Η έκδοση αποφάσεων σε ξένο νόμισμα, η αναγκαιότητα και ο χρόνος καθορισμού της ισοτιμίας με το εγχώριο νόμισμα

images (1) 

Το ζήτημα της έκδοσης απόφασης σε ξένο νόμισμα απασχόλησε αιώνες πριν τα νομικά συστήματα χωρών, οι οποίες ήταν ανέκαθεν διεθνείς εμπορικοί σταθμοί, όπως, μεταξύ άλλων, η Αγγλία. Στο Αγγλικό δίκαιο, ήδη από το 1580, ήταν μια καθιερωμένη αρχή ότι ένας ενάγοντας μπορεί να επιλέξει κατά πόσο θα απαιτήσει το χρέος σε ξένο νόμισμα ή σε αγγλικές στερλίνες με αγωγή «debt in the detinet», η οποία βέβαια δεν ήταν λειτουργικό ένδικο μέσο. Στις απαρχές του 20ού αιώνα, στην Di Ferdinando–v– Simon Smits & Co. Ltd [1920] 3 KB 409, είχε αποφασιστεί ότι η αξίωση για ζημιές, από παράβαση σύμβασης, σε ξένο νόμισμα, πρέπει να μετατρέπεται σε στερλίνες, ανατρέχοντας στην ισοτιμία συναλλάγματος, που ίσχυε κατά το χρόνο παράβασης της σύμβασης. Αυτή ήταν μια θέση που είχε επιβεβαιωθεί στην Celia–v– S.S. Volturno [1921] 2 A.C. 544, στη Re United Railways of Havana and Regla Warehouses Ltd [1961] A.C.1007, όπου μάλιστα η απόφαση είχε εκδοθεί περίπου μια εικοσαετία μετά την παράβαση της σύμβασης, και σε άλλες υποθέσεις. Αυτή η τάση περιφρουρούνταν νομολογιακά μέχρι το 1960, εκφράζοντας την παλαιά πεποίθηση, αλλά και την περασμένη οικονομική πραγματικότητα, ότι η στερλίνα ήταν ένα διεθνώς δυνατό νόμισμα, μπροστά στο οποίο οι ισοτιμίες έτειναν να πέφτουν. Οπότε μέχρι τότε, οι αγγλικές αποφάσεις εκδίδονταν μόνο σε στερλίνες, με την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο παράβασης της σύμβασης, και αυτή θεωρείτο, εν πάση περιπτώσει, μια σύμφορη κατάληξη για το αθώο μέρος, που φερόταν να προστατεύεται με δεδομένο τρόπο από τις εκάστοτε διακυμάνσεις της ισοτιμίας των ξένων νομισμάτων απέναντι στη δυνατή στερλίνα. Σύμφωνα με το καθεστώς αυτό, ο χρεώστης όφειλε να καταβάλει το ισόποσο ποσό σε ευρώ, υπολογιζόμενο με την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο παράβασης της σύμβασης ή δημιουργίας της οφειλής, ως εάν να πλήρωνε το χρέος του αμέσως μόλις αυτό κατέστη πληρωτέο.

