Η χρονολόγηση του σημειώματος εμφάνισης και της έκδοσης της δικαστικής απόφασης

timthumb

Αυτές τις ημέρες είναι υπό συζήτηση η υπόθεση Άνθεα Μιχαήλ ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 291/10, ημερομηνίας 08/07/2014, η οποία προβληματίζει προς διάφορες κατευθύνσεις. Στην υπόθεση αυτή, η εφεσείουσα, παρέλειψε να εμφανιστεί εντός της προβλεπόμενης, από τους διαδικαστικούς κανονισμούς, και ορισθείσας, από το κλητήριο ένταλμα, προθεσμίας των 10 ημερών, με αποτέλεσμα, η εφεσίβλητη, να προχωρήσει με την καταχώρηση μονομερούς αίτησης για έκδοση απόφασης. Η εφεσείουσα επιχείρησε να «καταχωρήσει» το σημείωμα εμφάνισής της την ίδια ημέρα κατά την οποία το πρωτόδικο δικαστήριο επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης της εφεσίβλητης. Το πρωτόδικο δικαστήριο, όταν επιλήφθηκε της εν λόγω αίτησης, δεν είχε ενώπιον του οποιοδήποτε σημείωμα εμφάνισης ή εμφάνιση δικηγόρου για την εφεσείουσα, που θα ενημέρωνε για την ύπαρξη ή πρόθεση ύπαρξης του σημειώματος εμφάνισης, οπότε, προχώρησε και ενέκρινε την έκδοση της δικαστικής απόφασης.

Σε μεταγενέστερο χρονικό στάδιο, διαπιστώνοντας, η πλευρά της εφεσείουσας, την έκδοση της δικαστικής απόφασης, παρά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης της, έσπευσε να την προσβάλει με αίτησή της, που βασιζόταν, νομικά, στις Δ.17,Θ.10, Δ.26,Θ.14, Δ.48,Θ.1, 2, 3(h), 9 και Δ.33,Θ.3. Δεν υπήρχε αναγραφή, επί του σημειώματος εμφάνισης, της ώρα καταχώρησης του, ούτε η ώρα έκδοσης της δικαστικής απόφασης ήταν γνωστή. Tο πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι, και τα δύο, καταχωρήθηκαν την ίδια ημερομηνία, οπότε, στη βάση μόνο αυτής της πληροφορίας, ότι, δεν υπήρχε η δυνατότητα διαπίστωσης, εκ των υστέρων, της χρονικής προτεραιότητας οποιουδήποτε εκ των δύο.

Η Δ.17,Θ.10, που αφορά σε παράλειψη εμφάνισης, προνοεί τα εξής:

Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.

 

(σε μετάφραση)

 

Όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με οποιοδήποτε εκ των προηγούμενων κανονισμών αυτής της διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση υπό τέτοιος όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι.

 

Δεν θεωρώ σχετικές τις Δ.24,Θ.14 και Δ.33,Θ.3. Κατά την ακρόαση της αίτησης πρωτόδικα, η πλευρά της εφεσείουσας επικαλέστηκε ή θεωρήθηκε ότι χρησιμοποίησε την Δ.16,Θ.7, η οποία προβλέπει, σχετικά με την εμφάνιση, το εξής:

A defendant may appear at any time before judgment. If he appears at any time after the time limited by the writ for appearance, he shall be ordered to pay any costs properly incurred by the plaintiff by his failure to appear within the time limited by the writ.

 

(σε μετάφραση)

 

Ένας εναγόμενος μπορεί να εμφανιστεί σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την απόφαση. Εάν αυτός εμφανιστεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά από την προθεσμία εμφάνισης, που καθορίζεται στο κλητήριο ένταλμα, θα πρέπει να διαταχθεί να πληρώσει οποιαδήποτε έξοδα, που δεόντως προέκυψαν από τον ενάγοντα, ένεκα της παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί εντός της καθορισμένης, από το κλητήριο ένταλμα, προθεσμίας.

Το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε πως θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι, το σημείωμα εμφάνισης της εφεσείουσας καταχωρήθηκε πριν την έκδοση της απόφασης, ενόψει της αμφιβολίας για το ποιο καταχωρήθηκε πρώτο, ως ένδειξη εύνοιας προς την εφεσείουσα-εναγόμενη. Ωστόσο, παρά την απόφαση του αυτή, άσκησε διακριτική ευχέρεια και απέρριψε την αίτηση της εφεσείουσας, στη βάση των νομολογημένων ουσιαστικών προϋποθέσεων που ισχύουν για την Δ.17,Θ.10, και, ειδικότερα, ως προς την απόδειξη της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.

Αναπόφευκτα, υπήρξε έφεση και αντέφεση. Η εφεσείουσα ισχυριζόταν ότι η απόφαση, που εκδόθηκε μονομερώς, θα έπρεπε να παραμεριστεί με βάση την Δ.16,Θ.7. Η εφεσίβλητη – αντεφεσείουσα ισχυριζόταν πως η απόφαση του Δικαστηρίου, ότι το σημείωμα εμφάνισης προηγήθηκε χρονικά, είναι λανθασμένη, επεσήμανε δε ότι η νομική βάση της αίτησης της εφεσείουσας ήταν η Δ.17,Θ.10 και όχι η Δ.16,Θ.7.

Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι, σε σχέση με το ζήτημα της χρονικής προτεραιότητας του σημειώματος εμφάνισης ή της απόφασης, ότι:

Μη έχοντας στοιχεία που να ανατρέπουν την μια πιθανότητα από την άλλη, ενόψει της αμφιβολίας που δημιουργείται, θα πρέπει να δεχτώ πιστεύω την ευνοϊκότερη για την εναγόμενη 3 περίπτωση, ότι δηλαδή είχε καταχωρήσει την εμφάνισή της πριν την έκδοση της απόφασης.

Με αυτή την προσέγγιση, θεμελιώνεται ουσιαστικά ότι, σε περίπτωση ύπαρξης αμφιβολίας, ως προς τη χρονική προτεραιτότητα του σημειώματος εμφάνισης, σε σχέση με την έκδοση της δικαστικής απόφασης, θα πρέπει να γίνεται αποδεκτό ότι το σημείωμα εμφάνισης προηγείται χρονικά, γιατί αυτή θα ήταν η ευνοϊκότερη προσέγγιση για τον εναγόμενο. Έπειτα, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, το πρωτόδικο δικαστήριο, θα έπρεπε να προχωρήσει, στη βάση της απόφασης του ότι το σημείωμα εμφάνισης προηγείται χρονικά, σε παραμερισμό της απόφασης, με βάση την Δ.16,Θ.7, και όχι με βάση την Δ.17,Θ.10, στην οποία θεμελιωνόταν νομικά η αίτηση. Ειδικότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον η αίτηση, κατά την ακρόαση, προωθήθηκε στη βάση της Δ.16,Θ.7, το λάθος που εμφιλοχώρησε στη νομική βάση της αίτησης, θα μπορούσε να θεραπευτεί με βάση την Δ.64, ουσιαστικά, θεμελιώνοντας ότι, όταν μια αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και προωθείται κατ’ακρόαση ορθά, τότε θα πρέπει να επέρχεται θεραπεία. Τέλος, το Ανώτατο Δικαστήριο, παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, εξέφρασε την απαρέσκεια του, που οι δικηγόροι ανήγαγαν κάτι ασήμαντο σε πρόβλημα, και σπατάτησαν δικαστικό χρόνο, και προκαλώντας καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης.

Με πρόθεση και διάθεση καλόπιστης κριτικής, στην οποία πρέπει να υπόκεινται οι δικαστικές αποφάσεις, ως είθισται, θα μπορούσα να πω ότι οι ακόλουθες σκέψεις με οδηγούν σε διαφωνία, και με την πρωτόδικη αλλά και με την δευτεροβάθμια προσέγγιση.

Όμως, ξεκινώντας από την πρακτική πλευρά του ζητήματος, πέρα από την, ίσως, κακή συμπεριφορά της εφεσείουσας, που ενώ καταχωρούσε σημείωμα εμφάνισης μετά την πάροδο των 10 ημερών, δεν επέδειξε έγνοια, αφενός, έρευνας του σταδίου στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση της, και ανάλογης ενημέρωσης της εφεσίβλητης, αφετέρου, φροντίδας, ώστε το σημείωμα εμφάνισης της να αρχειοθετηθεί στο φάκελο του δικαστηρίου ή το δικαστήριο να ενημερωθεί σχετικά πριν επιληφθεί της αίτησης μονομερώς, ο εκ συμφώνου παραμερισμός μπορεί να ήταν, όντως, πρακτικά, μια επιλογή. Δεν επρόκειτο για τις περιπτώσεις εκείνες που υπάρχει σοβαρή παράλειψη εμφάνισης ενδεικτική αδιαφορίας για τη δικαστική διαδικασία (ακόμα κι αν, μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, πέρασαν κάποιοι μήνες χωρίς να έχει επιδείξει, η εφεσείουσα, ενδιαφέρον για την προώθηση της υπόθεσης της, είναι αναμενόμενο, ειδικά σε υπόθεση τραπεζικού χρέους). Ίσως να ήταν μια περίπτωση όπου θα ήταν επιθυμητό να καμφθεί από την εφεσίβλητη, εξ επιλογής, η αυστηρή προσέγγιση των κανονιστικών διατάξεων, όχι τόσο ως ένδειξη συναδελφικής αλληλεγγύης, αλλά, κυρίως, έγνοιας για το δικαίωμα ενός διαδίκου που προσπάθησε να εμφανιστεί στην υπόθεσή του, να ακουστεί. Να ακουστεί χωρίς να τύχει χειρισμού, η εξασφαλισθείσα απόφαση, ως ένα κεκτημένο «τρόπαιο», που άλλως πώς με ταλαιπωρία θα εξασφαλιζόταν, για απόλυτα κατανοητούς λόγους. Ορισμένες φορές, κάποιες υποχωρήσεις ή λίγη ελαστικότητα, είναι ωφέλιμα, μακροπρόθεσμα. Εξάλλου, όταν η πλευρά του ενάγοντος λαμβάνει την ίδια ημέρα, έστω μετά την εμφάνιση που διενήργησε (πηγαίνοντας στη θυρίδα του ή στο γραφείο του), ένα σημείωμα εμφάνισης, θα μπορούσε να είναι θέμα συνειδησιακής τάξης, να σπεύσει να ενημερώσει άμεσα το δικαστήριο και την πλευρά του εναγόμενου για τη χρονική αυτή συγκυρία, ώστε να αντιμετωπιστεί με κοινή απόφαση και ενέργεια το πρόβλημα, αντί να προβεί σε αίτηση για καταχώρηση της απόφασης, ακόμα κι αν είναι πειρασμός η αποσιώπηση του γεγονότος, και το διαδικαστικό παιχνίδι με τις προθεσμίες, στη σκέψη της επικείμενης ταλαιπωρίας της αντιδικίας.

