Επίπεδο επιμέλειας στο στάδιο λήψης οδηγιών: Procter v. Raleys Solicitors

Professional-Negligence1

H πρόσφατη Procter v. Raleys Solicitors [2013] All ER (D) 161 (Nov), που εξέδωσε στο Leeds County Court, ο έντιμος Judge Gosnell, είναι μια υπόθεση δικηγορικής αμέλειας, που προβληματίζει προς διάφορες κατευθύνσεις, και που δεν διαφεύγει της ανάγκης κριτικής επισκόπησης της.

Ο Andrew Procter, 53 ετών, ήταν εργάτης ορυχείου, και εργαζόταν για πολλά χρόνια σε διάφορα ανθρακορυχεία στην επικράτεια του Yorkshire. Από την 29/08/1986 μέχρι την 31/12/1994 στην National Coal Board νυν British Coal, και από την 01/01/1995 μέχρι τον Ιανουάριο του 2004 στην RJB Mining Ltd νυν UK Coal Mining Ltd. Κατά τη διάρκεια των εργοδοτήσεων του αυτών, λόγω της εκτεταμένης χρήσης των χειροκατευθυνόμενων εργαλείων εξόρυξης και της έκθεσης του στις δονήσεις που παρήγαγαν τα εργαλεία αυτά, παρουσίασε το σύνδρομο κραδασμών μεταδιδόμενων στο σύστημα χεριού-βραχίονα (HAVS) στην ειδικότερη μορφή του, που είναι γνωστή ως κραδασμοί «λευκού δακτύλου» (VWF). Τον Ιανουάριο του 2000 έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους Raleys Solicitors να ενεργοποιήσουν τις διαδικασίες, με τις οποίες θα μπορούσε να λάβει αποζημιώσεις για τις βλάβες αυτές που υπέστηκε.

Κατά το χρόνο εκείνο υπήρχε το σχήμα αποζημιώσεων που θέσπισε το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας, που προέβλεπε συγκεκριμένο σταθερό ύψος αποζημίωσης για τη συγκεκριμένη πάθηση, για εργοδοτούμενους στην British Coal, δηλαδή αποζημίωση «ταρίφα». Επρόκειτο για ένα σχήμα αποζημιώσεων που, μετά που η British Coal είχε κριθεί αμελής από το Court of Appeal, τον Ιούλιο του 1998, για εκτεταμένη έκθεση των εργοδοτούμενων της σε δονήσεις, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σε αυτούς του συνδρόμου VWF, το Υπουργειο Εμπορίου και Βιομηχανίας είχε αναλάβει τότε την ευθύνη, θεσπίζοντας το σχήμα αυτό για τις αποζημιώσεις. Ο κ. Procter, που χρησιμοποιούσε τα εργαλεία και στις δύο εργοδοτήσεις του, υπάγετο στο σχήμα.

Η διαχείριση του σχήματος αποζημιώσεων γινόταν από την IRISC Claims Management, η οποία προέβηκε σε συμφωνία με διάφορα δικηγορικά γραφεία, που ανήκαν στο λεγόμενο VWF Litigation Solicitors Group. Η συμφωνία, Claims Handling Arrangement, καταρτίστηκε γραπτώς την 22/01/1999, και τροποποιείτο από καιρό σε καιρό. Υπήρχαν επίσης κατά καιρούς διαπραγματεύσεις μεταξύ του Υπουργείου και των δικηγόρων της ομάδας αυτής, καθώς και άλλων μικρότερων μονάδων ανθρακορυχείων, όπως η UK Coal, για τον τρόπο προώθησης και διευθέτησης των απαιτήσεων αυτού του είδους, με ποσά που θα περιλάμβαναν το σύνολο της απαίτησης. Όταν προέκυπτε διαφωνία, είτε θα επιλύνονταν με συμφωνία, είτε θα καθοριζόταν το ποσό αποζημίωσης από το Δικαστήριο. Η ομάδα δικηγόρων εξέδιδε κάθε τόσο bulletins που έστελνε σε άλλους δικηγόρους, για ενημέρωση. Επιπρόσθετα από την συμφωνία Claims Handling Arrangement, την 09/05/2000 είχε καταρτιστεί και η Services Agreement, που θα έδιεπε το ζήτημα των εξόδων για τις αναγκαίες υπηρεσίες.

