UK: Η υπεράσπιση Reynolds

image

Η αγγλική νομολογία έχει προσφέρει χρήσιμα μαθήματα στο δημοσιογραφικό κόσμο, θέτοντας με περισσή σαφήνεια τα όρια που διαγράφονται μεταξύ, αφενός, της  δυσφήμισης, αφετέρου, της «υπεύθυνης δημοσιογραφίας». Το δίκαιο της δυσφήμισης στην Αγγλία υπήρξε ανέκαθεν ένα νομολογιακό κατασκεύασμα, που συμπληρωνόταν κάθε τόσο από νομοθετικές πρόνοιες.

Το Queen’s Bench Division, στην απόφαση που απήγγειλε την 20/12/2013 στην Kneafsey and others v Independent Television News Ltd and others [2013] EWHC 4046 (QB), παρόλο που η εν λόγω υπόθεση αφορούσε σε αιτήσεις των Εναγομένων για διαγραφή της απαίτησης των Εναγόντων ως καταχρηστικής της διαδικασίας, και για συνοπτική απόφαση προς όφελος των Εναγομένων με βάση την αγγλική CPR 24.2, υπενθύμισε τη γνωστή «υπεράσπιση Reynolds» (Reynolds v Times Newspapers Ltd [2001] 2 AC 127), επανατροφοδοτώντας το διάλογο σε σχέση με την υπεράσπιση αυτή. Παρόλο που τα γεγονότα της Kneafsey and others v Independent Television News Ltd and others (ανωτέρω) δεν θεωρώ ότι έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ουσία της υπεράσπισης, αφενός, το χρονικό σημείο της υπενθύμισής της υπεράσπισης αυτής, συμπίπτει χρονικά με τη θέση σε ισχύ της νέας Defamation Act 2013 (Chapter 26), τον Ιανουάριο του 2014, αφετέρου η θετική τοποθέτηση του Queen’s Bench Division στη θεώρηση της υπεράσπισης αυτής, σε στάδιο μη πλήρους ακρόασης, και πριν τη δικογράφησή της, μάλλον εντυπωσιάζει.

Ειδικότερα, η νέα Defamation Act 2013, που αναμορφώνει δραστικότατα και εκσυγχρονίζει το δίκαιο της δυσφήμισης στην Αγγλία και Ουαλία (με επέκταση συγκεκριμένων προνοιών και στη Σκωτία), επιλέγει, μεταξύ άλλων, να καλύψει νομοθετικά και την «υπεράσπιση Reynolds», που ανέδειξε η αγγλική νομολογία. Αυτή η νομοθετική επιλογή ήταν μια σιωπηρή εκδίκηση όσων δίσταζαν να αποδεχτούν την βασιμότητα της υπεράσπισης αυτής ή να την αναγνωρίσουν[1].

Η νομολογημένη υπεράσπιση Reynolds

Η «υπεράσπιση Reynolds» εισήχθη στην αγγλική νομολογία με την Reynolds v Times Newspapers Ltd [2001] 2 AC 127, και αναδείχθηκε από το House of Lords ως «ειδικό προνόμιο»[2], ενθαρρύνοντας την εμπέδωση της δημοσιογραφικής ελευθερίας[3], παράλληλα, πιστεύοντας ότι θα περιόριζε δράσεις κατά των μέσων στη βάση συκοφαντικής δυσφήμισης ή λίβελου. Επαναλήφθηκε και επεξηγήθηκε σε μετέπειτα νομολογία, μεταξύ άλλων, στην Bonnick v Morris [2003] 1 AC 300, στην Jameel v Wall Street Journal Europe Sprl [2007] 1 AC 359, και στην πιο πρόσφατη Flood v Times Newspapers Ltd [2012] 2 AC 273[4]. Παρά το ότι τα κατώτερα αγγλικά δικαστήρια υπήρξαν πιο διστακτικά στην αποδοχή της, το House of Lords θέλησε σταδιακά, αλλά αργά, να δώσει σαφή γραμμή.