Ως προς τα αποφασισμένα σημεία, διαφωνώ με την κρίση και των δύο δικαιοδοσιών ότι, σε περίπτωση ύπαρξης αμφιβολίας, ως προς τη χρονική προτεραιτότητα του σημειώματος εμφάνισης, σε σχέση με την έκδοση της δικαστικής απόφασης, θα πρέπει να γίνεται αποδεκτό ότι το σημείωμα εμφάνισης προηγείται χρονικά, γιατί αυτή θα ήταν η ευνοϊκότερη προσέγγιση για τον εναγόμενο. Ως τιθέμενη αιτιολογία, η ευνοϊκότερη προσέγγιση για τον εναγόμενο, δεν θεωρώ ότι είναι καλή. Οι διάδικοι, κατά τη γνώμη μου, είναι ή πρέπει να είναι ίσοι ενώπιον του Δικαστηρίου και του νόμου, τα Δικαστήρια δεν μπορούν να δείχνουν ευνοϊκές τάσεις προς τους εναγόμενους, επειδή είναι στη θέση αυτή, και ο ενάγοντας είναι το πληγέν μέρος που αξιώνει θεραπείες. Πού στηρίζεται και πώς δικαιολογείται αυτή η εκδηλωμένη εύνοια;

Έπειτα, διαφωνώ με την κρίση του εφετείου ότι το πρωτόδικο δικαστήριο θα έπρεπε να προχωρήσει, στη βάση της απόφασης του ότι το σημείωμα εμφάνισης προηγείται χρονικά, σε παραμερισμό της απόφασης με βάση την Δ.16,Θ.7. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η Δ.16,Θ.7 δεν παρέχει οποιαδήποτε δικαιοδοσία σε ένα δικαστήριο να παραμερίζει δικαστικές αποφάσεις. Θεωρώ ότι, έκδηλα, η δικονομική της έκταση, και, κατά συνέπεια, η έκταση της δικαιοδοσίας που δίνει σε ένα δικαστήριο, είναι περιορισμένη στο να επιδικάζει έξοδα προς όφελος του ενάγοντος, εάν ένα σημείωμα εμφάνισης έχει καταχωρηθεί μετά την καθορισμένη, στο κλητήριο ένταλμα (και τους διαδικαστικούς κανονισμούς), προθεσμία. Ακόμα και διάθεση για διεύρυνση της δικαιοδοτικής της δύναμης να υπάρχει, το γράμμα της είναι εκεί και είναι σαφές, και δεν μπορεί να το υπερβεί κανείς με τρόπο εξουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση, η Δ.16,Θ.7 θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς ως προς την ουσιαστική δικαιολόγηση, παρά να παρέχει, μόνη της, ένδικο μέσο.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την κρίση του εφετείου ότι, εφόσον το ίδιο δικαστήριο αποφάσισε ότι το σημείωμα εμφάνισης προηγείται χρονικά (άσχετα από την διαδικασία που ακολούθησε για να καταλήξει σε αυτή την κρίση και την αιτιολογία του), έθεσε εαυτόν εκτός δυνατότητας να ασκήσει διακριτική ευχέρεια επί της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων της Δ.17,Θ.10, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια.

Έπειτα, διαφωνώ με την κρίση του εφετείου ότι, όταν μια αίτηση, γενικά, στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και προωθείται κατ’ακρόαση ορθά, τότε θα πρέπει ή μπορεί να επέρχεται θεραπεία, με βάση την Δ.64. Η έλλειψη ορθής νομικής βάσης σε μία αίτηση, γενικά, αποστερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να επιληφθεί της αίτησης αυτής. Δεν θα σχολιάσω τις ενδεχόμενες συνέπειες μιας τέτοιας πρακτικής, να καταχωρούνται νομικά άστοχες αιτήσεις, με την προοπτική να «διασωθούν» επί ακρόασης, με την αόριστη και γενική επίκληση της Δ.64. Ειδικότερα, πιστεύω ότι, όταν γίνεται επίκληση της Δ.64, θα πρέπει να γίνεται αναφορά επακριβώς στους λόγους που πρέπει να χρησιμοποιηθεί, και τα σημεία που θεραπεύει να είναι γνωστά. Η τυφλή εφαρμογή της Δ.64, αφενός, δεν αποτελεί λύση για όλες τις κανονιστικές ελλείψεις, αφετέρου δεν αποτελεί δικαστικό εργαλείο που υποκαθιστά την ανάγκη αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων.