Το καθεστώς του «home-currency rule» ίσχυε βέβαια όσο η στερλίνα ήταν ένα δυνατό νόμισμα και οι διάφορες διακυμάνσεις δεν ήταν αισθητές στο χρόνο πραγματικής πληρωμής. Σύντομα, με την αλλαγή των δεδομένων οικονομικής πραγματικότητας, ο χρονικός σταθμός της στιγμής παράβασης της σύμβασης, άρχισε να δείχνει ότι μπορεί να ενθαρρύνει αδικίες εις βάρος του αθώου μέρους, που δεν επιλέγει το ίδιο πότε θα υπάρξει παράβαση της σύμβασης. Μέχρι το 1970 άρχισαν να αναδεικνύονται οι αδυναμίες του καθεστώτος αυτού και το Λονδίνο, ως σημαντικό διεθνές κέντρο διαιτησίας, άρχισε να επιδιώκει την έκδοση διαιτητικών αποφάσεων σε ξένο νόμισμα. Αρχικά αυτή η πρακτική είχε αποδοκιμαστεί από τα δικαστήρια (βλ. Jugoslavaenska Oceanska Plovidba–v– Castle Investment Co. Inc. [1973] 2 Lloyds Rep 1), τα οποία όμως, πολύ σύντομα υποχώρησαν, μπροστά στην επιτακτική ανάγκη και επιμονή, να εκδίδονται αποφάσεις σε ξένο νόμισμα. Οπότε, σχεδόν τρία χρόνια μετά, εκδόθηκε η γνωστή Miliangos–v– George Frank (Textiles) Ltd [1976] 1 Lloyds Rep 201, όπου το House of Lords, θεωρήθηκε ότι άφησε πίσω του τον παραδοσιακό κανόνα και εγκαθίδρυσε το νέο κανόνα, όταν το δάνειο είναι εκταμιευμένο σε ξένο νόμισμα, η συμβατική οφειλή είναι εκφρασμένη σε ξένο νόμισμα, οι όροι της σύμβασης διέπονται από το αλλοδαπό δίκαιο (προϋπόθεση που αργότερα εγκαταλείφθηκε, ώστε ο κανόνας να καλύπτει και συμβάσεις που διέπονται από το εγχώριο δίκαιο[1]), μπορεί να εκδοθεί και δικαστική απόφαση σε αυτό το ξένο νόμισμα. Θεωρήθηκε, εν προκειμένω, ότι οι πιστωτές δεν θα πρέπει να υπόκεινται στις συνεχείς αυξομειώσεις της ισοτιμίας συναλλάγματος της στερλίνας. Εάν η εν λόγω συναλλαγή έγινε σε ελβετικά φράγκα, οι ενάγοντες θα πρέπει να δικαιούνται να ανακτήσουν ελβετικά φράγκα. Εάν θα έπρεπε να τεθεί θέμα ισοτιμίας συναλλάγματος με το εγχώριο νόμισμα, αυτό δε θα ανέτρεχε, σε καμία περίπτωση, στο χρόνο παράβασης της σύμβασης ή δημιουργίας της οφειλής, αλλά στο χρόνο εκτέλεσης της απόφασης ή πληρωμής της σε πραγματικό χρόνο[2].

Βέβαια, η τοποθέτηση “the date when the court authorises enforcement” στην Miliangos (ανωτέρω) δεν ήταν τόσο σαφής, ενώ οι παραπομπές της Miliangos, που είχαν μάλλον διαιτητική προέλευση, την κατέστησαν σε κάποια σημεία ευάλωτη, παρά τα ότι ήταν μια απόφαση που επηρέασε και επηρεάζει μέχρι σήμερα δραστικά τις υπόλοιπες χώρες του κοινοδικαίου. Η Miliangos, πάντως, δεν καθιέρωσε μια αρχή γενικής εφαρμογής για κάθε περίπτωση ή για κάθε μέτρο εκτέλεσης, έθεσε όμως μια σημαντική γενική βάση, οι λεπτομέρειες της οποίας, μάλλον, θα έπρεπε να αναπτυχθούν περαιτέρω, μέσω κάποιων διαδικαστικών κανονισμών. Παρά το ότι η Miliangos ήταν προσεκτική ως προς το να περιορίσει την εφαρμογή της σε υποθέσεις με τα ίδια χαρακτηριστικά, η ανάγκη για αποτίναξη του ασύμφορου «home-currency rule», οδήγησε σε γενικεύσεις ή σε ένα βήμα παραπέρα. Η επίκληση της Miliangos στις μετέπειτα υποθέσεις έγινε περισσότερο προς υποστήριξη της ratio της, παρά ελέγχου των συγκεκριμένων αρχών ή προϋποθέσεων έκδοσης απόφασης σε ξένο νόμισμα, που έθεσε. Και προς υποστήριξη του «payment-day rule»[3]. Η δυνατότητα έκδοσης δικαστικών αποφάσεων σε ξένο νόμισμα αντιμετωπίστηκε με πιο φιλελεύθερο πνεύμα και διάθεση απ’όσο προέβλεψε η Miliangos. Προς αυτή την κατεύθυνση, διευκρινιστικά ή επεκτατικά της Miliangos, είχαν ακολουθήσει στην Αγγλία, εκτός από άλλες υποθέσεις που υιοθέτησαν τον «payment-day rule»[4], εκδόσεις σειράς πρακτικών οδηγιών ή εγκρίσεις εγκυκλίων ή διαδικαστικών κανονισμών, είτε αναφορικά με συγκεκριμένα μέτρα εκτέλεσης (writ of fieri facias, charging orders κλπ), είτε γενικής εφαρμογής, που επιβεβαίωσαν με σαφήνεια τον «payment-day rule»[5]. Περαιτέρω, η Miliangos δεν έθεσε κάποιο στέρεο κανόνα, αναφορικά με τον οποίο, κατά το στάδιο εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, θα πρέπει πάντα και οπωσδήποτε να εκφράζεται η ισοτιμία συναλλάγματος στο εγχώριο νόμισμα, οπότε, προκλητικά, παρέμεινε ανοιχτό το ερώτημα, αν μπορεί να ληφθεί και το μέτρο εκτέλεσης στο ίδιο το ξένο νόμισμα και το θέμα της ισοτιμίας συναλλάγματος να τίθεται στο χρόνο πραγματικής πληρωμής, αφού πλέον η χρονική ταύτιση ή χρονική εγγύτητα της λήψης μέτρου εκτέλεσης με την πραγματική πληρωμή έχει αποδειχτεί στην πράξη απογοητευτικά ανύπαρκτη, αφού, σε χρόνο παγκοσμιοποίησης και διεθνούς εμπορίου, δεν συγχωρούνται δισταγμοί στην εδραίωση της καλής κυκλοφορίας και εύκολης χρήσης των ξένων νομισμάτων σε περισσότερους τομείς, ούτε κάποιου είδους νομισματική εσωστρέφεια. Βοηθητική επί των εν λόγω προβληματισμών υπήρξε και η  Peter Carnegie–v Charles Giessen [2005] EWCA Civ 191.

