Απόδειξη χρεωστικού υπολοίπου τραπεζικού λογαριασμού

images

Η διαδικασία απόδειξης του ύψους του χρεωστικού υπολοίπου μιας κατάστασης τραπεζικού λογαριασμού δεν είναι τόσο απλό θέμα. Αντίθετα, είναι μια αρκετά κοπιαστική διαδικασία, που χρειάζεται καλή προηγούμενη ανάλυση, έρευνα, και μελέτη, και που ακόμα συνηθίζεται να διεξάγεται με διαδικαστικά συγκεκριμένο τρόπο. Η πρόσφατη Societe Generale Cyprus Ltd v 1) Stone Heaven (Village Houses) Ltd, Αρ.αγ.2425/08 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 13/05/2014 έδωσε αφορμή ώστε να τύχουν υπενθύμισης, αλλά και ευρύτερου προβληματισμού, κάποια σημεία που σχετίζονται με το δίκαιο της απόδειξης, σε σχέση με την απόδειξη χρεωστικού υπολοίπου τραπεζικού λογαριασμού.

Η Bankers’ Book Evidence Act 1879 (“BBEA”) προέβλεπε και εξακολουθεί να προβλέπει σχετική διαδικασία δημιουργίας αποδεκτής απόδειξης (admissible evidence) αντιγράφων καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία. Η ΒΒΕΑ είχε ψηφιστεί, ιστορικά, μεταξύ άλλων, προκειμένου να διευκολυνθεί η επιθεώρηση του τραπεζικού βιβλίου (που είναι ένα ιδιωτικό βιβλίο) και από τον πελάτη της Τράπεζας, αλλά κυρίως από τρίτους, όταν αυτό απαιτείται, χωρίς να παραβιάζεται το απόρρητο της Τράπεζας προς τον πελάτη της. Περαιτέρω, προκειμένου να αποφεύγεται η πρακτική δυσκολία που θα προξενούσε στις Τράπεζες η προσαγωγή ολόκληρου του αυθεντικού αρχείου τους στο Δικαστήριο, που, μεταξύ άλλων, θα προκαλούσε και διακοπή των εργασιών τους. Έπειτα, προκειμένου να θεσπιστεί τεκμήριο ότι, τα αντίγραφα των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο, που έχουν παραχθεί ορθά, είναι έγκυρα αντίγραφα, που αποτυπώνουν τις καταχωρήσεις που πραγματικά έγιναν στο τραπεζικό βιβλίο και τα επιμέρους θέματα, δοσοληψίες και λογαριασμούς, που έλαβαν χώρα και καταχωρήθηκαν στο τραπεζικό βιβλίο, ώστε να μην χρειάζεται η απόδειξη κάθε θέματος, δοσοληψίας ή πράξης ξεχωριστά [1].

Αντίστοιχα νομοθετήματα ή νομοθετικές πρόνοιες είχαν θεσπιστεί σε διάφορες χώρες της βρετανικής αποικιοκρατίας και του κοινοδικαίου, με πανομοιότυπο περιεχόμενο. Στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους ψηφίστηκε η BVI Banker’s Books (Evidence) Act 1881, στα νησιά Antigua και Barbuda η BankerBook (Evidence) Act 1881, στην Ινδία η Bankers’ Book Evidence Act 1891,στη Βρετανική Γουιάνα η Evidence Act 1894, στη Δυτική Αυστραλία η Banker’s Books Evidence Act 1894, στο Island of Man η BankersBook Evidence Act 1935, στη Ζαμπία η Evidence (Bankers’ Books) Act 1964, στην Τανζανία η Evidence Act 1967, στον Καναδά η BankersBook Act 1990, στη Νιγηρία η Evidence Act (Chapter 112) 1990, κλπ.

Στην Κύπρο σχετική πρόνοια υπάρχει στον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ.9, στο άρθρο 22, που προνοεί τα ακόλουθα:

 22.-(1) Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρησης [2] και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρημέvα σ’ αυτό[3].

(2) Αvτίγραφo καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρησης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώρηση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας.

Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.

(3) Αvτίγραφo της καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε ότι  είvαι oρθό.

Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώρηση.

(4) Τραπεζίτης ή τραπεζικός υπάλληλoς δεv είvαι υπόχρεoς vα παρoυσιάσει oπoιoδήπoτε τραπεζικό βιβλίo, τo περιεχόμεvo τoυ oπoίoυ δύvαται vα απoδειχθεί δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, ή vα εμφαvισθεί ως μάρτυρας, για vα απoδείξει τα θέματα, τις συvαλλαγές και τoυς λoγαριασμoύς πoυ είvαι καταχωρημέvoι σ’ αυτό, παρά μόvo με δικαστικό διάταγμα, τo oπoίo εκδίδεται ειδικά για τo σκoπό αυτό.

(5) Κατόπιv αίτησης διαδίκoυ, δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα, σύμφωvα με τo oπoίo vα επιτρέπεται σε διάδικo vα επιθεωρήσει και vα λάβει αvτίγραφα καταχωρήσεωv σε τραπεζικό βιβλίo για σκoπoύς της διαδικασίας.

Διάταγμα δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ δύvαται vα εκδoθεί με κλήτευση ή μη της τράπεζας ή άλλoυ διαδίκoυ και επιδίδεται στηv τράπεζα τρεις ημέρες πριv από τηv ημέρα κατά τηv oπoία πρέπει vα υπάρξει συμμόρφωση με τo διάταγμα, εκτός αv τo δικαστήριo ήθελε διαφoρετικά διατάξει.

Οι τραπεζικές αργίες, oι oπoίες oρίζovται στov περί Τραπεζικώv Αργιώv Νόμo, και τo άρθρo 65 τoυ περί Κεvτρικής Τραπέζης της Κύπρoυ Νόμoυ, εξαιρoύvται από τov υπoλoγισμό τoυ χρόvoυ δυvάμει τoυ παρόvτoς εδαφίoυ.

(6) Στo παρόv άρθρo-

«τράπεζα» ή «τραπεζίτης» σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ.

«τραπεζικά βιβλία», oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει

διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας,  είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv.

Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό, προκειμένου να γίνεται αποδεκτό ως εκ πρώτης όψεως (prima facie) απόδειξη το αντίγραφο καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο, είναι οι εξής:

(α) Να απoδειχθεί, με την μαρτυρία διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, προφορικά ή με ένορκη δήλωση, ότι κατά τo χρόvo της καταχώρησης, τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας, και βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας,

(β) Να αποδειχθεί, με την μαρτυρία διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, προφορικά ή με ένορκη δήλωση, ότι η καταχώρηση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv της Τράπεζας,

(γ) Να δοθεί μαρτυρία από το πρόσωπο που ήλεγξε το αντίγραφο καταχωρήσεων με τις αρχικές καταχωρήσεις (που δεν χρειάζεται να είναι διευθυντής ή υπάλληλος), ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε ότι  είvαι oρθό.