Προσεγγίζοντας το ζήτημα από μια διαφορετική οπτική γωνία, κλέβοντας ίσως την ευκαιρία για μια πιο θεωρητική επισκόπηση των εμπλεκόμενων διαδικαστικών κανονισμών, η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης είναι ένα σοβαρό διαδικαστικό στάδιο, που δίνει στον εναγόμενο τη δυνατότητα να ακουστεί σε μια διαδικασία και να υπερασπιστεί την υπόθεση του. Εάν ανατρέξουμε στο κείμενο της Δ.16 των δικών μας διαδικαστικών κανονισμών, παρόλο που δεν φέρει την απαραίτητη ρυθμιστική λεπτομέρεια που χαρακτηρίζει αντίστοιχες ρυθμίσεις σε αντίστοιχους νεότερους διαδικαστικούς κανονισμούς άλλων χωρών, φαίνεται ότι υπάρχουν κάποια στάδια, τα οποία θα πρέπει να συμπληρωθούν, προκειμένου ένα κλητήριο ένταλμα να θεωρείται ότι έχει καταχωρηθεί:

(α) Ετοιμασία (από το δικηγόρο του εναγομένου ή τον εναγόμενο) σημειώματος εμφάνισης που περιέχει όλα τα προβλεπόμενα στοιχεία, σύμφωνα με την Δ.16,Θ.3(1). Αυτά θα πρέπει να είναι: (i) το όνομα του δικηγόρου του εναγόμενου ή αναφορά ότι ο εναγόμενος υπερασπίζεται μόνος του την υπόθεση του, και (ii) διεύθυνση επίδοσης εντός των ορίων του τόπου του Πρωτοκολλητείου.Υπάρχει ο Τύπος αρ.12, που ακολουθείται και περιλαμβάνει αυτά τα θεσμοθετημένα στοιχεία. Η Δ.16,Θ.3(2) ορίζει ότι, εάν το σημείωμα εμφάνισης δεν περιέχει διεύθυνση επίδοσης, όπως προνοείται, δεν θα πρέπει να παραλαμβάνεται, θεσπίζοντας, ουσιαστικά, υποχρέωση του Πρωτοκολλητή, κατά το στάδιο της παραλαβής, να διεξάγει έλεγχο, ούτως ώστε να διαπιστώσει εάν περιέχεται, στο σημείωμα εμφάνισης, διεύθυνση επίδοσης εντός των ορίων του τόπου του συγκεκριμένου Πρωτοκολλητείου.

(β) Ετοιμασία (από τον δικηγόρο του εναγόμενου ή τον εναγόμενο) αντιγράφου του σημειώματος εμφάνισης. Ορθότερα, δεν πρόκειται για φωτοαντίγραφο, αλλά για διπλότυπο που πρέπει να υπογράφεται επίσης. Στη δική μας ρύθμιση, η πρόνοια είναι τέτοια, που εξυπακούει τη χρήση ενός μόνο αντιγράφου σημειώματος εμφάνισης, ενώ θα ήταν πρακτικότερο να προβλέπει την έκδοση δύο αντιγράφων, για τους λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια. Το εν λόγω αντίγραφο ετοιμάζεται μεν από τον δικηγόρο του εναγόμενου ή τον εναγόμενο, αλλά θεωρείται ότι εκδίδεται από το δικαστήριο, με την σφράγισή του.

(γ) Έλεγχος, από τον Πρωτοκολλητή, του σημειώματος εμφάνισης, εαν περιέχει διεύθυνση επίδοσης,

(δ) Παραλαβή, από τον Πρωτοκολλητή, του σημειώματος εμφάνισης και του αντιγράφου του σημειώματος εμφάνισης,

(ε) Καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, από τον Πρωτοκολλητή. Η «καταχώρηση από τον Πρωτοκολλητή», σαφώς, διακρίνεται από την «καταχώρηση από τον εναγόμενο», είναι ένα ειδικότερο στάδιο, που παραπέμπει σε συγκεκριμένες ενέργειες (αρρύθμιστες στη δική μας περίπτωση) που θα πρέπει να γίνουν από τον Πρωτοκολλητή, προκειμένου να καταχωρήσει το σημείωμα εμφάνισης που παραλαμβάνει. Η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από πλευράς εναγομένου σημαίνει την υποβολή αιτήματος προς τον Πρωτοκολλητή να προβεί στην καταχώρηση της εμφάνισης του εναγομένου. Η καταχώρηση από τον Πρωτοκολλητή είναι μια σειρά ενεργειών στις οποίες προβαίνει ο Πρωτοκολλητής μετά την παραλαβή του σημειώματος εμφάνισης, προκειμένου να «καταχωρήσει» (με την στενή έννοια) την εμφάνιση του εναγόμενου στην υπόθεση (π.χ. ακύρωση των δικηγοροσήμων και χαρτοσήμων του αυθεντικού σημειώματος εμφάνισης, σφράγιση της παραλαβής του με την αναγραφή της ημερομηνίας και της ώρας παραλαβής, εισαγωγή σημείωσης σε σχετικό βιβλίο που τηρείται – βλ. Δ.62, και αρχειοθέτηση του σημειώματος εμφάνισης στον φάκελο της υπόθεσης, που τηρείται στο δικαστήριο). Το νομικό αποτέλεσμα της καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης δεν δημιουργείται με μόνη την υποβολή αίτησης για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στον Πρωτοκολλητή.

