Aintree University Hospitals NHS Foundation Trust v. James and others

Στην πολύ πρόσφατη Aintree University Hospitals NHS Foundation Trust v. James and others (Intensive Care Society and another intervening) [2013] UKSC 67;  [2013] WLR (D)  421, το Supreme Court επιλήφθηκε, για πρώτη φορά, υπόθεσης υπό την Mental Capacity Act 2005, η οποία ενδιαφέρει το χώρο του ιατρικού δικαίου και της ηθικής ή βιοηθικής. Η αγγλική Mental Capacity Act 2005, όπως είναι γνωστό, εν ολίγοις, θεσπίζει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για πρόσωπα τα οποία δεν μπορούν να λάβουν αποφάσεις για τους εαυτούς τους, και που πρέπει να το πράξουν με γνώμονα το καλύτερο δυνατό συμφέρον του προσώπου στο οποίο αφορά η εκάστοτε απόφαση. Το ζήτημα, κατά πόσο θα ήταν προς το καλύτερο δυνατό συμφέρον ενός εν ζωή ασθενούς, που κρατείται στη ζωή με τη χρήση ιατρικής παρέμβασης, η κατακράτηση ή απόσυρση της παρέμβασης αυτής, ούτως ώστε ο ασθενής να οδηγηθεί προς το βιολογικό του τέλος, ή κατά πόσο θα ήταν προς αυτό το καλύτερο συμφέρον του η εξακολούθηση χορήγησης μιας θεραπείας που δεν προβλέπεται να επιφέρει θετικό αποτέλεσμα, είναι από τα παλαιά ηθικονομικά διλήμματα.

Ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο 68 χρονος David James, ένας πολύ ταλαντούχος μουσικός και καλός οικογενειάρχης, είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο, Aintree University Hospitals NHS Foundation Trust, τον Μάιο του 2012, και είχε ένα βεβαρυμένο ιατρικό ιστορικό, σύμφωνα με το οποίο είχε χειρουργηθεί επιτυχώς προς θεραπεία καρκίνου του παχέως εντέρου, υπέστη μόλυνση, η οποία με τη σειρά της δημιούργησε χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, νεφρική βλάβη, και χαμηλή αρτηριακή πίεση. Κατά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο, μεταφέρθηκε στην μονάδα εντατικής θεραπείας και τοποθετήθηκε σε αναπνευστήρα. Μέχρι την 5η και 6η Δεκεμβρίου του 2012, που ήταν η πρώτη ακρόαση της υπόθεσης του, στο πρωτόδικο δικαστήριο, η ζωή του εξαρτιόταν από την παραμονή του στον αναπνευστήρα, ενώ σε αυτό το χρονοδιάστημα των περίπου 7 μηνών, η κατάσταση της υγείας του παρουσίασε διάφορες κυμάνσεις. Είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο, που του προκάλεσε αδυναμία στην δεξιά πλευρά του και νευρολογικές βλάβες, είχε υποστεί καρδιακή ανακοπή για την οποία χρειάστηκαν 6 λεπτά καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης, είχε υποστεί πολλαπλές μολύνσεις, στις οποίες ήταν επιρρεπής, που προκάλεσαν σηπτικό σοκ και πολυοργανική ανεπάρκεια. Κατά καιρούς είχε επιδιωχθεί μικρότερης χρονικής διάρκειας απελευθέρωση του από τον αναπνευστήρα και υποβοήθηση της αναπνοής του με συσκευή CPAP, και μέσω τραχειοτομής. Κατά το χρόνο της ακρόασης δεν βρισκόταν σε φαρμακευτική θεραπεία, ο μέγιστος χρόνος ημερήσιας χρήσης της συσκευής CPAP ήταν 12 ώρες, μετά την πάροδο των οποίων χρειαζόταν η επαναφορά του στον απαπνευστήρα. Η σίτιση και ενυδάτωση του γίνονταν με τη χρήση ρινογαστρικού σωλήνα. Η καθημερινή διαβίωση του στην μονάδα ήταν, σύμφωνα με τις θέσεις των γιατρών, ένα έργο επίπονο για τον ίδιο, ενώ οι πιθανότητες να λάβει εξιτήριο από τη μονάδα εντατικής θεραπείας ήταν πολύ περιορισμένες, πόσο μάλλον από το νοσοκομείο. Κατά τον ίδιο εκείνο χρόνο δεχόταν επισκέψεις από την οικογένεια και τους φίλους του, που αναγνώριζε την παρουσία τους, και απολάμβανε τη συντροφιά τους, ο γιος του του έδειχνε διάφορα videos στο κινητό, του έδιναν εφημερίδα που έβαζε τα γυαλιά του για να την διαβάσει, χωρίς βέβαια να είναι γνωστό εάν όντως την διάβαζε ή εάν απλά κοίταζε τις εικόνες, αυτές οι «καλές» στιγμές, έδιναν στην οικογένεια του ελπίδες, ενδεχομένως και στον ίδιο.