Ενώ το ζήτημα της δυνατότητας έκδοσης δικαστικής απόφασης φαίνεται να έχει εύκολα διασαφηνιστεί, το ζήτημα του χρονικού σημείου καθορισμού της ισοτιμίας σε εγχώριο νόμισμα, εάν τέτοιο χρονικό σημείο πρέπει να υπάρχει, παρέμεινε, ίσως, ένα πιο δύσκολο κεφάλαιο. Οι κατά καιρούς προτεινόμενοι χρονικοί σταθμοί καθορισμού της ισοτιμίας υπήρξαν ή θα μπορούσαν να είναι ο χρόνος παράβασης της σύμβασης (breach-day rule) ή ο χρόνος δημιουργίας της οφειλής (debt-day rule), ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής (action-day rule), ο χρόνος έκδοσης της απόφασης (judgment-day rule)[6], ο χρόνος εκτέλεσης της απόφασης (enforcement-day rule) ή ο χρόνος πραγματικής πληρωμής (payment-day rule). Στην πράξη, μεταξύ τους, αυτοί οι χρονικοί σταθμοί απέχουν. Οι απρόβλεπτες διακυμάνσεις της ισοτιμίας, στο άγνωστο χρονικό διάστημα, από την παράβαση της σύμβασης ή τη δημιουργία της οφειλής μέχρι το χρόνο εκτέλεσης ή πραγματικής πληρωμής, μπορεί να δημιουργούν απώλεια για τον πιστωτή, που δεν μπορεί συνήθως να υπολογιστεί, και που υπήρχε πάντα και υπάρχει και σήμερα η ανάγκη να αποκλειστεί. Στην Miliangos θα μπορούσε να άγγιζε τις GBP28.000=. Αυτή η απώλεια ή ζημιά δεν είναι ανάγκη να συγκεκριμενοποιηθεί, τέτοια προϋπόθεση δεν ισχύει[7]. Αν προσπαθήσει κανείς να υπεισέλθει στη ratio του κάθε ενός από αυτούς τους χρονικούς κανόνες κλειδώματος της ισοτιμίας, δεν θα κατορθώσει να καταλήξει σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, το οποίο να τυγχάνει μάλιστα γενικής εφαρμογής σε κάθε φύσης απαίτηση και υπόθεση (απαίτηση από παράβαση σύμβασης, απαίτηση από αστικό αδίκημα κλπ), θα συνειδητοποιήσει ότι πρόκειται για ένα άσκοπο εγχείρημα.