Στη Reynolds Times Newspapers Ltd (ανωτέρω) τα γεγονότα είχαν ως εξής: Ο κ. Reynolds ήταν ένα πολιτικό πρόσωπο, που διορίστηκε στο πολιτικό αξίωμα του Taoiseach (Πρωθυπουργού της Ιρλανδίας). Προϊδρευε ενός συνασπισμού της δικής του παράταξης Fianna Fáil (ρεπουμπλικανών) με το Eργατικό Kόμμα υπό τον Dick Spring, που κατείχε το αξίωμα του Tánaiste (Αναπληρωτή Πρωθυπουργού) και του υπουργού εξωτερικών. Ο συνασπισμός ήταν ζήτημα που ενδιέφερε το κοινό στη Μεγάλη Βρετανία και στην Ιρλανδία, και είχε τις δυσκολίες του. Μεταξύ άλλων, ο συνασπισμός συζητούσε το θέμα του διορισμού του τότε Γενικού Εισαγγελέα στη θέση προέδρου δικαστή του High Court, στην προσπάθεια αναδιάρθρωσης της ιρλανδικής δικαιοσύνης, που γινόταν τότε, ζήτημα για το οποίο υπήρχαν ένοντες διαφωνίες (που βασίζονταν μεταξύ άλλων στην ισχυριζόμενη αδράνεια του προτεινόμενου υποψήφιου να δράσει δεόντως σε υποθέσεις έκδοσης κατηγορούμενων, κλπ). Το σκηνικό είχε οδηγήσει σε μια πολιτική κρίση. Στην πορεία του χρόνου, ο κ. Reynolds είχε παραιτηθεί. Την 20/11/1994 η «The Sunday Times», στη στήλη των διεθνών ειδήσεων, δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Goodbye gombeen man» και υπότιτλο «Why a fib too far proved fatal for the political career of Ireland’s peacemaker and Mr Fixit?». Την ίδια ημέρα η Ιρλανδική έκδοση της εφημερίδας εξέδωσε το άρθρο «House of Cards». Τα δύο άρθρα ερμηνεύτηκαν από τον κ. Reynolds ως δυσφημιστικά, οπότε προχώρησε με αγωγή, στην οποία όμως επιδικάστηκαν προς όφελος του ονομαστικές αποζημιώσεις £1 και καταδικάστηκε στα έξοδα των Εναγομένων, από την ημερομηνίας κατάθεσης πληρωμής στο δικαστήριο και μετέπειτα. Σημειωτέον ότι, όταν ο συνήγορος των Εναγομένων αγόρευε σε έκταση για την ανάγκη αναγνώρισης ειδικού προνομίου σε σχέση με τη δημοσιογραφία είχε κατακριθεί ότι «βγάζει λόγο», και τα έξοδα που σχετίζονταν με τη συζήτηση του θέματος αυτού επιδικάστηκαν υπέρ του Ενάγοντος.

