Χημικός Ευνουχισμός: Η Ψυχιατρική, η ποινή

Constanteion. Criminology & Forensic Sciences Research Center, Παρασκευή, 12/10/2012, Ξενοδοχείο Hilton, Λευκωσία, Κύπρος

 

xhmikos-eunouxismos.660

Ο ευνουχισμός (castration), η αφαίρεση των ανδρικών γεννητικών οργάνων, παρόλο που, ως πράξη, δεν είναι ιστορικά ξένη, και παραπέμπει σε Ναζιστικές πρακτικές, άρχισε να απασχολεί εντονότερα και στην εποχή μας, σαν απάντηση στην εγκληματικότητα ατόμων που καταδικάζονταν για σεξουαλικής φύσης αδικήματα, όπως τέτοιας φύσης αδικήματα είναι, μεταξύ άλλων, ο βιασμός, η σεξουαλική κακοποίηση ενηλίκων ή ανηλίκων, η παιδοφιλία, η παιδεραστία και άλλα.

Βέβαια, ενώ παλαιότερα ο λόγος γινόταν για τον χειρουργικό ευνουχισμό (surgical castration), χειρουργική αφαίρεση των ανδρικών γεννητικών οργάνων, που επέφερε μόνιμη οργανική αναπηρία και ανικανότητα, σήμερα ο λόγος γίνεται για τον χημικό ευνουχισμό (chemical castration), με μια εννοιολογική αντιστοιχία, εννοώντας τη μακροχρόνια χορήγηση φαρμάκων ή χημικών σκευασμάτων, όπως μεδροξυπρογεστερόνη οξεϊκή (Medroxyprogesterone acetate – MPA) ή αντιανδρογόνα, που μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα τεστοστερόνης ή τη δυνατότητα του δράστη να βιώνει σεξουαλικές επιθυμίες και σκέψεις ή να δραστηριοποιείται σεξουαλικά, οδηγώντας σε ένα στάδιο ερωτικής απάθειας. Η δράση των φαρμάκων αυτών επηρεάζει τόσο τη σωματική λειτουργία όσο και την ψυχοπνευματική λειτουργία, αλλά και την αλληλεπίδρασή τους, που οδηγεί στην σεξουαλική συμπεριφορά, την οποία δεν ρυθμίζει, αλλά απενεργοποιεί. Η μεδροξυπρογεστερόνη οξεϊκή είναι ένα σύνθετο προγεστερονοειδές, που συνήθως χρησιμοποιείται ως αντισυλληπτικό (νοείται σε πολύ μικρότερη δοσολογία) από γυναίκες, υπάρχει η βιβλιογραφία που ασχολείται με την εμπορική ονομασία ενός τέτοιου σκευάσματος, του Depo-Provera. Ένα παράλληλο μέρος της λογοτεχνίας ασχολείται με τις επιδράσεις ή τις παρενέργειες της μακροχρόνιας χορήγησης τέτοιων φαρμάκων στο ανθρώπινο σώμα (π.χ. μόνιμες παθήσεις των οστών, μυϊκή ατροφία κλπ), που προβληματίζουν για το ζήτημα του σεβασμού της ζωής και της υγείας των καταδικασθέντων για τα αδικήματα αυτά. Η έρευνα δεν είναι πλήρης επί αυτού.

Η υιοθέτηση αυτού του μέτρου απευθύνεται, κατ’ αρχήν, σε δράστες αρσενικού γένους, έπειτα, εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι οι δράστες σεξουαλικών αδικημάτων πάσχουν από κάποια πάθηση, η οποία μπορεί να ελεγχθεί φαρμακευτικά. Πέραν από αυτό το τηλεοπτικά εμπνευσμένο στερεότυπο του ψυχοπαθούς ρυπαρού άνδρα που διαπράττει τα αδικήματα αυτά, τι γνωρίζουμε πραγματικά για τον δράστη σεξουαλικών αδικημάτων και τι για τη δυνατότητα υποτροπής των δραστών αυτών; Έναντι στο ενδεχόμενο υιοθέτησης μιας τέτοιας αντεγκληματικής πολιτικής, αμέσως ενεργοποιείται το δίλημμα, εάν μια τέτοια «ποινή» είναι απάνθρωπη και εξευτελιστική για τον άνθρωπο, και άρα εκτός των ορίων της εξουσίας οποιουδήποτε νομοθέτη ή δικαστή. Στα άτομα που διαπράττουν σεξουαλικής φύσης αδικήματα, ειδικά με θύματα παιδιά, συνήθως δεν αναγνωρίζεται, από τον υπόλοιπο κόσμο, οποιουδήποτε είδους «λαϊκό ελαφρυντικό», αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη οργή, με ομόφωνη απέχθεια, επιμονή και απολυτότητα, σε σχέση με τα άτομα που διαπράττουν άλλου είδους αδικήματα, οπότε η τάση για ευκολότερες αποκλίσεις από τις συνήθειες θεωρίες και πρακτικές του δικαίου δείχνει να είναι μεγαλύτερη, ακόμα και η αφαίρεση της ζωής του δράστη αυτού του είδους εγκλημάτων, για τον περισσότερο κόσμο, δεν θα φαινόταν δυσανάλογη. Πίσω από το «τέρας» που διαπράττει τα αδικήματα συχνά παρακάμπτεται η αναγνώριση της ύπαρξης ενός ανθρώπου. Είναι μια ποινή απάνθρωπη πάντοτε, επειδή, εφαρμοζόμενη οπουδήποτε αλλού, είναι εξ’ορισμού τέτοια, ή είναι απάνθρωπη, δυσανάλογη και σκληρή, μόνο όταν ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει, μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να επιτευχθεί με διαφορετικά ποινολογικά μέτρα;