Αντίστοιχη απομάκρυνση από τους “home-currency rule” και  “breach-day conversion rule” κατάφεραν, με μεγαλύτερη δυσκολία, μετά από πολύ κόπο, σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, οι περισσότερες πολιτείες στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, [βλ.In re Oil Spill by the Amoco Cadiz 954 F.2d 1279 (7th Cir.1992) και Mitsui& Co. –v– Oceantrawl Corp. 906 F. Supp. 202 (S.D.N.Y. 1995). Manches & Co. –v– Gilbey, 646 N.E.2d 86 (Mass. 1995)]. Το θέμα της έκδοσης αποφάσεων σε ξένο νόμισμα και το χρονικό σημείο μετατροπής του σε εγχώριο νόμισμα ήταν από τα θέματα που δυσκόλεψαν τις χώρες του κοινοδικαίου, ως προς το να πετύχουν μια ομοιόμορφη φόρμουλα. Παλαιότερη συγκριτική επισκόπηση των δικαιϊκών συστημάτων της Αγγλίας, των ΗΠΑ, της Νέας Ζηλανδίας, της Αυστραλίας, της Νοτίου Αφρικής και του Καναδά, υπέδειξε, αφενός την εμπειρικά διαπιστωμένη αρνητική επίδραση των «home-currency rule» / «breach-day rule» / «judgment-day rule», αφετέρου, ότι το εναλλακτικό αγγλικό πρότυπο έτεινε, ήδη προ δεκαετίας, να επηρεάζει τις υπόλοιπες χώρες θετικά ως προς το να επιτύχουν την απαραίτητη μετάβαση στον «payment-day rule»[8].

Όσο αφορά το Κυπριακό δίκαιο, κατ’αρχήν, δεν απαγορεύεται νομοθετικά η έκδοση απόφασης σε ξένο νόμισμα (άρθρο 31 Περί Δικαστηρίου Νόμος του 1960), δεν υπάρχει όμως ούτε και οποιαδήποτε ειδικότερη νομοθετική πρόνοια, που να επιτρέπει την έκδοση αποφάσεων σε ξένο νόμισμα ή που να καθορίζει το χρόνο καθορισμού της ισοτιμίας, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στο Ελληνικό δίκαιο (βλ. άρθρο 291 Αστικού Κώδικα[9]), ενδεχομένως και σε άλλες χώρες του Ηπειρωτικού συστήματος. Αναζητώντας τις νομολογιακές ρίζες του θέματος στην κυπριακή νομολογία, είναι σαφές ότι η Miliangos και οι μετέπειτα της αποφάσεις αναφέρθηκαν σε κυπριακές αποφάσεις, που έδειχναν να δέχονται πλήρως τη ratio του «enforcement-day rule» ή «payment-day rule», όπως η TradeDevelopmentBankvTheShipAriadniPA (1981) 1 C.L.R. 653, η J.Y.A. Lamaignere –v- Selene Shipping Agencies Ltd  (1982) 1 C.L.R. 227, η PanayiotisKouloumbisandOthersvTheShipMarianowlyingattheportofLimassol (1984) 1 C.L.R. 285, η Williams & GlynsBankPLCvTheShipMarianowlyingattheportofLimassol (1986) 1 C.L.R. 627, η SefeconLtdvElxanoLtd (1989) 1 C.L.R. 135. Η Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία –ν- Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρείων (ως εκκαθαριστή της εταιρείας AlwaysTravelHolidaysLtd) και άλλων (1996) 1Β Α.Α.Δ 1261 δεν ανέτρεψε αυτή τη νομολογιακή γραμμή, ανέφερε και αποδέχθηκε θετικά τη νομολογιακή γραμμή του «enforcement-day rule» / «payment-day rule», αλλά στο βαθμό που ο καθορισμός του χρόνου ισοτιμίας έπρεπε να γίνει με αναφορά σε ήδη καταβληθέν εκκαθαρισμένο ποσό, ανήγαγε εαυτόν σε εξαιρετική περίπτωση, όπου μπορεί να υπάρξει απόκλιση από την εν λόγω καθιερωμένη νομολογιακή γραμμή, και για να το καταφέρει, παρέπεμψε σε παλαιότερη νομολογία:

