίων, που είναι γνωστό ότι απασχολούν την Κυπριακή κοινωνία.

Μετά την τροποποίηση

Το άρθρο που εισήχθη για το γενικό αδίκημα της απειλής έχει ως εξής:

Απειλή.     91Α  Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.

Με μια συγκριτική ματιά θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι πρόκειται για μια διάταξη πανομοιότυπη με αυτή του Ποινικού Κώδικα που θέσπισε η Ελληνική Δημοκρατία[6], με διαφορά βέβαια ως προς την προβλεπόμενη ποινή, που στον Κυπριακό νόμο εισάγεται αυστηρότερη. Προκύπτει σαφώς ότι απαλλαγμένο αυτό το άρθρο από το συστατικό στοιχείο του σκοπού του δράστη και από το αναγκαστικό περιεχόμενο της βίας, μπορεί να καλύψει μεγαλύτερη γκάμα περιπτωσιολογίας. Παράλληλα καθίσταται σαφέστερη και η διάκριση μεταξύ της απειλής και της εκβίασης, αφού η απειλή, ως αυτόνομο πλέον αδίκημα δεν χρησιμοποιείται μόνο ως μέσο προς επίτευξη κάποιου σκοπού, είναι μια καθεαυτή αδικηματική συμπεριφορά, εφόσον προκαλεί το συγκεκριμένο προβλεπόμενο  αποτέλεσμα και έχει περιεχόμενο τη βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη.

Το νέο άρθρο φαίνεται να εστιάζει αποκλειστικά στο αρνητικό συναισθηματικό επακόλουθο της απειλής στο πρόσωπο του απειλούμενου προσώπου, στη ψυχική του κατάσταση, και να προσδιορίζει το αδικηματικό περιεχόμενο της απειλής ακριβώς σε αυτό, παρά στη δυνατότητα το θύμα να ενδώσει και να ικανοποιήσει κάποια απαίτηση του δράστη, που μπορεί να μην υπάρχει. Λέγοντας «μπορεί να μην υπάρχει» εννοείται ότι η απειλή δεν είναι πάντα εξαρτώμενη ή υποθετική (conditional). Όμως αυτό θα γίνει σαφές αν αρχίσουμε από ένα διαφορετικό σημείο. Τι σημαίνει απειλή; Σίγουρα, ένα από τα πιο πολύπλοκα εγχειρήματα είναι ακριβώς αυτό, να εξηγήσει κανείς τι σημαίνει απειλή.

Εξαρτώμενη – Υποθετική απειλή (conditional)

Η μία προσέγγιση είναι η αυτή που θέλει την απειλή ως μία άσκηση πίεσης στην ελευθερία της βούλησης του θύματος, μέσω της προαναγγελίας ορισμένου κακού, προκειμένου να τύχει χειρισμός της βούλησης του θύματος και κατεύθυνση της προς συγκεκριμένο σκοπό του δράστη. Αυτό το χειριστικό είδος απειλής συνδέεται αναγκαστικά με μια συμπεριφορά που ο δράστης θέλει να επιβάλει στο θύμα και που εάν το θύμα δεν την εκτελέσει θα υποστεί κάπως τιμωρητικά το επαπειλούμενο κακό. Δηλαδή το επαπειλούμενο κακό εξαρτάται από την επιβαλλόμενη συμπεριφορά του θύματος ή τελεί υπό την αίρεση μη εκτέλεσης της επιβαλλόμενης συμπεριφοράς. Σχηματικά τίθεται με τον εξής τρόπο:

ee


Με αυτό το είδος απειλής ο ερμηνευτής αναγκαστικά (αλλά αχρείαστα) οδηγείται στο να αναζητήσει τη βασιμότητα και ρεαλιστικότητα της απειλής εξετάζοντας περαιτέρω παραμέτρους. Έχει ο δράστης κάποια πραγματική αληθινή πρόθεση να βλάψει το θύμα; Μπορεί ο δράστης, πρακτικά, να πραγματοποιήσει την απειλή του; Υπάρχει λογική σύνδεση μεταξύ Χ και Π; Υπάρχει κάποια συμπεριφορά την οποία το θύμα μπορεί να κάνει συμμορφούμενο με την απαίτηση του δράστη (πρόκειται για γνήσια αίρεση); Παράλληλα, από την πλευρά του θύματος, έχει το θύμα πεισθεί για το ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη από το δράστη εάν δεν προβεί στην επιβαλλόμενη συμπεριφορά; Πάντα κινούμενοι στο λεπτό όριο μεταξύ απειλής και επίθεσης
[7] αλλά και κάποτε μπερδεύοντας τα όρια με ευρείες ερμηνείες. Ο δράστης μπορεί να υποκρίνεται ως προς την πρόθεση του να βλάψει το θύμα, όμως το θύμα δεν μπαίνει στη διαδικασία να υποβάλει στον εαυτό του και να απαντήσει όλες αυτές τις ερωτήσεις, απλά έρχεται αντιμέτωπο με ένα αντικοινωνικό ερέθισμα, μη συμβατό με την κοινωνικά αναμενόμενη συνδιαλλαγή δύο προσώπων (είτε το αντιλαμβάνεται αμέσως ή στην πορεία), έχοντας μπροστά του να επιλέξει ανάμεσα στο Χ και στο Π, που δεν θα επέλεγε στη συνήθη πορεία των πραγμάτων και βιώνοντας αυτή τη διαδικασία του διλήμματος ως μια περαιτέρω ψυχολογική πίεση[8]. Η προσφορά δύο επιλογών στο θύμα θεωρείται ως το είδος της πιο εξευγενισμένης απειλής, αφού μπορεί να γίνει και με έμμεσο τρόπο και ίσως η διαδικασία επιλογής στην οποία μπαίνει το θύμα, ακόμα και μη ηθελημένα, να του αποσπά από το μέγεθος της άμεσα αντιδραστικής συναισθηματικής ανταπόκρισης. Δεν δημιουργεί όμως λιγότερο έντονο ή αρνητικό συναισθηματικό επακόλουθο, απεναντίας, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το προκαλεί σιγά σιγά εδραιώνοντάς το με διάφορους τρόπους ή ότι απλά είναι διαφορετικής μορφής ή έχει διαφορετικό σημείο κορύφωσης, που για κάποιους μπορεί να είναι βασανιστικότερο, ενώ για άλλους να τυχαίνει ευκολότερα χειρισμού (ειδικά όταν στο διάστημα μεταξύ των δύο επιλογών Χ vs. Π μπορεί να εμφιλοχωρήσει η ελπίδα και η αισιοδοξία[9] ότι μπορεί να βρεθεί και μια τρίτη εναλλακτική λύση). Θα μπορούσε βέβαια να είναι ευκολότερο να εμφιλοχωρήσει ελπίδα και αισιοδοξία ανάμεσα στο X και στο Π εάν η απειλή είναι στον τύπο «εάν Χ τότε δεν θα Π», ίσως επειδή αυτό που δημιουργεί τη μεγαλύτερη πίεση στο θύμα είναι οι διάφορες ψυχοπνευματικές διεργασίες στις οποίες προβαίνει σχετικά με το πρόσωπο και τη συμπεριφορά του δράστη, οπότε η αρνητική διατύπωση του Π, μπορεί να διεγείρει ήδη μια επιθυμία ή μια προαίσθηση ανακούφισης και μια ανυπομονησία, το θύμα να εστιάζει περισσότερο στο «δεν θα Π» από ότι να παραπαίει στις διλημματικές διαστάσεις του «εάν Χ», εξαναγκάζοντας όμως και ευχερέστερα ή χρονικά γρηγορότερα (ειδικά εάν η άσκηση της απειλής γίνεται με εντονότερο τρόπο) το Χ[10]. Έγιναν κάποιες εμπειρικές έρευνες που κατέδειξαν ότι αυτού του είδους τις απειλές, τις εξαρτώμενες ή υποθετικές, τις χρησιμοποιούν συνήθως άτομα σε θέση ισχύος, τα οποία έχουν τη δύναμη να επιβάλουν κάποια συμπεριφορά στον αποδέκτη της, να χειριστούν δεδομένα[11]. Κατά συνέπεια πρόκειται και για είδος απειλής πιο δυσδιάκριτο.

Μη εξαρτώμενη – Πραγματική απειλή (unconditional)

Στη μη εξαρτώμενη ή πραγματική απειλή (unconditional) το θύμα δεν τίθεται σε αυτό το συγκεκριμένο δίλημμα του Χ vs. Π. Ο δράστης θα μπορούσε να μην έχει οποιοδήποτε σκοπό ούτε να επιθυμεί να χειριστεί τη συμπεριφορά του θύματος προς το Χ, στοχεύει μόνο στο πρόσωπο του θύματος και προβαίνει στην απειλή του τύπου «Π», χωρίς να θέτει οποιαδήποτε προϋπόθεση ή αίρεση. Το θύμα, μη έχοντας να επιλέξει οτιδήποτε, ενδεχομένως θα υποστεί όλη την πίεση του Π άμεσα και με ολοκληρωμένο τρόπο, την οποία να εξακολουθήσει να υπόκειται σε ένα επόμενο στάδιο, με διαφορετικό τρόπο. Παρόλο που δεν υπάρχει όμως βαθμός έντασης μιας απειλής για να μπορεί να τεθεί με περισσότερη ακρίβεια και παρόλο που όλων των τύπων οι απειλές, ακόμα και οι «νόμιμες απειλές» είναι εκ φύσεως αγενείς επικοινωνιακές καταστάσεις[12], συνήθως οι δράστες αυτού του τύπου μη εξαρτώμενης απειλής είναι περισσότερο αγενείς ή επιθετικοί ή ο τρόπος τέλεσης αυτού του είδους της απειλής οδηγεί ευκολότερα στην τέλεση άλλων αδικημάτων, είναι τα όρια μεταξύ αυτού του είδους απειλής και της επίθεσης είναι ακόμα περισσότερο ισχνά. Οπότε η άμεση συναισθηματική ανταπόκριση του θύματος μπορεί να μην εξαντλείται καθαρά στο Π, «θα σου κόψω τα δάχτυλα», όσο στο διαδικαστικό τρόπο με τον οποίο εξέλαβε το εν λόγω ερέθισμα και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τα εισέπραξε. Μερικές φορές μπορεί ο συγκεκριμένος δράστης να εκστομίζει μια απειλή «θα σου κόψω τα δάχτυλα» σε μια κατάσταση θυμού του, χωρίς να εννοεί οτιδήποτε αναφορικά με το θύμα και χωρίς να σκοπεύει οτιδήποτε αναφορικά με το θύμα, πέρα από το να εκτονωθεί ο ίδιος, αυτό όμως θα δούμε στη συνέχεια ότι δεν ενδιαφέρει το νόμο. Το ερέθισμα συνήθως σε αυτού του τύπου απειλής, που καθίσταται και συχνότερα εκφοβιστικό για το θύμα, περιέχει μια χαρακτηριστική περιγραφική λεπτομέρεια, δηλαδή ο δράστης δεν αρκείται συνήθως στο «θα σου κόψω τα δάχτυλα» αλλά ενδεχομένως θα προσθέσει μια περαιτέρω παρομοίωση ή χαρακτηρισμό «…ένα- ένα με τον χαρτοκόπτη… …» ώστε, αφού αυτή η περιγραφική λεπτομέρεια διεγείρει τη φαντασία του θύματος και δημιουργεί σχετικές εικόνες στο μυαλό, που μεγιστοποιήσει την επίδραση της απειλής του[13], αλλά παράλληλα παράγει ευκολότερα υλικό έκφρασης και εκτόνωσης του ατόμου που εξωτερικεύει αυτή την απειλή, ειδικά εάν περιέχει αρκετά σύμφωνα, παρατεταμένα φωνήεντα, ή εάν συνδυάζει εικόνες και σκηνές οι οποίες απασχολούν περισσότερο το μυαλό μέχρι να τις συνθέσει. Από την πλευρά του θύματος, χωρίς πρακτικά δεδομένα ενώπιον του, και συσχετισμούς, μόνο με ένα Π «θα σου κόψω τα δάχτυλα» μπορεί να αδυνατεί να κατανοήσει και να διαμορφώνει ανάλογα και τη ψυχολογία του ή και τη συμπεριφορά του απέναντι σε κάτι ανεξήγητο, παράλογο, παρανοϊκό.