Εκ πρώτης όψεως (prima facie) απόδειξη σημαίνει ότι, εάν δεν σταθμιστεί με ή αντικρουστεί από άλλη μαρτυρία, θα μπορούσε να καταδείξει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Το εκ πρώτης όψεως, στην προκειμένη περίπτωση, καταλαμβάνει ότι, όντως, το αντίγραφο που προσκομίζεται, αποτυπώνει τις καταχωρήσεις που έγιναν στο τραπεζικό βιβλίο στις συγκεκριμένες ημερομηνίες, ως προς τα συγκεκριμένα ποσά, για τις περιγραφόμενες πράξεις, χωρίς ωστόσο να δημιουργεί και τεκμήριο ουσιαστικής ορθότητας των εν λόγω καταχωρήσεων, ότι καλώς έγιναν σύμφωνα με τις συμφωνίες (μεταξύ Τράπεζας – πελάτη) και το νόμο. Αυτή η διάκριση είναι πολύ σημαντική. Τα ζητήματα που αφορούν στην αποδεκτότητα μιας μαρτυρίας ως απόδειξης (admissibility) είναι ζητήματα νόμου, που αποφασίζονται δικαστικά[4]. Η ουσιαστική ορθότητα των καταχωρήσεων σε τραπεζικά βιβλία (που δεν αμφισβητείται ότι ορθά αποτυπώνονται στο προσκομιζόμενο αντίγραφο), αφενός, δεν σχετίζεται με το άρθρο 22 του Κεφ.9, αφετέρου, παραμένει ζήτημα που πρέπει να αποδεικνύεται, στο βαθμό που αμφισβητείται.

Μια σύντομη ματιά πίσω

Όταν θεσπίστηκε η ΒΒΕΑ, απασχολούσε το νομοθέτη η τραπεζική πρακτική της εποχής εκείνης του 1879, και αυτό ίσως ακούγεται κάπως τρομακτικό, εάν αναλογιστεί κανείς την εξέλιξη που μεσολάβησε στον τραπεζικό τομέα, και όχι μόνο. Εκείνο τον καιρό, ένα τραπεζικό βιβλίο, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι ήταν ένα πιο λιτό και διαφορετικού τύπου αρχείο, στο οποίο καταχωρούνταν όλα τα στοιχεία και πληροφορίες που αφορούσαν τη σχέση τράπεζας-πελάτη, με τη μορφή που είχαν τότε, από βιβλία, σημειώσεις σε ημερολόγια, ακόμα και μια απλή σημείωση στο ημερολόγιο ενός λειτουργού μετά από συζήτηση με πελάτη της Τράπεζας, κλπ. Βρισκόταν τοποθετημένο και φυλαγμένο στο κτίριο της Τράπεζας, είχε πρόσβαση σε αυτό κάποιο πρόσωπο ή κάποια πρόσωπα, καταχωρούνταν σε αυτό οι πράξεις που διενεργούνταν στο πλαίσιο των εργασιών της Τράπεζας, και έτσι προέβαινε κανείς στις λεγόμενες καταχωρήσεις στο τραπεζικό βιβλίο. Σε διαδικασία απόδειξης ενώπιον Δικαστηρίου τότε, η “σύγκριση” αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία, όταν ο υπάλληλος της Τράπεζας αντέγραφε με το χέρι τις πληροφορίες που ήταν καταχωρημένες στο τραπεζικό βιβλίο, μεταφέροντας συγκεντρωμένες αυτές τις πληροφορίες σε ένα άλλο έντυπο φορέα, προκειμένου να τις προσκομίσει ως μαρτυρία στο Δικαστήριο, αντί να μεταφέρει στο Δικαστήριο ολόκληρο το τραπεζικό βιβλίο στο οποίο βρίσκονταν οι αρχικές καταχωρήσεις. Έπρεπε, λοιπόν, να προβεί σε “σύγκριση” μετά την μεταφορά αυτή, σε ένα επανέλεγχο σε σχέση με τις αρχικές καταχωρήσεις, για να διαπιστώσει την ορθότητα της μεταφοράς. Εκείνη την εποχή, είναι χαρακτηριστικό ότι, δεν υπήρχαν φωτοτυπικά μηχανήματα, αφού εάν ανατρέξει κανείς στην ιστορία της φωτοτύπησης, διαπιστώνει ότι η αφετηρία της εφεύρεσης τοποθετείται αρκετά μεταγενέστερα, το 1937.

Δεν υπάρχει στη βιβλιογραφία μελέτη που να εστιάζει ακριβώς στην διαχρονική εξέλιξη του τραπεζικού βιβλίου, κεφάλαιο που θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον, αν σκεφτεί κανείς ότι το τραπεζικό σύστημα χρονολογείται από το 2000 π.Χ, την εποχή των Βαβυλωνίων. Στην αρχαία Ελλάδα και στην αρχαία Ρώμη η τραπεζική πρακτική ήταν ήδη αρκετά διαδεδομένη, ενώ ίχνη τραπεζικής πρακτικής είχαν ήδη εντοπιστεί στην Ασσυρία, στη Φοινίκη και στην Αίγυπτο. Υπήρχε και σε εκείνες τις εποχές “τραπεζικό βιβλίο”, που θα μπορούσε να ήταν μια σανίδα, ένα τετράδιο, ένα βιβλίο ή κάτι διαφορετικό που κατέστη πιο πολύπλοκο και σύνθετο, παράλληλα με την εξέλιξη του τραπεζικού συστήματος. Η απόδειξη καταχωρήσεων από τα τραπεζικά βιβλία ήταν ανάγκη που υπήρχε ενόσω υπήρχε το τραπεζικό σύστημα και τα τραπεζικά βιβλία.

Νομίζω ότι αξίζει, με την ευκαιρία αυτής της ανασκόπησης, να σταθούμε παρενθεντικά σε κάποια σημεία θεώρησης του δανεισμού ειδικά στην αρχαία και κλασσική Ελλάδα, που ίσως αντανακλούν κάποιες σύγχρονες τάσεις ή κάποιες τάσεις που επανήλθαν μετά το ταρακούνημα της οικονομικής κρίσης, αλλά βοηθούν στο να οδηγηθεί κανείς και σε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα. Στην αρχαία Αθήνα ο δανεισμός ήταν κυρίως μια συναλλαγή που λάμβανε χώρα μεταξύ των πολιτών, ήταν σαν ένα είδος άτοκου εράνου για την ενίσχυση των κοινωνικών δεσμών και δεσμών φιλίας μεταξύ των πολιτών, ωστόσο όχι αμιγώς αλτρουϊστικού χαρακτήρα, εφόσον οι δανειστές ανέμεναν και είχαν κατά νου, κατά τη συναλλαγή, κάποιου είδους αντάλλαγμα, απέβλεπαν στην επιστροφή της βοήθειας μελλοντικά, επρόκειτο δηλαδή για δανεισμό που βασιζόταν στην κοινωνική εμπιστοσύνη και γινόταν υπό συνθήκες αμοιβαιότητας. Ο επαγγελματικός δανεισμός ήταν πιο περιορισμένος, συνήθως τον επαγγελματικό δανεισμό χρησιμοποιούσαν πωλητές, οι πλανώδιοι έμποροι, οι πλοιοκτήτες, και γενικά που δεν μπορούσαν να δανειστούν από πολίτες. Περαιτέρω, επέλεγαν τον επαγγελματικό δανεισμό και αυτοί που είχαν απωλέσει την εμπιστοσύνη των συμπολιτών τους και είχαν αποκτήσει τη φήμη του κακοπληρωτή[5].