(στ) Χρονολόγηση, υπογραφή και σφράγιση του αντιγράφου του σημειώματος εμφάνισης, από τον Πρωτοκολλητή. Χαρακτηριστικά, οι δικοί μας διαδικαστικοί κανονισμοί, ως έχουν σήμερα, δημιουργούν την εντύπωση ότι προνοούν την χρονολόγηση, υπογραφή και σφράγιση μόνο του αντιγράφου του σημειώματος εμφάνισης, και όχι του αυθεντικού σημειώματος εμφάνισης, που «καταχωρείται» από τον Πρωτοκολλητή. Είναι πολύ σημαντικό ότι, η Δ.16,Θ.5, ορίζει πως η απόδειξη του ότι η εμφάνιση καταχωρήθηκε την ημέρα που σημείωσε ο Πρωτοκολλητής, είναι αυτό το ένα χρονολογημένο, υπογεγραμμένο και σφραγισμένο αντίγραφο του σημειώματος εμφάνισης, το οποίο όμως, παραδίδεται στον ενάγοντα.

(ζ) Παράδοση, από τον δικηγόρο του εναγόμενου ή τον εναγόμενο, την ίδια ημέρα που ο ίδιος παραδίδει στον Πρωτοκολλητή το αυθεντικό σημείωμα εμφάνισης, στη διεύθυνση επίδοσης του ενάγοντος, του αντιγράφου του σημειώματος εμφάνισης χρονολογημένου, υπογεγραμμένου και σφραγισμένου. Η Δ.16,Θ.2, όπως είναι διατυπωμένη, ανάγει την πράξη παράδοσης του αντιγράφου αυτού στον ενάγοντα ως το δεύτερο σκέλος της διαδικασίας της καταχώρησης εμφάνισης από τον εναγόμενο, που σημαίνει και το τέλος της όλης διαδικασίας καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο. Το δικαστήριο είναι που, ουσιαστικά, μέσω της παράδοσης αυτού του αντιγράφου από τον εναγόμενο, ενημερώνει τον ενάγοντα για την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο.

Κατά τη γνώμη μου, όταν εξετάζεται εάν καταχωρήθηκε ή όχι σημείωμα εμφάνισης από τον εναγόμενο, δυνάμει της Δ.16, αυτό που εξετάζεται είναι, εάν έχουν γίνει όλες εκείνες οι προβλεπόμενες ενέργειες, ώστε το σημείωμα εμφάνισης να θεωρείται νομικά καταχωρημένο από τον εναγόμενο. Όταν το αυθεντικό σημείωμα εμφάνισης δεν βρίσκεται μέσα στον φάκελο της υπόθεσης, που τηρείται στο δικαστήριο, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει γίνει καταχώρησή του από τον Πρωτοκολλητή, συνεπώς, δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο, έχει παρακαμφθεί ένα στάδιο, που, ρυθμιστικά, προηγείται της παράδοσης αντιγράφου σημειώματος εμφάνισης στην πλευρά του εναγομένου. Είναι γνωστό βέβαια ότι στην πράξη, λόγω της δυσκολίας που υπάρχει στην ανεύρεση των φακέλων ή λόγω της μεταφοράς των φακέλων από την προηγούμενη ημέρα στα γραφεία των δικαστών, τα σημειώματα εμφάνισης τοποθετούνται προσωρινά σε θυρίδα, μέχρι να αρχειοθετηθούν, ενώ στο μεταξύ προχωρά η διαδικασία παράδοσης του αντιγράφου. Ωστόσο, σε νομικό επίπεδο, δεν μπορεί να υπάρξει διαφορετική κατάληξη, ότι, όταν δεν υπάρχει σημείωμα εμφάνισης αρχειοθετημένο στο φάκελο του δικαστηρίου, οπουδήποτε κι αν αυτό βρίσκεται, τοποθετημένο στο Πρωτοκολλητείο, κατ’αρχήν, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από τον δικαστή, ως καταχωρημένο σημείωμα εμφάνισης.

Το ζήτημα δεν σταματά όμως στην ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης. Αντίστοιχα, θα πρέπει να δει κανείς το χρόνο ολοκλήρωσης της διαδικασίας έκδοσης μιας δικαστικής απόφασης.

Η Δ.34,ΘΘ.1, 2 ορίζει τα ακόλουθα:

1. Save where the Court shall have directed that a judgment be not drawn up until a certain date or until a certain event has happened, every judgment shall, on the application of any party to the Registrar, be entered in a book to be kept for the purpose.