 «Στο Scrutton on Charterparties, (ανωτέρω), υιοθετείται η θέση ότι η ημερομηνία καθορισμού της ισοτιμίας, μεταξύ ξένου νομίσματος και του νομίσματος της χώρας στην οποία εκδίδεται η απόφαση, είναι εκείνη που ίσχυε κατά το χρόνο που προέκυψε η οφειλή – (βλ. σελ. 389). Η αρχή αυτή βασίζεται σε δύο αγγλικές αποφάσεις του 1920 – (Lebeaupin ν. Crispin [1920] 2 Κ.Β. 714. Di Ferdinando ν. Simon Smits 3 Κ.Β. 409). Παρόλο που η αρχή αυτή δεν τυγχάνει καθολικής εφαρμογής, όπως συνάγεται από τις αποφάσεις στις Jean Kraut AG ν. Albany Fabrics Ltd. [1977] 2 All E.R. 116. The Despina R [1979] 1 All E.R. 421. Societe Francaise Bunge v. Belcan [1985] 3 All E.R. 378, ισχύει, όπως κρίνω, στις περιπτώσεις, όπως είναι η παρούσα υπόθεση, όπου η απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη και το ποσό που αντιπροσωπεύει η απόφαση καταβλήθηκε σε συγκεκριμένο χρόνο.

Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης 1 και των εναγομένων 2 και 3 για ποσό 18.940.668 δραχμών ή το ισάξιο σε κυπριακές λίρες, πλέον έξοδα».

Στην πιο πρόσφατη Πρωτοκολλητής Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Ανδρέου –ν- 1) Ντάνη Τσολάκη, 2) Βασίλη Φιλίππου (2009) 1Β Α.Α.Δ 1626 επιδικάστηκαν, μεταξύ άλλων ποσά σε ξένο νόμισμα, και η πρόνοια ήταν σαφής (η υπογράμμιση δική μου):

«Σε περίπτωση που τα δύο ποσά δεν πληρωθούν σε ξένο νόμισμα, τότε η μετατροπή τους θα είναι με την ισοτιμία που θα ισχύει κατά την ημέρα πληρωμής τους».

Αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων ακολουθούν την ίδια γραμμή. Στην Παύλος Ευαγγέλου –ν- Άθως Δημητρίου, ημερ. 31/08/2006, Αρ.αγ.4672/2001 Ε. Δ. Πάφου (Μιχαηλίδης Ε.Δ.) επιδικάστηκαν, μεταξύ άλλων, «4.410 γερμανικά μάρκα (και/ή το ισάξιο σε Κυπριακές Λίρες κατά τον χρόνο της εκτέλεσης)». Στη Ζήνα Μήλλιου  -ν- 1) Κυριάκου Χαραλάμπους κ.α. ημερ.04/03/2011, Αρ.αγ. 1443/2005 Ε. Δ. Λεμεσού (Πετάση – Κορφιώτη Ε.Δ.) επαναλήφθηκαν οι ίδιες προαναφερόμενες αρχές με σαφήνεια ως προς το σημείο ότι ο χρόνος καθορισμού της ισοτιμίας είναι ο χρόνος εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης.