Το Σεπτέμβριο του 2012 το νοσοκομείο αποτάθηκε στο Δικαστήριο, ζητώντας δηλώσεις από το Δικαστήριο, με τη χρήση του άρθρου 15(1)(2) της Mental Capacity Act 2005, ότι ο κ. James στερείτο της δυνατότητας να συγκατατεθεί ή να αρνηθεί τη θεραπεία οποιουδήποτε είδους, και ότι σε περίπτωση επιδείνωσης της κατάστασής του, θα ήταν νόμιμο να παρακρατηθούν, δηλαδή να μην του χορηγηθούν, συγκεκριμένες θεραπείες, που σύμφωνα με το αίτημα που προωθήθηκε τελικά, αυτές ήταν η ενδοφλέβια χορήγηση δυνατών ινοτρόπων και αγγειοσυσπαστικών φαρμάκων, η αιμοκάθαρση, και η καρδιοαναπνευστική ανάνηψη (CPR). Σύμφωνα με την ομόφωνη γνώμη της ιατρικής του ομάδας, που σημειώθηκε ότι λήφθηκε κατόπιν σχολαστικής έρευνας, δεν θα ήταν προς το καλύτερο συμφέρον του ασθενούς η χορήγηση αυτών των θεραπειών, γνώμη που συμμερίστηκε και ο ανεξάρτητος γιατρός που διόρισε ο δικηγόρος που ενεργούσε για τον καθ’ ου η αίτηση ασθενή. Η οικογένεια του καθ’ ου η αίτηση είχε διαφορετική άποψη, την οποία υποστήριζε λέγοντας ότι, ο καθ’ ου η αίτηση αντιμετώπισε τα περιστατικά των μολύνσεων, τα χρονικά διαστήματα που μεσολαβούσαν ανάμεσα στις μολύνσεις ήταν ολοένα και μεγαλύτερα, και ο ίδιος, μπορεί να μην ανακτούσε ποτέ την ποιότητα ζωής που είχε παλαιότερα, αλλά έδειχνε να απολαμβάνει τη ζωή του, η οποία ήταν σε κάθε περίπτωση πολύτιμη γι’αυτόν και για τους γύρω του, μέσα από την οικογένεια και τους φίλους του, που ήταν όλοι κοντά του. Περαιτέρω, ο καθ’ ου η αίτηση δεν είχε απελπιστεί με όσα βίωνε και μέχρι τότε, δεν θα έπρεπε να απασχολήσει το ζήτημα να αφεθεί να πεθάνει. Η αντιδικία στην περίπτωση ανέδειξε ότι υπήρχαν και θετικά και αρνητικά, όσο αφορά την ηθικονομική διάσταση του ζητήματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, απαντώντας στο δίλημμα αυτό, επέλεξε να αφήσει τα πράγματα όπως είχαν απορρίπτοντας την αίτηση του νοσοκομείου.