Το House of Lords, κάνοντας μια εκτεταμένη και ωραία αναδρομή στη θεωρία, στη νομολογία του κοινοδικαίου γενικά, στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην αγγλική νομολογία σε παρεμφερή θέματα, στη διαθέσιμη νομοθεσία, και βασιζόμενο στο υφιστάμενο δίκαιο των προνομίων, κατέληξε αναδεικνύοντας περαιτέρω την εξής αρχή στο αγγλικό δίκαιο της δυσφήμισης. Στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες, που χρειάζονται να ευημερούν και να προοδεύουν, η ενημέρωση του κοινού για τα ζητήματα δημοσίου συμφέροντος είναι επιβεβλημένη. Τα ζητήματα που αναφέρονται στη δημόσια ζωή μιας κοινότητας, και αυτών που συμμετέχουν σε αυτήν, η δημόσια ζωή των κυβερνώντων, των προσώπων της δημόσιας διοίκησης, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, και εάν πρέπει να επεκταθεί περισσότερο, των οργανισμών και εταιρειών οι εργασίες των οποίων απευθύνονται προς και ενδιαφέρουν το ευρύ κοινό, και οι πράξεις των προσώπων αυτών που σχετίζονται με την άσκηση των δημόσιων καθηκόντων τους και των καθηκόντων τους που ενδιαφέρουν το κοινό, είναι μέσα σε αυτή την έννοια των ζητημάτων του δημοσίου συμφέροντος[5]. Νοείται ότι, δεν εμπίπτουν στο δημόσιο συμφέρον ζητήματα προσωπικά ή της ιδιωτικής ζωής των προσώπων αυτών. Το δίκαιο θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε αυτή την κοινωνική αναγκαιότητα. Ο στόχος των μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι να ενημερώνουν το κοινό και να συμμετέχουν στον κοινωνικό διάλογο, σε σχέση με ζητήματα δημοσίου συμφέροντος, κι αυτό θα πρέπει να αναγνωρίζεται ως το καθήκον τους. Οπότε, στον πρώτο πυλώνα στέκεται το “duty test” των ΜΜΕ να μεταφέρουν πληροφορίες δημόσιου συμφέροντος στο κοινό. Απέναντι στο καθήκον αυτό των ΜΜΕ είναι τοποθετημένο το συμφέρον του κοινού να λαμβάνει τέτοια ενημέρωση για τα θέματα που είναι δημόσιου συμφέροντος, που έχει αναδειχθεί και σε δικαίωμά τους. Οπότε, στον δεύτερο πυλώνα στέκεται το “interest test” του κοινού. Περαιτέρω, υπάρχουν και οι περιστάσεις, και αυτό που θα πρέπει να ονομάζουμε “circumstantial test”.

Υποθέτοντας, σε κάθε περίπτωση, ότι μια δήλωση είναι δυσφημιστική και πραγματικά αναληθής[6], παρόλο που καλόπιστα πιστεύεται ότι είναι αληθής, θα πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός, σε σχέση με τις περιστάσεις, ο οποίος φαίνεται να πατά πάνω σε βήματα κοινωνικής ηθικής. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης ληφθείσης από τον κυβερνητικό τύπο ή από πράξη δημοσίευσης του δημόσιου προσώπου ή από την δημόσια ομιλία του δημόσιου προσώπου (π.χ. πρύτανη πανεπιστημίου), και άλλο η δημοσίευση δήλωσης πολιτικού αντιπάλου, επιχειρηματικού ανταγωνιστή, πρώην υπαλλήλου, κλπ. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης για την οποία έχει δοθεί στον δυσφημισθέντα η ευκαιρία να ανατρέψει, και άλλο η δημοσίευση δήλωσης χωρίς να έχει δοθεί κάποια εφικτή ευκαιρία στον δυσφημισθέντα. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης μετά από προηγούμενη επαλήθευση, και άλλο η δημοσίευση δήλωσης χωρίς προηγούμενη επαλήθευση, ενώ η φύση της δήλωσης το απαιτεί. Επομένως, οι περιστάσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Reynolds, αυτοί που συμμετέχουν στη δημόσια ζωή θα πρέπει να αναμένουν και να δέχονται, ότι η δημόσια συμπεριφορά τους θα είναι αντικείμενο εξονυχιστικού ελέγχου και οξείας κριτικής. Δεν θα αναμένουν βέβαια οι πράξεις τους να είναι το αντικείμενο ψευδών και δυσφημιστικών δηλώσεων, εκτός εάν οι συνθήκες της δημοσίευσης απαιτούν, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, το πρόσωπο που δημοσιεύει την δήλωση να περιβληθεί με τέτοια ασυλία, με δεδομένη την απουσία κακοπιστίας. Η υπόθεση Reynolds δεν θέλησε να δημιουργήσει προνόμιο για τις πληροφορίες «πολιτικού περιεχομένου», ούτε υπάρχει λόγος αυτές να διακριθούν από τα υπόλοιπα ζητήματα δημοσίου συμφέροντος, ένεκα της πολιτικής τους υφής. Αναγνωρίστηκε ότι η ελαστικότητα του δικαίου είναι και θα πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να καλύπτει περιπτώσεις που δεν έχουν κατηγοριοποιηθεί. Όμως δημιούργησε σαφώς, μια δημοσιογραφική υπεράσπιση.