Πλέον ο ευρέως αποδεκτός κανόνας καθορισμού της ισοτιμίας, ο οποίος φαίνεται ελαστικότερος, σε σχέση με τους υπόλοιπους, είναι ο «payment-day rule», η εφαρμογή του οποίου, θα τολμούσα να πω πως, έχει αποκρυσταλλωθεί, ώστε να λέμε ότι, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πλέον δεν εφαρμόζεται, όπως, για παράδειγμα, εάν η ίδια η συμφωνία των μερών προβλέπει διαφορετικά[10]. Από την πλευρά του πιστωτή, η ουσία της έκδοσης απόφασης σε ξένο νόμισμα εκφράζεται ορθότερα μέσω του «payment-day rule», από τον οποίο δεν νοείται καν οποιοσδήποτε διαχωρισμός[11]. Γίνεται δεκτό ότι ο χρόνος εκτέλεσης χρησιμοποιείται ως το θεωρητικά εγγύτερο χρονικό σημείο πληρωμής, άσχετα αν στην πράξη ούτε χρονική ταύτιση ούτε χρονική εγγύτητα υπάρχει, άσχετα αν τεχνικά, η διακύμανση της ισοτιμίας μπορεί να προκύψει ακόμα και μεταξύ των δύο αυτών χρονικών σταθμών, της λήψης του μέτρου εκτέλεσης και της πραγματικής πληρωμής της οφειλής από το χρεώστη. Η υποστήριξη του «payment-day rule» επιδιώκει, μεταξύ άλλων, την άρση οποιωνδήποτε δεσμεύσεων του πιστωτή στο κλείδωμα της ισοτιμίας, που θα επέφερε η λήψη του πρώτου μέτρου εκτέλεσης,  και τη διατήρηση της δυνατότητας αναφοράς της νέας ισοτιμίας, όταν ο πιστωτής θα έρθει να λάβει το δεύτερο ή το τρίτο ή το μετέπειτα μέτρο εκτέλεσης, προς είσπραξη του λαβείν του.  Ουσιαστικά με τον «payment-day rule» παγώνει προσωρινά η ισοτιμία στο χρόνο λήψης του μέτρου εκτέλεσης. Εάν δεν καταλήξει σε εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, η ισοτιμία ελευθερώνεται, ως η απόφαση[12]. Όταν ο χρεώστης θα έρθει να πληρώσει τον πιστωτή, θα υπολογιστούν οι δεδουλευμένοι τόκοι επί του ξένου νομίσματος και το τελικά εκκαθαρισμένο ποσό θα μπορεί να αναφερθεί και να πληρωθεί σε ευρώ, στην ισοτιμία που ισχύει κατά το χρόνο πληρωμής. Εάν και όταν ο πιστωτής θα λάβει μέτρα εκτέλεσης εναντίον του χρεώστη, και πάλι θα υπολογιστούν οι δεδουλευμένοι τόκοι επί του ξένου νομίσματος και το τελικά εκκαθαρισμένο ποσό θα μπορεί να αναφερθεί στο μέτρο εκτέλεσης, στην ισοτιμία που ισχύει κατά το χρόνο έκδοσης του μέτρου εκτέλεσης.

Ο χρεώστης μπορεί, σαφώς, είτε πριν είτε μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, να επιλέξει να εξοφλήσει το χρέος του, είτε στο ξένο νόμισμα, είτε στο εγχώριο νόμισμα, η δε μετατροπή θα γίνει με την ισοτιμία που ισχύει κατά το χρόνο εκείνο, η οποία μπορεί να είναι σύμφορη για τον χρεώστη, μπορεί και όχι. Εν πάση περιπτώσει, ο συναλλαγματικός κίνδυνος μεταφέρεται στους ώμους του χρεώστη και σε ένα στάδιο μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, όπου ο στόχος όλων των μερών είναι πλέον η εξόφληση. Με την εφαρμογή του «payment-day rule» το πεδίο επιλογών του χρεώστη φαίνεται να είναι αρκετά διευρυμένο, έχει επιπλέον κίνητρα εξόφλησης, έστω σε επιλεγμένα σύμφορο χρόνο. Εάν είναι να υπάρξει εξόφληση, είναι καλοδεχούμενη ακόμα και με μια τέτοια μικρή μεθόδευση. Παράλληλα απολαμβάνει και ο πιστωτής κάποιου είδους ασφάλεια ότι δεν θα επωμιστεί τελικά αυτός το συναλλαγματικό κίνδυνο σε προγενέστερο της δικαστικής απόφασης χρόνο, θα έχει εξασφαλίσει, έστω, μια δικαστική απόφαση, καθρέφτη της πραγματικής οφειλής, ώστε το μόνο που θα απομένει να είναι η επιθυμητή εξόφληση.