Τα παράπονα, που λαμβάνονταν, διαχωρίζονταν εσωτερικά, ανάλογα με το εάν είχαν κινηθεί παράλληλα δικαστικές διαδικασίες, και εάν είχαν επιδοθεί και σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά. Ο αιτητής θα έπρεπε πρώτα να υποβάλει συμπληρωμένο ερωτηματολόγιο στην IRISC σχετικά με το επάγγελμα του, όπου θα τοποθετείτο σε ομάδα, ανάλογα με το ποσοστό έκθεσης του. Εάν το αίτημα του γινόταν δεκτό από την IRISC και τοποθετείτο σε τέτοια ομάδα, θα διενεργούνταν ιατρικές εξετάσεις, με τη διαδικασία που προβλεπόταν στη συμφωνία, που θα επιβεβαίωναν κατά πόσο ο αιτητής πάσχει από VWF και σε ποιο βαθμό της κλίμακας Stockholm Workshop scale. Τότε, η IRISC θα ήταν υποχρεωμένη θα υποβάλει προσφορά αποζημίωσης ή να απορρίψει το αίτημα, ανάλογα, παρέχοντας σχετική αιτιολογία. Ο αιτητής θα είχε δικαίωμα να εφεσιβάλει την απόφαση της IRISC, ενώ η συμφωνία προέβλεπε κάλυψη γενικών ζημιών, αναπηρίας στο χώρο αγοράς εργασίας, και ειδικές ζημιές. Στη συμφωνία υπήρχαν επίσης πρόνοιες για ενδιάμεσες πληρωμές, και για επέκταση της εφαρμογής του σχήματος αποζημίωσης. Η Services Agreement της 09/05/2000 προνοούσε ότι ο αιτητής θα είχε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του ότι, πλην το πλήγμα της ασθένειας ήταν σε θέση να διεκπεραιώνει συγκεκριμένους στόχους, που λόγω της ασθένειας του πλέον αδυνατεί. Η ενεργοποίηση της διαδικασίας αυτής γινόταν και πάλι με τη συμπλήρωση σχετικού εντύπου ερωτηματολογίου. Η ΙRISC δεν θα ήταν υποχρεωμένη να δεχθεί το αίτημα, ενώ είχε δικαίωμα να ζητήσει τη διενέργεια συνέντευξης με τα πρόσωπα που, κατ’ ισχυρισμό, παρείχαν τις αναγκαίες υπηρεσίες, για να διερευνήσει την αλήθεια. Τα αμφισβητούμενα αιτήματα προωθούνταν στην Securities Investigation Department για περαιτέρω εξέταση, στην οποία περιλαμβάνονταν δεύτερη ιατρική εξέταση, που επικεντρωνόταν επί αυτού του σημείου. Η προσέγγιση της αποζημίωσης θα ήταν και πάλι σε μορφή «ταρίφας». Οι απαιτήσεις για τις αναγκαίες υπηρεσίες ήταν σε δοκιμαστική εφαρμογή μέχρι τα μέσα του 2003, όπου θα άρχιζαν οι ικανοποιήσεις των αιτημάτων, πολλά από τα οποία δεν είχαν επιλυθεί μέχρι το 2005-06. Περαιτέρω, η συμφωνία για τις αναγκαίες υπηρεσίες δέσμευε μόνο της British Coal και όχι άλλους εργοδότες όπως η UK Coal, εναντίον των οποίων θα ίσχυαν οι νομολογιακοί κανόνες.

Ο κ. Procter δίνοντας οδηγίες προς τους δικηγόρους του, συμπλήρωσε και το σταθερό έντυπο ερωτηματολόγιο της IRISC. Ανέφερε ότι τα συμπτώματα της ασθένειας του είχαν αρχίσει από το 1990, ωστόσο δεν ήταν γνωστή η αιτία. Έπραυσε να χρησιμοποιεί τα εργαλεία που παρήγαγαν δονήσεις την 23/09/1999, ενώ η συμπτωματολογία συνέχισε. Οι εργοδότες είχαν αναφέρει ότι η έκθεση του κ. Procter στη χρήση των μηχανημάτων αυτών ήταν, όντως, συνεχής. Η IRISC έκανε δεκτό το αίτημα του κ. Procter στην κατηγορία Claim 1, και διενεργήθηκαν οι προβλεπόμενες ιατρικές εξετάσεις που επιβεβαίωσαν την ύπαρξη της ασθένειας σε βαθμό 2V 2Sn (late) bilaterally.

Με επιστολή τους ημερομηνίας 10/09/2001 προς τον κ. Procter, οι δικηγόροι του, του διαβίβαζαν αντίγραφο της ιατρικής αναφοράς, και του παρείχαν διάφορες πληροφορίες και συμβουλές σε σχέση με τις αναγκαίες υπηρεσίες, και άλλα αιτήματα, που θα μπορούσε να σκεφτεί και να αποφασίσει κάποια στιγμή. Την 27/01/2013 εστάλη ακόμα μια επιστολή στον κ. Procter με έντυπα που θα εξουσιοδοτούσαν τη λήψη ενδιάμεσης πληρωμής. Και με αυτή την επιστολή επίσης δίνονταν πληροφορίες στον κ. Procter για την δυνατότητα αιτήματος για τις αναγκαίες υπηρεσίες. Τέλος, με επιστολή ημερομηνίας 23/10/2003 οι δικηγόροι του κ. Procter τον ενημέρωναν για την προσφορά συμβιβασμού στο ποσό των £11,141 συμπεριλαμβανομένου του τόκου, και πάλι παρέχοντας του πληροφορίες για τη δυνατότητα αιτήματος για τις αναγκαίες υπηρεσίες.

Ο κ. Procter είγηρε αγωγή εναντίον των δικηγόρων του, προβάλλοντας τη θέση ότι, εάν οι δικηγόροι του τον συμβούλευαν δεόντως για τη φύση του σχήματος αυτού αποζημιώσεων, και για τις διαθέσιμες επιλογές του, αυτός θα προωθούσε απαίτηση και για τις αναγκαίες υπηρεσίες, παράλληλα με τη λήψη της αποζημίωσης σύμφωνα με το σχήμα αποζημίωσης του Υπουργείου. Η θέση των εναγόμενων δικηγόρων ήταν ότι, ο ενάγοντας ενημερώθηκε δεόντως και πλήρως, και ότι, εάν ο ενάγοντας έθετε σε γνώση τους ότι χρειαζόταν να λαμβάνει τέτοιες υπηρεσίες, για τη διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων ή στόχων, που δεν το έπραξε γιατί προφανώς τέτοια ανάγκη δεν υπήρχε στην πραγματικότητα, εκείνοι θα τον συμβούλευαν για το ενδεχόμενο να δώσει οδηγίες για να προωθηθεί και σχετική απαίτηση. Οι τρείς προαναφερόμενες επιστολές ήταν σημαντικές, αφού σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των δικηγόρων περιείχαν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, για τις αναγκαίες υπηρεσίες και την δυνατότητα υποβολής σχετικού αιτήματος. Ωστόσο, αφενός, το παράπονο του κ. Procter δεν είχε οποτεδήποτε κατά πρόσωπο συνάντηση με οποιοδήποτε δικηγόρο από την εν λόγω εταιρεία, ενώ οι δικηγόροι της εν λόγω εταιρείας δεν είχαν καλέσει μάρτυρα προς ενίσχυση της θέσης ότι  παραχωρήθηκαν συμβουλές εκτός από τις επιστολές αυτές.