Το νοσοκομείο εφεσίβαλε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, και στην ακρόαση της έφεσης από το Court of Appeal δόθηκε και η άδεια για προσκόμιση περαιτέρω ιατρικής μαρτυρίας που προέκυψε στο μεταξύ, σε σχέση με την πλήρη, πλέον, εξάρτηση του εφεσίβλητου από τη μηχανική υποστήριξη. Το Court of Appeal επέτρεψε την έφεση και εξέδωσε δηλώσεις περίπου σαν αυτές που αιτούνταν οι αιτητές. Την 31/12/2012 ο κ. James απεβίωσε μετά από καρδιακή ανακοπή. Η απόφαση του Court of Appeal εκδόθηκε την 01/03/2013 [2013] EWCA Civ 65, [2013] Med LR 110, κι ενώ ο καθ’ ου οι διαδικασίες είχε πλεόν αποβιώσει, επετράπη στη χήρα του να εφεσιβάλει την απόφαση, ενόψει της διάστασης των δικαστικών απόψεων και της ευαισθησίας και σοβαρότητας του ζητήματος.

Το Supreme Court έκανε μια χρήσιμη και επιβεβαιωτική αναδρομή στο νομικό πλαίσιο που διέπει το ζήτημα και στις αρχές που διαμορφώθηκαν μέσα από την υφιστάμενη νομολογία. Αρχικά προσδιόρισε τις περιορισμένες δυνατότητας της Mental Capacity Act 2005, τα όριά της, λέγοντας ότι δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να πράξει για τον ασθενή αυτό που θα έπραττε ο ίδιος ο ασθενής για τον εαυτό του, εάν είχε πλήρη ικανότητα, και τίποτε άλλο, το Δικαστήριο δεν έχει περισσότερες δυνατότητες από αυτές που θα είχε ο ίδιος ο ασθενής εάν είχε την πλήρη ικανότητα. Ο ασθενής δεν μπορεί να διατάξει τον ιατρό να του χορηγήσει μια συγκεκριμένη θεραπεία, παρόλο που ο ασθενής μπορεί να την αρνηθεί, η θέση του Δικαστηρίου δεν διαφέρει. Στην Re J (A Minor) (Child in Care: Medical Treatment) [1991] Fam 33, at 48, ο Lord Donaldson MR είχε πει ότι, το Δικαστήριο δεν μπορεί να…

  “…require the [health] authority to follow a particular course of treatment. What the court can do is to withhold consent to treatment of which it disapproves and it can express its approval of other treatment proposed by the authority and its doctors.”

Στην Re J (A Minor)(Child in Care: Medical Treatment) [1993] Fam 15, σελίδες 26-27 ξεκαθάρισε αυτό το ratio dicidendi. Παρόμοια αντιμετώπιση υπήρξε στην R v Cambridge District Health Authority, ex p B [1995] 1 WLR 898, και στην R (Burke) v General Medical Council [2005] EWCA Civ 1003, [2006] QB 273, όπου ο Lord Phillips MR δέχθηκε τις θέσεις του General Medical Council ότι, εάν ένας γιατρός αποφασίσει καταληκτικά ότι η θεραπεία για ένα ασθενή δεν είναι κλινικά ενδεδειγμένη, δεν απαιτείται από αυτόν (με την έννοια ότι δεν έχει τη νομική υποχρέωση) να την παρέχει. Συνεπώς, ο ασθενής δεν μπορεί να απαιτήσει τη χορήγηση μιας θεραπείας που ο γιατρός κρίνει ενάντια στις κλινικές του ανάγκες. Μπορεί να υπάρχουν περιπτώσεις όπου εντοπίζεται το καθήκον ενός γιατρού να πράξει με συγκεκριμένο τρόπο κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις, αλλά το Δικαστήριο της Προστασίας, που προνοεί η Mental Capacity Act 2005, δεν είναι αυτό που θα αποφασίζει, ούτε εξετάζει τη συμπεριφορά των ιατρών, εάν είναι σύμφωνη με τους κανονισμούς και τις οδηγίες ή εάν υφίσταται αμέλεια. Ο ρόλος του είναι συγκεκριμένος, να αποφασίσει κατά πόσο η χορήγηση μιας θεραπείας είναι προς το καλύτερο συμφέρον του ασθενούς που δεν μπορεί να αποφασίσει ο ίδιος. Νοείται ότι, ο λόγος γίνεται πάντα για νόμιμη θεραπεία.