2. Every judgment when entered shall be dated as of the day on which it was pronounced, and shall, save where it otherwise directs, take effect from that date, and a note shall be made in the book in which it is entered of the date of entry.

(μετάφραση)

1. Εκτός από τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει δώσει οδηγίες ώστε μια απόφαση να μην συνταχθεί μέχρι μια συγκεκριμένη ημερομηνία ή μέχρι ένα συγκεκριμένο γεγονός να συμβεί, κάθε απόφαση θα πρέπει, κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε μέρους προς τον Πρωτοκολλητή, να καταχωρηθεί σε βιβλίο που τηρείται για το σκοπό αυτό.

2. Κάθε απόφαση, όταν καταχωρείται, θα πρέπει να χρονολογείται ως την ημέρα που αυτή είχε απαγγελθεί, και θα πρέπει, εκτός όπου διατάσσει διαφορετικά, να έχει ισχύ από εκείνη την ημερομηνία, και θα πρέπει να γίνεται σημείωση στο βιβλίο όπου καταχωρείται, της ημερομηνίας καταχώρησης.

Υπάρχουν τα εξής στάδια, τα οποία θα πρέπει να συμπληρωθούν, κατά τη γνώμη μου, για να θεωρείται ότι έχει εκδοθεί μια δικαστική απόφαση:

(α) Απαγγελία και έκδοση της απόφασης από τον δικαστή δια ετοιμασίας πρακτικού,

(β) Υποβολή αίτησης για καταχώρηση της απαγγελθείσας δικαστικής απόφασης, από οποιονδήποτε διάδικο,

(γ) Καταχώρηση της δικαστικής απόφασης στο βιβλίο αποφάσεων, χρονολόγηση της ημερομηνίας έκδοσης της, και σημείωση της ημερομηνίας καταχώρησης της,

(δ) Σύνταξη της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, και χρονολόγηση της ημερομηνίας σύνταξης της,

Η καταχώρηση της δικαστικής απόφασης στο βιβλίο αποφάσεων, κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε διαδίκου, που υποβάλλεται στον Πρωτοκολλητή, είναι μια διαδικασία που πρέπει να γίνεται, προκειμένου η έκδοση της δικαστική απόφαση να χρονολογηθεί και η απόφαση να συνταχθεί, και, συντασσόμενη, να ενσωματωθεί σε ένα χρησιμοποιήσιμο φορέα. Το δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει να μην συνταχθεί μια δικαστική απόφαση, μέχρι συγκεκριμένο χρόνο ή γεγονός. Για να συνταχθεί μια δικαστική απόφαση, θα πρέπει, πρώτα, να καταχωρηθεί στο βιβλίο αποφάσεων, και για να καταχωρηθεί στο βιβλίο αποφάσεων θα πρέπει, πρώτα, να υποβληθεί σχετική αίτηση.

Στην πράξη, το στάδιο της απαγγελίας της απόφασης, συχνά, παραπάμπτεται, το δικαστήριο μπορεί να ετοιμάζει το πρακτικό της δικαστικής απόφασης του στα ιδιαίτερά του, και εάν δεν ειδοιποιεί για το αντίθετο, ο αιτητής να θεωρεί ότι εκδίδεται η απόφαση. Η αίτηση (γνωστή στην καθομιλουμένη μας ως «έκδοση certification») και η καταχώρηση στο βιβλίο αποφάσεων είναι διαδικασίες που γίνονται, ρουτινωδώς, από τους δικηγόρους και δικηγορικούς υπαλλήλους, πληρώνονται δε σχετικά τέλη. Όταν καταχωρείται η δικαστική απόφαση στο βιβλίο, η χρονολόγηση της έκδοσής της, ανατρέχει στο χρόνο της απαγγελίας ή έκδοσης του πρακτικού της δικαστικής απόφασης από τον δικαστή, και αναγράφεται ξεχωριστά η χρονολογία της καταχώρησής της.

Στο βαθμό που μια δικαστική απόφαση φέρεται με ημερομηνίες έκδοσης (απαγγελίας ή ετοιμασίας πρακτικού της), καταχώρησης στο βιβλίο αποφάσεων, σύνταξης, εκτελεστότητας, και υπάρχει δυνατότητα πραγματικής διάστασης ανάμεσα σε αυτά τα χρονικά σημεία, θα έπρεπε, κατ’αρχήν, να προσδιοριστεί ποιο χρονικό σημείο είναι αυτό που ενδιαφέρει την εμφάνιση, που αναφέρει η Δ.16,Θ.7.

Πριν προχωρήσω στην προτεινόμενη νομική λύση, αισθάνομαι ότι θα πρέπει να αναφερθώ σε κάποια θεωρητικά σημεία, με κάποιες εισηγήσεις. Να αποφύγει κανείς τη βάσανο αυτής της ανάλυσης είναι πειρασμός, γιατί, όντως, στη θεωρία, το ζήτημα δεν είναι απλό, και η σκέψη που χρειάζεται να γίνει, τοποθετείται σε λεπτεπίλεπτα σημεία.