Σε αυτό το σημείο θέλω να επισημάνω ότι, άλλο θέμα είναι η αναφορά και δέσμευση σε ένα συγκεκριμένο ποσοστό ισοτιμίας (currency rate) και άλλο θέμα είναι η πραγματική μετατροπή του ξένου νομίσματος σε ευρώ (conversion) σε συγκεκριμένο χρόνο πριν την εξόφληση της οφειλής. Η τρέχουσα ισοτιμία κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την εφαρμογή αυτής της ισοτιμίας για σκοπούς μετατροπής και αναγραφής πάνω στο σώμα της δικαστικής απόφασης του ισόποσου ποσού σε ευρώ. Είναι η θέση μου ότι, θα ήταν μια νομικά λανθασμένη τακτική να εκφράζεται στη δικαστική απόφαση, που εκδίδεται σε ξένο νόμισμα, το ισόποσο της οφειλής μετατρεπόμενο σε ευρώ, με τον υπολογισμό της ισοτιμίας που ισχύει κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, και αυτή η αναφορά να μπορεί να καλύπτει τους πιστωτές προς ικανοποίησή τους. Υπάρχουν τόκοι, στο είδος και ύψος που χρεώνονται και απαιτούνται και θα επιδικαστούν, με αναφορά πάντα στο ξένο νόμισμα. Θέλω να πω ότι η οφειλή σε αυτό το ξένο νόμισμα δημιουργείται στο χρόνο, συντίθεται, με συγκεκριμένο τρόπο, που λαμβάνει χώρα και ισχύει ακριβώς επειδή πρόκειται για ξένο νόμισμα. Τα συστατικά της οφειλής σε ξένο νόμισμα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, έτσι απλά, στη συνταγή του εγχώριου νομίσματος, δεν είναι απλά θέμα στιγμιαίας μετατροπής, είναι θέμα διαδικασίας. Με διαφορετικό τρόπο και υπολογισμό θα δημιουργούνταν και θα ίσχυε μια οφειλή σε ευρώ, συνακόλουθα, αλλιώς θα απευθυνόταν ο πιστωτής προς το Δικαστήριο για ικανοποίησή του σε μια οφειλή σε ευρώ. Γιατί, ναι, εάν ήθελε ο πιστωτής να εξασφαλίσει δικαστική απόφαση σε ευρώ αυτό θα επιχειρούσε εξ’αρχής. Όταν εκδίδεται μια απόφαση σε ξένο νόμισμα, αποτελεί απόφαση σε ξένο νόμισμα, ακριβώς επειδή διατάσσει τον χρεώστη να καταβάλει αυτό το ξένο νόμισμα, και όχι ευρώ. Εάν διέτασσε το χρεώστη να καταβάλει ευρώ δεν θα ήταν απόφαση σε ξένο νόμισμα. Εννοείται ότι, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο τόκος που εφαρμόζεται επί του ξένου νομίσματος, που μεταξύ άλλων, συνίστατο από το διατραπεζικό επιτόκιο (Libor/Euribor), επί του ισόποσου μετατρεπόμενου ποσού σε ευρώ, όπως αυτό επιχειρείται να εκφραστεί στη δικαστική απόφαση, θα ήταν ένα πολύ απλοϊκό τέχνασμα βέβαιης απώλειας, εφαρμογής ενός αριθμητικά χαμηλότερου ποσοστού επιτοκίου επί ενός αριθμητικά διαφορετικού ποσού οφειλής εκφρασμένου σε ευρώ.

Ούτε το ζήτημα της μετατροπής του οφειλόμενου ποσού κατά το χρόνο έκδοσης της δικαστικής απόφασης μπορεί να σχετίζεται με την αναγκαιότητα ύπαρξης γνώσης από μέρους του χρεώστη αναφορικά με το τι ακριβώς οφείλει. Είναι δύσκολα αποδεκτό πως υπάρχει άγνοια της οφειλής όταν αυτή εκφράζεται στο νόμισμα, με το οποίο έχει συμβληθεί ο χρεώστης (προφανώς έχοντας, τότε, υπόψη του τη δυνατότητα λήψης τέτοιου ποσού δανείου σε ξένο νόμισμα, και μάλλον μπορώντας να σταθμίσει, τότε, τα υπέρ και τα κατά μιας τέτοιας επιλογής προς εξυπηρέτηση των καταναλωτικών συμφερόντων του), και ότι δεν μπορεί ο χρεώστης, ανά πάσα στιγμή, να πληροφορηθεί για την εκάστοτε τρέχουσα ισοτιμία και να την εφαρμόσει την για να προβεί ο ίδιος στη μετατροπή της οφειλής από ελβετικά φράγκα σε ευρώ. Σήμερα η ανεύρεση μιας ισοτιμίας είναι απλό εγχείρημα για τον καθένα, με απλές και ανέξοδες ενέργειες, πόσο μάλλον για κάποιον που ψάχνεται στην αγορά δανείων και προβαίνει σε εξειδικευμένες επιλογές λήψης δανείου σε ξένο νόμισμα. Ούτε η Τράπεζα αρνείται οποιαδήποτε σχετική πληροφόρηση.