Δεν αμφισβητείτο ότι οι εναγόμενοι είχαν καθήκον επιμέλειας οφειλόμενο προς τον ενάγοντα, τόσο με βάση το δίκαιο των συμβάσεων, όσο και με βάση το δίκαιο των αστικών αδικημάτων. Το επίπεδο επιμέλειας που απαιτείται είναι αυτό του μέσου ικανού δικηγόρου. Στην Midland Bank v. Hett, Stubbs Kemp [1979]Ch 384, είχε αποφασιστεί ότι το επίπεδο επιμέλειας δεν θα πρέπει να κρίνεται με γνώμονα τον ιδιαίτερα σχολαστικό και συνειδητοποιημένο επαγγελματία, αλλά με το τι εύλογα θα ανέμενε κανείς από ένα ικανό επαγγελματία, σύμφωνα με τα κοινά υιοθετημένα, από το επάγγελμα του, πρότυπα. Ο γνώμονας για τη δικηγορική αμέλεια είναι το τι θα έκανε ο εύλογα ικανός δικηγόρος που ειδικεύεται στον τομέα που ο εναγόμενος δικηγόρος φέρεται προς τα έξω να ειδικεύεται, αυτό το τεστ εφαρμόστηκε στην Green v. Collyer Bristow [1999] Lloyds Reports P.N. 798. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι δικηγόροι προέβαλλαν τους εαυτούς τους ως ειδικούς σε χειρισμό απαιτήσεων που σχετίζονταν με βιομηχανικές ασθένειες, και στην εφαρμογή του εν λόγω σχήματος αποζημιώσεων.

Το Δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από την Dixon v. Clement Jones Solicitors [2004] EWCA Civ 1005, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 “There is no requirement in such a loss of a chance case to fight out a trial within a trial, indeed the authorities show as a whole that that is what should be avoided. It is the prospects and not the hypothetical decision in the lost trial that have to be investigated. …. The test is not to find what the original decision of the underlying litigation would have been as if that litigation had been fought out, but to assess what the prospects were”.

 «The judge was not trying the action against the accountants. The opportunity for a trial of that had been lost. His view as to what the outcome would have been was strictly irrelevant, except as one stage in the process of deciding the value of the loss opportunity”.

(σε ελεύθερη μετάφραση)

  «Δεν υφίσταται τέτοια προϋπόθεση, σε περίπτωση τέτοιας απώλειας ευκαιρίας έγερσης υπόθεσης, να διεξάγεται δίκη εντός δίκης, και πράγματι, οι αυθεντίες, ως σύνολο, επιμαρτυρούν ότι κάτι τέτοιο θα πρέπει να αποφεύγεται. Είναι η προοπτική και όχι η υποθετική απόφαση σε μια απωλεσθείσα δίκη που διερευνάται. … … Το τεστ δεν είναι, λοιπόν, να ανακαλύψουμε ποια θα ήταν η εκδοθείσα απόφαση στην δίκη που έχει απωλεσθεί, εάν αυτή διεξαγόταν κανονικά, αλλά να εξετάσουμε ποιές ήταν οι προοπτικές».

 «Ο δικαστής δεν εκδίκαζε την υπόθεση εναντίον των λογιστών. Η ευκαιρία για μια τέτοια δίκη έχει απωλεσθεί. Η άποψη του για το ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα μιας τέτοιας δίκης, ήταν απολύτως άσχετη, εκτός από ένα στάδιο, στη διαδικασία υπολογισμού της αξίας της απωλεσθείσας ευκαιρίας».

Επίσης, από την Mount v. Barker Austin [1998] PNLR 493 at 510D, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 “(1) The legal burden lies on the plaintiff to prove that in losing the opportunity to pursue his claim … he has lost something of value i.e. that his claim … had a real and substantial rather than merely a negligible prospect of success. (I say ‘negligible’ rather than ‘speculative’ — the word used in a somewhat different context in Allied Maples Group Ltd v Simmons & Simmons [1995] 1 WLR 1602 — lest ‘speculative’ may be thought to include considerations of uncertainty of outcome, considerations which in my judgment ought not to weigh against the plaintiff in the present context, that of struck-out litigation.)”

 “(2) The evidential burden lies on the defendants to show that despite their having acted for the plaintiff in the litigation and charged for their services, that litigation was of no value to their client, so that he lost nothing by their negligence in causing it to be struck out. Plainly the burden is heavier in a case where the solicitors have failed to advise their client of the hopelessness of his position …”.

 “(3) If and insofar as the court may now have greater difficulty in discerning the strength of the plaintiff’s original claim … than it would have had at the time of the original action, such difficulty should not count against him, but rather against his negligent solicitors. It is quite likely that the delay will have caused such difficulty ….”