Ενώ σε διάφορες χώρες έχει υιοθετηθεί το μέτρο του χημικού ευνουχισμού, με διάφορους τρόπους (π.χ. συμπληρωματικά της ποινής φυλάκισης ή ως υποκατάστατο, εθελοντικά ή υποχρεωτικά, σε υπότροπους ή γενικά, σε δράστες κατά παιδιών ή γενικά κλπ), και ενώ το προφανές ήταν ότι τα σχετικά νομοθετήματα σύντομα θα ανατρέπονταν, με τον άμεσο χαρακτηρισμό της εφαρμογής τέτοιων ποινών ως «βασανιστηρίων», παρατηρούμε ότι ολοένα ευξάνονται οι ανεπτυγμένες χώρες που επιλέγουν το μέτρο αυτό, και τα σχετικά νομοθετήματα, τα οποία περισσότερο αμφισβητήθηκαν ή δέχθηκαν βελτιωτικές τροποποιήσεις, παρά ανατράπηκαν. Γιατί; Είναι απλά φαινόμενο μιμιτισμού ή υπάρχει κάτι πέρα από το προφανές; Πολλές φορές οι αιτιογολίες που συναντούμε μοιάζουν περισσότερο με οργισμένα πολιτικά μανιφέστα, παρά με επιστημονικά εμπεριστατωμένα κείμενα. Οι έντονες διαεπιστημονικές συζητήσεις, σχετικά με την υιοθέτηση του μέτρου και την εφαρμογή της μεθόδου, έχουν ανάγει το θέμα σε ένα από το πιο «δυνατά» θέματα στη ψυχιατρική, τη φιλοσοφία, στη δικανική ψυχολογία, στη νομική-ιατρική ηθική, στο δίκαιο, την ποινολογία, την πολιτική και την κοινωνιολογία.

 Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με τις δηλώσεις του, προ ημερών, ενεργοποίησε το ενδιαφέρον του Κωνστάντειου Κέντρου Έρευνας και Μελέτης Εγκληματολογίας και Δικανικών Επιστημών, το οποίο έλαβε χώρα την 12/10/2012, με εισηγητές το Δρ. Νεόφυτο Παπανεοφύτου, Πρόεδρο Επιτροπής Εποπτείας Δικαιωμάτων και Προστασίας Ψυχικά Ασθενών Ατόμων και παιδοψυχίατρο, τον Δρ. Μιχάλη Βωνιάτη, Πρόεδρο Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής Κύπρου και Ιατρό επιδημιολόγο, την κα Καρόλα Θεοδοσίου, Κοινωνική λειτουργό και μέλος διοικητικού συμβουλίου Συνδέσμου Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Βίας στην Οικογένεια, και τον Δρ. Λούη Καριόλου, Πρόεδρο Παγκύπριας Ψυχιατρικής Εταιρείας και Ψυχίατρο. Την απουσία της νομικής άποψης αναπλήρωσαν, από το κοινό, ο κος Ρίκκος Μαππουρίδης και η κα Κάλια Καμπανελλά (από το γραφείο του Επιτρόπου Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων). Οι συμμετέχοντες στο συνέδριο ανέπτυξαν τις θέσεις τους και ο καθένας εξήγησε τους λόγους για τους οποίους ο χημικός ευνουχισμός δεν θα έπρεπε να είναι μια από τις επιλογές μας ή για τους οποίους, στην Κύπρο τουλάχιστον, συνιστά θέμα πρόωρο για οποιοδήποτε συζήτηση (υπάρχουν άλλοι οδοί που δεν έχουν ενεργοποιηθεί). Η δημοσιευμένη προ διετίας άποψη της Επιτροπής Βιοηθικής συνυπογράφτηκε από τους λοιπούς συμμετέχοντες. Ο κ. Μαππουρίδης επέμεινε στην πρόκληση, γιατί ανεπτυγμένες χώρες έχουν ξεπεράσει αυτά τα ίδια ηθικά διλήμματα επιλέγοντας την ενεργοποίηση συναφών νομοθετημάτων, επισημαίνοντας την ανάγκη συγκριτικής έρευνας, ο Δρ. Καριόλου ήταν κατατοπιστικός, ως προς τις απαντήσεις του, δίνοντας το έναυσμα για προβληματισμό επί των ψυχοπολιτικών δυναμικών νομοθέτησης σε κάθε χωρόχρονο. Ο Δρ. Παπανεοφύτου εστίασε στην ουσιώδη σημασία της πρόληψης, στην προσπάθεια να μην δημιουργηθεί ένα άτομο ικανό να διαπράξει σεξουαλικό αδίκημα, αναφερόμενος στην ηλικία που η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας ενός παιδιού διαπλάθονται και στις δυναμικές παραμόρφωσης του ενδοψυχισμού του. Ο Δρ. Καριόλου εξηγώντας αναλυτικά τις μεθόδους και τους τρόπους τυποποίησης των δραστών έθεσε μια διαφορετική βάση διερεύνησης του θέματος. Όλες οι εισηγήσεις έκλιναν ενάντια στην υιοθέτηση του μέτρου, ενώ ο χρόνος φαινόταν ελάχιστος για να καλύψει όλες τις διαστάσεις ενός τεράστιου ζητήματος.