Ο έντοκος δανεισμός από τότε στεκόταν σε μια κοινωνική αιχμή, ανάμεσα στη λατρεία και στο αναθεμάτισμα. Το αναθεμάτισμα εκφράζεται κυρίως στο Αριστοτελικό έργο, όπου ως «οβλοστάται» «τοκισταί» (τοκογλύφοι) θεωρούνταν κάποιοι μικροεπιχειρηματίες που έβρισκαν πελατεία ανάμεσα στους υπαίθριους πωλητές στην αγορά, που χρειάζονταν χρήματα για τα εμπορεύματα της ημέρας, και κάποιοι μέτοικοι τραπεζίτες που παρείχαν υπηρεσίες φύλαξης των χρημάτων των εμπόρων της αγοράς σε ασφαλές μέρος. Παρατηρούμε ότι, ανέκαθεν, στην κοινωνική νοοτροπία υπήρχε μια τάση να προσδίδεται στο ρόλο του επαγγελματία τραπεζίτη, που χορηγεί έντοκα δάνεια, ο χαρακτηρισμός του «τοκογλύφου», με την ετυμολογική προσέγγιση της λέξης, και την έννοια της συμπεριφοράς που αποβλέπει σε κέρδος δια της τοκοληψίας, και χαράσσει τους τόκους στις σανίδες της τράπεζας του[6].

Το ζήτημα της αντιμετώπισης του τραπεζικού συστήματος ως “τοκογλυφικού”, με αρνητική προδιάθεση, είχε να κάνει πάντα με την ανεξάντλητη φισολοφία και ηθική του τόκου, αλλά και ευρύτερα με τη φιλοσοφία και ηθική του χρήματος. Το χρήμα, κατά τον Αριστοτέλη, είναι «στείρο», ο τόκος προέρχεται από το «τίκτω», είναι χρήμα που γεννάται από το χρήμα, όμως η απόκτησή κέρδους δια της τοκοφορίας εναντιώνεται στη φύση και στον ορθό λόγο, εκτρέπει επίσης το χρήμα από το σκοπό για τον οποίο επινοήθηκε, δηλαδή τις ανταλλαγές προϊόντων με την αξία των προϊόντων, το μετατρέπει σε αντικείμενο εμπορίας. Γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης ήταν κατηγορηματικός έναντι στην τοκοληψία και ιδιαίτερα στην «οβολοστατική» την οποία θεωρούσε αταίριαστη σε ελεύθερο και ηθικά ανώτερο άνδρα[7]. Γενικότερα, πέρα από το Αριστοτελικό έργο, στα αρχαία χρόνια, την εναντίωση στον τοκισμό φαίνεται να προκαλούσε κυρίως η οικονομική ύφεση, σε συνάρτηση με τον επηρεασμό των κατώτατων κοινωνικών στρωμάτων, ενώ ο δανεισμός από επιχειρηματίες, έμπορους, κλπ θεωρείτο πάντα διαφορετικά, πιο σκληρά. Μάλιστα, υπήρχε από τότε η τάση, σε περιόδους κοινωνικής ομαλότητας και οικονομικής ακμής, τα δάνεια των ιδιωτών να πολλαπλασιάζονται[8].

Ο έντοκος δανεισμός ή η εμποροποίηση του χρήματος καθιερώθηκε σε ένα απαραίτητο επάγγελμα, που διεξαγόταν ανέκαθεν με τους όρους που έθετε ο δανειστής. Ο ανατοκισμός επίσης ήταν μια πρακτική που τοποθετείται χρονικά στον 1ο αιώνα π.Χ. και προβληματίζει ηθικά εάν πρόκειται για θεμιτή και αναγκαία πρακτική ή για αισχροκέρδεια. Βέβαια, με το πέρασμα των χρόνων ο τοκισμός και ο ανατοκισμός θεωρήθηκαν απαραίτητα και δίκαια στην κοινωνική τάξη πραγμάτων. Οι τραπεζίτες, στην πορεία του χρόνου, αποτελούνταν από πλούσιους γαιοκτήμονες ή έμπορους, ενώ και οι ναοί (π.χ. Ιερό της Δήλου αλλά και άλλες “ιερές τράπεζες”) ενεργούσαν ως τραπεζίτες, αποτελώντας το λίκνο του τραπεζικού συστήματος, οπότε, υπήρχε παράλληλη δραστηριότητα ιδιωτικών τραπεζών και ιερών τραπεζών. Στα συμφωνητικά της εποχής εκείνης μπορεί να εντοπίσει κανείς είδος δανείων με πολύ υψηλούς τόκους (π.χ. ναυτοδάνεια), και ποινικές ρήτρες, δηλαδή ρήτρες όπως σε περίπτωση αθέτησης από τον οφειλέτη των όρων του συμφωνητικού, να καταβάλλεται πρόστιμο 50% επί της οφειλής ή και περισσότερα. Υπήρξαν περίοδοι στην ελληνική ιστορία όπου οι πολίτες ήταν βαριά χρεωμένοι, και έθεταν ως επιπρόσθετες εξασφαλίσεις τους εαυτούς τους ή τα παιδιά τους. Ποιος δεν διδάχθηκε την και από την Σεισάχθεια του Σόλωνος; Ο νόμος ήταν και όφειλε να είναι πάντα εκεί, ένας μοχλός ικανός να ρυθμίζει τις ισορροπίες ανάμεσα στο τραπεζικό σύστημα και την κοινωνία.

Όσο για ατομικές ή συλλογικές τραπεζικές χρεοκοπίες δεν είναι άγνωστες στην ελληνική ιστορία, και τα αίτια ήταν πάντα βαθύτερου οικονομικοπολιτικού περιεχομένου (π.χ. διακοπή μεταφοράς σταριού από τη Μαύρη Θάλασσα). Δεν είναι άγνωστα ούτε τα “φιλικά” άτοκα και ανασφάλιστα δάνεια που χορηγούνταν σε συγκεκριμένα πρόσωπα, με απώτερο πολιτικοκοινωνικό συμφέρον (π.χ. δανεισμός του αθηναίου στρατηγού Τιμόθεου από τον Πασίωνα, για την αντιμετώπιση των στρατιωτικών και πολιτικών δραστηριοτήτων του, όπου μάλιστα ο υιός του Πασίωνος, ο Απολλόδωρος, είχε κινηθεί νομικά εναντίον του Τιμόθεου για το χρέος μετά το θάνατο του Πασίωνος, και ο Τιμόθεος είχε αρνηθεί την οφειλή)[9].