 “(4) If and when the court decides that the plaintiff’s chances in the original action were more than merely negligible it will then have to evaluate them. That requires the court to make a realistic assessment of what would have been the plaintiff’s prospects of success had the original litigation been fought out. Generally speaking one would expect the court to tend towards a generous assessment given that it was the defendants’ negligence which lost the plaintiff the opportunity of succeeding in full or fuller measure. To my mind it is rather at this stage than the earlier stage that the principle established in Armory v Delamirie (1722) 1 Stra 505 comes into play”.

(σε ελεύθερη μετάφραση)

 «(1) Το νομικό βάρος βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει ότι, χάνοντας την ευκαιρία να προωθήσει την αξίωσή του … έχει χάσει κάτι που φέρει αξία, π.χ. ότι η αξίωση του είχε πραγματικές και ουσιαστικές,παρά απλώς αμελητέες, πιθανότητες επιτυχίας. Αναφέρομαι σε “αμελητέες”, παρά σε “θεωρητικές” – η έννοια χρησιμοποιήθηκε σε κάπως διαφοροποιημένο πλαίσιο στην Allied Maples Group Ltd v Simmons & Simmons [1995] 1 WLR 1602 – η έννοια “θεωρηρτικές” μπορεί να εμπεριέχει εκτιμήσεις περί της αβεβαιότητας του αποτελέσματος, οι οποίες, κρίνω ότι δεν θα έπρεπε να υπολογίζονται εις βάρος του Ενάγοντος στην παρούσα υπόθεση… …

 (2) Το αποδεικτικό βάρος βρίσκεται στους ώμους του Εναγόμενου να καταδείξει ότι, παρά τη λήψη των νομικών μέτρων και τη χρέωση των υπηρεσιών του, αυτή η διαδικασία δεν είχε αξία για τον πελάτη του, ο οποίος δεν έχασε οτιδήποτε εξαιτίας της αμέλειας του. Το βάρος είναι μεγαλύτερο όταν ο δικηγόρος έχει αποτύχει να συμβουλεύει τον πελάτη του για το απέλπιδο της θέσης του.

 (3) Εάν και εφόσον το δικαστήριο διακατέχεται τώρα από μεγαλύτερη δυσκολία να διακρίνει τη δύναμη της αξίωσης του Ενάγοντα …  από αυτήν που θα είχε κατά το χρόνο εκείνο της αξίωσης, αυτή η δυσκολία δεν θα πρέπει να απολήγει εναντίον του, αλλά εναντίον του αμελούς δικηγόρου. Είναι αναμενόμενο ότι η καθυστέρηση θα είχε δημιουργήσει αυτή τη δυσκολία.

 (4) Εάν και όταν το δικαστήριο αποφασίσει ότι οι πιθανότητες του Ενάγοντος στην πραγματική αξίωση ήταν περισσότερες από απλώς αμελητέες, θα πρέπει τότε να τις αξιολογήσει. Αυτό προϋποθέτει ότι το δικαστήριο θα προβεί σε μια ρεαλιστική εκτίμηση της προοπτικής επιτυχίας του Ενάγοντος σε περίπτωση που εγείρονταν η αξίωση. Σε γενικές γραμμές, θα ανέμενε κανείς ότι τη δικαστική τάση θα έκλινε προς μια πιο γενναιόδωρη εκτίμηση, με δεδομένο ότι είναι λόγω της δικηγορικής αμέλειας που απωλέσθηκε η ευκαιρία επιτυχίας, σε πλήρη ή πληρέστερο μέτρο. Κατά τη γνώμη μου, είναι σε αυτό το στάδιο, παρά σε κάποιο προγενέστερο, που ενεργοποιείται η αρχή της  Armory v Delamirie (1722) 1 Stra 505».

Η προσέγγιση αυτή του τεστ «δύο σταδίων», αναπτύχθηκε περαιτέρω στην Sharif v. Garrett and Co [2001] EWCA Civ 1269, [2002] 1 WLR 3118, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 “38 In stating the principles generally applicable to this class of case, I indicated in Mount v Barker Austin [1998] PNLR 493, 510 a two-stage approach. First, the court has to decide whether the claimant has lost something of value or whether on the contrary his prospects of success in the original action were negligible. Secondly, assuming the claimant surmounts this initial hurdle, the court must then ‘make a realistic assessment of what would have been the plaintiff’s prospects of success had the original litigation been fought out”.

 “39 With regard to the first stage, the evidential burden rests on the negligent solicitors: they, after all, in the great majority of these cases will have been charging the claimant for their services and failing to advise him that in reality his claim was worthless so that he would be better off simply discontinuing it. The claimant, therefore, should be given the benefit of any doubts as to whether or not his original claim was doomed to inevitable failure. With regard to the second stage, the Armory v Delamirie (1722) 1Str 505 principle comes into play in the sense that the court will tend to assess the claimant’s prospects generously given that it was the defendant’s negligence which has lost him the chance of succeeding in full or fuller measure.”

  (σε ελεύθερη μετάφραση)

 «38. Εκθέτοντας τις αρχές που εφαρμόζονται γενικά σε αυτή την ομάδα υποθέσεων, στην Mount v Barker Austin [1998] PNLR 493, 510 ανέδειξα μια προσέγγιση δύο σταδίων. Πρώτον, το δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο ο Ενάγοντας έχασε κάτι που φέρει αξία ή αντίθετα κατά πόσο οι προοπτικές επιτυχίας της πραγματικής του αξίωσης ήταν αμελητέες. Δέυτερον, τεκμαίροντας ότι ο Ενάγοντες έχει υπερβεί αυτό το αρχικό εμπόδιο, το δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε μια ρεαλιστική εκτίμηση των πιθανοτήτων επιτυχίας τυ Ενάγοντες εάν η πραγματική αξίωση του προωθείτο».