Γιατί πρέπει να τιμωρούνται ποινικά οι απειλές; Οι απειλές είναι ένα φαινόμενο που ευνοείται σχεδόν επιδημικά σε κοινότητες, ομάδες ανθρώπων, μικροκοινωνίες και κοινωνίες και μερικές φορές είναι ένα απαραίτητο στοιχείο κοινωνικής αλληλεπίδρασης που υπάρχει σε όλες τις κοινωνίες ζωντανών οργανισμών. Πώς θα ήταν η κοινωνία μας χωρίς αφανείς ή εμφανείς απειλές, θα υπήρχε συνεργασία ή μόνο υπέρμετρος εγωισμός; Γιατί και πότε θα πρέπει να συνιστούν ποινικό αδίκημα οι απειλές; Έχουν κατά καιρούς προταθεί διάφοροι λόγοι[14], μεταξύ άλλων, για να προστατεύεται ο κόσμος από το φόβο της βίας και της παρανομίας, για να αποτρέπονται τα επακόλουθα του φόβου αυτού, για να προλαμβάνεται η τέλεση βίας ή παράνομων πράξεων ή παραλείψεων, για να μην εξαναγκάζεται ο κόσμος να πράττει παρά τη βούλησή του και να έχει μια τρίτη εναλλακτική να αντιμετωπίσει την κατάσταση απειλής νομικά, γιατί οι απειλές έχουν μύρια αναμφισβήτητα αρνητικά αποτελέσματα στη ψυχολογία των ατόμων που τις βιώνουν και των οικογενειών τους, οδηγώντας περαιτέρω σε προβλήματα στην υγεία, στην εργασία, στην κοινωνική και οικονομική ζωή και γενικά σε διατάραξη και βλάβη της ποιότητα ζωής των ανθρώπων[15].

Το νέο άρθρο καλύπτει ουσιαστικά και τη μη εξαρτώμενη ή μη υποθετική απειλή, δεν προϋποθέτει η απειλή να είναι στην εξαρτώμενη μορφή της, και εμπερικλείει ουσιαστικά δύο παραμέτρους:

(Α) Αντικειμενική παράμετρος

Η αντικειμενική παράμετρος αναφέρεται στη συμπεριφορά του δράστη. Ποια συμπεριφορά του δράστη είναι ποινικά κολάσιμη; Στη συνέχεια θα διαφανεί με ποιο τρόπο η αδικηματική απειλή του άρθρου 91Α είναι μια νομική έννοια που διακρίνεται από την απειλή που χρησιμοποιείται ως συστατικό στοιχείο άλλων αδικημάτων, την απειλή ως συνήθη τύπο έκφρασης και συμπεριφοράς ή από τη λεγόμενη «νόμιμη απειλή».

Η παράνομη απειλή

(i)                 Βασική συμπεριφορά: Ο δράστης προκαλεί στο θύμα τρόμο ή ανησυχία. Από τη διατύπωση του νόμου η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας εισάγεται περισσότερο ως η βασική συμπεριφορά του δράστη, παρά ως το αποτέλεσμα της απειλής και η ανέλεγκτη δυναμική μετατροπής μιας νόμιμης απειλής σε παράνομη απειλή. Ο νόμος δεν λέει «όποιος απειλεί με βία ή με άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη προκαλώντας τρόμο ή ανησυχία….». Ο νόμος δεν λέει «όποιος απειλεί με βία ή με άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και προκαλεί τρόμο ή ανησυχία….». Ο νόμος λέει «όποιος προκαλεί τρόμο ή ανησυχία απειλώντας με βία ή με παράνομη πράξη ή παράλειψη…», σα να επιλέγει να εστιάσει το ενδιαφέρον του στην πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας, παρά το ότι η περιγραφή του αδικήματος είναι απειλή και όχι «πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας». Έπειτα, η συγκεκριμένη διατύπωση του νόμου επιβάλλει ότι το ποινικό ενδιαφέρον ενεργοποιείται από τη στιγμή της δημιουργίας τρόμου ή ανησυχίας στο θύμα. Τι σημαίνει όμως ότι κάποιος προκαλεί τρόμο ή ανησυχία; Πέρα από τις παρατηρήσεις που αφορούν τον τρόμο και την ανησυχία, που θα δούμε στη συνέχεια, πώς προσεγγίζεται η πρόκληση ως συμπεριφορά και όχι ως αποτέλεσμα;

«Προκαλώ» σημαίνει, σε σχέση με συγκεκριμένο γεγονός ή κατάσταση, ότι γίνομαι η αιτία του, το δημιουργώ, το προξενώ. Παρά το ότι ο νόμος δεν λέει ούτε «όποιος απειλεί με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη με τρόπο που δυνατό να προκαλέσει τρόμο ή ανησυχία…» στην πράξη η ερμηνεία του «προκαλώ» τείνει να ταυτίζεται με την έννοια του «με τρόπο που δυνατό να προκαλέσει…», όμως δεν πρόκειται για την ίδια ακριβώς έννοια. Άλλο να χρησιμοποιείται το «με τρόπο δυνάμενο να προκαλέσει» ως ερμηνευτικό εργαλείο και άλλο να προσεγγίζεται ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Άλλο η αντικειμενικότητα να διερευνάται για ερμηνευτικούς σκοπούς και άλλο η αντικειμενικότητα να καθίσταται συστατικό στοιχείο του αδικήματος.

ee2

Οι ενδογενείς παράγοντες είναι αυτοί που αφορούν στο ίδιο το πρόσωπο του δράστη και που προσθέτουν ώστε το συγκεκριμένο ερέθισμα να εξωτερικευτεί με συγκεκριμένο τρόπο. Ο Α λέει στον Β «θα σου κόψω το κεφάλι» με ουδέτερη έκφραση. Ο Α λέει στον Β «θα σου κόψω το κεφάλι» γελώντας. Ο Α λέει στον Β «θα σου κόψω το κεφάλι» γελώντας κοροϊδευτικά. Ο Α λέει στον Β «θα σου κόψω το κεφάλι!!!» φωνάζοντας. Ο Α λέει στον Β «θα σου κόψω το κεφάλι…» κλαίγοντας. Ο Α λέει στον Β «θα σου κόψω το κεφάλι» κοιτάζοντας τον επίμονα κατευθείαν στα μάτια. Ο Α μπορεί να ελέγχει αυτές τις εκδηλώσεις (βλέμμα, γέλιο, τόνο φωνής, κλάμα κλπ), μπορεί όμως και να μην τις ελέγχει. Οι ελεγχόμενες εκδηλώσεις είναι πιθανότερο να παραπέμπουν σε ύπαρξη ενός σκοπού, παρά οι μη ελεγχόμενες εκδηλώσεις. Σε κάθε περίπτωση τόσο οι ελεγχόμενοι όσο και οι μη ελεγχόμενοι ενδογενείς παράγοντες, που αποτελούν μέρος της εκδηλωμένης συμπεριφοράς του δράστη, διαμορφώνουν και το εξωτερικευμένο ερέθισμα[16] με τρόπο ώστε αυτό να μπορεί να κριθεί από κάποιο λογικό παρακολουθητή, εάν είναι απειλητικό ή όχι. Από την αντικειμενική σκοπιά το «τεστ του λογικού παρακολουθητή» είναι ένα εργαλείο που περιορίζεται στη συμπεριφορά του δράστη, παγώνει την πορεία του αναπαριστάμενου εξωτερικευμένου ερεθίσματος, το ακινητοποιεί σε τόπο και χρόνο και το διερευνά πριν αυτό εισπραχθεί από τον συγκεκριμένο παραλήπτη.

eee3

Όμως εφόσον το ερέθισμα εκδηλωθεί με το συγκεκριμένο τρόπο δεν σημαίνει ότι θα εκληφθεί και με τον συγκεκριμένο τρόπο από τον συγκεκριμένο παραλήπτη. Υπάρχουν λοιπόν κάποιοι εξωγενείς παράγοντες, κάποιοι παράγοντες που δεν εμπίπτουν στη συμπεριφορά του δράστη, οι οποίοι επιβοηθούν στη δημιουργία του συγκεκριμένου αποτελέσματος της πρόκλησης τρόμου ή ανησυχίας. Αυτοί οι παράγοντες μπορεί να αφορούν στο πρόσωπο και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου παραλήπτη (όπως θα δούμε αναλυτικότερα στη συνέχεια). Μπορεί επίσης να αφορούν σε περιβαλλοντικές καταστάσεις (π.χ. σκοτάδι, έρημη περιοχή). Ο Α λέει στον Β «θα σου κόψω το κεφάλι» χαμογελώντας και την ίδια στιγμή αστράφτει και βροντά δυνατά! Μερικοί εξωγενείς παράγοντες μπορούν να ελεγχθούν από το δράστη και να ληφθούν υπόψη (π.χ. σκοτάδι, ερημιά, γνωστά χαρακτηριστικά του παραλήπτη κλπ), να χρησιμοποιηθούν (συνειδητά ή ασυνείδητα) για να προσθέσουν στη διαμόρφωση του συγκεκριμένου ερεθίσματος, άλλοι όμως μπορεί να είναι μη ελεγχόμενοι, απλά άγνωστοι και μη δυνάμενοι να προβλεφθούν ή τυχαίοι. Ο Α κρατά στα χέρια του μία αράχνη την οποία χρειάζεται για σκοπούς έρευνας, την δείχνει στον Β, αγνοώντας ότι ο Β πάσχει από αραχνοφοβία, με αποτέλεσμα ο Β να τρομοκρατηθεί, έχει απειλήσει ο Α τον Β;  O A, ένας υπερβολικά μυώδης άντρας προσεγγίζει την Β προκειμένου να τη ρωτήσει εάν έχει αναπτήρα, η Β που έχει πρόσφατα κακοποιηθεί τρομοκρατείται, ο Α έχει απειλήσει τη Β; Ο Α βάζει το χέρι στην τσέπη του για να πάρει το πορτοφόλι του και ο Β, επί καθήκοντι αστυνομικός σε μια περίοδο μετά από τρομοκρατικό κτύπημα στην πόλη, τον πυροβολεί, εκλαμβάνοντας ότι ο Α θα τραβήξει από την τσέπη του πιστόλι ή εκρηκτικό μηχανισμό, ο Α με την κίνηση του αυτή, να βάλει το χέρι στην τσέπη το με τον συγκεκριμένο τρόπο, υπό τις περιστάσεις, διαπράττει απειλή;