Υπήρχαν κι άλλες γνωστές δίκες από και εναντίον τραπεζών για διαφορές που σχετίζονταν με τις τραπεζικές δραστηριότητες (π.χ. Απολλόδωρος v. Τιμόθεου  ή Αισχίνης ν. Ζωσίνομος και Αριστογείτονας)[10]. Από τα μέσα του IV αιώνα και μετά, ο αριθμός των τραπεζικών υποθέσεων είχε αυξηθεί σημαντικά, ώστε να είχε δρομολογηθεί η διεκπεραίωση τους από αρμόδια δικαστήρια, και αυτό ήταν μια ένδειξη οικονομικής και κοινωνικής παρακμής την τελευταία περίοδο της κλασσικής εποχής[11]. Σε μια από τις δικαστικές διαμάχες όπου ενεπλάκη ο Απολλόδωρος εναντίον του αιχμάλωτου Νικόστρατου και άλλου, ο οποίος δεν είχε να επιστρέψει όλο το χρηματικό ποσό στον Απολλόδωρο από τον οποίο είχε δανειστεί για την εξαγορά των λύτρων του και την απαιχμαλωσία του, υπάρχει εύρημα ότι λέχθηκαν τα εξής στο Δικαστήριο, από τον Απολλόδωρο, ως προς τις συνθήκες συνομολόγησης της συμφωνίας, τις εξασφαλίσεις και τη συμφωνημένη μέθοδο αποπληρωμής:

 Νικόστρατε, είπα, ….αφού προς το παρόν δεν μπορείς να βρεις όλα τα χρήματα, ούτε εγώ έχω πια περισσότερα από όσα εσύ ο ίδιος έχεις, θα σου δανείσω από την περιουσία μου τόσα όσα θέλεις και συ θα την υποθηκεύσεις για τόσα χρήματα όσα λείπουν, θα μπορείς να έχεις τη χρήση των χρημάτων για ένα χρόνο χωρίς τόκο και να εξοφλήσεις τους ξένους. Όταν θα έχεις συγκεντρώσει τον έρανον – δάνειο, όπως ο ίδιος λες, απελευθέρωσε την περιουσία μου. Ακούγοντας αυτό με ευχαρίστησε και με παρακίνησε να ενεργήσω όσο το δυνατόν γρηγορότερα… Εγώ λοιπόν υποθήκευσα το πολυώροφο σπίτι μου στον Αρκεσάντα από (το δήμο) Παμβοταδών,τον οποίο αυτός ο ίδιος μου συνέστησε, για 1.600 δραχμές με τόκο 8 οβολούς για κάθε μήνα το μήνα (δηλ. 16% τον χρόνο)[12].

Είναι γνωστό επίσης το παράδειγμα του Στρεψιάδη στις Νεφέλες του Αριστοφάνη, που πήγε στο Σωκράτη, για να διδαχθεί τρόπους εξαπάτησης των πιστωτών του, από τους οποίους είχε δανειστεί χρηματικό ποσό για την αγορά 37 αλόγων επίδειξης, με ικανά για το σκοπό σοφίσματα. Ο κωμικός Αριστοφάνης ήταν περιγραφικός ως προς την επιδειξιομανία και σπατάλη της “φιλόδοξης” οικογένειας Στρεψιάδη. Στους νεώτερους χρόνους επικράτησαν ίδια σχήματα, καταχρεωμένα χωριά είχαν εγκαταλειφθεί για χρόνια ολόκληρα. Το 1614 υπήρξε μάλιστα και διάταγμα που απαγόρευε στους απαιτητές να δημοπρατούν τη γη, παρά μόνο να επωφελούνται από τη σοδειά της, εάν το χρέος δεν έμενε αζήτητο για πέραν των 4 χρόνων[13]. Έχω την αίσθηση ότι σήμερα, αιώνες μετά, βλέπουμε τις ίδιες μορφές, νοοτροπίες και κοινωνικές τάσεις, με διαφορετική εμφάνιση και ονόματα.

Η διαδικαστική αναγκαιότητα των προνοιών της ΒΒΕΑ και του άρθρου 22 του Κεφ.9

Επιστρέφοντας στο θέμα του άρθρου 22, αυτές οι προϋποθέσεις της ΒΒΕΑ και του άρθρου 22 του Κεφ.9, τέθηκαν για να διασφαλιστεί, τουλάχιστον, η εγκυρότητα των αντιγράφων του τραπεζικού βιβλίου, η αποδεκτότητα των οποίων επιτράπηκε ως ένα είδος νομοθετικής εξαίρεσης στους κανόνες απόδειξης που ίσχυαν, ήτοι του κανόνα της καλύτερης δυνατής απόδειξης (best evidence rule), του κανόνα ενάντια στην εξ ακοής μαρτυρία (rule against hearsay), και του κανόνα της επικύρωσης (authentication rule). Έτσι, χρησιμοποιήθηκαν και οι ανάλογες φράσεις στο κείμενο της σχετικής διάταξης. Βέβαια, το τι σημαίνει “ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας”, που βρίσκεται υπό την “φύλαξη και έλεγχο της Τράπεζας” ή το τι σημαίνει “κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας” και “σύγκριση με την αρχική καταχώρηση” δεν είναι έννοιες που δίνονται ερμηνευτικά στο κείμενο του νόμου, και ίσως παραπέμπουν στην τραπεζική πρακτική κάποιας παλαιότερης εποχής.

Σε σχέση με τη διατύπωση του άρθρου 22, είναι γνωστό ότι, με την πρόοδο της τεχνολογίας, οι Τράπεζες άρχισαν να καταχωρούν και να διατηρούν τα δεδομένα των πελατών τους και σε άλλες μορφές, κάποιες καταχωρήσεις να γίνονται αυτόματα από ηλεκτρονικά συστήματα, χωρίς την παρεμβολή, σε κάθε καταχώρηση, συγκεκριμένου λειτουργού, η παραγωγή της κατάστασης λογαριασμού να γίνεται εξίσου μηχανικά, με είσοδο σε διακομιστή και με συγκεκριμένη μηχανική διαδικασία, που απομονώνει και συσσωρεύει τα συγκεκριμένα δεδομένα σε ξεχωριστό αρχείο, και η εντολή ενεργοποιείται με το πάτημα ενός κουμπιού ή με άλλο απλοϊκό τρόπο. Η κατασκευή του λεκτικού της BBEA παρέμεινε απαράλλακτη στους αιώνες, και το μόνο που εκσυγχρονίστηκε ήταν αυτός ο ορισμός του “τραπεζικού βιβλίου”, ώστε στην έννοια του να περιληφθούν και οι πιο σύγχρονες μορφές (μικροταινίες, μαγνητοταινίες, κλπ). Ειδικότερα, η διεύρυνση του ορισμού του “τραπεζικού βιβλίου” φαίνεται να λειτούργησε ως μια εύκολη και ίσως φυγόπονη διαδικασία, ώστε ο νομοθέτης να ακουληθήσει στο ελάχιστο την εξελισσόμενη τραπεζική πρακτική[14]. Η αποσπασματική διεύρυνση του ορισμού του “τραπεζικού βιβλίου” χωρίς παράλληλη αναθεώρηση ή θεωρητική συζήτηση του όλου ζητήματος οδήγησε σε μια ασάφεια ως προς το τι είναι τραπεζικό βιβλίο, τι εμπίπτει στην έννοια του “τραπεζικού βιβλίου”, οπότε, συναντά κανείς νομολογία[15] επί αυτού.

Όσα αναγράφονται σε μια κατάσταση λογαριασμού, όπως την γνωρίζουμε, είναι αναφορές των αντίστοιχων καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο, που αναφέρονται συσσωρευμένες στην συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού. Μια κατάσταση λογαριασμού, ουσιαστικά, είναι αναπαραγωγή των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο, σε ένα ξεχωριστό έντυπο φορέα, και αντίγραφο καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο. Ωστόσο, η αναγκαιότητα της χρήσης του άρθρου 22, δεν είναι για σκοπούς απόδειξης του ύψους του χρεωστικού υπολοίπου, αλλά για σκοπούς απόδειξης των καταχωρήσεων αυτών, δηλαδή του γεγονότος ότι ό,τι αποτυπώνει η κατάσταση λογαριασμού αυτό είναι ακριβώς ό,τι καταχωρήθηκε στο τραπεζικό βιβλίο.