Κατ’αρχήν, κατά την άποψη μου, η Δ.16,Θ.7, δεν αδρανοποιεί, με κάποιο σιωπηρό τρόπο, την υποχρέωση εμφάνισης του εναγομένου εντός καθορισμένης προθεσμίας, και παρά το γεγονός ότι δεν «εκδόθηκε» δικαστική απόφαση, με κάποια τυπική έννοια, ο εναγόμενος δεν μπορεί να εκλαμβάνει ότι έχει θεσμοθετημένη δυνατότητα να εκμεταλλεύεται το χρονικό διάστημα που αναγκαστικά μεσολαβεί μέχρι την έκδοση απόφασης, για να επεκτείνει, κανονιστικά, την προθεσμια εμφάνισης του, πληρώνοντας απλά τα έξοδα. Το δικαίωμα της Δ.16,Θ.7 ενδεχομένως να πρέπει να ασκείται με έναν, δικονομικά, διαφορετικό τρόπο, ειδικά εάν ο ενάγων προχώρησε ήδη σε αίτηση για έκδοση απόφασης, επικαλούμενος τέτοια παράλειψη εμφάνισης, και δεν έμεινε αδρανής. Έπειτα, δεν μπορεί να παραγνωρίζεται, ως ιστορικά τοποθετημένο σημείο, το ότι ένας δικαστής που επιλήφθηκε μιας μονομερούς αίτησης για απόφαση, λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης, και αποφάσισε την έκδοση της απόφασης, επιλήφθηκε της ουσίας της υπόθεσης και άκουσε κάποια μαρτυρία, στη βάση της οποίας αποφάσισε τελικά, προέβηκε σε ουσιαστική διάγνωση.

Κλίνω προς την θέση ότι, η τυπική ισχύς της τελικής δικαστικής απόφασης πριν την καταχώρηση, χρονολόγηση και σύνταξη της, είναι, αντικειμενικά, ανύπαρκτη ή αδρανής. Η καταχώρηση, χρονολόγηση και σύνταξη της απόφασης είναι μια σειρά ενεργειών που μπορούν να προσδώσουν, κατόπιν αίτησης διαδίκου, στην εκδοθείσα, από τον δικαστή, τελική απόφαση, την τυπική της ισχύ, να της δώσουν, δηλαδή, κατά νόμο υπόσταση. Τότε το πράττουν ανατρέχοντας στο χρόνο απαγγελίας και έκδοσης της από το δικαστή, και τότε δημιουργείται το νομικό αποτέλεσμα της έκδοσης της τελικής δικαστικής απόφασης. ‘Η, απλούστερα, η λήψη απόφασης από το δικαστή, ότι εκδίδεται απόφαση, είναι μόνο ένα, το ουσιαστικό, μέρος της διαδικασίας έκδοσης τελικής απόφασης (το πιο σημαντικό), που θα πρέπει όμως να συμπληρωθεί και να ολοκληρωθεί με συγκεκριμένες διαδικαστικές ενέργειες, που είναι τυπικά σημαντικές, ώστε να θεωρείται νομικά υπαρκτή η απόφαση. Αντίστοιχα, ένα αίτημα για παραμερισμό δικαστικής απόφασης, στρέφεται, όχι προς τη διαδικασία στην οποία προέβη ο δικαστής για την ουσιαστική διάγνωση, αλλά προς αυτή την καταχώρησή της.