Από τη μία πλευρά έχουμε τον σωματικό εγκλεισμό και την κοινωνική απομόνωση του ατόμου που διαπράττει εγκλήματα σεξουαλικής φύσης, που σκοπεί στο σωφρονισμό του ατόμου, με ψυχολογικές – κοινωνιολογικές μεθόδους, και την επανένταξη του στο κοινωνικό σύνολο σε κάποια διαφορετική χρονική στιγμή. Από την άλλη υπάρχει η πεποίθηση ότι τα άτομα που διαπράττουν σεξουαλικής φύσης αδικήματα, όταν επανενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο, είναι πολύ πιθανόν να τα επαναλάβουν, γιατί δεν επιδέχονται στην πραγματικότητα «σωφρονισμό», ή γιατί στην πράξη η προσπάθεια, κρινόμενη από τα ποσοστά υποτροπής, έχει παταγωδώς αποτύχει. Τι αποτελεί μύθο και τι πραγματικότητα; Ποιός είναι ο σκοπός;

Ακόμα και με αυτό το σωματικό εγκλεισμό και την κοινωνική απομόνωση, ακόμα και με αυτή την αποστέρηση της σωματικής ελευθερίας, η φιλελεύθερη στάση δέχεται ότι το άτομο έχει το δικαίωμα να σκέφτεται και να αισθάνεται ελεύθερα, οτιδήποτε, και αυτό το επίπεδο ελευθερίας δεν μπορεί να το αγγίξει οτιδήποτε, με οποιοδήποτε τρόπο. Με τη γενικευμένη τοποθέτηση, δεν μπορεί το κράτος να ελέγχει με φάρμακα τα μυαλά των πολιτών του προκειμένου να επιτύχει την ιδεατή ή ιδανική κοινωνική τάξη. Ούτε η καταστολή του εγκλήματος θεωρείται ότι επιτυγχάνεται με τη δημιουργία μιας κοινωνίας αναπήρων, χωρίς επιλογές ανάμεσα στο έγκλημα και στο μη έγκλημα και συνειδητή απόκλιση. Παράλληλα όμως βλέπουμε αντίστοιχες αντιδράσεις (π.χ. τα νομοθετήματα κατά της τρομοκρατίας), μάλλον πολιτικά οδηγούμενες, που επιδιώκουν, σε κρίσιμες περιόδους, την κάθετη αναγκαστική επιβολή παρά τη διαλογική ρύθμιση.

Το ζήτημα της υιοθέτησης του χημικού ευνουχισμού, απέχοντας από τις παραδοσιακές νόρμες σωφρονισμού, παραδειγματισμού, γενικής και ειδικής πρόληψης, επί των οποίων έχει δομηθεί γερά το ποινικό σύστημα, προκαλεί. Ωστόσο χωρίς έρευνα, ειδικά, χωρίς έρευνα με τη χρήση εγχώριων δεδομένων, χωρίς το απαραίτητο υπόστρωμα για προβληματισμό, όντως, η συζήτηση του θέματος είναι πρόωρη και ίσως χωρίς οποιαδήποτε κατεύθυνση.

 

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s