[1] Barclays Bank International Ltd –v- Levin Bros (Bradford) Ltd [1977] QB 270, [1976] 3 All ER 900; Veflings Rederi AS –v- President of India, The Bellami [1978] 3 All ER 838, [1979] 1 WLR 59, CA; Federal Commerce and Navigation –v- Tradax Export SA [1977] QB 324, [1977] 2 All ER 41, CA.

[2] Ειδικότερα, ο έντιμος Lord Wilberforce ανέφερε τα εξής (η υπογράμμιση δική μου):“Each has its advantages and it has been noticed that the Court of Appeal in Schorsch Meier and in the present case chose the date of payment, meaning, as I understand it, the date when the court authorises enforcement of the judgment in terms of sterling…This date gets nearest to securing to the creditor exactly what he bargained for…”Ο έντιμος Lord Simon εξέφρασε την ίδια άποψη, με διαφορετικό λεκτικό:“The latest date procedurally possible in the enforcement proceedings – i.e. the date of the affidavit leading to execution. This is illogical, but it is the nearest that one can get practically to the date of payment if execution is required.” Όπως και ο έντιμος Lord Cross:“…If the defendant fails to deliver the foreign currency the date for its conversion into sterling should be the date when the plaintiff is given leave to levy execution for a sum expressed in sterling.” Όπως και ο έντιμος Lord Edmund Davies: “…The most just rate would be that prevailing when the order was being enforced, for the plaintiff would be kept out of his money till then…” Και ο έντιμος Lord Fraser: “The question is what the conversion date should be. Theoretically it should in my opinion be the date of actual payment of the debt. That will give exactly the cost in sterling of buying the foreign currency but theory must yield to practical necessity to this extent that, if the judgment has to be enforced in this country, it must be converted before enforcement. Accordingly I agree with (Lord Wilberforce) that conversion should be at the date when the court authorizes enforcement of the judgment in sterling.”

  [3] Barclays Bank International Ltd –v- Levin Bros (Bradford) Ltd [1976] 3 All ER 900

 [4] Owners of the Motor Vessel Eleftherotria -v- Owners of the Motor Vessel Despina R (The Despina R) [I979] 1 Lloyd’s Rep. 1; Services Europe Atlantique Sud (SEAS) of Paris –v- Stockholms Rederiaktiebolag Svea of Stockholm (The Folias) [1978] 2 W.L.R. 887;  Veflings Rederi AS –v- President of India, The Bellami [1978] 3 All ER 838, [1978] 1 WLR 982; Federal Commerce and Navigation –v- Tradax Export SA [1977] QB 324, [1977] 2 All ER 41, CA; President of India –v- Lips Maritime Corpn [1988] AC 395, [1987] 3 All ER 110, HL

 [5] Practice Direction (Judgment: Foreign Currency) [1976] 1 All ER 669, [1976] 1 WLR 83; Practice Direction (Judgment: Foreign Currency) (No 2) [1977] 1 All ER 544, [1977] 1 WLR 197; Ενδεικτικά: http://www.justice.gov.uk/guidance/courts-and-tribunals/courts/procedure-rules/civil/contents/practice_directions/pd_part40b.htm#IDA0WC2

 [6] Societe des Hotels Le Touquet Paris-Plage –v- Cumming [1922] 1 K.B. 451

 [7] Halsbury’s Laws of England 5η έκδοση παρ.1133 «Breach of contract: claims for debts».

 [8] Stern, S. (1997). Judgments in foreign currencies: a comparative analysis. Journal of Business Law, May, 266-288.

 [9] «Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής».

[10] President of India v Taygetos Shipping Co SA [1985] 1 Lloyd’s Rep 155; President of India –v- Lips Maritime Corpn [1988] AC 395, [1987] 3 All ER 110, HL.

[11] Competex, S.A. -v- LaBow, 783 F.2d 333, 338 (2d Cir. 1986) («The payment-day rile is economically equivalent to the foreign-currency-judgment rule”).

 [12] Gold, J. (1990). Legal effects of fluctuating exchange rates. Washington: International Monetary Fund (σελ.355). 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s