Όπως λέχθηκε στην καθοδηγητική Airedale NHS Trust v Bland [1993] AC 789:

«...the correct answer to the present case depends upon the extent of the right to continue lawfully to invade the bodily integrity of Anthony Bland without his consent. If in the circumstances they have no right to continue artificial feeding, they cannot be in breach of any duty by ceasing to provide such feeding” (p 883)».

Είναι η συγκατάθεση του ασθενούς που μετατρέπει μια θεραπευτική παρέμβαση σε νόμιμη, δεν είναι νόμιμο να χορηγεί κανείς μια θεραπεία σε ένα ασθενή που έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει από μόνος του γι’αυτήν και που την αρνείται. Ούτε είναι νόμιμο να χορηγεί κανείς αυτή τη θεραπεία σε ένα ασθενή που στερείται της δυνατότητας να αποφασίσει, αλλά ο οποίος έχει προβεί σε προηγούμενη συνειδητή άρνηση της. Ούτε είναι νόμιμο να γίνεται χρήση γενικού πληρεξουσίου για το σκοπό αυτό, παρά μόνο ειδικού, με ρητή αναφορά σε συγκεκριμένη θεραπεία, και εφόσον ισχύουν οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου. Το Δικαστήριο παρέπεμψε επίσης στην Re F (Mental Patient: Sterilisation) [1990] 2 AC 1. Περαιτέρω, επεξήγησε καλύτερα την Bland (ανωτέρω), θυμίζοντας ότι, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει εάν είναι προς τον καλύτερο συμφέρον του ασθενούς να πεθάνει, αλλά εάν είναι προς το καλύτερο συμφέρον του ασθενούς να εξακολουθήσει η χορήγηση μιας θεραπείας, και ότι ο τρόπος θέσης του ζητήματος ή του ερωτήματος είναι ουσιώδες ζήτημα. Αντίστοιχα, στην προκειμένη περίπτωση, το ζήτημα δεν είναι εάν είναι προς το καλύτερο συμφέρον του ασθενούς να παρακρατηθεί ή να αποσυρθεί μια θεραπεία, αλλά εάν είναι προς το καλύτερο συμφέρον του ασθενούς να εξακολουθήσει η χορήγηση μιας θεραπείας. Εξυπακούεται ότι, σε τέτοια περίπτωση, που το Δικαστήριο αποφασίζει ότι δεν είναι προς το συμφέρον του ασθενούς η εξακολούθηση μιας θεραπείας, δεν θα ήταν νόμιμο αυτή να εξακολουθήσει. Περαιτέρω, εξυπακούεται ότι, νοουμένου ότι ο ιατρός δεν είναι αμελής, δεν θα βρίσκεται σε παράβαση καθήκοντος εάν παρακρατήσει ή παύσει να χορηγεί την εν λόγω θεραπεία.