Η συμπεριφορά του δράστη περιορίζεται στους ενδογενείς (ελεγχόμενους ή μη ελεγχόμενους) παράγοντες, και στους ελεγχόμενους εξωγενείς παράγοντες. Με την αντικειμενική παράμετρο εξετάζουμε αντικειμενικά την πρόκληση ως συμπεριφορά και όχι την πρόκληση ως αποτέλεσμα. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι αφήνουμε εντελώς εκτός προσκηνίου το θύμα και απομονωμένα προσεγγίζουμε τη συμπεριφορά του δράστη και την εκδήλωση του συγκεκριμένου ερεθίσματος, το επαπειλούμενο κακό με τον τρόπο που εκδηλώθηκε από το δράστη, ως κάτι που στέκεται μπροστά στο μέσο λογικό άνθρωπο. Η προαναγγελία του συγκεκριμένου κακού «θα σου κόψω το κεφάλι» τραγουδιστά από ένα μασκαρεμένο παλιάτσο, ο οποίος παράλληλα κάνει τούμπες στον αέρα είναι ερέθισμα ικανό να περιληφθεί στην έννοια της πρόκλησης τρόμου ή ανησυχίας; Το εν λόγω ερέθισμα είναι προκλητικό τρόμου ή ανησυχίας;

Ένα αντικειμενικό κριτήριο πάντα υπάρχει, στη βάση του οποίου προσδίδουμε συγκεκριμένο (κοινωνικοπολιτισμικά καθορισμένο) περιεχόμενο στις έννοιες, και το οποίο χρειάζεται ως εργαλείο ελέγχου και σύγκρισης της υπό διερεύνηση συμπεριφοράς με τις κοινωνικοπολιτισμικά ανεπτυγμένες και ισχύουσες φόρμουλες. Βέβαια ακόμα κι αν δοθεί κάποια απάντηση δεν θα είναι πλήρως ικανοποιητική απάντηση αλλά ως ένα βαθμό θα είναι υποκειμενική απάντηση του εκάστοτε λογικού παρακολουθητή της, ο οποίος ουσιαστικά μπαίνει στο ρόλο του προσωρινού παραλήπτη του συγκεκριμένου ερεθίσματος. Έπειτα καμία πιστή νοητική αναπαράσταση ερεθίσματος από τους πιο ικανούς ερευνητές και δικαστές για σκοπούς λογικής παρακολούθησης της δεν μπορεί να είναι τόσο πλήρης όσο στο αυθεντικό ερέθισμα, κάτι θα έχει χάσει. Όμως η απάντηση είναι σημαντική και καθορίζει τη συνέχεια της ποινικής αντιμετώπισης του προσώπου που απειλεί. Ποιος είναι ο λογικός παρακολουθητής; Υπάρχει; Πού τον βρίσκουμε; Αρκεί αυτό το «τεστ» ή χρειάζεται και κάτι άλλο;

Στην Αμερικανική νομολογία χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ένα άλλο «τεστ», το «τεστ του λογικού παρακολουθητή από τη σκοπιά του δράστη», που περισσότερο χρησιμοποιείται για να μετριάσει τον κίνδυνο τελικής υποκειμενικότητας στη χρήση του «τεστ του λογικού παρακολουθητή / προσωρινού παραλήπτη». Με το «τεστ του λογικού παρακολουθητή από τη σκοπιά του δράστη» ο λογικός παρακολουθητής στέκεται στη σκοπιά του δράστη και θέτει το ερώτημα κατά πόσο ο δράστης, με τις γνωστές του πληροφορίες, θα μπορούσε να προβλέψει ότι το συγκεκριμένο περιεχόμενο της απειλής θα εκλαμβανόταν ως απειλή από τον συγκεκριμένο παραλήπτη. Ουσιαστικά αυτό το «τεστ» προσπαθεί να εντοπίσει τους εξωγενείς ελεγχόμενους παράγοντες, να τους διαχωρίσει από τους εξωγενείς μη ελεγχόμενους παράγοντες, και στη συνέχεια διερευνά τις δυνατότητες πρόβλεψης του συναισθήματος της απειλής, δηλαδή συνδέει τους ελεγχόμενους εξωγενείς παράγοντες με το εύλογο της δημιουργίας του συναισθήματος της απειλής.

eee4

eee5

Βέβαια και στα δύο «τεστ» μπορεί να εμφιλοχωρήσει βαθμός υποκειμενικότητας της κρίσης του λογικού παρακολουθητή και προκύπτουν απώλειες από τη μη πιστή νοητική αναπαράσταση του ερεθίσματος, σε κάθε περίπτωση όμως η συνδυασμένη και ισορροπημένη παρουσία του αποτρέπει την ανεμπόδιστη ηθική σύγκρουση των εκδοχών των δύο άκρων.

(ii)               Μέσο – Η απειλή ως έκφραση και συμπεριφορά: Ο δράστης προαναγγέλλει ένα κακό. Ο δράστης δεν προκαλεί τρόμο ή ανησυχία με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά με την προαγγελία του κακού. Η απειλή εισάγεται περισσότερο ως το μέσο με το οποίο εκτελεί ο δράστης τη συμπεριφορά πρόκλησης τρόμου ή ανησυχίας στον παραλήπτη. Ο δράστης προκαλεί απειλώντας. Ο δράστης θα μπορούσε να προκαλεί επιτιθέμενος ή χρησιμοποιώντας βία, αλλά ο δράστης της ποινικής απειλής προαναγγέλλει ένα κακό. Λεκτικά, με νοήματα ή με άλλο τρόπο, εξωτερικεύει ένα ερέθισμα που συνιστά προαγγελία κακού με τρόπο σαφή. Αυτή η παράμετρος εξετάζεται σε συνάρτηση με την αμέσως επόμενη παράμετρο.

(iii)             Συγκεκριμένο κακό: Το επαπειλούμενο κακό δεν αφορά σε οτιδήποτε αλλά σε βία ή σε παράνομη πράξη / παράλειψη. Δεν πρόκειται για οτιδήποτε υποκειμενικά κακό για τον συγκεκριμένο παραλήπτη, αλλά για αυτό το κακό μπαίνει σε ένα καλούπι και προσδιορίζεται κατ’αρχήν ως βία ή ως οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή παράνομη παράλειψη.

Η εισαγωγή της πρόκλησης βίας ως βασικής συμπεριφοράς του δράστη ωθεί στην ακόλουθη ερμηνεία: Δεν προκαλεί τρόμο ή ανησυχία οποιαδήποτε απειλή με συγκεκριμένο περιεχόμενο τη βία ή μια οποιαδήποτε παράνομη πράξη / παράλειψη. Η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας δεν είναι το δεδομένο αυτοδύναμο αποτέλεσμα μιας απειλής με περιεχόμενο τη βία ή παράνομη πράξη / παράλειψη, ούτε εξαρτάται αποκλειστικά από λόγους που αφορούν στο θύμα ή περιστασιακούς λόγους, δεν είναι κάτι τυχαίο ή συγκυριακό, αλλά δεν είναι αναγκαστικά και κάτι σκοπούμενο. Χρειάζεται, μεταξύ άλλων, κάτι περισσότερο από το δράστη, μια περαιτέρω συμπεριφορά του. Αυτή η περαιτέρω συμπεριφορά του δράστη δημιουργεί και τα όρια μεταξύ ποινικής απειλής και ποινικής επίθεσης, αφού η απειλή (ποινική ή μη ποινική) δεν παύει να είναι ένα είδος «κοινωνικής επίθεσης», που άλλοτε είναι κοινωνικά ανεκτή και άλλοτε όχι.

Δεν μας ενδιαφέρουν όμως:

  • Οι σκοποί του δράστη στο βαθμό που δεν εισάγονται ρητά στη διάταξη του νόμου, ο οποίος δεν λέει «όποιος με σκοπό την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας απειλεί με βία ή με άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη…».
  • Οι απώτεροι σκοποί του δράστη, που ενδεχομένως να υπάρχουν και να αφορούν στο πρόσωπο του ιδίου. Αυτός είναι ένας τρόπος σκέψης που τείνει στην εκλογίκευση της αδικηματικής συμπεριφοράς της απειλής (ο δράστης να απειλεί για ένα αναγνωρίσιμο, εντοπισμένο και εξηγήσιμο με συμβατικά κοινωνικές φόρμουλες σκοπό).
  • Η υποκίνηση ή ο εξαναγκασμός του θύματος σε ορισμένη συμπεριφορά («θα σε σκοτώνω εάν δεν… / εάν…»), ή η διεργασία στην οποία υποβάλλεται το θύμα σε σχέση με συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που καλείται να εκτελέσει (διαφορετικά θα…).

Η νόμιμη απειλή

Εάν εννοιολογικά η ποινικά επιλήψιμη απειλή είναι η απειλή που έχει ως περιεχόμενο τη βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη και προκαλεί τρόμο ή ανησυχία στον παραλήπτη της, η απειλή ως έκφραση και συμπεριφορά ή η «νόμιμη απειλή» είναι κάτι λιγότερο, κάτι που δεν έχει περιεχόμενο τη βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη ή/και δεν δημιουργεί στον παραλήπτη της τρόμο ή ανησυχία.

