Chappell v Newcastle upon Tyne Hospitals NHS Foundation Trust

images

Οι υποθέσεις ιατρικής αμέλειας συνήθως προκαλούν θόρυβο και κοινωνικές εντυπώσεις. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για δύσκολες υποθέσεις, που βασίζονται αρκετά στην τεχνική λεπτομέρεια, ενέχουν πολλές παγίδες, τόσο ουσιαστικές όσο και διαδικαστικές, και απαιτούν σχετικό υπόβαθρο, προσεκτική δικογράφηση, πλήρη αφοσίωση και εντατική μελέτη, ειδικά από την πλευρά του Ενάγοντος. Η αναμενόμενη Chappell v Newcastle upon Tyne Hospitals NHS Foundation Trust [2013] EWHC 4023 (QB), που απαγγέλθηκε την 20/12/2013, είναι αρκετά χαρακτηριστικό παράδειγμα, που αντανακλά αυτή τη δυσκολία.

Σε αυτή την υπόθεση ο Callum Lee Chappell (“Callum”) αξίωνε, δια της μητέρας του, αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και απώλεια που υπέστη συνεπεία αμέλειας του ιατρικού και μαιευτικού προσωπικού του νοσοκομείου Royal Victoria Hospital, Newcastle upon Tyne (“RVI”), κατά τη διάρκεια του τοκετού του, την 4η προς 5η Μαρτίου 2000. Ο Callum, εν τέλει, εξήχθη με καισσαρική τομή, που διενεργήθηκε υπό γενική αναισθησία, μετά από την αποτυχία να προχωρήσει η διαδικασία με φυσιολογικό τοκετό. Σύντομα, μετά τη γέννησή του, ήταν σαφές ότι είχε εκτεταμένη εγκεφαλική βλάβη. Ειδικότερα, έπασχε από εγκεφαλική παράλυση, διαταραχές της όρασης, τρέφονταν με σωλήνα, χρειαζόταν 24ωρη φροντίδα, που το παρέχετο από την οικογένειά του, μέχρι την 29/12/2012 που ο Callum αποβίωσε. Η αγωγή κινήθηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του Callum, και συνέχισε μετά το θάνατο του, προς όφελος της περιουσίας του. Τα σημεία της υπόθεσης, για τα οποία κλήθηκε να αποφασίσει το Queen’s Bench Division, ήταν σχετικά με την ισχυριζόμενη παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας, και σχετικά με την αιτιώδη συνάφεια, σε σχέση με τη μαιευτική φροντίδα που χορηγήθηκε στη μητέρα του Callum κατά τη διάρκεια του τοκετού, και την πρόκληση εγκεφαλικής βλάβης στον Callum, ζητήματα που ήταν αλληλένδετα.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος, η διαχείριση του τοκετού της μητέρας του ήταν ανεπαρκής, με αποτέλεσμα ο ίδιος να υποστεί περιγεννητική υποξία, κατά τη διάρκεια του τοκετού, που κατέληξε σε υποξική εγκεφαλοπάθεια, η οποία θα αποφεύγετο, εάν χορηγείτο η δέουσα φροντίδα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος, η χορήγηση του Syntocinon (ωκυτοκίνης), προκάλεσε συσπάσεις της μήτρας της μητέρας του, με τέτοια συχνότητα, που εμπόδιζε τον επαρκή χρόνο αποκατάστασης του, και που οδηγήσε σε υποξία, μεταβολική οξέωση, και ελάττωση της αιμάτωσης του εγκεφάλου του, με αποτέλεσμα την υποξαιµική-ισχαιµική βλάβη.