Το Δικαστήριο εξήγησε, στη συνέχεια, τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται το «καλύτερο συμφέρον», σύμφωνα με την περιορισμένη καθοδήγηση που περιλαμβάνεται στις διατάξεις του άρθρου 4 της Mental Capacity Act 2005, και στη νομολογία. Σύμφωνα με την παλαιότερη νομολογιακή άποψη, θα ήταν αρκετό για τον αποφασίζοντα να ενεργήσει σύμφωνα με μια αποδεκτή ιατρική άποψη (που παραπέμπει στο Bolam test, με τους όρους ιατρικής αμέλειας), ωστόσο η Re S (Adult Patient: Sterilisation) [2001] Fam 15 αρκέστηκε ως προς το να είναι απλά η λογικά καλύτερη επιλογή. Τα πλεονεκτήματα του “best interests test” είναι ότι δίνει την έμφαση του στον ασθενή, ως άτομο στην ολότητά του, παρά στη συμπεριφορά των γιατρών, και λαμβάνει υπόψη του τόσο τους ιατρικούς όσο και τους μη ιατρικούς παράγοντες. Το “best interests test” εμπεριέχει ένα δυνατό στοιχείο υποκατάστατης δικαστικής κρίσης, χωρίς όμως να μετατρέπεται σε “substituted judgment test”. Επεκτείνεται στις επιθυμίες, τις πεποιθήσεις και τα συναισθήματα του ασθενούς όπως έχουν εκφραστεί στο παρελθόν και στο παρόν, και στους παράγοντες τους οποίους ο ασθενής θα λάμβανε υπόψη για να διαμορφώσει την επιθυμία, την πεποίθηση ή το συναίσθημα του, εάν είχε τη δυνατότητα να το πράξει, αλλά ο νόμος προχώρησε σε κάποιες χρήσιμες προσθήκες, σύμφωνα με τις οποίες οι αξίες και οι πεποιθήσεις που θα επηρέαζαν την λαμβανόμενη απόφαση του ασθενούς προσδιορίζονται με συγκεκριμένο τρόπο. Στην ευρύτητά του, μπορεί να περιλαμβάνει ακόμα και αυτά τα αλτρουϊστικά συναισθήματα και το ενδιαφέρον για τους άλλους, και αυτό για να δοθεί έμφαση στην σημαντική καθοριστικότητα των επιθυμιών του ιδίου του ασθενούς για την κρίση του τι είναι προς το καλύτερο συμφέρον του ασθενούς. Με ένα απλοϊκό παράδειγμα, δεν είναι προς το συμφέρον του ασθενούς να του χορηγήσει κανείς την Α τροφή που δεν του αρέσει εάν υπάρχει διαθέσιμη η Β τροφή η οποία είναι ίδιας θρεπτικής αξίας. Σύμφωνα με την προσθήκη των άρθρων 4(5) και 10, για τη διαμόρφωση της κρίσης κατά πόσο μια θεραπεία, παρατείνουσα τη ζωή, είναι προς το καλύτερο συμφέρον του ασθενούς, αυτός που αποφασίζει, δεν πρέπει να παρασύρεται από την επιθυμία του θανάτου του ασθενούς.

Βέβαια, πέρα από αυτά, ο νόμος δεν παρέχει περαιτέρω καθοδήγηση, ανέθεσε στον  Lord Chancellor να επικουρήσει τη διαδικασία της λήψης των αποφάσεων υπό την Mental Capacity Act 2005 με τη θέσπιση ενός συναφούς κώδικα. Οπότε, ο Mental Capacity Act Code of Practice δημοσιεύτηκε το 2007 και περιέχει πρόνοιες σχετικές το ζήτημα, στις παραγράφους 5.31, 5.32 και 5.33, που είναι σημαντικό να διαβάζονται ως σύνολο. Το περιεχόμενό τους είναι σαφές, αν και θα πρέπει να είναι πάντα υπόψη ότι δεν αποτελεί νομοθεσία.

Η προσέγγιση της έννοιας της ματαιότητας (futility) στη χορήγηση μιας θεραπείας, που περιέχεται στο κείμενο του κώδικα, είναι σημαντική, και θα πρέπει να ερμηνεύεται σε σχέση με τους υφιστάμενους στόχους μιας θεραπείας. Ωστόσο, το Court of Appeal στην προκειμένη περίπτωση προέβηκε στο ολίσθημα να ερμηνεύσει την έννοια της ματαιότητας με τον εξής ευρύτατο τρόπο:

 “The goal may be to secure therapeutic benefit for the patient, that is to say the treatment must, standing alone or with other medical care, have the real prospect of curing or at least palliating the life-threatening disease or illness from which the patient is suffering”. (par.35).