Η απειλή ως συμπεριφορά είναι ένας συγκεκριμένος τύπος έκφρασης (λεκτικός ή νοηματικός). Μπορεί να λειτουργεί ως ένα επικοινωνιακό τέχνασμα που στηρίζεται στη γνώση του δράστη ότι το προαναγγελθέν γεγονός εκλαμβάνεται ως κακό ή ανεπιθύμητο από τον παραλήπτη, αλλά ο δράστης χρησιμοποιεί ακριβώς αυτή την αδυναμία του παραλήπτη «εάν δεν έρθεις στο πάρτι δεν θα σου πω τι έγινε» (ο παραλήπτης θέλει να μάθει τι έγινε και το να μην μάθει το θεωρεί κακό, ενώ ο δράστης δεν έχει νομική υποχρέωση να πληροφορήσει τον παραλήπτη), «θα βάψω τον τοίχο πορτοκαλί» (ο παραλήπτης σιχαίνεται το πορτοκαλί, ενώ ο δράστης δικαιούται να βάψει αυτό τον τοίχο ό,τι χρώμα θέλει).  Μπορεί όμως ο δράστης να μη γνωρίζει τον παραλήπτη και το τι θεωρεί ο παραλήπτης «κακό» ώστε να μπορεί να χρησιμοποιήσει την απειλή ως επικοινωνιακό τέχνασμα ή να μην μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία εκλογικευμένης χρησιμοποίησης της απειλής και να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο τύπο έκφρασης σε κάτι αντικειμενικά κακό ή που σύμφωνα με τις δικές του πεποιθήσεις θα ήταν κακό. Υπάρχουν όμως και νόμιμες πράξεις οι οποίες αποτελούν «κακό» για τον παραλήπτη. Εν προκειμένω το «θα ειδοποιήσω την αστυνομία» όταν απευθύνεται σε ένα ληστή είναι τύπος απειλής, το να ειδοποιηθεί η αστυνομία είναι ένα επαπειλούμενο κακό για τον παραλήπτη, ο δράστης το γνωρίζει αυτό και χρησιμοποιεί την αδυναμία αυτή του παραλήπτη, αλλά στο βαθμό που ο δράστης ενδέχεται να έχει και νομική υποχρέωση να ειδοποιήσει την αστυνομία και που δεν είναι παράνομη πράξη η ειδοποίηση της αστυνομίας δεν πρόκειται για ποινικά επιλήψιμη απειλή, παρόλο που πρόκειται για συμπεριφορά απειλής ή για «νόμιμη απειλή». Όταν ένας αστυνομικός προαναγγέλλει σε ένα παραβάτη του ορίου οδικής ταχύτητας «θα σε γράψω» είναι μια νόμιμη απειλή.

Περαιτέρω υπάρχουν δυναμικές που μπορούν να μετατρέψουν μια νόμιμη απειλή σε παράνομη. Θεωρητικά όταν το επαπειλούμενο κακό εκλάβει το χαρακτήρα βίας ή παράνομης πράξης / παράλειψης και όταν η απειλή δημιουργήσει τρόμο ή ανησυχία στον παραλήπτη.

(Β) Υποκειμενική παράμετρος

Η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας δεν μπορεί όμως να εξεταστεί με μόνο πρωταγωνιστή τον δράστη και με μόνη την εξέταση της δικής του συμπεριφοράς. Χρειάζεται ένα προσβεβλημένο αγαθό, μια κατάληξη, ένα αποδέκτη. Ο νόμος αναφέρεται σε ένα τελειωμένο αποτέλεσμα, η ύπαρξη του οποίου εξάλλου ενεργοποιεί και το ποινικό ενδιαφέρον. Το εξωτερικευμένο ερέθισμα έχει εισπραχθεί από συγκεκριμένο παραλήπτη και ο τρόμος ή η ανησυχία έχει ήδη προκληθεί σε αυτόν.

Η απειλή με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και η συμπεριφορά του δράστη πρέπει πράγματι να δημιουργήσει στο θύμα τρόμο ή ανησυχία, όπου πλέον η απειλή λειτουργεί ως συναίσθημα. Η απειλή από τη σκοπιά του θύματος είναι ένα συναίσθημα, το οποίο μάλιστα υπερεκτιμάται χρονικά και ποιοτικά[17] ή αλλοιώνεται κάτω από σωρεία στερεοτυπικών παραγόντων[18]. Στην υποκειμενική παράμετρο δεν μας ενδιαφέρει εάν αντικειμενικά η απειλή ως συμπεριφορά έχει αυτές τις δυνατότητες να εκληφθεί ως απειλή, εάν το «θα σε σκοτώσω» όπως εκστομίστηκε μπορεί να προκαλέσει στο μέσο λογικό άνθρωπο τρόμο ή ανησυχία. Μας ενδιαφέρει ότι ο τρόμος ή η ανησυχία έχουν ήδη προκληθεί στο συγκεκριμένο θύμα. Περαιτέρω, γιατί; (Ερώτημα που επιστρέφει στην αντικειμενική παράμετρο). Η υποκειμενική παράμετρος είναι αυτή που κατ’αρχήν προσθέτει εννοιολογικά στην απειλή, λέγοντας μας ότι μια απειλή δε νοείται ως τέτοια εάν δεν εκληφθεί ως τέτοια, σαφώς το «θα σε σκοτώσω» που εισπράττεται από τον παραλήπτη του ως ένα είδος αστεϊσμού (ακόμα κι αν ο δράστης δεν αστειευόταν), που δεν δημιουργεί οποιοδήποτε αρνητικό συναισθηματικό επακόλουθο στον παραλήπτη του, δε μπορεί να νοείται ως απειλή. Η διαδικασία με την οποία η απειλή γίνεται αντιληπτή ως τέτοια και περαιτέρω η διεργασία με την οποία το απειλητικό ερέθισμα δημιουργεί στον παραλήπτη συγκεκριμένο συναίσθημα και περαιτέρω η διαδικασία με την οποία αυτό το συναίσθημα μετατρέπεται σε κοινωνική συμπεριφορά δεν είναι τόσο απλές, εμπεριέχουν συστήματα επιδράσεων και αλληλεπιδράσεων διαφόρων παραγόντων σε διάφορα επίπεδα που δεν έχουν ακόμα διερευνηθεί από την επιστήμη σε λεπτομέρεια και βάθος, προσφέρει σίγουρα πολλά η μέθοδος της νευροαπεικόνισης. Γενικά όμως οι παράγοντες που επηρεάζουν το είδος και την ένταση του προκληθέντος συναισθήματος και βιολογικού εν γένει αποτελέσματος δεν περιορίζονται στο εννοιολογικό περιεχόμενο του απειλητικού ερεθίσματος (αν αφορά σε φόνο, σε ξυλοδαρμό ή σε άλλο «κακό»), αλλά αφορούν και στην εγγύτητα, στην ταχύτητα και σε άλλα χαρακτηριστικά του, που δεν επιδέχονται εύκολα αναπαράσταση[19] ούτε και μπορούν να γίνουν πλήρως αντιληπτά με την εφαρμογή των υφιστάμενων νομολογιακών εργαλείων.

Φυσικά επειδή δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι, υπάρχουν οι περιπτώσεις που οι ιδιαίτερες περιστάσεις και προσωπικά χαρακτηριστικά του θύματος είναι τέτοια ώστε η συμπεριφορά του δράστη να δημιουργεί το αρνητικό συναισθηματικό επακόλουθο ευκολότερα ή εντονότερα ή με διαφορετικό τρόπο, όταν σε άλλα ή στα περισσότερα πρόσωπα ενδεχομένως, δεν θα δημιουργούσε το ίδιο ή οποιοδήποτε αρνητικό συναισθηματικό επακόλουθο. Ο Α λέει στον Β «θα σε τεμαχίσω» γελώντας, λίγη ώρα μετά που ο Β είχε παρακολουθήσει ένα δυνατό τηλεοπτικό θρίλερ, το οποίο τον είχε επηρεάσει ψυχολογικά, ο Β στο άκουσμα της απειλής αυτής τρομοκρατείται, διαπράττει ο Α το ποινικό αδίκημα της απειλής;  Σε μια παραλλαγή του εν λόγω παραδείγματος, ο Α γνωρίζει ότι ο φίλος του, Β, είχε παρακολουθήσει λίγη ώρα πριν το τηλεοπτικό θρίλερ και του εκστομίζει το «θα σε τεμαχίσω» έχοντας σκοπό να τον τρομάξει, και αφού τον τρομάξει, να του αναφέρει ότι του έκανε πλάκα, ο Β όντως τρομάζει υπερβολικά, διαπράττει ο Α το ποινικό αδίκημα της απειλής; Επηρεάζουν το αποτέλεσμα οι πρόσκαιρες ή μόνιμες ευαισθησίες και ιδιαιτερότητες του εκάστοτε θύματος, οι οποίες συμβάλλουν ένα ερέθισμα να εισπράττεται και να υιοθετείται στις μέγιστες του ή σε αλλοιωμένες διαστάσεις; Έπειτα είναι χαρακτηριστικό ότι ένας άνθρωπος που έχει ήδη δημιουργήσει ένα μόνιμο υπόστρωμα φόβου και ανησυχίας και το έχει μόνιμα συνδεδεμένο με ορισμένες έννοιες, αντικείμενα ή συμπεριφορές, εάν αισθανθεί ή υποψιαστεί την παρουσία ενός απειλητικού ερεθίσματος, θα εντοπίσει και θα απομονώσει με μεγάλη ταχύτητα το απειλητικό ερέθισμα σε ένα χώρο, ακόμα κι αν αυτό δεν προβάλλεται εναντίον του ή με σκοπό να τον βλάψει, και θα του δώσει υπερβολικές διαστάσεις. Κάποιος που φοβάται τα φίδια μπορεί να εντοπίσει ευκολότερα και γρηγορότερα ένα φίδι παρά ένα μανιτάρι[20], ακόμα κι αν το φίδι δεν του επιτίθεται. Οι απειλητικές εκφράσεις στα πρόσωπα των ανθρώπων διακρίνονται ευκολότερα από ότι οι εκφράσεις ευτυχίας, και ακόμα κι αν δεν στρέφονται εναντίον μας, μας κεντρίζουν την προσοχή και ενδεχόμενα την ανησυχία, ειδικά εάν η εικόνα μας παραπέμπει σε οικεία ήδη καταχωρημένα δεδομένα μνήμης ή συναισθηματικής μνήμης. Ένα άλλο παράδειγμα, ο Α εξοργισμένος λέει στον Β, πρόεδρο ενός κόμματος, «θα σου κάψω το αυτοκίνητο», ο Β είναι συνηθισμένος σε τέτοιου είδους απειλές και δεν επηρεάζεται ψυχολογικά, αυτό σημαίνει ότι ο Α γλιτώνει από την ευθύνη ποινικής απειλής, και μπορεί να λέει ό,τι θέλει στον σκληροτράχηλο Β;

Στην απάντηση αυτών των ζητημάτων ενδεχομένως να διαφανεί και η χρησιμότητα του διαχωρισμού της αντικειμενικής από την υποκειμενική παράμετρο. Αρκεί ο δράστης να έχει περιάγει το συγκεκριμένο θύμα στον τρόμο ή την ανησυχία, το θύμα να μην περιήλθε σε αυτές τις καταστάσεις για άλλους λόγους, που ξεφεύγουν από τη συμπεριφορά του δράστη.