Συνήθως, οι δημοσιογράφοι δεν έχουν άνεση χρόνου, και στην αμεσότητα της στιγμής μπορεί να μην υπάρχει τόσο καλή ορατότητα, όσο αφορά τα γεγονότα, και γενικότερα, η συχνή απροθυμία τους να αποκαλύψουν τις πηγές τους δεν θα πρέπει να λειτουργεί εις βάρος τους. Διατελώντας τους ρόλους του λαγωνικού και του φύλακα, οι δημοσιογράφοι παίζουν ένα σπουδαίο κοινωνικό ρόλο, και το Δικαστήριο, για την προστασία της ελευθερίας της δημοσιογραφικής έκφρασης, θα πρέπει να είναι φειδωλό ως προς το να αποφασίζει ότι μια δημοσίευση δεν ήταν προς το δημόσιο συμφέρον, συνεπώς, το κοινό δεν είχε δικαίωμα να γνωρίζει, ιδίως όταν οι πληροφορίες είναι πολιτικού περιεχομένου.

Στην Jameel v Wall Street Journal Europe Sprl (ανωτέρω), όπου διασαφηνίστηκε περαιτέρω η υπεράσπιση Reynolds, η εφημερίδα είχε δημοσιεύσει άρθρο, μερικούς μήνες μετά τις καταστροφικές τρομοκρατικές επιθέσεις στη Αμερική το 2001, που κατονόμαζε τον Ενάγοντα ως έναν από τους μεγαλοεπιχειρηματίες που παρακολουθούνταν οι λογαριασμοί που κατείχε στην κεντρική τράπεζα της Σαουδικής Αραβίας από τις Αμερικανικές αρχές για πιθανή διακίνηση κεφαλαίων προς τρομοκρατικές οργανώσεις. Οι Εναγόμενοι βασίστηκαν στην «υπεράσπιση Reynolds», αρχικά χωρίς επιτυχία. Το House of Lords, παραμερίζοντας την απόφαση του Court of Appeal, είχε δεχθεί την εφαρμογή της υπεράσπισης Reynolds.

Τα στοιχεία της υπεράσπισης, όπως έχουν νομολογηθεί, είναι τα ακόλουθα, τα οποία κρίνονται μεν δικαστικά, αλλά στην κρίση αυτή περιλαμβάνεται και η επαγγελματική κρίση των εκάστοτε Εναγομένων, που δεν επωφελούνται από την ύστερη γνώση:

(α) Τόσο η ιστορία, ως προς τη γενική της κατεύθυνση της θεματολογίας, και όχι ως προς μεμονωμένες δηλώσεις, όσο και η δημοσίευση της ιστορίας, θα πρέπει να εμπίμπουν στην έννοια του δημόσιου συμφέροντος, στο οποίο εξ’ υποθέσεως εμπίπτουν.

(β) Η συμπερίληψη της δυσφημιστικής δήλωσης, θα πρέπει να είναι λογικά αναγκαία και δικαιολογημένη, πάλι με γνώμονα το δημόσιο σκοπό, στον οποίο πρέπει να ενσωματώνεται. Το γεγονός ότι μια ιστορία και η δημοσίευσή της είναι προς το δημόσιο συμφέρον δεν δίνει το δικαίωμα στο δημοσιογράφο να την διανθίσει με δηλώσεις που δεν εξυπηρετούν το δημόσιο σκοπό. Επειδή όμως το Δικαστήριο έχει άνεση χρόνου και καλύτερη ορατότητα από το δημοσιογράφο, η δικαστική κρίση δεν θα πρέπει να είναι τόσο σχολαστική ως προς το ποιες δηλώσεις εξυπηρετούν με ακρίβεια το γενικό μήνυμα, κάτι που θα κατέστρεφε την υπεράσπιση και το σκοπό και λόγο ύπαρξης της.

(γ) Τα διαβήματα που έγιναν για τη συλλογή, επαλήθευση και δημοσίευση των πληροφοριών ήταν υπεύθυνα και δίκαια.