 «39. Αναφορικά με το πρώτο στάδιο, το αποδεικτικό βάρος βρίσκεται στους ώμους των αμελών δικηγόρων: αυτοί, έπειτα από όλα, κατά πλειοψηφία, θα είχαν χρεώσει τον Ενάγοντα για τις υπηρεσίες τους, και αποτυγχάνοντας να τον συμβουλεύσουν ότι στην πραγματικότητα η αξίωσή του δεν είχε αξία, οπότε θα ήταν καλύτερο να την διακόψει. Οπότε, ο Ενάγοντας θα ελάμβανε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, αναφορικά με το εάν η αξίωση του ήταν ή όχι καταδικασμένη σε αναπόφευκτη αποτυχία. Αναφορικά με το δεύτερο στάδιο, ενεργοποιείται η αρχή της Armory v Delamirie (1722) 1Str 505, με την έννοια ότι το δικαστήριο θα τείνει να εκτιμήσει τις πιθανότητες επιτυχίας του Ενάγοντα γενναιόδωρα, με δεδομένο ότι ήταν η αμέλεια των Εναγομένων που οδήγησε στην απώλεια της ευκαιρίας να επιτύχει σε πλήρες ή πληρέστερο μέτρο».

 Στη βάση των αυθεντιών αυτών, το Δικαστήριο έκρινε πως η ορθή προσέγγιση θα ήταν πρώτα να αποφασίσει κατά πόσο υπήρξε παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας. Έπειτα, εάν υπήρξε τέτοια παράβαση, κατά πόσο αυτή ήταν η αιτία ή συνέτεινε στην δημιουργία της ισχυριζόμενης απώλειας του Ενάγοντα. Αποφασίζοντας κατά πόσο ο Ενάγοντας θα είχε ενεργήσει διαφορετικά εάν είχε τη δέουσα ενημέρωση, η προσέγγιση θα πρέπει να είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει εάν ο Ενάγοντες έχασε κάτι που φέρει αξία, με άξονα τις πιθανότητες επιτυχίας του, εάν αυτές ήταν κάτι περισσότερο από απλώς αμελητέες. Έπειτα, εάν αυτή είναι η περίπτωση, θα πρέπει να υπάρξει μια ρεαλιστική εκτίμηση των πιθανοτήτων αυτών, και να καθορίζει αυτή την αξία.

Ο κ. Procter ανέφερε ότι δεν είχε οποτεδήποτε προσωπική επαφή με τους δικηγόρους του, αλλά επικοινωνία μόνο μέσω επιστολών, ερωτηματολογίων, και τηλεφωνημάτων. Ο ίδιος στην αναφορά του, περιγράφοντας την κατάστασή του, είχε επισημάνει και περιγράψει τη δυσκολία του ως προς το να διενεργεί συγκεκριμένες πράξεις. Αποδέχθηκε ότι έλαβε επιστολές από τους δικηγόρους που τον ρωτούσαν εάν ήθελε να προβεί σε απαίτηση για τις αναγκαίες υπηρεσίες, ωστόσο, επειδή οι επιστολές αναφέρονταν σε νοσήλεια και απώλειες, θεώρησε ότι ο λόγος γινόταν για πραγματικά έξοδα που είχαν ήδη γίνει με πληρωμές προς τρίτα πρόσωπα. Με δεδομένο ότι οι πράξεις που δεν μπορούσε πλέον να κάνει, λόγω της ασθένειας του, επιβάρυναν τον υιό του και τη σύζυγο του, που του τις παρείχαν αφιλοκερφώς, θεώρησε ότι δεν μπορεί να προβεί σε απαίτηση για κάποιες αναγκαίες υπηρεσίες, γι’ αυτό, όπως αποδέχθηκε δεν είχε ζητήσει από τους δικηγόρους του να προβούν σε τέτοιο αίτημα. Επισήμανε ότι, εάν βέβαια γνώριζε ότι δικαιούται να αξιώσει για τις υπηρεσίες αυτές που χωρίς αμοιβή του προσέφεραν οι οικείοι του, θα το έπραττε, αφού, όπως τον διαβεβαίωσαν οι νέοι δικηγόροι του, είχε κάθε προοπτική επιτυχίας.  Ο κ. Procter ανέφερε πως δεν έλαβε συμβουλή για τις ενδεχόμενες αδυναμίες ή δυνατότητες τέτοιας απαίτησης, αλλά η θέση του ήταν καθαρή, πριν γίνει συμπτωματικός ασθενής μπορούσε να κάνει συγκεκριμένα πράγματα, που μετά την εκδήλωση της νόσου του δεν μπορούσε να κάνει, αποδεχόμενος υπηρεσίες από τον υιό και τη σύζυγο του.