                                      eee6

eee7

Υπάρχουν όμως κάποιοι εξωγενείς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του παραλήπτη. Είναι σαφώς επιθυμητό να προστατεύονται οι ψυχικά ευάλωτοι άνθρωποι, αλλά πέρα από αυτό η ποινική αντιμετώπιση των συμπεριφορών μια εξίσου σοβαρή κατάσταση. Οι ελεγχόμενοι εξωγενείς παράγοντες εμπίπτουν στη συμπεριφορά του δράστη. Οι μη ελεγχόμενοι εξωγενείς παράγοντες δεν εμπίπτουν στη συμπεριφορά του δράστη. Μπορεί ο δράστης να βρεθεί ποινικά ένοχος όταν οι μη ελεγχόμενοι εξωγενείς παράγοντες έχουν μετατρέψει μια αντικειμενικά νόμιμη απειλή (εξεταζόμενη από την αντικειμενική σκοπιά) σε ποινική απειλή (από την υποκειμενική πλευρά του θύματος); Το ζήτημα δεν έχει να κάνει με την πρόθεση του δράστη, ο νόμος δεν αναφέρεται ρητά στην πρόθεση του δράστη να περιάγει το θύμα σε κατάσταση τρόμου ή ανησυχίας, οπότε, δε θα μπορούσε να ενδιαφέρει η πρόθεση του δράστη για σκοπούς σύστασης του αδικήματος[21]. Το ζήτημα έχει να κάνει με τα αντικειμενικά όρια της συμπεριφοράς του και με το ποινικά επιλήψιμο της συμπεριφοράς του που δεν μπορεί να καθορίζεται μόνο από το αποτέλεσμα.

 Το ζήτημα που προκύπτει ανήκει σε ένα διαφορετικό στάδιο προβληματισμού. Για σκοπούς σύνδεσης της συμπεριφοράς του δράστη (όπως οριοθετείται) με το υφιστάμενο αποτέλεσμα, για σκοπούς αιτιώδους συνάφειας. Εάν η πηγή του τρόμου ή της ανησυχίας τοποθετείται πέρα από τα αντικειμενικά όρια της συμπεριφοράς του δράστη και μέσα στο «στρατόπεδο» του παραλήπτη, δεν μπορεί να καταλογισθεί στο δράστη. Εάν μέρος αυτής της πηγής τοποθετείται μέσα στα αντικειμενικά όρια της συμπεριφοράς του δράστη αυτός δεν μπορεί να αποσείσει εντελώς την ποινική ευθύνη, καλυπτόμενος πίσω από όλους τους άλλους παράγοντες. Και βέβαια δεν υπάρχει επιστημονικά ακριβής τρόπος διαχωρισμού της πηγής προέλευσης του τρόμου ή της ανησυχίας ανάμεσα σε πολλαπλά, παράλληλα ενεργοποιημένα ερεθίσματα, αντικειμενικά ικανά το καθένα να προκαλέσουν τρόμο ή ανησυχία. Δεν υπάρχει όμως και οποιοδήποτε τεκμήριο υπέρ της αυτόματης αιτιώδους συνδεσιμότητας απειλής και τρόμου / ανησυχίας. Ειδικά όσο αφορά τη συμπεριφορά της απειλής χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή, ώστε τα καλώς νοούμενα δικαιώματα του προσώπου που απειλεί και που κατ’αρχήν μπορεί να λέει και να κάνει ό,τι θέλει, σαν ελεύθερος άνθρωπος, χωρίς να βλάπτει οποιονδήποτε, να μην υπερπεριορίζονται και να μην παραβλάπτονται υπέρ μιας λανθάνουσας κοινωνικής ή προσωπικής υπερευαισθησίας[22].

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο στο πλαίσιο της υποκειμενικής παραμέτρου, που θα πρέπει να απαντήσει και στο ερώτημα εάν ο Α μπορεί να λέει ό,τι θέλει στον σκληροτράχηλο Β, πρόεδρο κόμματος, εφόσον ο Β δεν επηρεάζεται ψυχολογικά. Το βέβαιο είναι πως δεν διαπράττεται το ποινικό αδίκημα της απειλής, εφόσον δεν προκαλείται στον παραλήπτη της τρόμος ή ανησυχία, στο βαθμό που η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραλήπτη της απειλής αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, και στο βαθμό που ο τρόμος και η ανησυχία θα πρέπει να προκληθούν στον παραλήπτη της απειλής και όχι σε οποιοδήποτε άλλο παριστάμενο πρόσωπο, αδιάφορα εάν ενδεχομένως να διαπράττεται κάποιο άλλο αδίκημα. Τα όρια διάκρισης μεταξύ της απειλής, την αγένειας, της υπερβολικής έκφρασης πολιτικής αντίθεσης, είναι σαν ένα λάστιχο, που κάποτε ελίσσεται μέχρι το σημείο x και άλλοτε μέχρι το σημείο ψ, ανάλογα με το ποιος το ελίσσει και με ποιο τρόπο. Στην αμερικανική Watts v. United States, 394 U.S. 705 (1969) ο δεκαοκτάχρονος Watts μπροστά στο πλήθος που συγκεντρώθηκε εις ένδειξη διαμαρτυρίας για την αστυνομική βία, και πάνω στον έπαρση της διαδήλωσης, εκστόμισε μια απειλή κατά της ζωής του προέδρου των ΗΠΑ, στην οποία το πλήθος γέλασε. Κατηγορήθηκε και βρέθηκε ένοχος για τη διάπραξη του αδικήματος της απειλής. Το Supreme Court ανατρέποντας την καταδίκη του νεαρού έκρινε ότι δεν επρόκειτο για απειλή αλλά για πολιτική υπερβολή. Επικαλέστηκε περαιτέρω την New York Times Co v. Sallivan, 376 U.S. 254 (1964) και τη γνώμη ότι οι συζητήσεις για δημόσια θέματα πρέπει να είναι ασυγκράτητες και ανοιχτές και να περιλαμβάνουν από καυστικά σχόλια μέχρι και οξείες φραστικές επιθέσεις κατά της κυβέρνησης και των δημόσιων προσώπων. Μερικές φορές οι απειλές στο χώρο της πολιτικής είναι έντονοι ρητορικοί μηχανισμοί πειθούς και επίδειξης πολιτευτικής ή αντιπολιτευτικής ισχύος παρά πραγματικές απειλές στις οποίες ο δράστης σκοπεύει να πραγματοποιήσει το επαπειλούμενο κακό. Η συμπεριφορά του Watts δεν ήταν πραγματική απειλή αλλά ένας αυθόρμητος τρόπος εκδήλωσης της πολιτικής του αντίθεσης, το δικαστήριο έλαβε όμως υπόψη πέρα από το σύνολο του περιεχομένου του λόγου του Watts, και το σκοπό του νεαρού σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η απειλής του ήταν εξαρτώμενη – υποθετική («εάν μου έδιναν ένα τουφέκι το πρώτο άτομο που θα έπαιρνα στο κατόπιν θα ήταν ο …») και ο νεαρός δεν παρουσίασε ότι είχε κάποια δυνατότητα να πραγματοποιήσει το περιεχόμενο μιας τέτοιας απειλής, καθώς και τις αντιδράσεις του πλήθους.

Τα συστατικά στοιχεία του νέου αδικήματος, όπως προκύπτουν από το γράμμα της διάταξης, είναι, κατά τη γνώμη μου, τα ακόλουθα:

  • Απειλή[23]
  • Περιεχόμενο απειλής η βία[24] ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη[25]
  • Η απειλή να απευθύνεται από τον δράστη προς το θύμα
  • Πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας από το δράστη προς το θύμα[26]
  • Ο τρόμος ή η ανησυχία του θύματος να είναι (το) αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του δράστη απέναντι στο θύμα, δηλαδή της απειλής με το συγκεκριμένο περιεχόμενο[27].

Το νέο άρθρο, ενώ, όπως λέχθηκε, μπορεί να καλύψει περισσότερες περιπτώσεις, θέτει ένα νέο ερμηνευτικό σκόπελο με υψηλό βαθμό αποδεικτικής δυσκολίας. Τι σημαίνει τρόμος; Τι σημαίνει ανησυχία; Με ποιά έννοια χρησιμοποιούνται αυτοί οι όροι, με την ψυχολογικά επιστημονική τους έννοια ή με την καθημερινή τους έννοια; Η διάσταση μεταξύ των δύο αυτών συναισθημάτων μοιάζει να είναι ακραία, φαίνεται ο τρόμος να είναι κάτι υπερβολικό, υπέρμετρο και αιφνίδιο, ξαφνικό, και η ανησυχία κάτι ηπιότερο και απλούστερο, όπως η απώλεια ησυχίας (τι σημαίνει ησυχία;). Όμως αφενός ένα απειλητικό ερέθισμα θα μπορούσε να προκαλέσει και άλλα συναισθήματα, θυμό[28], θλίψη, ανασφάλεια, ενοχή, περιέργεια, αποστροφή[29] ή άλλη διαφορετική ψυχοβιολογική αντίδραση. Ποια αποτελούν και ή εμπεριέχουν την ανησυχία και γιατί η πρόκληση των υπολοίπων δεν θα έπρεπε να χαίρει ποινικής προστασίας; Αφετέρου αν κάτι που μας προκαλεί απλά ανησυχία θα έπρεπε να είναι ποινικά επιλήψιμο τότε πολλές καθημερινές συμπεριφορές ακόμα θα έπρεπε να είναι ποινικά αδικήματα. Περαιτέρω πώς αποδεικνύεται ο τρόμος ή η ανησυχία; Χρειάζεται να εξωτερικευθούν με κάποιο τρόπο και με τι τρόπο; Με τι τρόπο; Μερικά ερεθίσματα ενεργοποιούν αντίθετους ψυχοπνευματικούς και βιολογικούς μηχανισμούς, κατά συνέπεια διαφορετικές συμπεριφορικές αντιδράσεις, ενώ η σχέση τους με την ανησυχία είναι αμφίβολη.

Σίγουρα ο σκοπός δεν είναι να απαντηθούν όλα τα ζητήματα στην παρούσα, όσο να τεθούν ελάχιστα από αυτά για ένα πρώτο προβληματισμό. Είναι όμως σαφές ότι το νεοεισηγμένο αδίκημα της απειλής δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται, κυρίως εφόσον δεν υποστηρίζεται ξεκάθαρα από την υφιστάμενη νομολογία του κοινοδικαίου. Χρειάζεται διεθνώς εντεταμένη έρευνα ώστε να δημιουργηθούν στη νομολογία μας τα κατάλληλα ομοιόμορφα μεθοδολογικά εργαλεία προσέγγισης και ελέγχου μιας απειλής, εάν εντάσσεται στο πλαίσιο της ποινικής απειλής ή όχι.

ΜΕΡΟΣ Β: ΕΚΒΙΑΣΗ

Το νέο αδίκημα της κακουργηματικής εκβίασης έχει εισαχθεί ως ακολούθως:

Εκβίαση. 290Α  (1) Πρόσωπο το οποίο με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον, με βία ή με απειλή, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημιά στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου προσώπου, είναι ένοχο κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δεκατέσσερα (14) έτη.