Η υπόθεση Reynolds επιχείρησε να προσδιορίσει τους ελιγμούς της δικαστικής κρίσης, σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, δημιουργώντας το νομολογιακό εγχειρίδιο της υπεύθυνης δημοσιογραφίας (responsible journalism), έθεσε 10 παράγοντες, με τρόπο ενδεικτικό, χωρίς να υποδεικνύει ότι πρέπει να τοποθετηθεί περισσότερο ή λιγότερο βάρος σε κάποιο ή κάποιους από αυτούς:

(1)   Η σοβαρότητα της κατηγορίας. Όσο πιο σοβαρή είναι η κατηγορία, τόσο περισσότερο παραπληροφορείται το κοινό και βλάπτεται το πρόσωπο, εάν η δήλωση είναι αναληθής.

(2)   Η φύση των πληροφοριών, και η έκταση στην οποία το υποκείμενο-θέμα ενδιαφέρον το κοινό.

(3)   Η πηγή των πληροφοριών.

(4)   Τα βήματα που έγιναν για επαλήθευση των πληροφοριών.

(5)   Η κατάσταση των πληροφοριών, μερικές φορές υπήρξαν ήδη το αντικείμενο κάποις έρευνας.

(6)   Ο επείγων χαρακτήρας το θέματος, πολλές φορές οι ειδήσεις είναι κάτι το οποίο φθείρεται.

(7)   Η αναζήτηση σχολίου από τον Ενάγοντα, ο οποίος μπορεί να έχει διαφορετικές πληροφορίες. Δεν είναι ωστόσο πάντα αναγκαία.

(8)   Η δημοσιευμένη ιστορία να περιέχει την ουσία των ισχυρισμών της πλευράς του Ενάγοντος.

(9)   Ο τόνος της δημοσίευσης, που μπορεί να πολλαπλασιάσει τα ερωτήματα ή να αναδείξει την ανάγκη έρευνας. Δεν είναι ανάγκη να υιοθετεί δηλώσεις ως πραγματικά γεγονότα.

(10)    Οι περιστάσεις της δημοσίευσης, περιλαμβανομένης της χρονικής της στιγμής.

Ωστόσο, η προσέγγιση στην βάση λίστας δεν είναι κοινά αποδεκτή[7].

Η υπεράσπιση Reynolds διαφέρει από την προνομιακή περίσταση, όταν σε συγκεκριμένη εξαιρετική περίσταση κριθεί ότι υπάρχει καθήκον δημοσίευσης της πληροφορίας προς το κοινό και αντίστοιχο συμφέρον του κοινού να την λάβει, προνόμιο που κάμπτεται με την απόδειξη κακοπιστίας. Η υπεράσπιση Reynolds δεν περνά από αυτό το τεστ δύο σταδίων, παρόλο που γεννήθηκε από όμοια λογική τεχνική, ούτε εναποθέτει στον Ενάγοντα βάρος να αποδείξει κακοπιστία του Εναγομένου, προκειμένου να την καταρρίψει. Η σχέση μεταξύ duty test και interest test, δεν είναι προϋπόθεση εφαρμογής της υπεράσπισης, παρά μια σχέση λογικής εξήγησης του περιεχομένου της υπεράσπισης, από τις περισσότερες που υπάρχουν, που έτυχε σε ένα ιστορικό δανεισμό ορολογιών, που έλαβε χώρα για να εξηγήσει την ανάγκη εξισορρόπησης των διαφόρων αξιών και αγαθών. Της ελευθερίας της έκφρασης, του δημοσιογραφικού καθήκοντος, του δικαιώματος του κοινού να πληροφορείται για θέματα δημοσίου συμφέροντος, της προστασίας της αξιοπρέπειας και της τιμής των προσώπων, και άλλα. Η Bonnick v Morris (ανωτέρω) επιχειρώντας την επισήμανση της ηθικοκοινωνικής διάστασης της εξισορρόπησης αυτής, βάπτισε την ανάγκη συντήρησης της εξισορρόπησης αυτής στο επίπεδο του δημοσίου συμφέροντος, ως το τίμημα που πρέπει να πληρώνουν οι δημοσιογράφοι για την ιδιαίτερη μεταχείριση που λαμβάνουν.