Η χρήση του Syntocinon διέπεται από τα πρωτόκολλα του νοσοκομείου των Εναγομένων, σχετικά με τη χρήση του και το ρυθμό της χορήγησης του. Ο στόχος είναι η πρόκληση του τοκετού χωρίς να προκληθεί υπερδιέγερση του μυομητρίου, που, όπως συμφώνησαν οι ειδικές μαίες, στην κοινή δήλωσή τους, είναι μια έκφραση που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη συρροή των συσπάσεων από τη διέγερση που προκαλεί το Syntocinon ή το Prostaglandin. Το 2000, όπως ανέφεραν οι μάρτυρες, ένας λογικός ορισμός για την  υπερδιέγερση ήταν 5 συσπάσεις σε χρονική περίοδο 10 λεπτών, για δύο ή περισσότερες διαδοχικές περιόδους. Οι ιατροί μαιευτήρες, στη δική τους κοινή γραπτή κατάθεση, αναφέρθηκαν σε «ταχυσυστολή» (συχνότητα συσπάσεων 5 σε 10 λεπτά για περισσότερο από 20 λεπτά), με μοτίβα ανώμαλου καρδιακού ρυθμού.

Το Royal College of Obstetricians and Gynaecologists (“RCOG”), στο εγχειρίδιο που εξέδωσε με τίτλο “Guideline on Induction of Labour 2001”, αναφέρει ότι στην πρόκληση του τοκετού, ο στόχος είναι να διατηρηθεί ένας ρυθμός συσπάσεων 3-4 συσπάσεις ανά 10 λεπτά, και ότι, σε περίπτωση υπερσυσταλτικότητας της μήτρας, με υποψία ή παθολογία CTG, η χορήγηση της ωκυτοκίνης θα πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί. Οι μάρτυρες μαιευτήρες συμφώνησαν ότι υπερσυσταλτικότητα της μήτρας υπάρχει όταν υπάρχουν περισσότερες από 5 συστάσεις ανά 10 λεπτά. Ωστόσο, το προαναφερόμενο εγχειρίδιο του RCOG αναφέρεται σε περισσότερες από 3-4 συσπάσεις ανά 10 λεπτά. Ήταν κοινά αποδεκτό ότι, αυτό είναι ένα εγχειρίδιο, η απόκλιση από τις πρόνοιες του οποίου δεν συνιστά παράβαση καθήκοντος.

Οι μάρτυρες μαιευτήρες συμφώνησαν, επίσης, ότι είναι σημαντικό, όταν χρησιμοποιείται το Syntocinon, να επιτρέπεται στη μήτρα να χαλαρώνει επαρκώς μεταξύ των συσπάσεων, ώστε να φτάνει στον πλακούντα οξυγονωμένο αίμα, προς αποφυγή της μείωσης του οξυγόνου που παρέχεται στο έμβρυο. Οι μάρτυρες μαίες συμφώνησαν ότι, ότι χορηγείται το Syntocinon, ο σκοπός είναι να διεγερθούν συσπάσεις 3-4 ανά 10 λεπτά, ότι η μέγιστη επιθυμητή συχνότητα είναι 5:10, και οποιαδήποτε αύξηση της συχνότητας αυτής μπορεί να προκαλέσει στο έμβρυο υποξία, εφόσον ο πλακούντας μπορεί να μην επανα-οξυγονώνεται μεταξύ των συσπάσεων. Περαιτέρω, οι μαίες συμφώνησαν ότι είναι σημαντικό να παρακολουθείται ο αριθμός των συσπάσεων σε κάθε δεδομένη στιγμή, σε τοκετό που επικουρείται από τη χορήγηση Syntocinon, ώστε να υπάρχει δυνατότητα να ρυθμιστεί ο ρυθμός της έγχυσης του, προς αποφυγή υπεδιέγερσης της μήτρας.

Η θέση των Εναγομένων ήταν ότι δεν υπήρξε οτιδήποτε το επιλήψιμο σε σχέση με τη μαιευτική φροντίδα που χορηγήθηκε στη μητέρα του Ενάγοντος, και η βλάβη που υπέστη ο Ενάγων ήταν το αποτέλεσμα λοίμωξης που πέρασε σε αυτόν από τη μητέρα του κατά τη διάρκεια του τοκετού, που οδήγησε σε νεογνική μηνιγγίτιδα, η οποία δεν σχετίζεται με την παρεχόμενη μαιευτική φροντίδα. Οι δύο πλευρές επέμειναν και ανέπτυξαν τις αντίθετες θέσεις τους, ως προς την αιτία της βλάβης του Ενάγοντος, ενώ το Δικαστήριο στράφηκε προς τις μαρτυρίες των εμπειρογνωμόνων, σχολιάζοντας ότι θα πρέπει να αποδεχτεί αναγκαστικά μία από τις δύο αντίθετες μαρτυρίες, δεν μπορεί να υπάρξει ενδιάμεση οδός.