(2) Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα κατά παράβαση του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη.

Τα συστατικά στοιχεία της παραγράφου (1) του οικονομικής φύσης αδικήματος αυτού, όπως προκύπτουν από το γράμμα του νόμου, είναι, κατά τη γνώμη μου, τα ακόλουθα:

  • Άσκηση βίας[30] ή απειλή[31]από τον δράστη προς το θύμα.
  • Εξαναγκασμός[32] του θύματος από το δράστη σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή[33]ως αποτέλεσμα της ασκηθείσας βίας ή απειλής.
  • Εκτέλεση εκτέλεσης πράξης, παράλειψης ή ανοχής[34] από μέρους του θύματος.
  • Αιτιώδης σύνδεση του εξαναγκασμού από μέρους του δράστη και της τέλεσης της πράξης ή παράλειψης ή ανοχής από μέρους του θύματος[35].
  • Επέλευση ζημιάς[36] στην περιουσία του θύματος ή τρίτου.
  • Αιτιώδης σύνδεση της ζημιάς με την εξαναγκασμένη πράξη ή παράλειψη ή ανοχή
  • Σκοπός του δράστη η αποκόμιση παράνομου[37] περιουσιακού οφέλους για τον ίδιο το δράστη ή τρίτο

eee8

Η άσκηση βίας ή η απειλή από μέρους του δράστη σκοπεί άμεσα στον εξαναγκασμό του θύματος σε μια συμπεριφορά, δεν είναι το μέσο μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων από το θύμα στο δράστη, όπως συμβαίνει στη ληστεία. Το θύμα θα πρέπει να έχει εκτελέσει την πράξη, παράλειψη ή ανοχή και ο εξαναγκασμός του θύματος σε αυτή την εκτέλεση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της βίαιης ή απειλητικής συμπεριφοράς του δράστη. Από την εξαναγκασμένη συμπεριφορά του θύματος πρέπει να προκαλείται κάποια περιουσιακή ζημιά στο θύμα ή σε τρίτο πρόσωπο, η οποία είναι το αποτέλεσμα της εξαναγκασμένης συμπεριφοράς του θύματος. Η εκβίαση είναι ένα αδίκημα κυρίως κατά της περιουσίας (και σε δεύτερη μοίρα κατά της προσωπικής ελευθερίας), οπότε αυτό συνιστά ένα ουσιώδη περιορισμό εφαρμογής της διάταξης, να υπάρχει περιουσιακή ζημιά του θύματος που να προκαλείται από τη δική του εξαναγκασμένη συμπεριφορά. Η «περιουσιακή ζημιά» δεν περιλαμβάνει μόνο τη διάθεση χρημάτων. Ήδη ο νόμος δίδει στην ερμηνευτική του διάταξη μια ερμηνεία για την «περιουσία», ως κάθε τι έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κυριότητας, οπότε και η ζημιά που αφορά στην περιουσία θα πρέπει να ερμηνεύεται ανάλογα.

Η προσφορότητα της εξαναγκαζόμενης πράξης, παράλειψης ή ανοχής να οδηγήσει τελικά στην επιτυχία του σκοπούμενου περιουσιακού οφέλους του δράστη δεν ενδιαφέρει ούτε μένει νομικά ακάλυπτη η περίπτωση στην οποία πληρούνται όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αλλά για κάποιο λόγο, μη δυνάμενο να προβλεφθεί, ο δράστης (ή ο τρίτος) δεν μπορεί τελικά να αποκομίσει το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος, ενώ η περιουσία του θύματος (ή του τρίτου προσώπου) υφίσταται ζημιά. Αρκεί να υπάρχει ο σκοπός απόκτησης περιουσιακού οφέλους που φαίνεται να διαποτίζει όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του αδικήματος. Έπειτα, στο αδίκημα της εκβίασης είναι πιο σαφές ότι όταν το μέσο που χρησιμοποιείται είναι η απειλή ενός κακού, δεν ενδιαφέρει εάν αυτό το κακό είναι πραγματοποιήσιμο και δεν χρειάζεται ο δράστης να έχει πραγματικό σκοπό να προβεί στο εν λόγω κακό.

Το συναρπαστικό αδίκημα της εκβίασης

Η εκβίαση είναι το αγαπημένο θέμα πολλών θεωρητικών νομικών που άρχισαν να συμμετέχουν στο μεγάλο αίνιγμα της δικαιολόγησης της ποινικοποίησης της εκβίασης που σχετίζεται με τη δημοσίευση προσωπικών βλαπτικών πληροφοριών. Στη διεθνή, κυρίως αμερικανική θεωρία, σε μια συζήτηση απλουστευμένων σεναρίων, όπως το ακόλουθο, τέθηκε ένας προβληματισμός που μοιάζει περισσότερο με γρίφο που ξεπηδά μέσα από κουρασμένη φιλοσόφηση: Ο Α ζητά από τον Β €100.000= προκειμένου να μην αποστείλει στη σύζυγο του Β τις φωτογραφίες που απεικονίζουν τον Β σε μια ομοφυλοφιλική συνεύρεση και τις οποίες αποκόμισε με νόμιμο τρόπο. Ο Β ενδίδει στον εκβιασμό του Α και του δίνει €100.000=. Ο Α δεν είχε νόμιμη αξίωση ή δικαίωμα στο ποσό αυτό αλλά εξανάγκασε τον Β στη διάθεση αυτού του ποσού απειλώντας τον (ότι θα προβεί στην εν λόγω κοινοποίηση τους), ο Β υπέστη αυτή την περιουσιακή απώλεια των €100.000= εξαναγκαζόμενος και προκειμένου να αποφευχθεί το επαπειλούμενο από τον Α κακό, να μάθει η σύζυγός του την ομοφυλοφιλική του σχέση. Ο Α αποκόμισε το αντίστοιχο περιουσιακό όφελος. Στη βάση του σεναρίου αυτού οι υφιστάμενες θεωρίες[38] θέτουν ένα κάπως προκλητικό ερώτημα από μια διαφορετική σκοπιά: Ο Α θα μπορούσε να αποστείλει το υλικό στη σύζυγο του Β, ούτως ή άλλως, η αποστολή φωτογραφιών δεν είναι παράνομη πράξη. Επίσης είναι παράδοξο να δεχόμασταν ότι ο Β μπορεί από μόνος του να προσφέρει στον Α ένα ποσό για να αποσιωπήσει την αποκάλυψη των φωτογραφιών αυτών και η εν λόγω συναλλαγή να χαίρει νομιμότητας. Ο Α προσφέρει στον Β μια ευκαιρία να αποφύγει την κοινοποίηση αυτή, αφού αυτό επιθυμεί, ζητώντας να του καταβάλει ένα ποσό, κάνει μια πρόταση στο πλαίσιο μιας ελεύθερης διαπραγμάτευσης με προκύπτοντα κοινά συμφέροντα. Peccunia non olet – το χρήμα είναι χρήμα και δε βρωμάει, ανεξάρτητα από το βαθμό ηθικότητας της πηγής προέλευσης του. Εξάλλου εάν δεχόμασταν ότι πρέπει να τιμωρείται ποινικά η αποκάλυψη αποτροπιαστικών μυστικών τρίτων θα έπρεπε να ποινικοποιήσουμε και το κουτσομπολιό. Εξάλλου εάν δεχόμασταν ότι κάθε φορά που μας αφαιρείτο η δυνατότητα η επιλογής συνέβαινε κάτι παράνομο τότε θα έπρεπε να βαφτίζαμε πολλά πράγματα εκβιασμούς, σε μια κοινωνία όπου δεν επιλέγουμε πάντα τις οφειλές μας, ούτε μπορούμε να είμαστε πλήρως ελεύθεροι με την ιδανική έννοια. Ο Β εάν αισθανόταν ηθικά ήσυχος και ικανοποιημένος με τη δική του συμπεριφορά δεν θα ενοχλείτο στη διαπραγμάτευση ή πρόκληση του Α, η συμπεριφορά του Α είναι περισσότερο ηθική από τη συμπεριφορά του Β, ο Β δεν είναι θύμα[39], γιατί θα πρέπει ο Α να διαπράττει ποινικό αδίκημα, μήπως το θέμα είναι απλά θέμα ηθικής; Έπειτα με ποια λογική θα πρέπει δύο πράξεις που από μόνες τους δεν αποτελούν αδικήματα (αποστολή φωτογραφιών, απαίτηση χρημάτων), δύο λευκά, όταν συνδυάζονται ή προστίθενται να δημιουργούν ένα κακούργημα, ένα μαύρο;

Το ερώτημα αυτό δέχθηκε πολλές διαφορετικές ενδιαφέρουσες απαντήσεις από διάφορους σημαντικούς θεωρητικούς[40], δίδοντας συνέχεια σε ένα διάλογο που μοιάζει ατέρμονος. Μεταξύ άλλων, μια απάντηση είναι ότι αυτό που πραγματικά ωθεί στην ποινικοποίηση της συμπεριφοράς και μάλιστα σε μια σοβαρή μορφή, είναι η χειριστική χρησιμοποίηση της ψυχολογίας του θύματος από μέρους του δράστη, η παγίδευση της ελεύθερης βούλησης του αναφορικά με τη διάθεση των περιουσιακών του στοιχείων, που ξεφεύγει από το ελεύθερο συμβατικό πλαίσιο. Το θύμα δεν έχει επιλογές παρά να συνεργαστεί αναγκαστικά με το συγκεκριμένο άτομο (που δεν επέλεξε ως αντισυμβαλλόμενό του) και να αποφασίσει εάν θα ζημιωθεί (οπωσδήποτε) με τον Χ ή με τον Ψ τρόπο. Σαφώς δεν ενδιαφέρει το ποιόν του Β. Όμως κι αυτή η απάντηση αν και από τις πειστικότερες δεν είναι ικανή να τερματίσει το διάλογο αυτό. Λέχθηκε χαρακτηριστικά[41] ότι το σημερινό αδίκημα της εκβίασης είναι το αποτέλεσμα ενός «ιστορικού ατυχήματος» προκύπτοντος από την ιστορική κατηγοριοποίηση της εκβίασης ως αδικήματος κατά της περιουσίας παρά ενός αδικήματος κατά της τιμής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, κι ενώ όλα τα υπόλοιπα σχετικά αδικήματα κατά της κοινωνικής τιμής, φήμης και αξιοπρέπειας έτειναν να αποποινικοποιούνται, όπως ο ποινικός λίβελλος, το αδίκημα της εκβίασης, λανθασμένα κατηγοριοποιημένο παρέμεινε ποινικοποιημένο σαν ένα υποκατάστατο του ποινικού λίβελου. Και πάλι όμως η αναφορά περιοριζόταν στην εκβίαση που σχετίζεται με τη συχνή μορφή της απειλής δημοσιοποίησης ή διάδοσης προσωπικών βλαπτικών πληροφοριών.