Βέβαια, οι διαφορές της υπεράσπισης Reynolds με την προνομιακή περίσταση της πληροφόρησης του κοινού για ζητήματα δημοσίου συμφέροντος, είναι νοηματικά ισχνές, και δεν έχουν θεωρηθεί και αναλυθεί επαρκώς. Όμως θα ήταν μια πρόκληση να λεχθεί καθαρά πως, μια ουσιώδης διαφορά, είναι ότι η υπεράσπιση Reynolds είναι «υπεράσπιση[8]». Περαιτέρω ότι, εάν προβληθεί και προωθηθεί η υπεράσπιση Reynolds, δεν θα μπορεί ταυτόχρονα να προβληθεί δικαιολόγηση του προνομίου και να διαγνωστεί προνομιακή περίσταση. Η δικονομική αυθυπαρξία της υπεράσπισης Reynolds δεν έχει συζητηθεί μέχρι σήμερα. Η Kneafsey and others v Independent Television News Ltd and others (ανωτέρω), που ενεργοποίησε και την παρούσα αναφορά, ίσως να αναδεικνύει, έμμεσα, και ακόμα μία διαφορά, που εστιάζει σε αυτή την ποιοτική διαφορά της υπεράσπισης από το προνόμιο. Η λειτουργία του δημοσίου συμφέροντος στην υπεράσπιση είναι προαποφασισμένη και επαληθεύεται, με στόχο τη διάγνωση ότι δεν διαπράχθηκε αστικό αδίκημα. Η λειτουργία του δημοσίου συμφέροντος στο προνόμιο είναι μια σκιά που ερμηνεύεται καλύτερα με την έννοια της «κοινωνικής σημασίας», και, συνήθως, κρίση εκ των υστέρων, που αποδίδεται επί γεγονότων που πιστεύεται ότι συνθέτουν προνομιακή περίσταση, αλλά ρευστό ως προς τις «υπερασπιστικές» του δυνατότητες, μετριαστικό, προϋποθέτει prima facie διαπραχθέν αστικό αδίκημα, για το οποίο υπάρχει δικαιολογία ή συγχώρεση. Η εξισορρόπηση στα προνόμια είναι μεταξύ ανάγκης για τιμωρία του δράστη και ανάγκης για προστασία του δημοσίου συμφέροντος, παρά εσωτερική εξισορρόπηση. Το προνόμιο δεν αποτελεί ουσιαστική υπεράσπιση, αλλά μορφή καταφατικής άμυνας που εκφράζει ένα συνεχώς εξελισσόμενο δόγμα, χωρίς προαποφασισμένα όρια.

Το νέο αγγλικό δίκαιο της DefamationAct 2013

Ιστορικά, το δίκαιο προστάτευε τα πρόσωπα από τη δυσφήμιση με τρόπο αισθητό. Γι’αυτό, κάθε δήλωση που έβλαπτε τη φήμη ενός προσώπου, έδιδε σε αυτό το πρόσωπο αγώγιμο δικαίωμα, χωρίς κατ’ ανάγκη να πρέπει, ως Ενάγων, να αποδείξει ότι η δήλωση του δράστη είναι ψευδής. Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου η δήλωση ήταν εντυπωμένη σε γραπτό φορέα και σε μόνιμη μορφή, η ζημιά φαινόταν μέχρι σήμερα δεδομένη. Έτεινε σταδιακά να θεωρείται ως αρχή ότι κάθε δήλωση είναι κατ’αρχήν δυσφημιστική. Η υπερπροστατευτικότητα του δικαίου έγινε εμφανής τα τελευταία χρόνια, με την επίδειξη υπερευαισθησίας σε προβολή «ακριβών» και χρονοβόρων αξιώσεων για αποζημιώσεις λόγω δυσφήμισης, όπου έγινε και πιο επιτακτική η ανάγκη να οριστεί εκ νέου η έννοια της δυσφήμισης[9], με συγκράτηση, στη νέα προσπάθεια των πτυχών εκείνων της σοβαρότητας της έννοιας, που αντανακλούν την ανάγκη απόδοσης στη συμπεριφορά αδικηματικού χαρακτήρα.