Βέβαια, στις περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται σήμερα το άρθρο 22, μπορεί να διερωτηθεί κανείς, τι νόημα μπορεί να έχει σήμερα η διαδικασία της “σύγκρισης”, εάν, ακριβώς, εκμηδενίζεται αυτή η πιθανότητα ανθρώπινου λάθους. Φαίνεται σαν ένδειξη παθολογίας να εκτυπώνει κανείς ένα ντοκουμέντο από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και στη συνέχεια να μπαίνει σε μια διαδικασία να ελέγχει μία προς μία τις εκτυπωμένες λέξεις και αριθμούς, εάν όντως αποτυπώνουν τα ίδια δεδομένα ως προς τα οποία απευθύνθηκε η εντολή εκτύπωσης, και τα οποία βλέπει στην οθόνη του υπολογιστή του. Σκέφτομαι ότι, οι πιθανότητες όπως μία εκτύπωση δεδομένων αποτυπώνει, από μόνη της, διαφορετικά τα δεδομένα με τα οποία έχει τροφοδοτηθεί το ηλεκτρονικό σύστημα, μπορεί να οφείλεται, εάν όχι σε ανθρώπινο δόλο (π.χ. προσωρινή αλλοίωση των δεδομένων πριν την εκτύπωσή τους) σε τεχνικούς λόγους. Στην τελευταία δε περίπωση, τυχόν διαφοροποίηση, δεν θα ήταν ως προς αυτό το ουσιαστικό περιεχόμενο (δεν αλλάζουν οι αριθμοί και οι πράξεις, το 2 δεν γίνεται 3, η λέξη “ανάληψη” δεν γίνεται κάτι άλλο), αλλά, κυρίως, ως προς την εμφάνιση του εκτυπωμένου υλικού (π.χ. να μην έχουν αναγνωριστεί συγκεκριμένοι χαρακτήρες, να έχουν αποκοπεί από την εκτύπωση συγκεκριμένες στήλες ή γραμμές ή να έχει εκτυπωθεί ξεθωριασμένα, κλπ).

Στην Bank of Scotland plc v Stapleton [2012] IEHC 549 λέχθηκε ότι:

 «The Act therefore facilitated the admission into evidence of a copy of any entry. In those days of course that would have been a copy made by hand. Hence it was necessary that among other matters to be proved before the copy would be admitted was that it had been compared with the original and was correct. Nowadays, the printing off of a page or pages of entries produces a facsimile copy and there is no need, for any practical purpose, to compare the facsimile copy with the original stored electronically.»

Ωστόσο, η αναφορά σε “σύγκριση” φαίνεται να εξακολουθεί, πεισματικά, να υπέχει σημασία ανάλογη με αυτή που υπέχει η διαβεβαίωση της πιστότητας ενός αντιγράφου (correctly made by the original)[16], που όσο κι αν την αισθάνεται κάποιος περιττή, υπό κάποιες περιστάσεις (υπό άλλες όχι), υπάρχει για να εξυπηρετεί μια παράλληλη ανάγκη (κάποτε) ή ψευδαίσθηση (άλλοτε), με το να διατηρεί τον διαδικαστικό φόρτο μεγάλο, την αποδεικτική δυσκολία αισθητή, και τον “πήχυ” (όποιο περιεχόμενο και αν του προσδίδει κανείς), υψηλότερα.

Σημειωτέον ότι, στο δικό μας δίκαιο, το άρθρο 5Α του Κεφ.9, που κάποτε ρύθμιζε τη διαδικασία απόδειξης δηλώσεων που παράγονται από ηλεκτρονικό υπολογιστή έχει καταργηθεί με το Ν.32(Ι)/2004, οπότε θα μπορούσε να λεχθεί ότι δεν ρυθμίζεται νομοθετικά η ηλεκτρονική μαρτυρία. Όταν ήταν ακόμα εν ισχύ το άρθρο 5Α του Κεφ.9, που ρύθμιζε την ηλεκτρονική απόδειξη, βλέπαμε το λεκτικό του άρθρου 22 να παίρνει την εξής μορφή (απόσπασμα από την Ιάκωβος Κλωνής ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (2003) 1 Α.Α.Δ. 714):

 «Εγώ ο πιο κάτω υποφαινόμενος Νεόφυτος Καραμάνος που κατέχω υπεύθυνη θέση που σχετίζεται με την διεύθυνση των σχετικών δραστηριοτήτων του ηλεκτρονικού υπολογιστή, πιστοποιώ τα ακόλουθα:

 Οι συνημμένες μηνιαίες καταστάσεις των τραπεζικών διευκολύνσεων που αφορούν τους πιο πάνω εναγόμενους και αναφέρονται στις περιόδους από 29-1-96 μέχρι 14-10-01 και αφορούν τον λογαριασμό 043-12-523630 είναι έγγραφα τα οποία παράχθηκαν από ηλεκτρονικό υπολογιστή ΙΒΜ με εκτυπωτές ΙΒΜ τύπου INFOPRINT 4000 με αριθμό 01-14209 ή 01-13168, που βρίσκεται στο ηλεκτρονικό κέντρο της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ στη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου 11 στη Λευκωσία («η Τράπεζα») και παράχθηκαν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων της και ότι (α) κατά τη διάρκεια της ως άνω χρονικής περιόδου ο ηλεκτρονικός υπολογιστής εχρησιμοποιείτο συστηματικά για την συγκέντρωση και επεξεργασία πληροφοριών σχετικά με τους λογαριασμούς των πελατών της Τράπεζας περιλαμβανομένων των λογαριασμών των ως άνω εναγόμενων και ότι (β) κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ετροφοδοτείτο συστηματικά κατά την συνήθη διεξαγωγή των εν λόγω δραστηριοτήτων με πληροφορίες της ίδιας φύσης όπως εκείνες που περιέχονται στις ως άνω μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμών και/ή της ίδιας φύσης όπως εκείνες από τις οποίες προέρχονται οι πληροφορίες που περιέχονται στις ως άνω μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμών και ότι (γ) καθόλη την περίοδο από 29-1-96 μέχρι 14-10-01 και αφορούν τον λογαριασμό 043-12-523630 ο ηλεκτρονικός υπολογιστής λειτουργούσε κανονικά και ότι η παραγωγή και ακρίβεια των άνω μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμών δεν επηρεάσθηκε από δυσλειτουργία ή μη λειτουργία του ηλεκτρονικού υπολογιστή και ότι (δ) οι πληροφορίες οι οποίες περιέχονται στις ως άνω μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμών είναι ταυτόσημες με πληροφορίες και/ή προέρχονται από πληροφορίες με τις οποίες τροφοδοτήθηκε ο ηλεκτρονικός υπολογιστής κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εν λόγω δραστηριοτήτων.

 

Όλα τα ανωτέρω είναι ως προσωπικά γνωρίζω και πιστεύω ορθά και αληθή.

……………………………< /P>

 

Διευθυντής Τεχνολογίας και Πληροφορικής»

Ακολούθως, θα μπορούσε να παρατηρηθεί ανάλωση σημαντικού χρόνου για επεξήγηση αλλά και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των υπολογιστών, της διαδικασίας καταχώρησης, πρόσβασης, εκτύπωσης, και μια γενικότερη απομάκρυνση από την ουσία.