Όλες οι αυθεντίες δέχονται ότι υπάρχει ένα τεκμήριο ότι είναι προς το καλύτερο συμφέρον ενός ασθενούς να παραμείνει ζωντανός. Όπως λέχθηκε και στην Bland (σελ.808):

  “A profound respect for the sanctity of human life is embedded in our law and our moral philosophy”.

Ωστόσο, δέχονται επίσης, ότι το τεκμήριο αυτό δεν είναι απόλυτο, ότι επιδέχεται εξαιρέσεις, και ότι, υπάρχουν περιπτώσεις που δεν θα ήταν προς το καλύτερο συμφέρον ενός ασθενούς να παρατείνεται η ζωή του με κάποια θεραπεία.

Τα Δικαστήρια είναι διστακτικά ως προς το να θέσουν πιο εξειδικευμένες κατευθυντήριες γραμμές. Κάθε περίπτωση είναι μοναδική, και κρίνεται στη βάση των δικών της ιδιαίτερων περιστατικών. Όπως λέχθηκε στην Portsmouth Hospitals NHS Trust v Wyatt [2005] 1 FLR 21:

 “The infinite variety of the human condition never ceases to surprise and it is that fact that defeats any attempt to be more precise in a definition of best interests” (par. 23)

Σχολιάζει, το Supreme Court ότι, υπάρχουν περιπτώσεις σαν την Bland όπου ο θάνατος είναι η μόνη επιλογή, και δεν τίθεται αυτή η άσκηση εξισορρόπησης των υπέρ και των κατά, μεταξύ ζωής και θανάτου. Εκεί όπου αυτή η άσκηση εξισορρόπησης πρέπει να γίνεται, υπάρχουν περιπτώσεις που χρησιμοποίησαν, ως κριτήριο, αυτό της μη ανεκτικότητας της παρατεινόμενης ζωής (intolerability), κατά πόσο ο ασθενής δεν θα άντεχε να ζει έτσι. Βλ. Re B (A Minor) (Wardship: Medical Treatment) [1981] 1 WLR 1421; Re J (Wardship: Medical Treatment) [1991] Fam 33; Portsmouth Hospitals NHS Trust v Wyatt [2005] EWCA Civ 1181, [2005] 1 WLR 3995; W Healthcare NHS Trust v H [2005] 1 WLR 834. Ο πόνος, η ποιότητα της ζωής, έχουν τη σημασία τους, και κάπου εκεί φαίνεται να εντοπίζεται και ο σύνδεσμος με την έννοια της ματαιότητας.

Το Supreme Court, υπό το φως της νέας μαρτυρίας που προέκυψε ενώπιον του Court of Appeal, απέρριψε μεν την έφεση, αποδεχόμενο ότι το Court of Appeal κατέληξε στο σωστό αποτέλεσμα, να επιτρέψει τις δηλώσεις, εφόσον σε εκείνο το στάδιο της ακρόασης στο Court of Appeal η κατάσταση του ασθενούς είχε φτάσει στο οριακό σημείο, όπου η δυνατότητα ανάκτησης έστω της προ ημερών ποιότητας ζωής του, ήταν εξαιρετικά ισχνές. Επισήμανε όμως ότι, το Court of Appeal το έπραξε για τους λάθος λόγους, με την έννοια ότι η δικαιολόγηση του, το reasoning του, πάσχουν, ενώ το Supreme Court βρήκε την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου, επί της ουσίας, ορθότερη όσο αφορά την νομική και αξιολογική προσέγγιση. Ουσιαστικά, εάν υιοθετούσε την αξιολογική προσέγγιση του Court of Appeal θα σήμαινε, ενδεχομένως, και μια θεμελιώδη αλλαγή στο υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, που θα συντάρασσε το γνωστό δίκαιο.