Η νέα Defamation Act 2013 είναι ένα σύνολο νέων κανόνων δικαίου, που καταργεί ουσιαστικό μέρος της διαχρονικής νομολογίας, κωδικοποιώντας το με συγκεκριμένο τρόπο, και μεταξύ άλλων, επαναορίζοντας, εκτός από την «δυσφήμιση», ως έννοια, και τις διαθέσιμες υπερασπίσεις και προνόμια. Θα τολμούσα μάλιστα να πω πως, από τη διατύπωση του νέου ορισμού, προκύπτει ότι πλέον κινείται επί τεκμηρίου μη δυσφήμισης, με στόχο τον περιορισμό των αγωγών δυσφήμισης μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου προκαλείται ή ενδέχεται να προκληθεί σοβαρή βλάβη (serious harm). Στην έννοια της σοβαρής βλάβης, για τις κερδοσκοπικές εταιρείες, ο νέος νόμος αποδίδει οικονομικό χαρακτήρα, και την ταυτίζει περιοριστικά με την έννοια της οικονομικής απώλειας. Οπότε, υπάρχει ένα νέο «harm test», που αναμένει θεώρηση και ανάλυση. Δεν θα επεκταθώ σε όλες τις αναθεωρήσεις, που είναι πολύ σημαντικές, αλλά σε όσα αφορούν στην υπεράσπιση Reynolds, που πλέον είναι η υπεράσπιση του S.4 “Publication on matter of public interest”, με κατάργηση της νομολογίας Reynolds, την οποία μεταφέρει στον εξής νομοθετικό κανόνα:

4. Publication on matter of public interest

(1) It is a defence to an action for defamation for the defendant to show that—

(a) the statement complained of was, or formed part of, a statement on a matter of public interest; and

(b) the defendant reasonably believed that publishing the statement complained of was in the public interest.

(2) Subject to subsections (3) and (4), in determining whether the defendant has shown the matters mentioned in subsection (1), the court must have regard to all the circumstances of the case.

(3) If the statement complained of was, or formed part of, an accurate and impartial account of a dispute to which the claimant was a party, the court must in determining whether it was reasonable for the defendant to believe that publishing the statement was in the public interest disregard any omission of the defendant to take steps to verify the truth of the imputation conveyed by it.

(4) In determining whether it was reasonable for the defendant to believe that publishing the statement complained of was in the public interest, the court must make such allowance for editorial judgement as it considers appropriate.

(5) For the avoidance of doubt, the defence under this section may be relied upon irrespective of whether the statement complained of is a statement of fact or a statement of opinion.

(6) The common law defence known as the Reynolds defence is abolished.

Oυσιαστική διαφορά μεταξύ της παλαιάς νομολογημένης υπεράσπισης Reynolds και της αναγνωρισμένης υπεράσπισης του S.4 είναι ότι, μεταξύ άλλων, ότι η υπεράσπιση Reynolds τελούσε υπό την αίρεση της απόδειξης, από μέρους του Εναγομένου, ότι ενήργησε υπεύθυνα σε σχέση με τη δημοσίευση της υπό εξέταση δυσφημιστικής δήλωσης. Η υπεράσπιση του S.4 αρκείται στη λογική πεποίθηση του Εναγομένου ότι η δημοσίευση της δήλωσης ήταν προς το δημόσιο συμφέρον. Στην ίδια ρύθμιση βλέπουμε ότι θεσπίζεται και η «υπεράσπιση του ρεπορτάζ», που συγχαίετο συχνά με την υπεράσπιση Reynolds[10].

**  Τα πιο πάνω δεν έχουν εφαρμογή στο Κυπριακό δίκαιο, παρόλο που η υπόθεση Reynolds έτυχε αναφοράς στην Κυπριακή νομολογία[11]. Το Κυπριακό δίκαιο της δυσφήμισης χρειάζεται επίσης τομές που θα το εκσυγχρονίσουν, αλλά και που θα περιορίσουν την έκταση των σχετικών παραπόνων.  Κυρίως, που θα επιβεβαιώσουν την ύπαρξη της αναγκαίας ισορροπίας ανάμεσα στις προαναφερόμενες αρχές, σύμφωνα με τα σημερινά Κυπριακά δεδομένα.