Η κατάργηση του άρθρου 5Α του Κεφ.9 διευκόλυνε τη διαδικασία προσκόμισης μαρτυρίας από ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ωστόσο, σε σχέση με τα τραπεζικά βιβλία, άφησε μόνη της την πρόνοια του άρθρου 22 του Κεφ.9, με ένα περιεχόμενο διευρυμένο μεν, ως προς την έννοια του “τραπεζικού βιβλίου”, αλλά αταίριαστο με την εποχή της, και ένα κενό ως προς την αυστηρότητα με την οποία θα μπορούσε να προσεγγιστεί η εφαρμογή της, με δεδομένες τις παράλληλες αλλαγές στο δίκαιο της απόδειξης. Είναι γεγονός ότι σήμερα, με την επίτρεψη της εξ’ακοής μαρτυρίας και της χρήσης αντιγράφων στο δίκαιο της απόδειξης, η (από συνήθεια περισσότερο) αναφορά μας, πόσο μάλλον η αυστηρή προσήλωση στη χρήση του άρθρου 22 του Κεφ.9 ή της ΒΒΕΑ, ξενίζει, και έχει, εν μέρει, ή πρέπει[17] πλέον να αποδυναμωθεί, ώστε να αναζητείται το λογικά απαραίτητο και αναγκαίο.

Το αποτέλεσμα ήταν, το άρθρο 22 του Κεφ.9, να μπορεί να αποτελεί πρόσφορο και ελκυστικό έδαφος για προβολή τεχνικών ενστάσεων ή σωρείας ερωτήσεων αντεξέτασης, που μπορούν αν μη τι άλλο να προκαλέσουν κάποια αμηχανία[18]. Έπειτα, συναντάμε  το κοινωνικοηθικά παράδοξο, να υπάρχει παραδοχή της σύναψης των συμβάσεων, της χορήγησης της διευκόλυνσης και της ύπαρξης χρέους, να έχουν ήδη σημειωθεί ως τεκμήρια οι καταστάσεις λογαριασμού με αναντίλεκτη μαρτυρία ότι αυτές εκτυπώθηκαν από το ηλεκτρονικό αρχείο που τηρεί η Τράπεζα σε σχέση με το συγκεκριμένο λογαριασμό, ότι δείχνουν τα χρεωστικά υπόλοιπα του συγκεκριμένου λογαριασμού και δεν είναι λανθασμένες, να μην αμφισβητείται η ορθότητα της αναπαραγωγής συγκεκριμένης καταχώρησης, να μην υπάρχει αντίθετη μαρτυρία για συγκεκριμένες καταχωρήσεις, αλλά, παρόλα αυτά, να θεωρείται ότι δεν έχει αποδειχθεί το (οποιοδήποτε) χρεωστικό υπόλοιπο που ενδεικνύουν οι καταστάσεις λογαριασμού, για το λόγο ότι δεν αναφέρθηκε ρητά ότι έγινε “σύγκριση”, σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου 22 του Κεφ.9[19].

Βέβαια, θα πρέπει να καταστεί ακόμα πιο σαφές ότι, ο σκοπός της ΒΒΕΑ ουδέποτε ήταν να ευνοήσει ουσιαστικά τις Τράπεζες στην απόδειξη των υποθέσεων τους, εις βάρος άλλων διαδίκων. Η Τράπεζα νοείται ότι, θα πρέπει να είναι σε θέση να προβαίνει σε ανάλυση των καταστάσεων λογαριασμού που τηρεί, και να επεξηγεί από τι συντίθεται και πώς ακριβώς προκύπτει ένα χρεωστικό υπόλοιπο, ώστε σε περίπτωση αμφισβήτησης της ουσιαστικής ορθότητας συγκεκριμένης καταχώρησης (με βάση τις συμφωνίες και το νόμο), να είναι σε θέση να ανταπεξέλθει στο βάρος απόδειξης που τη βαραίνει. Η απόδειξη της συμβατότητας μιας καταχώρησης με τις συγκεκριμένες συμφωνίες και το νόμο, η ανάλυση και επεξήγηση μιας κατάστασης λογαριασμού, είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα από το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 22 του Κεφ.9.

Σκέφτομαι επίσης ότι, ακόμα και με την ύπαρξη ρητών συμβατικών προνοιών που προβλέπουν την αποδοχή της ορθότητας των καταστάσεων λογαριασμών, όταν δεν υπάρχει ένσταση σε σχέση με το περιεχόμενό τους εντός ορισμένης περιόδου, ενώ αυτές αποστέλλονται περιοδικά στους χρεώστες, τέτοιες συμβατικές πρόνοιες θα μπορούσαν να αναφέρονται περισσότερο στην τυπική ορθότητα μιας κατάστασης λογαριασμού, χωρίς να αμφισβητείται το δικαίωμα των πελατών της Τράπεζας να αμφισβητήσουν την ουσιαστική ορθότητα των καταχωρήσεων που έγιναν στο τραπεζικό βιβλίο, με αναφορά στη συμφωνία διευκόλυνσης ή στο νόμο. Ούτε είναι κοινά αποδεκτή η δημιουργία κωλύματος τύπου estoppel ή η εφαρμογή του δόγματος του “account stated”, άλλο εάν μπορεί να έχει αμυδρή σημασία στην όλη αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας[20]. Άλλο ζήτημα είναι εάν υπάρχει συμβατικά σαφής αναγνώριση χρέους, μετά τη δημιουργία του χρέους, που να φέρει και όλα τα απαραίτητα στοιχεία και γνωρίσματα της δημιουργίας τέτοιας αναγνώρισης, και μιας τέτοιας νομικής συνέπειας.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, ανεξάρτητα από την πρόνοια του άρθρου 22 του Κεφ.9,  η Τράπεζα, στις διαδικασίες εναντίον πελατών της, για τη συλλογή του χρέους, μπορεί να προσάγει ως αποδεκτό αποδεικτικό στοιχείο μια κατάσταση λογαριασμού, ως μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της επιχείρησης της, όπως θα έπραττε μια οποιαδήποτε άλλη εταιρεία τηρεί καταστάσεις λογαριασμού και συναφές αρχείο, με την πιστοποίηση του άρθρου 35 του Κεφ.9, αναλύοντας το περιεχόμενό της, και αφήνοντας το Δικαστήριο να αποτιμήσει την αποδεικτική αξία της, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Αυτή την τάση επέδειξε, σοφά ίσως, η πρόσφατη Ιρλανδική νομολογία.

Στην Moorview Developments Ltd and others v First Active Plc and others [2010] IEHC 275 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 4.8 A point was made on behalf of the Cunningham Group and Mr Cunningham that some of the documents produced by Mr Collison were not documents which could be proved under the provisions of the Bankers Books Evidence Acts 1879 and 1959. However, that submission seems to me to misunderstand the object of that legislation. As pointed out in Volume 1 of the 1st edition of Halsbury’s Laws of England at para 1301, the main object of the Bankers Books Evidence Acts is to relieve bankers from the necessity for attending at court and producing their books under a subpoena duces tecum. The purpose of the Acts is not, therefore, to facilitate banks in proving matters. The purpose is to enable evidence to be given of the contents of other parties’ bank accounts without the necessity for the attendance of a representative of the bank concerned and the production of the relevant books. However, in this case a representative of the bank did attend and gave evidence that the records which he produced to the court were taken from First Active’s electronic books and faithfully recorded what was present in them. In those circumstances there is no need for the relevant records to conform with the Bankers’ Books Evidence Acts. That legislation is irrelevant to a case where the contents of the banks books are proved in the ordinary way by a witness who can give direct evidence of having analysed the books.