Σύμφωνα με τη θεώρηση του Supreme Court, η πρωτόδικη προσέγγιση του έντιμου Peter Jackson J ήταν ορθή, με δεδομένη τη γένεση αυτών των εννοιών στον κώδικα, όπως και ο συλλογισμός, κατά πόσο η παρατεινόμενη θεραπεία θα ήταν μάταιη, με την έννοια ότι δεν θα επέφερε οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα στην κατάσταση του ασθενούς ή δεν θα του προσέδιδε οποιοδήποτε όφελος. Οι δύο από τις θεραπείες είχαν ήδη δοκιμαστεί στο παρελθόν και δεν δούλεψαν. Ήταν επίσης ορθή η πρωτόδικη προσέγγιση ότι η επαναφορά (recovery) δεν νοείται η απόκτηση πλήρους υγείας, αλλά η ανάκτηση μιας ποιότητας ζωής, στην οποία ο ασθενής θα μπορούσε να προσδώσει κάποια αξία. Το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι η εξακολούθηση της χορήγησης των θεραπειών ήταν ένα βάρος, αλλά το αντιστάθμισε με τα οφελήματα που αυτό το βάρος θα επέφερε, και αυτό ήταν μια σωστή ενέργεια. Ήταν επίσης ορθό το πρωτόδικο δικαστήριο όταν τα ιατρικά πορίσματα σχετικά με τα αποτελέσματα των θεραπειών μόνο ως μέρος της διαδικασία της εξισορρόπησης. Θα έπρεπε να δοθεί περισσότερη ευρύτητα στην έννοια της ευημερίας του ασθενούς και μεγαλύτερο βάρος στην οικογενειακή ζωή του. Ενδεχομένως, το πρωτόδικο δικαστήριο, με τα τότε δεδομένα, και με την ενώπιον του μαρτυρία σχετικά με τις διακυμάνσεις ως προς την κατάσταση υγείας του ασθενούς, να ήταν ορθά φειδωλό ως προς το να επιτρέψει τις αιτούμενες δηλώσεις, ήταν νωρίς.

Το Supreme Court ανέφερε πως το ίδιο θα προέβαινε σε διαχωρισμό των θεραπειών, που εμπεριέχονταν στα αιτήματα. Η καρδιοαναπνευστική ανάνηψη, παρόλο που εφαρμόστηκε με επιτυχία στο παρελθόν, έχει σχεδιαστεί για να επαναρχίζει την καρδιά όταν αυτή σταματά να λειτουργεί ή όταν οι πνεύμονες σταματούν τη λειτουργία της αναπνοής, ούτως ώστε να επαναφέρουν τον ασθενή στη ζωή. Είναι αντιληπτό που ο πρωτόδικος δικαστής είδε την προωρότητα του ζητήματος αυτού, αλλά με δεδομένη τη μαρτυρία ότι σε περίπτωση τέτοιας επαναφοράς, ο ασθενής θα ήταν πολύ σοβαρότερα ανίκανος, σε σχέση με πριν την εφαρμογή της, θα ήταν ορθότερο να λεχθεί ότι δεν ήταν προς το καλύτερο συμφέρον του η εφαρμογή της. Η προωρότητα αυτή, σαφέστατα, δεν υπήρχε κατά το χρόνο ακρόασης της υπόθεσης στο Court of Appeal. Από την άλλη, το Supreme Court, θεωρώντας αρνητικά την ουσιαστική προσέγγιση το Court of Appeal ανέφερε ότι, το Court of Appeal είχε τοποθετήσει τον πήχυ πολύ ψηλά με την αναφορά του ότι η θεραπεία είναι «μάταιη» εκτός εάν επιφέρει αποκατάσταση από αυτή τη συγκεκριμένη ασθένεια που απειλεί τη ζωή, παρόλο που το Court of Appeal φαίνεται ότι δανείστηκε το λεκτικό των Grubb, Laing και McHale, στο σύγγραμμα τους Principles of Medical Law (3rd edition 2010), παρ. 10.214. Σύμφωνα με το Supreme Court:

 “A treatment may bring some benefit to the patient even though it has no effect upon the underlying disease or disability”.