Η πλευρά του Ενάγοντος αντέτεινε ότι η απαίτηση του βασίζεται και στο γεγονός ότι, το παιδιατρικό προσωπικό των Εναγομένων, ενώ αρχικά θεωρούσε ότι υπάρχει το ενδεχόμενο λοίμωξης, μετά από 4 ημέρες, βάσει των παραστάσεων που δόθηκαν τότε, είχε αποφασίσει ότι η αιτία της βλάβης δεν ήταν η λοίμωξη, αλλά η περιγεννητική υποξία, με επαρκή βεβαιότητα ώστε να διακόψει την χορήγηση των αντιβιοτικών. Παρά την πρόωρη διακοπή δεν υπήρξε επιδείνωση, κάτι το οποίο σύμφωνα με την εμπειρογνωμοσύνη της πλευράς του Ενάγοντος, αποτελούσε σημαντικό δείκτη, υπέρ της υποξαιμικής παρά μολυσματικής αιτίας της βλάβης του εγκεφάλου του Ενάγοντος.

Ως προς τα πραγματικά περιστατικά, υπήρχε η μαρτυρία της μητέρας του Callum, της γιαγιάς του, και μαρτυρία από το κλινικό προσωπικό των Εναγομένων που ήταν σε καθήκον την ώρα του τοκετού, ήτοι έξι πρόσωπα, όλα από το τμήμα μεαιυτικής και γυναικολογίας των Εναγομένων. Όπου υπήρχε διάσταση ως προς το πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο θα προτιμούσε ό,τι είχε καταγραφεί κατά τον ουσιώδη χρόνο στα αρχεία των Εναγομένων, όπου υπήρχαν σχετικές καταχωρήσεις. Το δικαστήριο σχολίασε ότι, καθ’ όσον αφορά τη μαρτυρία των Εναγομένων σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, οι κατηγορίες κατά της μαίας Raymond δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία, οπότε η έκταση της εν λόγω μαρτυρίας δεν θα βοηθούσε σε οτιδήποτε την υπόθεση.

Οι διάφοροι ειδικοί εμπειρογνώμονες της υπόθεσης και των δύο πλευρών, που προέρχονταν από διάφορες ειδικότητες (μαιευτική, παιδιατρική νευρολογία, νεογνολογία, νευροραδιολογία) έκαναν ξεχωριστές ειδικές συνεδρίες μεταξύ τους, στις οποίες κατέγραψαν τα σημεία συμφωνίας και διαφωνίας τους, ώστε να βοηθήσουν το έργο του Δικαστηρίου.

Οι νομικές αρχές που διέπουν τα ζητήματα αυτά έχουν αποκρυσταλλωθεί. Για να υπάρξει εύρημα εκ προστήσεως ευθύνης των Εναγομένων σε υπόθεση αμέλειας, ο Ενάγων θα έπρεπε να αποδείξει ότι το προσωπικό των Εναγομένων προέβη σε πράξη ή παράλειψη, με τρόπο που κανένας λογικός μεαιυτήρας γιατρός / μαία θα έπραττε ή θα παρέλειπε να πράξει. Στη συνέχεια, ο Ενάγων θα έπρεπε να αποδείξει οποιαδήποτε αποδεδειγμένη αμέλεια προκάλεσε ή συνέτεινε ουσιωδώς στην πρόκληση της βλάβης του Callum, και την ύπαρξη ζημιάς. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγων θα έπρεπε να αποδείξει ότι, εάν εξέλειπε η αμέλεια των μεαιυτήρων γιατρών / μαιών (σε περίπτωση που αποδεικνυόταν), ο Callum θα γεννιόταν χωρίς τη βλάβη («but for test»). Το επίπεδο επιμέλειας με το οποίο προσεγγίζονται οι μαιευτήρες γιατροί / μαίες των Εναγομένων είναι αυτό του ευλόγως ικανού μαιευτήρα γιατρού / μαίας που εκτελεί τα καθήκοντα που αναμένονται από αυτόν / αυτή σε μαιευτήριο που παρέχει σχετικές υπηρεσίες[1].