 6.3 To the extent that it was complained that Mr Collison could not give evidence about aspects of the First Active’s dealings with the Cunningham Group where he was not directly and personally involved, it seems to me that the point made was misconceived. What Mr Collison gave evidence of was an analysis carried out by him of documents kept by the bank in the ordinary way as part of the bank’s records. Business records of that type are prima facie evidence of a course of dealing between parties, although, of course, any party is free to challenge the accuracy of any such records. However, the idea that a bank wishing to prove its case in debt against a customer has to produce a separate bank official who was personally involved in each individual transaction which gives rise to the customer’s current debt is, in my view, fanciful. A witness from a bank is entitled to give evidence of the bank’s records showing the amount due by a customer of that bank. That evidence and those records provide prima facie evidence of the liability. If a specific element or elements of those records are challenged, then the bank might well have a problem if it could not produce a witness who could give personal evidence of the contested matter. The reason for that problem is not that the bank did not have evidence of the matter concerned. Rather it is the weight to be attached to that evidence. If credible evidence is given that the bank’s records are wrong, then the weight to be attached to a witness who could do no more than speak to the bank’s records might well be insufficient to displace the credible evidence suggesting the inaccuracy of the same records. In those circumstances the court might well conclude, on the balance of probabilities, that the records were inaccurate. In order to counter the credible evidence of the inaccuracy, the bank might well have to produce a witness who could do more than speak to the bank’s records but could give evidence of direct involvement. Even in those circumstances, however, the court would have to consider the weight to be attached to the bank’s records and Page 3 form a judgment on all the evidence as to whether it could properly be concluded that those records were wrong.

Στην Bank of Scotland v Fergus [2012] IEHC 131 υιοθετήθηκε η πιο πάνω προσέγγιση, σε σχέση με την προσωπική εμπλοκή του προσώπου που προβαίνει στις καταχωρήσεις, και λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 I respectfully agree with the above approach as being correct. In this case, Mr Moroney, as a former official of the Bank, is entitled to give evidence of the Bank’s records in relation to the indebtedness of the Company to the Bank. Those records include the electronic records of the Bank. That evidence is admissible evidence and is prima facie evidence of the liability of the Company to the Bank. As pointed out by Clarke J, if a specific element of the records is challenged, the court would have to decide on the factual dispute and the weight to be attached to the evidence of the relevant bank official would depend upon his personal knowledge of the matter in dispute.

Στην Governor and Company of the Bank of Ireland v Keehan [2013] IEHC 631, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 [23] It is implicit in the Defendant’s submissions that the only way that the bank can prove its case is by reliance on the Bankers’ Books Evidence Act 1879 but that is not consistent with the decisions cited above, which held that that a witness could give evidence by reference to the books and records of the company in order to demonstrate prima facie liability, subject to any rebutting evidence. This is in accordance with normal practice in summary judgment applications where it is routine for the deponent to refer to the books and records of the Plaintiff company.

 [24] The judgments of Clarke J and Finlay Geoghegan J reflect an acknowledgment that courts have to take judicial notice of the obvious and commonplace facts and circumstances of ordinary life. Companies maintain computer records that are cited and exhibited in summary proceedings as evidence of debt. Similarly with banks. The records are prima facie evidence that the Defendant owes the money to the Plaintiff. If the Defendant contests the liability in whole or in part, the evidence required to prove the case depends on the issues raised. If a matter is not disputed, there is no need of proof. Where a party chooses to stay silent in face of a claim, prima facie proof is sufficient.

 [25] The fact that the evidence is given in this case on affidavit is not a material distinction. The deponent refers to the bank’s books and records and his perusal thereof as the basis of his evidence. That is the factual situation that obtained in the cited authorities.

 [26] The authorities and the textbooks make clear that the purpose of the 1879 Act was not to facilitate banks in making their claims on foot of unpaid accounts or loans but rather to provide a practical and efficient manner of gaining access to the information in bankers’ books, particularly when sought by third parties. Obviously, a bank can invoke the Act to prove specific entries in its books. As Peart J describes in Stapleton, this relieved the bank from bringing to court their heavy tomes in which the transactions were recorded and producing the witnesses who had made the entries.

 [27] Although the evidence of the contents of the bank’s records does not conform to the formal specifications in the 1879 Act as amended in a number of respects, it is nevertheless apparent as a matter of legitimate inference that the evidence of the Defendant’s liability emanates from the bank’s books and records and that the statements are printed from its computer records. The point, however, is that the case is not about the 1879 Act and a copy of a bank book but about a liability arising on a contract entered into by the Defendant by written agreement signed by him and witnessed by his solicitor and an overdrawn current account. The bank is proving its case that the Defendant defaulted on a loan and has not discharged his overdrawn account. It has to establish a sufficient prima facie case that will result in judgment being given unless the Defendant raises some basis of defence.

 [28] The Plaintiff has made out a prima facie case. The affidavits and exhibits constitute prima facie proof of the bank’s claim. It has proved the loan agreements entered into by the Defendant on foot of signed acceptances. The period of the later loan has expired and bank statement number 14, exhibited and identified by the deponent, shows an outstanding liability that is in excess of the sum borrowed. Another statement similarly identified shows the overdrawn account. The bank issued demand letters for payment of the loan account and of the Defendant’s small overdraft which are also exhibited. The Defendant did not respond substantively to the claim and confined himself to submissions made by counsel on his behalf.

 [29] The Defendant makes in addition to the argument on the 1879 Act a number of criticisms of the contents of the grounding affidavit but it appears to me that none of them amounts to a ground on which the proceedings could reasonably be dismissed. Some of the points are admittedly only pedantry. Neither is the complaint of uncertainty valid. The case of O’Gorman v Long [1959] 93 ILTR 3 is cited as authority. However, that decision was based on a particular and unusual and wholly different set of facts and is not of assistance in this case. The test is whether there is sufficient information to enable the Defendant to know whether he should discharge the debt. The Defendant has not asserted any confusion or uncertainty about his liability.

 [30] In the circumstances, the Plaintiff is entitled to judgment.

Βέβαια, υπάρχουν και περιπτώσεις που οι αναλυτικές καταστάσεις ενός λογαριασμού, ειδικά τρεχούμενου λογαριασμού ή λογαριασμού μιας πιστωτικής κάρτας, είναι εξαιρετικά ογκώδεις, ώστε να μην μπορούν να τύχουν εύκολα ανάλυσης, ωστόσο, με την ορθή μέθοδο θα μπορούσε να διευκολυνθεί και αυτό το έργο, με σκοπό η παρουσίαση της κατάστασης ενός λογαριασμού ενώπιον Δικαστηρίων να μπορεί να γίνεται με όλη την αναγκαία λεπτομέρεια και πειστικότητα, που να αντανακλά τα γεγονότα και την όλη πορεία της συμβατικής σχέσης.