[1] Coad, J. (2007). Reynolds and public interest: What about truth and human rights? Entertainment Law Review, 18, 75-85.

[2] Παρόλο που η αναφορά παραπέμπει παραπλανητικά στις προνομιακές περιστάσεις, που είναι διαφορετικό κεφάλαιο στο δίκαιο της δυσφήμισης. Η υπεράσπιση Reynolds δεν έχει σχέση με τα παραδοσιακά ειδικά προνόμια και τις προνομιακές περιστάσεις, είναι διαφορετικό νομολογιακό κατασκεύασμα (βλ. και Loutchansky v Times Newspapers Ltd (Nos 2-5) [2002] QB 783, 806), παρόλο που ξεκίνησε από μια γενικευμένη θεώρηση των προνομίων, και με την ίδια τεχνική λογική, ότι για τα ζητήματα δημοσίου συμφέροντος υπάρχει ένα επαγγελματικό καθήκον των δημοσιογράφων να μοιραστούν τις πληροφορίες, και ένα αντίστοιχο συμφέρον του κοινού να τις λάβει.

[3] Kenyon, A.T. & Marjoribanks, T. (2008). The future of “responsible journalism”. Defamation laws, public debate and news production. Journalism Practice, 2, 372-385.

[4] Η οποία είχε στην πορεία μια διαφορετική κατάληξη βλ. Flood v Times Newspapers Ltd [2013] All ER (D) 229 (Dec) όσο αφορά στην υπεράσπιση της αλήθειας.

[5] Προτιμώμενη έννοια αντί αυτής του «δημόσιου ενδιαφέροντος». Η έννοια του συμφέροντος παραπέμπει στην έννοια του κέδρους ή του οφέλους. Η έννοια του ενδιαφέροντος, παρόλο που δεν είναι πάντα στατική, μπορεί να αρκείται στην ύπαρξη της δημόσιας προσοχής, χωρίς κατ’ανάγκη ο ενδιαφερόμενος να αποκομίζει όφελος. Όπου όμως το όφελος, μπορεί να ερμηνευτεί και ως η αποτροπή ζημιάς.

[6]  Νοείται ότι, εάν υπάρχει η υπεράσπιση της αλήθειας, τότε δεν υπάρχει έδαφος για την υπεράσπιση Reynolds.

[7] βλ. Jameel v Wall Street Journal Europe Sprl (No.2) (ανωτέρω)

[8] Rowbottom, J. (2007). Libel and the public interest. The Cambridge Law Journal, 66, 8-11; Kenyon, A.T. & Leng, A.H. (2010). Reynolds privilege: Common law defamation and Malaysia. Singapore Journal of Legal Studies,  256-281.

[9] Thornton v Telegraph Media Group Ltd [2010] EWHC 1414; Jameel v Dow Jones & Co [2005] EWCA Civ 75

[10] Bosland, J. (2011). Republication of defamation under the doctrine of reportage—The evolution of common law qualified privilege in England and Wales. Oxford Journal of Legal Studies, 31, 89-110.

[11] 1) Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ, κ.α. ν. Ανδρέα Αλωνεύτη (2002) 1 Α.Α.Δ. 1863; Ανδρέας Χριστοδούλου ν. 1) Phileleftheros Public Company Ltd, κ.α., Αρ.Αγ.8433/05 Ε.Δ.Λευκωσίας, ημερ.26/11/2008; Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου ν. Χαράλαμπος Καψός (2009) 1 Α.Α.Δ. 1175; «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Thamira Food Manufacturers Ltd, Πολ.Εφ.69/07, ημερ.18/10/2012. Στο Κυπριακό δίκαιο η υπεράσπιση Reynolds είχε ταυτιστεί με μορφή ειδικού προνομίου, παρά το ότι δεν αποτελεί ειδικό προνόμιο.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.