Το «πάζλ» άσπρο + άσπρο = μαύρο στον κυπριακό νόμο

Το άρθρο 290Α όμως αφήνει όντως αυτό το περιθώριο να προβληματίσει και στην Κύπρο το πιο πάνω «πάζλ» νόμιμη πράξη + νόμιμη πράξη = κακουργηματική πράξη; Θα πρέπει να ανατρέξουμε στον ορισμό της απειλής και να διερευνήσουμε την έννοια με την οποία η «απειλή» χρησιμοποιείται στο άρθρο 290Α. Υπάρχει οποιαδήποτε σχέση της «απειλής» του άρθρου 290Α με την απειλή του άρθρου 91Α; Εάν αποδεχθούμε ότι η «απειλή» του άρθρου 91Α (πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας με απειλή βίας ή παράνομης πράξης ή παράλειψης)  μπορεί να καταλήξει  σε εκβίαση όταν υπάρχει ο σκοπός του δράστη για αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους και η περιουσιακή ζημιά του θύματος που προκύπτει από την εξαναγκασμένη συμπεριφορά του, τα πράγματα είναι απλούστερα. Εάν αποδεχθούμε ότι η «απειλή» του άρθρου 290Α είναι απλά η προαγγελία ενός κακού, νόμιμου ή παράνομου, ώστε να τίθεται ο πιο πάνω προβληματισμός.

Είναι η θέση μου ότι η «απειλή» του άρθρου 290Α δεν έχει σχέση με το αυτόνομο αδίκημα της «απειλής» του άρθρου 91Α (για τη σύσταση του οποίου εξάλλου πρέπει να συντρέχουν και τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία, η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας, το συγκεκριμένο περιεχόμενο βίας ή παράνομης πράξης ή παράλειψης), αλλά θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε περιεχόμενο, ακόμα και μια πράξη νόμιμη, αλλά βλαπτική για τον Β, ή, αδιάφορα πώς, ικανή εν πάση περιπτώσει να τον εξαναγκάσει σε ζημιογόνα συμπεριφορά. Το άρθρο 290Α κάνει λόγο για εξαναγκασμό με βία ή με απειλή, δεν κάνει λόγο για εξαναγκασμό με βία ή με απειλή βίας ή παράνομης πράξης ή παράλειψης, οπότε η οποιαδήποτε ερμηνευτική προσθήκη θα ήταν ενδεχομένως αυθαίρετη. Οπότε ναι, κατ’αρχήν ισχύει αυτό το «πάζλ» άσπρο + άσπρο = μαύρο, είναι όμως έτσι ακριβώς;

Στον κυπριακό νόμο η εκβίαση δε νοείται μόνο με «συνδυασμό νόμιμων πράξεων» (που κατά κύριο λόγο δεν είναι θέμα συνδυασμού, παρά μέσου), ούτε γίνονται νομοθετικά οι διαχωρισμοί που ενδεχόμενα υπάρχουν σε άλλες δικαιοδοσίες (μεταξύ blackmail και extortion), το νεοεισηγμένο άρθρο τα εμπεριέχει όλα με τρόπο γενικό (και την περίπτωση που ο Α να λέει στον Β πως εάν δεν του μεταβιβάσει το σπίτι του θα σκοτώσει το γιό του, ο φόνος προφανώς δεν είναι νόμιμη πράξη, και την περίπτωση που το μέσο δεν είναι η απειλή αλλά η χρήση βίας), και εναπόκειται στη θεωρία να προβάλει τυχόν διαχωρισμούς. Έπειτα δεν πρέπει να ξεχνάμε το σκοπό του δράστη που είναι η αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους, σκοπός, συστατικό στοιχείο του αδικήματος, που, με την ορθή βαρύτητα, δεν αφήνει περιθώριο συζήτησης του θέματος σε ηθική βάση, ούτε εξυγίανσης της συμπεριφοράς του Α με οποιοδήποτε τρόπο.

Εξάλλου με μια φιλοσοφική προσπάθεια όλες οι εγκληματικές πράξεις θα μπορούσαν, υπό ορισμένες περιστάσεις, να εκλογικευθούν και να τεθούν παρόμοια απλά-σύνθετα ερωτήματα, γιατί να είναι αδίκημα οι φτωχοί να κλέβουν τους πλούσιους κλπ. Οι θέσεις και απόψεις βέβαια επεκτείνονται τόσο ώστε ο καθένας να έχει τη δική του θεωρία αναφορικά με το ζήτημα της δικαιολόγησης της ποινικοποίησης του εκβιασμού[42] όμως οι περισσότερες προσπάθειες για αποποινικοποίηση του εκβιασμού στη βάση του ότι αποτελεί μια οικονομικοκοινωνικά φυσιολογική μορφή συναλλαγής, όπως άλλες, σε ένα κόσμο που δε είναι φτιαγμένος για αγγέλους, φαίνονται να έχουν αποτύχει δημιουργώντας απλά ένα λογοτεχνικό όγκο που δεν μπορεί να προσφέρει οτιδήποτε στην προσπάθεια απονομής του δικαίου.

Το αδίκημα της εκβίασης θα μπορούσε να δημιουργήσει σύγχυση σε αντιπαραβολή με τα υπόλοιπα αδικήματα του ιδίου κεφαλαίου, οι διαφορές με τα οποία μπορεί να διαφαίνονται σε ορισμένα σημεία αρκετά οριακές και, στην πράξη, λεπτές. Το βέβαιο είναι πως το άρθρο αυτό είναι όσο πολύπλοκο χρειάζεται ώστε να απασχολήσει έντονα την κυπριακή νομολογία.

——————————————————————————-

Παραπομπές

[1] Η φράση στο γράμμα του νόμου «εναντίον του οποίου γίνονται απειλές» δημιουργεί σύγχυση για τον αποδέκτη των απειλών και άρα το θύμα του άρθρου 91(γ) που δεν είναι κατ’ανάγκη το πρόσωπο στο οποίο αφορά το περιεχόμενο της απειλής και η επαπειλούμενη βιαιοπραγία (εν δυνάμει θύμα βιαιοπραγίας). Το πρόσωπο που είναι εν δυνάμει θύμα βιαιοπραγίας, σύμφωνα με την απειλή του δράστη, θα μπορούσε να είναι ένα τρίτο πρόσωπο (οπότε λέμε ότι η απειλή είναι τριγωνική), φορέας ενός διαφορετικού εννόμου αγαθού που όμως δεν χρειάζεται όντως να προσβληθεί για να συσταθεί το αδίκημα του άρθρου 91(γ). Η τριγωνική απειλή όμως δεν είναι καθαρά εναντίον του τρίτου αυτού προσώπου, με την έννοια ότι το τρίτο αυτό πρόσωπο δεν δέχεται την επίδραση της απειλής με οποιοδήποτε τρόπο. Η απειλή, ως μια αυτόνομη εγκληματική συμπεριφορά, είναι πρώτιστα εναντίον του προσώπου που την αποδέχεται και διαμορφώνει το ανάλογο συναισθηματικό status ώστε να υποκινηθεί ως προς το σκοπό του δράστη, ο οποίος μπορεί να τον προωθήσει χρησιμοποιώντας το συναισθηματικό δέσιμο ή τη σχέση του θύματος με αυτό το τρίτο πρόσωπο. Το θύμα, αντίστοιχα, μπορεί να διαμορφώσει το εν λόγω συναισθηματικό status είτε αναφορικά με το δικό του πρόσωπο, υπόληψη ή περιουσία, είτε αναφορικά με το πρόσωπο ή την υπόληψη του τρίτου προσώπου. Το ενδιαφέρον του για το τρίτο πρόσωπο λειτουργεί επίσης ως μηχανισμός υποκίνησης, που εξετάζεται σε πραγματικό χρόνο. Παρατηρείται επίσης ότι δεν ενδιαφέρει το νομοθέτη η απειλή με περιεχόμενο τη βιαιοπραγία κατά της περιουσίας τρίτου προσώπου.

[2] Ωστόσο η συμπεριφορά αυτή, δηλαδή η εκπυρσοκρότηση γεμάτου πυροβόλου όπλου και η διασάλευση της ειρήνης, δεν σημαίνει πάντα απειλή, στη διάταξη αυτή το κρίσιμο στοιχείο που καθιστά τη συμπεριφορά απειλή είναι ο σκοπός του δράστη, δηλαδή η πρόκληση τρόμου, και αφήνεται να εννοηθεί ότι αυτός ο τρόμος δεν δύναται να προκληθεί εάν το πρόσωπο βρίσκεται εκτός κατοικίας, σε ανοιχτό δημόσιο χώρο.

[3] R v Clear [1968] 1 QB 670, 52 Cr App Rep 58, CA; Thorne v Motor Trade Association [1937] AC 797 σελ. 817; R v Lawrence, R v Pomroy (1971) 57 Cr App Rep 64, CA; Treacy v DPP [1971] AC 537; R v Garwood [1987] 1 All ER 1032; κ.α.

[4] H γραπτή απειλή θανάτωσης αντιμετωπίζεται ποινικά από το άρθρο 216 ΠΚ

[5] Ποινική Υπόθεση 12962/2005 Ε.Δ.Λάρνακας.

[6] Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με τη νεοεισηγμένη ποινική διάταξη της εκβίασης που είναι όμοια με την πλημμεληματική μορφή εκβίασης που ισχύει στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, αλλά παράλληλα εκφράζει και την έννοια που δόθηκε στο αγγλικό δίκαιο για το «blackmail» ή για το «extortion».

[7] Εάν υπάρχει παρόν, άμεσος, ενεργοποιημένος κίνδυνος άσκησης βίας. Γιατί οριοθετώντας την απειλή άσκησης βίας από την επίθεση θα πρέπει να δεχθούμε ότι οι λέξεις και οι χειρονομίες μπορούν μεν να δημιουργήσουν ένα αρνητικό συναισθηματικό επακόλουθο αλλά δεν συνιστούν επίθεση, ούτε μπορούν να δημιουργήσουν μια κατάσταση άμεσου κινδύνου το θύμα να υποστεί σωματική βλάβη.

[8] Beller, S., (2002). Conditional promises and threats—cognition and emotion. In: Gray,W.D., Schunn, C.D. (Eds.), Proceedings of the Twenty- Fourth Annual Conference of the Cognitive Science Society, Lawrence Erlbaum, Mahwah, NJ, pp. 113–118.

[9] Leech, G.N. (1983). Principles of Pragmatics. Longman, London.

[10] Βλ. υπό σημ.5

[11] Culpeper, J. (1996). Towards an anatomy of impoliteness. Journal of Pragmatics 25, 349–367; Harris, S. (1984). The form and function of threats in court. Language & Communication 4, 247–271; Song, K. (1995). Pragmatics and speech acts of threatening and warning in English conversational discourse: a stepping-stone to TESOL. English Language and Literature 41, 1209–1227.