Παρά την επίμονη αντεξέτασή του, ο ενάγοντας έδινε άμεσες απαντήσεις που ενδείκνυαν την ειλικρίνειά του. Μάλιστα, η έκταση της αντεξέτασής του επέτρεψε τη συμπλήρωση κενών, που αλλιώς θα παρέμεναν μετέωρα. Από την άλλη, οι εναγόμενοι δικηγόροι βασίστηκαν αποκλειστικά στη μαρτυρία του κ. Barber, συναίτερου στη φίρμα τους, που δεν είχε προσωπική εμπλοκή με τα γεγονότα της υπόθεσης, και δεν παρείχε άμεση και κατατοπιστική μαρτυρία, παρά επανέλαβε μέσα από τη γραπτή του δήλωση ό,τι έβλεπε στο φάκελο της υπόθεσης και παρείχε γενικές πληροφορίες για τον χειρισμό αυτού του είδους υποθέσεων από τη φίρμα τους. Δεν κάλεσαν μάρτυρα γεγονότων, παρόλο που τοποθέτησαν αρκετό από το βάρος της μαρτυρίας τους στις τρεις προαναφερόμενες επιστολές. Ανέφερε ότι η πληροφόρηση ήταν επαρκής, αλλά ο ενάγοντας δεν εκδήλωσε οποιοδήποτε σκοπό ή επιθυμία να προβεί σε τέτοια αξίωση, εάν δε, ο ενάγοντας επιθυμούσε να προβεί σε αξίωση για τις αναγκαίες υπηρεσίες, και τους έδινε σχετικές οδηγίες, θα προχωρούσαν με περαιτέρω ενέργειες προς το σκοπό αυτό. Επισήμανε τα εμπόδια που θα υπήρχαν σε σχέση με την επιτυχία της αξίωσης του, εάν αυτή εγείρονταν, με δεδομένες, μεταξύ άλλων, τις προηγούμενες αντιφατικές δηλώσεις του ενάγοντος σε άλλα έντυπα. Σαν μάρτυρας δεν είχε κάνει καλή εντύπωση στο δικαστήριο, αλλά έδωσε την εντύπωση πως ο μόνος σκοπός του ήταν, όχι να πει την αλήθεια, ως μάρτυρας γεγονότων, αλλά να προβάλει την αρτιότητα των εργασιών του γραφείου του και να υπερασπιστεί τη θέση του μη διαχωρίζοντας το ρόλο του δικηγόρου και του μάρτυρα. Ο κ. Barber δεν δέχθηκε ότι το περιεχόμενο των επιστολών θα μπορούσε να ήταν ασαφές για τον πελάτη του, ακόμα κι αν δεν συνέταξε ο ίδιος τις εν λόγω επιστολές, και επειδή δεν υπήρχε σημείωση στο φάκελο της υπόθεσης κατά πόσο δόθηκε άλλη σχετική συμβουλή, εκτός από ό,τι περιέχεται στις επιστολές αυτές, δεν μπορούσε να διαφωτίσει το σημείο. Το Δικαστήριο θα ανέμενε, ωστόσο, διαφορετική επαγγελματική προσέγγιση, ότι πραγματοποιήθηκε κανονική συνέντευξη με τον πελάτη τους, έγιναν οι συγκεκριμένες διαπιστώσεις και καταχωρήσεις στο φάϊλ, που αργότερα εντυπώθηκαν σε γραπτό φορέα με τις εν λόγω επιστολές.

Το Δικαστήριο εξετάζοντας σχολαστικά τη μαρτυρία που είχε ενώπιον του διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι η μία από τις επιστολές ενίσχυε όντως τη θέση του ενάγοντα ότι το ζήτημα προσεγγίστηκε περισσότερο ως ζήτημα οικονομικής απώλειας, πραγματικών εξόδων, παρά ως ό,τι θα εννοούνταν οι αναγκαίες υπηρεσίες. Ωστόσο, το σημαντικό ήταν ο τρόπος με τον οποίο το Δικαστήριο προσέγγισε το επίπεδο επιμέλειας ενός δικηγόρου, στα θέματα επικοινωνίας με τους πελάτες του στο στάδιο της λήψης των οδηγιών. Έθεσε λοιπόν το ζήτημα, είναι επαρκές να αποστέλλονται τυποποιημένες επιστολές και κλειστά ερωτηματολόγια πολλαπλών επιλογών (multiple choice), αυτά μπορούν να ενσωματώσουν τις οδηγίες και να καθορίσουν το εύρος τους, ή είναι αναγκαίο να διενεργείται συνέντευξη, να διαπιστώνεται, να επιβεβαιώνεται και να διασφαλίζεται το επίπεδο αντίληψης, συνεννόησης και κατανόησης; Λέχθηκαν λοιπόν τα ακόλουθα:

 “On the facts of this case I have reached the conclusion that the Defendants should have done more to ensure that the Claimant actually understood the advice he was receiving. When a solicitor takes instructions from his client this is a three stage process. Firstly the solicitor must obtain information from the client about the nature of his claim and the facts which surround it. Once the solicitor has all the relevant information he can then give the client advice which is the second stage. The third stage is when the client tells the solicitor what action he would like him to take on the basis of the advice he has received. In this case the information was contained in the questionnaire, the advice was in the initial letters and the instructions were by tick box form. In my view it was reasonably foreseeable that a client such as this Claimant might not fully understand how the system operated and what claims he was actually entitled to make”.

 (ελεύθερη μετάφραση)

 «Στη βάση των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, έχω καταλήξει ότι, οι Εναγόμενοι όφειλαν να κάνουν περισσότερα, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι ο Εναγόμενος πραγματικά κατανοεί τη συμβουλή που λαμβάνει. Όταν ένας δικηγόρος λαμβάνει οδηγίες από τον πελάτη του, υπάρχει μια διαδικασία τριών σταδίων. Πρώτον, ο δικηγόρος πρέπει να λάβει τις οδηγίες από τον πελάτη του για τη φύση της αξίωσης και για τα γεγονότα που την περιβάλλουν. Όταν ο δικηγόρος έχει όλες τις σχετικές πληροφορίες, τότε μπορεί να δώσει στον πελάτη του συμβουλή, που αυτό είναι το δεύτερο στάδιο. Το τρίτο στάδιο είναι όταν ο πελάτης λέει στο δικηγόρο του τι διαβήματα επιθυμεί να γίνουν στη βάση των συμβουλών που έλαβε. Στην προκειμένη περίπτωση, οι πληροφορίες περιέχονταν σε ερωτηματολόγιο, η συμβουλή ήταν οι αρχικές επιστολές, και οι οδηγίες ήταν δια συμπλήρωσης φόρμας με επιλογή προδιατυπωμένων πεδίων. Κατά τη γνώμη μου, ήταν εύλογα προβλεπτό ότι ένας πελάτης, όπως ο ενάγοντας, θα μπορούσε να μην έχει κατανοήσει πώς λειτουργεί το σύστημα και τι αξιώσεις θα μπορούσε να προωθήσει».

 Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι ο ενάγοντας ήταν ένας ανθρακορύχος, που όπως έθεσε στη μαρτυρία του, δεν είχε υψηλή μόρφωση, όπως συμβαίνει συνήθως με τους επαγγελματίες αυτής της κατεύθυνσης. Παρά τα λεγόμενα του κ. Burber, ήταν ορατός ο κίνδυνος να δέχονται οδηγίες εξ’ όψεως, ειδικά από πελάτες σαν τον ενάγοντα. Το Δικαστήριο παρέπεμψε περαιτέρω στο λόγος της Carradine Properties v CJ Freeman Co [1999] Lloyds Rep PN 48:

 “…an inexperienced client will need and be entitled to expect the solicitor to take a much broader view of the scope of his retainer and of his duties than will be the case with an experienced client”

 (ελεύθερη μετάφραση)

 «Ένας άπειρος πελάτης θα χρειάζεται και θα αναμένει όπως ο δικηγόρος του θεωρήσει ευρύτερα το διοριστήριο του και τα καθήκοντά του, από ότι στην περίπτωση ενός έμπειρου πελάτη»

Δεν είναι ασύνηθες, όπως σχολίασε το Δικαστήριο, άπειροι πελάτες, να αποφασίζουν σε μεταγενέστερο στάδιο να προωθήσουν διαδικασίες, ενδεχομένως και αφού έχουν συνομιλήσει με τους δικηγόρους τους, είτε τηλεφωνικώς είτε σε προσωπική συνάντηση. Στην περίπτωση του ενάγοντα, όπως κατέδειξε, υπήρχαν σημάδια που θα έπρεπε να σημάνουν τον συναγεργμό. Όταν συμπλήρωσε το αρχικό ερωτηματολόγιο είχε αφήσει 3 ερωτήσεις κενές. Στην απάντηση του στην πρώτη επιστολή δεν είχε δώσει «οδηγίες» να προωθηθεί απαίτηση για αναπηρία στην αγορά εργασίας. Τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων δημιουργούσαν ιατρικό τεκμήριο αδυναμίες εκτέλεσης συγκεκριμένων στόχων. Ο ενάγοντας ανέφερε τέτοια αδυναμία εκτέλεσης συγκεκριμένων στόχων, και οι δικηγόροι το είχαν υπόψη τους, θέτοντας σχετική σημείωση στον φάκελο της υπόθεσης για ενδεχόμενη απαίτηση για αναγκαίες υπηρεσίες. Στη βάση όλων αυτών, τουλάχιστον, ο δικηγόρος θα έπρεπε να διερευνήσει ευθέως, σε κατανοητή σε αυτόν γλώσσα, κατά πόσο υπήρχαν συγκεκριμένοι στόχοι που μπορούσαν να διενεργηθούν ενόσω ο ενάγοντας ήταν ασυμπτωματικός, και οι οποίοι συνεπεία της ασθένειας του δεν μπορούσαν να διεκπαιρεωθούν, και ανάλογα, να παρέχει στον πελάτη του συμβουλή για το ενδεχόμενο έγερσης σχετικής αξίωσης, να την περιγράψει, να προβλέψει την εξέλιξη της, κλπ. Δεν είναι καθήκον του δικηγόρου να δημιουργεί αξιώσεις εκ του μη όντως ή να ωθεί απατηλές ή ατεκμηρίωτες αξιώσεις, ενισχύοντας τη δικομανία, αυτό όμως είναι διαφορετικό.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε αρνητικά την ανάπτυξη του συστήματος περιορισμένης προσωπικής επικοινωνίας με τους πελάτες, σχολιάζοντας τα ακόλουθα:

“The system set up by the Defendants involving as it did, the extensive use of questionnaires and standardised letters with very little personal contact with the client enabled them to deal with a very high number of claims at limited cost. The disadvantage however of such a system is that it is heavily reliant on the client carefully reading all the correspondence and filling the questionnaires in accurately. It was foreseeable in my view that some clients (particularly these clients) would not fully understand the long and detailed letters and might misunderstand whether they had a right to claim or not with the consequence that potentially valuable claims might never be made when they could have been”.

 (σε ελεύθερη μετάφραση)

«Το σύστημα που καθιέρωσαν οι εναγόμενοι εμπεριέχει, ως είναι, την εκτεταμένη χρήση ερωτηματολογίων και τυποποιημένων επιστολών, με πολύ λίγη προσωπική επικοινωνία με τον πελάτη, που τους επιτρέπει να διαχειρίζονται μεγάλο αριθμό υποθέσεων σε περιορισμένο κόστος. Το μειονέκτημα, ωστόσο, αυτού του συστήματος, είναι ότι βασίζεται υπερβολικά στην προσεγμένη ανάγνωση του πελάτη όλων των επιστολών, και στην ακριβή, από αυτόν, συμπλήρωση των ερωτηματολογίων. Ήταν προβλέψιμο, κατά τη γνώμη μου, ότι κάποιοι πελάτες (ειδικότερα τέτοιοι πελάτες) δεν θα κατανοούσαν πλήρως τα μακρά και λεπτομερή γραπτά κείμενα των επιστολών, και θα μπορούσαν να παρεξηγήσουν, κατά πόσο έχουν δικαίωμα να αξιώσουν ή όχι, με συνέπεια, πολύτιμες αξιώσεις που θα μπορούσαν να εγερθούν, να παρακάμπτονται».