Η θέση των Εναγόντων είναι ότι από την 01:00 υπήρχε λοίμωξη της μητέρας, ταχυκαρδία και πυρετός, που είναι κοινό έδαφος ότι, μπορεί να επηρεάσει την κατάσταση του εμβρύου, μειώνοντας την ικανότητα του να αντέχει σε υποξικά περιστατικά, και αυξάνει την ευαισθησία του σε βλάβη από ανεπαρκή περιφερική μικοκυκλοφορία στον εγκέφαλο. Ο πυρετός διήρκησε μέχρι την 03:00. Δεν υπήρχε πρόοδος στον τοκετό, και την 3:00 χορηγήθηκε Syntocinon, που αύξησε τον FHR από 110-120 bpm σε 160-165 bpm με παρατεταμένες υπερβάσες των 160 bpm, που σε συνδυασμό με τη μειωμένη βασική μεταβλητότητα του FHR και την ασάφεια των επιταχύνσεων, ήταν ενδείξεις υπερσυσταλτικότητας από τα πρώτα στάδια του προκαλούμενου τοκετού, που θα έπρεπε να κινήσει τις υποψίες σύμφωνα και με τα πρωκόκολλα. Υπήρχαν επίσης στιγμές επιβραδύνσεων στον FHR ειδικά μετά τις πιέσεις, που άρχισαν από την 03.20 που δεν ήταν καθησυχαστικό στοιχείο, που σε συνδυασμό με την πιο πάνω κανονική αρχική καρδιακή συχνότητα έκανε το CTG παθολογικό, που δεν αναιρείται από την παρουσία επιταχύνσεων.

Σύμφωνα με τις θέσεις του Ενάγοντος, υπό τις συνθήκες εκείνες, θα έπρεπε να επέμβει κάποιος πιο έμπειρος και ειδικός, αφού, παρόλο που ο Dr. Black δεν είχε τις γνώσεις και την εμπειρία που άρμοζε στο περιστατικό. Οι χορηγήσεις του Syntocinon ήταν αμελείς, αφού ώρα 03:30 παρέλειψε να μειώσει τη δόση, και ώρα 03:55 την αύξησε, αποτυγχάνοντας να διαγνώσει την κατάσταση του εμβρύου. Ο Dr. Black δεν προέβη σε επιβεβαιωτικό FBS στο έμβρυο και χωρίς ένδειξη αυτού, θα έπρεπε να διακόψει άμεσα τη χορήγηση του φαρμάκου και να προβεί σε καισσαρική τομή την 03:40.

Παρά τη λεπτομέρεια στους ισχυρισμούς της πλευράς του Ενάγοντος, που σκόπιμα θέτω, εξίσου λεπτομερής ήταν και η μαρτυρία της πλευράς των Εναγομένων, ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Το Δικαστήριο, στη βάση της μαρτυρίας που είχε ενώπιον του, δεν αποδέχθηκε τη θέση του Ενάγοντος ότι υπήρξε παράβαση καθήκοντος. Το Δικαστήριο, παρόλο που δεν χρειαζόταν να το πράξει, εφόσον η κατάληξη για μη ύπαρξη παράβασης καθήκοντος σφράγιζε το αποτέλεσμα, προχώρησε και αναφέρθηκε στη μαρτυρία που είχε παρουσιαστεί για απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας, κρίνοντας ότι από τη μαρτυρία που είχε ενώπιον του, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, η βλάβη του Ενάγοντος προήλθε από λοίμωξη και όχι από υποξία. Η αγωγή του Ενάγοντος απέτυχε.


[1] Bolitho v City & Hackney Health Authority [1998] AC 232

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.