[12] Limberg, H. (2009). Impoliteness and threat responses. Journal of Pragmatics,  41, 1376–1394.

[13] Gales, T. (2010). Ideologies of Violence: A Corpus and Discourse Analytic Approach to Stance in Threatening Communications. (μη δημοσιευμένο), University of California, Davis; Gales, T. (2011). Identifying interpersonal stance in threatening discourse: An appraisal analysis. Discourse Studies, 13, 27-46./ Σε περιπτώσεις επαναλαμβανόμενης απειλής από τον ίδιο δράστη προς το ίδιο θύμα ο δράστης μπορεί να χρησιμοποιεί κάτι πιο σύντομο ή άλλο τρόπο απειλής, μια κίνηση ή ένα έντονο βλέμμα ένα γρίφο κάτι κωδικοποιημένο που απευθύνεται αποκλειστικά στις ιδεοληψίες που ο ίδιος δημιούργησε στο θύμα του, ένα εντελώς προσωπικό επίπεδο επικοινωνίας που επιβοηθείται από την αντίστοιχη τεταμένη προσοχή και συναισθηματική φόρτιση του θύματος, παραπέμποντας και αναπαράγοντας εύκολα το περιεχόμενο της προηγούμενης απειλής, κάτι που μοιάζει με ένα είδος ψυχολογικού βιασμού. Εάν βέβαια εστιάσει κανείς στο περιεχόμενο της δεύτερης συμπεριφοράς του δράστη, της μασκαρεμένης απειλής, δεν θα την ερμηνεύσει ως απειλητική, θα πρέπει να προσεγγίσει το σύνολο της συμπεριφοράς του δράστη απέναντι στο εν λόγω θύμα.

[14] R.A.V. v. City of St. Paul (90-7675), 505 U.S. 337 (1992); Rothman, J.E. (2001). Freedom of speech and true threats. Harvard Journal of Law & Public Policy,25, 283-367.

[15] Ohman, A. (2008). Fear and anxiety: Overlaps and dissociation. Στο M. Lewis, J.M. Haviland-Jones & Barret (εκδ.) Handbook of Emotions. Νέα Υόρκη, ΗΠΑ: The Guilford Press.

[16] Fox, E. & Damjanovic, L. (2006). The Eyes Are Sufficient to Produce a Threat Superiority Effect. Emotion, 6, 534-539.

[17] Tripples, J. (2011). When time stands still: Fear-specific modulation of temporal bias due to threat. Emotion, 11, 74-80.

[18] Baumann, J. & DeSteno, D. (2010). Emotion guided threat detection: Expecting guns where there are none. Journal of Personality and Social Psychology, 99, 595–610.

[19] Mobbs, D., Marchant, J.L., Hassabis, D., Seymour, B., Tan, G., Gray, M., Petrovic, P., Dolan, R.J. & Frith, C.D. (2009). From threat to fear: The neural organization of defensive fear systems in humans. The Journal of Neuroscience, 29, 12236 –12243.

[20] Laretzaki, G.,Plainis, S., Argyropoulos, S., Pallikaris, I.G. & Bitsios, P. (2010). Threat and anxiety affect visual contrast perception. Journal of Psychopharmacology, 24, 667–675.

[21] Βλ. άρθρο 9παρ.2

[22] United States v. Watts 394 U.S. 705 (1969)

[23] Κατ’αρχήν με οποιοδήποτε τρόπο (λόγια, εγγράφως, με νεύματα κλπ), εφόσον δεν προβλέπεται συγκεκριμένος τρόπος.

[24] Και όχι την άσκηση βίας.

[25] Που μπορεί να στρέφεται κατά προσώπου ή πράγματος ή άλλως πώς, εφόσον δεν τίθεται σχετικός περιορισμός.

[26] Αυτό δεν σημαίνει ότι και η επαπειλούμενη βίαιη ή παράνομη πράξη ή παράλειψη πρέπει να στρέφεται εναντίον του ιδίου του θύματος. Υπάρχει μια υποστηρίζει ότι εάν η επαπειλούμενη παράνομη πράξη ή παράλειψη στρέφεται εναντίον του ιδίου του δράστη δεν εμπίπτει στον ορισμό της ποινικής απειλής, όπως όταν ο δράστης απευθυνόμενος στο θύμα του λέει «θα αυτοκτονήσω». Είναι όμως αμφίβολο εάν μπορεί να επαληθευτεί αυτή η θεωρία, η αυτοκτονία είναι μια παράνομη πράξη, ο νόμος δεν καθορίζει το πού πρέπει να στρέφεται αυτή η παράνομη πράξη, κι αν η συγκεκριμένη επαπειλούμενη θέτει στο ίδιο δίλημμα τον αποδέκτη της, ανεξάρτητα από το εάν ο δράστης εννοεί ότι θα πράξει την επαπειλούμενη πράξη ή απλά χρησιμοποιεί την αδυναμία του θύματος απέναντι στο πρόσωπό του, γιατί θα έπρεπε να διαφεύγει της ποινικής ευθύνης; Είναι βία στρεφόμενη εναντίον άλλου προσώπου για το οποίο ενδιαφέρεται το θύμα, άσχετα εάν η ταυτότητα του εμπίπτει με την ταυτότητα του δράστη. Είναι κάτι εν πάση περιπτώσει που χρήζει περαιτέρω προβληματισμού.

[27] Το να προσδιοριστεί περαιτέρω κατά πόσο ο τρόμος ή η ανησυχία συνδέονται με το επαπειλούμενο κακό δεν είναι πρακτικά εφικτό, ο τρόμος ή η ανησυχία δεν εκδηλώνονται με σαφές περιεχόμενο, όταν για παράδειγμα κάποιος απειληθεί «θα σου κάψω το σπίτι» να τρέμει ακριβώς μια ενδεχόμενη πυρκαγιά στο σπίτι του. Μπορεί να εκδηλωθεί με ένα σωρό άλλους τρόπους που να μην ενδεικνύουν σύνδεση με το επαπειλούμενο κακό, όμως να έχει σαφώς προκληθεί από τη συμπεριφορά του δράστη.

[28] Young, W., Morris, A., Cameron, N. & Haslett, S. (1997). New Zealand National Survey of Crime Victims 1996.Wellington, New Zealand: Victimization Survey Committee.

[29] Krusemark, E.A. & Li, W. (2011). Do all threats work the same way? Divergent effects of fear and disgust on sensory perception and attention. The Journal of Neuroscience, 31, 3429 –3434.

[30] Νοείται περισσότερο νοητική βία (vis compulsive)  παρά σωματική, χωρίς αυτό να καθίσταται απόλυτο, αφού ούτως ή άλλως ο όρος χρησιμοποιείται γενικότροπα.

[31] Που νοούνται ικανές, βία και/ή απειλή να αναιρέσουν τη δυνατότητα αυτοπροαίρετης επιλογής του θύματος αναφορικά με την περιουσιακή του διάθεση. Σε αυτό το αδίκημα η απειλή είναι ένα μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού / Εννοείται ότι το αδίκημα θα μπορούσε να ασκηθεί και με τους δύο τρόπους.

[32] Που νοείται ως επιβολή συμπεριφοράς μη ηθελημένης από το θύμα.

[33] Στο εύρος της περιγραφής πράξη-παράλειψη-ανοχή μπορεί να εμπίπτει οτιδήποτε και συμπεριφορά στην οποία εάν προέβαινε ηθελημένα το θύμα θα ήταν νόμιμη.

[34] Που δεν είναι κατ’ ανάγκη παράνομη, μπορεί να είναι και νόμιμη αναφορικά με το πρόσωπο του θύματος.

[35] Η βούληση του θύματος θα πρέπει να έχει καμφθεί σε πραγματικό χρόνο (παρά θεωρητικά και παρά τη γενική δυνατότητα μιας τέτοιας πράξης εκβιασμού να κάμπτει τη βούληση) από αυτή καθεαυτή την πράξη εκβιασμού, οπότε και η πράξη, παράλειψη ή ανοχή του να είναι το επακόλουθο αυτής της συμπεριφοράς του δράστη και ο ενδιάμεσος σκοπός του.

[36] Αλλοίωση προς το χειρότερο των περιουσιακών στοιχείων του θύματος ή τρίτου, για την οποία συνάγεται ότι είναι απαραίτητη η συμμετοχή του θύματος δια της πράξης, παράλειψης ή ανοχής του, την οποία ο δράστης γι’ αυτό το λόγο εκβιάζει. Πρόκειται για πραγματική άμεση ή εύλογα αναμενόμενη απώλεια, παρά μελλοντική και εξαρτώμενη από περαιτέρω παρεμβαλλόμενες συμπεριφορές.

[37] Που δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση, αλλά έχει θετικά παράνομο χαρακτήρα, που αντιβαίνει στο νόμο, οπότε τίθεται και ένα όριο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου. / Δεν χρειάζεται να έχει πραγματωθεί αυτός ο σκοπός.

[38] Berman, Μ.Ν. (1998). The evidentiary theory of blackmail: Taking motives seriously. University of Chicago Law Review, 65 795–878; Lindgren, J. (1984). Unraveling the paradox of blackmail. Columbia Law Review, 4,  670–717 κ.α.

[39] Block, W.  & McGee, R. (1999). Blackmail as a victimless crime. Bracton Law Journal, 31, 24-28; Block, W. (1999). Blackmailing for Mutual Good: A Reply to Russell Hardin. Vermont Law Review, 24, 121-141; Levy, K. (2007). The solution to the real blackmail paradox: The common link between blackmail and Other criminal threats. Connecticut Law Review, 39, 1051.

[40] Murphy, J.G. (1980). Blackmail: A Preliminary Inquiry, Monist, 63, 156; Henry, S. E. (1998). The Harm in Blackmail. Northwestern University Law Review, 92, 861. Epstein, R.A. (1983). Blackmail Inc. University of Chicago Law Review, 50, 553. Fletcher, G.P. (1993). Blackmail: The paradigmatic crime. University of Pennsylvania Law Review, 141, 1617; Katz, L. (1993). Blackmail and Other Forms of Arm-Twisting. University of Pennsylvania Law Review, 141, 1567.

[41] Yehudai, C. (2009). Informational blackmail: Survived by technicality? Marqette  Law Review, 92, 779-827.

[42] Robinson, P.H., Cahill, M.T. & Bartels, D.M. (2011). Competing theories of blackmail: An empirical research critique of criminal law theory. Texas Law Review, 89, 291-352;. Russell, C.L. (2009). A political theory of blackmail: A reply to professor Dripps. Criminal Law and Philosophy, 3, 261–269. Dripps, D.A. (2008). The priority of politics and procedure over perfectionism in penal law, OR, Blackmail in perspective. Paper Delivered at The Evolution of Criminal law Theory Conference, Rutgers Institute for Law and Philosophy, New Jersey.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s