Το Δικαστήριο κατέληξε, έτσι, ότι οι εναγόμενοι δικηγόροι προέβηκαν σε παράβαση καθήκοντος. Προχώρησε περαιτέρω και εξέτασε την αιτιώδη συνάφεια, κατά πόσο η απώλεια του ενάγοντος ήταν το αποτέλεσμα της παράβασης αυτής ή αυτή η παράβαση συνέτεινε στη δημιουργία της ζημιάς. Ο ενάγοντας ισχυριζόταν ότι, εάν δεν υπήρχε η εν λόγω παράβαση, θα προέβαινε σε αξίωση για τις υπηρεσίες που του παρέχουν αφιλοκερδώς ο υιός του και η σύζυγος του. Οι εναγόμενοι αρνούνταν αυτή την πιθανότητα, ισχυριζόμενοι ότι, αφενός, ο ενάγοντας είχε κάποια λανθασμένη αντίληψη, αφετέρου ότι δεν υπήρχε στην πραγματικότητα τέτοια αξίωση, αφού ο ενάγοντας στην πραγματικότητα μπορούσε να διεκπαιρεώνει τους στόχους που ισχυριζόταν ότι δεν μπορούσε, γιατί η κατάσταση του δεν ήταν τόσο σοβαρή. Το ζήτημα, κατά πόσο ο ενάγοντες είχε πιστέψει όντως ότι δεν μπορούσε να προβάλει τέτοια αξίωση ήταν πραγματικό, και ό,τι προέκυπτε από τη μαρτυρία ήταν η πεποίθηση του ενάγοντα ότι επειδή οι υπηρεσίες αυτές δεν πληρώνονταν, ήταν από οικείους του, θεώρησε ότι δεν μπορεί να διεκδικήσει την αξία τους. Το ζήτημα κατά πόσο ο ενάγοντας μπορούσε ή όχι να διεκπεραιώνει τους στόχους που ισχυριζόταν ότι δεν μπορούσε, λόγω της ασθένειας του, ήταν επίσης ζήτημα μαρτυρίας. Οι εναγόμενοι επικαλέστηκαν τα ευρήματα του κοινού γιατρού που διόρισαν να εξετάσει τον ενάγοντα για τους σκοπούς της δίκης, και που τον κατέταξε σε διαφορετική κατηγορία. Ανεξάρτητα όμως από το επίπεδο της αναπηρίας του ενάγοντα, ήταν σαφές ότι η πάθησή του, σε οποιοδήποτε στάδιο και να βρισκόταν, του αφαιρούσε τη δυνατότητα διενέργειας λιγότερων ή περισσότερων στόχων, ο αριθμός των στόχων αυτών, δεν ήταν πραγματικά το ζητούμενο, σε μια διαδικασία που δεν εκδικάζεται η αξίωση αυτή. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, και ότι, εάν ο ενάγοντας δεχόνταν πληροφόρηση με τον δέοντα τρόπο, θα προωθούσε την αξίωσή του.

Στη συνέχεια το Δικαστήριο προσέγγισε τη ζημιά του ενάγοντος, την απώλεια της αξίωσης του, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε στις πιο πάνω αυθεντίες, για να μην επεκταθώ. Ήταν αρκετά σχολαστικό, για να καταλήξει ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της αξίωσης του ενάγοντος ήταν περισσότερο από απλώς αμελητέες, λαμβανομένων υπόψη όλων των σημείων που έθεσαν οι εναγόμενοι. Προσδιόρισε δε αυτό το ποσοστό στο 50%, υπολογίζοντας την αξία της απώλειας, οπότε, και το ύψος της ζημιάς σε €5539.50 που ήταν το 50% της αποζημίωσης των £11,079. 42.

Είναι πολύ πιθανόν να εφεσιβληθεί η απόφαση. Ήδη τα πρώτα σχόλια που δέχθηκε από δικηγόρους στην Βρετανία ήταν καυστικά, ειδικά ως προς το επίπεδο επιμέλειας που θέτει για τη λήψη οδηγιών από πελάτες, και για τη διαδικασία που επιβάλλει. Μεταξύ άλλων, λέχθηκε ότι δεν συνάδει με τις σύγχρονες μεθόδους επικοινωνίας, αναθεματίζει το ρόλο των δικηγορικών υπαλλήλων και των άλλων βοηθών, και αγνοεί την πρακτική παράμετρο που επιβάλλει ο πελάτης να έρχεται πρώτος στον δικηγόρο, και ο δικηγόρος να μην γίνεται το λαγωνικό των ανέκφραστων σκέψεων και συναισθημάτων κάθε μεμονωμένου πελάτη. Υπάρχουν βέβαια και οι αντίθετες απόψεις, που τονίζουν τη σημαντικότητα του σταδίου αυτού, που λειτουργεί και ως αντιστάθμισμα των κινδύνων για επαγγελματική αμέλεια γενικότερα, βλέποντας τον καθορισμό του επιπέδου επιμέλειας στο στάδιο αυτό, εν τέλει, να λειτουργεί, σε μελλοντικές περιπτώσεις, υπέρ των δικηγόρων.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.