Οπότε, στην ολιστική θεώρηση του ζητήματος, αυτό το άλλο όφελος του ασθενούς, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται. Όσο αφορά για την απουσία προοπτικής επαναφοράς, το Supreme Court διαφώνησε ότι σημαίνει την δυνατότητα επαναφοράς σε τέτοια κατάσταση υγείας, όπου η προοπτική του θανάτου, εάν ο λόγος γίνεται για υφιστάμενη απειλιτική της ζωής κατάσταση, εξαλείφεται. Δεν ήταν περίπτωση όπου ο ασθενής, κατά το χρόνο εκείνο, πορευόταν ενεργά προς το θάνατο. Έγινε εξάλλου δεκτό στην Burke (ανωτέρω) ότι, όταν ο θάνατος είναι τόσο κοντά, θα μπορούσε το ζήτημα να είναι η εξασφάλιση της άνεσης και της αξιοπρέπειας του, παρά η λήψη διαβημάτων για παράταση της ζωής. Όταν όμως ο ασθενής απλά υποφέρει από ανίατη νόσο ή μόνιμη αναπηρία, το να μιλά κανείς για επαναφορά σε τόσο καλή κατάσταση υγείας, δεν είναι ιδιαίτερα βοηθητικό. Η αξία της ζωής όμως εκεί, στις περιπτώσεις των ανίατων ασθενειών και μόνιμων αναπηριών, δεν διαγράφεται εντελώς. Όπως αναφέρει το Supreme Court:

 “Resuming a quality of life which the patient would regard as worthwhile is more readily applicable, particularly in the case of a patient with permanent disabilities”.

… και δεν εναπόκειται στους άλλους να πουν ότι μια ζωή στην οποία ο ασθενής θα προσέδιδε αξία, δεν έχει οποιαδήποτε αξία.

Το Supreme Court διαφώνησε επίσης με τη θεώρηση του Court of Appeal ότι το “test” για το ποιες θα ήταν οι επιθυμίες και ποια τα συναισθήματα του ασθενούς ήταν αντικειμενικό, και ερμηνευόταν ότι θα ήταν αυτές του μέσου συνετού ασθενούς, υπό τις περιστάσεις. Το Supreme Court επανέλαβε ότι ο σκοπός του “best interests test” είναι να δει τα πράγματα από τη σκοπιά του συγκεκριμένου ασθενούς τη συγκεκριμένη δεδομένη στιγμή της απόφασης, υπό την επίδραση όλων των υφιστάμενων παραγόντων. Στην προκειμένη περίπτωση, η θέση ήταν ο ασθενής θα επιθυμούσε τη θεραπεία μέχρι το σημείο εκείνο που θα απελπιζόταν, και ότι, δεν είχε ακόμα απελπιστεί. Οι αξίες και οι πεποιθήσεις του, και όλα τα σημαντικά γι’αυτόν, είναι απαραίτητο συστατικό της επιλογής, ποιο είναι το σωστό για αυτό τον άνθρωπο.

Το Supreme Court δεν παρέλειψε να θίξει στον επίλογό του, μεταξύ άλλων, ότι μετά τη διενέργεια των πράξεων αυτών, είναι μάλλον άνευ αντικειμένου να έρθει μια δικαστική κρίση να τοποθετηθεί υποθετικά, λέγοντας ότι θα ήταν προς το καλύτερο συμφέρον του ασθενούς εάν κάτι άλλο.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s