———————————

[1] Wheatley v Commissioner of Police of the British Virgin Islands [2006] Cr. App. Rep.328, [14] (PC

[2] London and Westminster Bank v Button(1907) 51 Sol Jo 466; Harding v Williams (1880) 14 ChD 197

[3] Douglas v Lloyds Bank Ltd (1929) 34 Com Cas 263

[4] Halsbury’s Laws of England/CIVIL PROCEDURE (VOLUME 11 (2009) 5TH EDITION, PARAS 1-1108; VOLUME 12 (2009) 5TH EDITION, PARAS 1109-1836)/20. EVIDENCE/(1) INTRODUCTION/(viii) The Court’s Power to Control Evidence/B. FUNCTIONS OF JUDGE AND JURY/797. Admissibility a question oflaw

[5] Ζανίκα, Ε.Χ. (2008). Ολιστική προσέγγιση του δανεισμού: Φιλοσοφικές και κοινωνικές παραμέτροι του φαινομένου της δανειοληψίας στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία. Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Τμήμα Ψυχολογίας.

[6] Υπό 4; Scott., M. (2000). Η οικονομική σκέψη του Αριστοτέλη. (Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης, επιμέλεια: Γιάννης Μηλιός). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

[7] Υπό 4; Αριστοτέλης, Πολιτικά, Α’, 10; Roll, E. (1953). Ιστορία της Οικονομικής Σκέψεως. (Μετάφραση: Αριστοτέλους Δ. Σίδερι). Αθήνα: Αργύρης Παπαζήσης; Δουκάκης, Β. (1996). Το χρήμα στην Ελληνική αρχαιότητα. Αθήνα: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.

[8] Υπό 4; Bogaert, R. (1968). Banques et banquiers dans les cites grecques. 2me Partie. Leydon.

[9] Υπό 4; Υπό 6; Ψευδο – Δημοσθένης, 53, 12-13 στο M. Finley (1988). Οικονομία και κοινωνία στην Αρχαία Ελλάδα. (Μετάφραση: Α. Παναγόπουλος). Αθήνα: Εκδόσεις Καρδαμίτσα.

[10] Υπό 4; Υπό 6

[11] Υπό 4; Υπό 6; Δουκάκης, Β. (1996). Το χρήμα στην Ελληνική αρχαιότητα. Αθήνα: ΕκδόσειςΑντ. Ν. Σάκκουλα.

[12] Υπό 4; Υπό 7

[13] Υπό 4; Ασδραχάς, Σ. (1988). Ελληνική Κοινωνία και Οικονομία ΙΗ και ΙΘ αι. Αθήνα: Εκδόσεις Ερμής.

[14] Volkering and others v District Judge Haughton and another – [2005] IEHC 240

[15] Asylum for Idiots v. Handysides (1906) 22 TLR 573; Re L. G. Batten Pty. Ltd [1962] QWN 2; Elsey v. Federal Commissioner of Taxation (1969) 121 CLR 99 (HCA); Re Dadson (1983) 77 Crim. App. Rep.91 (CA); Lever v. Maguire [1928] VLR 262; Williams v. Williams [1988] QB 161 (CA), κ.α.

[16] Waldy v Gray (1875) LR 20 Eq 238; Permanent Trustee Co of New South Wales v Fels [1918] AC 879, PC; Clark v Capp (1824) 1 C & P 199; Johnson v Hudson and Morgan (1836) 7 Ad & El 233n; Sturge v Buchanan (1839) 10 Ad & El 598; R v Robinson [1917] 2 KB 108, CCA; R v Haines (1695) Skin 584; Everingham v Roundell (1838) 2 Mood & R 138; Waldy v Gray (1875) LR 20 Eq 238; Lafone v Griffin (1909) 25 TLR; R v Collins (1960) 44 Cr App Rep 170, CCA; Re Halifax Commercial Banking Co Ltd and Wood (1898) 79 LT 183; affd 79 LT 536, CA; R v Cheng (1976) 63 Cr App Rep 20, CA; Williams v Williams [1988] QB 161 Marcel; Bernarus Johannes Volkering, Bastiaan Paul Mosterd, Carolus Niolaas Maria Groenewegen and Beheersmij Helling BV, Applicants v Judge Gerard Haughton and The Minister for Justice, Equality and Law Reform, Respondents [2005] IEHC 240, [2004 No 357 JR]; Volkering and others v District Judge Haughton and another – [2005] IEHC 240.

[17] Hollander, C. (2009). Documentary Evidence [5-19]. Λονδίνο: Sweet & Maxwell.

[18] Θα υπήρχε έδαφος για αντεξέταση τύπου π.χ. Τι εννοείτε “έvα από τα συvήθη βιβλία της Τράπεζας, ποια είναι τα άλλα συνήθη βιβλία της Τράπεζας; Τι είναι αυτό που κάνει ένα βιβλίο της Τράπεζας “συνήθη”΄; Σε ποια μορφή τηρείται το Τραπεζικό βιβλίο; Πώς λειτουργεί το ηλεκτρονικό αρχείο; Ποια είναι η διαδικασία καταχωρήσεων σε αυτό; Ποιος προβαίνει στις καταχωρήσεις; Πού φυλάγονται οι καταχωρήσεις; Ποια είναι η διαδικασία….κλπ… Τι εννοείτε ότι το τραπεζικό βιβλίο βρίσκεται υπό τη “φύλαξη και τov έλεγχo της Τράπεζας”; Πού βρίσκεται δηλαδή;  Ποια είναι η συvήθης και καvovικής διεξαγωγή τωv εργασιώv της Τράπεζας; Υπάρχει και διεξαγωγή εργασιών της Τράπεζας που είναι ασυνήθης ή μη κανονική; Τι είναι αυτό που κατηγοροποιεί τη διεξαγωγή κάποιων εργασιών ως συνήθεις και κανονικές; Ποιος έκανε αυτές τις καταχωρήσεις στο τραπεζικό βιβλίο; Εσείς πώς γνωρίζετε ότι έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας; κλπ

[19] Societe Generale Cyprus Ltd v 1) Stone Heaven (Village Houses) Ltd, κ.α. Αρ.αγ.2425/08 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 13/05/2014, στην οποία μάλιστα είχαν απορριφθεί και οι αξιώσεις για έκδοση διαταγμάτων εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, επειδή δεν είχε αποδειχθεί το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 22 του Κεφ.9, αλλά και ενδεχομένως δεν είχε δημιουργηθεί στο Δικαστήριο η ασφάλεια ότι η Τράπεζα ξέρει τι ζητά και γιατί το ζητά, ή δεν είχε προβεί στην απαραίτητη ανάλυση της κατάστασης λογαριασμού ώστε να μπορεί να ενημερώσει, τι ποσό τόκων, εξόδων, κλπ χρεώθηκαν. Οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία, ενώ πέραν των καταστάσεων λογαριασμών, υπήρχε και η προφορική μαρτυρία των Εναγόντων περί της οφειλής.

[20] Τai Hing Cotton Mill Ltd v Liu Chong Hing Bank Ltd [1986] AC 80, [1985] 2 All ER 947, PC; Vagliano Bros v Bank of England (1889) 23 QBD 243, CA (revsd sub nom Bank of England v Vagliano Bros [1891] AC 107, HL); Lewes Sanitary Steam Laundry Co Ltd v Barclay & Co Ltd (1906) 95 LT 444; Kepitigalla Rubber Estates Ltd v National Bank of India Ltd [1909] 2 KB 1010; Walker v Manchester and Liverpool District Banking Co Ltd (1913) 108 LT 728; cf Blackburn Building Society v Cunliffe, Brooks & Co (1882) 22 ChD 61, CA (affd sub nom Cunliffe, Brooks & Co v Blackburn and District Benefit Building Society (1884) 9 App Cas 857, HL); Bank of England v Vagliano Bros [1891] AC 107 at 115, HL.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s