Μένοντας λίγο ακόμα σε θεωρητικό επίπεδο, σε συνάρτηση με την πιο πάνω θέση μου, θα θεωρούσα και ότι μπορεί να καταχωρείται σημείωμα εμφάνισης στο μεσοδιάστημα μετά την έκδοση απόφασης από τον δικαστή και πριν την καταχώρηση, χρονολόγηση και σύνταξή της δικαστικής απόφασης από το δικαστήριο. Δεν θα θεωρούσα ορθό να μπορεί να καταχωρείται σημείωμα εμφάνισης, οποτεδήποτε, μετά την έκδοση της απόφασης από τον δικαστή, χωρίς να υπάρχει κάποια θεσμοθετημένη διαδικασία για εξασφάλιση της άδειας του δικαστηρίου (βλ. διαδικαστικούς κανονισμούς της Ιρλανδίας ή της Σιγκαπούρης, κλπ). Δεν θα θεωρούσα, επίσης, ορθό, ένας ενάγων να μπορεί να παραλείπει, για όσο θέλει, να προβεί σε αίτηση για καταχώρηση της δικαστικής απόφασης, ενώ παράλληλα, να θεωρείται ότι υφίσταται δικαστική απόφαση, την ίδια στιγμή που δεν υπάρχει μηχανισμός επίτρεψης σε εναγόμενο, σε τέτοια περίπτωση, να εμφανιστεί (σε άλλα συστήματα διαδικαστικών κανονισμών, ιδίως αμερικανικά, μπορεί να συναντήσει κανείς και τη θεσμοθετημένη δυνατότητα απόρριψης της υπόθεσης, σε τέτοια περίπτωση παράλειψης καταχώρησης της δικαστικής απόφασης εντός ορισμένης προθεσμίας, ως εγκαταλειφθείσας). Ένα σημείωμα εμφάνισης, καταχωρημένο μετά την θεσμοθετημένη προθεσμία εμφάνισης, αλλά πριν από αυτή την καταχώρηση της δικαστικής απόφασης, είναι, κατά τη γνώμη μου, χρονικά προγενέστερο, ωστόσο, δεν θα θεωρούσα ορθό, ο εναγόμενος που το καταχωρεί (κατά παράβαση της προθεσμίας εμφάνισης), να μπορεί να προχωρήσει ανενόχλητος με την υπεράσπισή του, χωρίς την εξασφάλιση κάποιας σχετικής άδειας του δικαστηρίου, ως και η προηγούμενη εισήγηση. Εξηγώντας την αναγκαιότητα της θεσμοθέτησης μιας τέτοιας διαδικασίας λήψης άδειας του δικαστηρίου, θα θεωρούσα ορθό, εφόσον ο ενάγων έκανε χρήση της παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί, και ο δικαστής έχει ήδη αποφασίσει επί της ουσίας των ζητημάτων και της επιδικίας, μονομερώς, να υπάρχει μια εξισορροπητική διαδικαστική πρόνοια, που να παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να επιτρέψει τη συνέχιση (το ουσιαστικό επανάνοιγμα) της διαδικασίας με την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του εναγομένου, εφόσον ο εναγόμενος (όχι απλά πληρώσει τα έξοδα, αλλά) προβάλει και μια εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, που θα μπορεί να λειτουργεί ως ουσιαστικό αντιστάθμισμα στην ήδη τελικά διαμορφωμένη δικαστική κρίση, που οδήγησε στην κατ’ουσίαν απόφαση έκδοσης της τελικής δικαστικής απόφασης.

Πέρα τις πιο πάνω ή άλλες αλλαγές, που μπορεί να εμπνευστεί ή να εισηγηθεί ο καθένας, έχω την πεποίθηση ότι, τεχνικά, οι χρονολογήσεις του σημειώματος εμφάνισης και της έκδοσης της δικαστικής απόφασης, δεν μπορούν (και δεν επιτρέπεται) να συμπίπτουν, και για να συμπίπτουν, σημαίνει ότι κάτι συμβαίνει λάθος, ως προς τον τρόπο προσέγγισης του προβλήματος, εφόσον και οι δύο χρονολογήσεις είναι έργο του Πρωτοκολλητή. Σε κάθε περίπτωση, η τυπική προσέγγιση, θεωρώ ότι, παραμένει εφικτή, εάν η δικαστική απόφαση δεν είναι καταχωρημένη, και άρα χρονολογημένη, κατά το χρόνο καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης, και εάν το δικαστήριο (δια του Πρωτοκολλητείου) επιλήφθηκε αίτησης διαδίκου για καταχώρηση και χρονολόγηση της δικαστικής απόφασης, ενώ είχε ήδη ολοκληρωθεί η διαδικασία καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης, τότε θα μπορούσε να θεωρηθεί, γενικεύοντας τα σημεία αναφοράς, ότι υπάρχει σημείωμα εμφάνισης κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης. Όμοιο ζήτημα απασχόλησε την Stevens v Hamed [2012] All ER (D) 78 (Jul), παρόλο που στους νεότερους αγγλικούς διαδικαστικούς θεσμούς η διαδικασία προχωρά κάπως διαφορετικά, στην οποία όμως λέχθηκε ότι:

15. In this case, an acknowledgement of service was filed before the default judgment was entered, but considerably after the Claimant’s request for a default judgment. The delayed entry of judgment was therefore the Court’s fault, not the Claimant’s. The request for a default judgment was received by the Court on 17th November 2011 but no judgment was entered until 15th December 2011. An Acknowledgement of Service was received by the Court on 2nd December 2011.

16. It presently seems to me that once the Acknowledgement of Service was filed, the condition for the entry of a default judgment was no longer met, and that judgment should not have been entered.

Η ύπαρξη σημειώματος εμφάνισης πριν την έκδοση της δικαστικής απόφασης (νοουμένου ότι η χρονολογική προτεραιτότητα του αποφασιστεί με κάποια δικαιολογημένη διαδικασία και δεν αποτελεί εξ ανάγκης εύρημα, λόγω αδυναμίας διαπίστωσης, και προς εύνοια συγκεκριμένου διαδίκου), αφήνει μόνη την επιλογή, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ότι υπάρχει μια μορφή αντικανονικότητας (irregularity) στη διαδικασία έκδοσης απόφασης μονομερώς, παρόμοια ή σε ίδια γραμμή πλεύσης με την αντικανονικότητα της μη νομότυπης επίδοσης (βλ. Stevens v Hamed – [2012] All ER (D) 78 (Jul)). Η αντικανονικότητα, σε αυτές τις περιπτώσεις, εξισώνεται νοηματικά με το ότι, δεν θα έπρεπε να καταχωρηθεί η απόφαση. Συνεπώς, ο παραμερισμός της δικαστικής απόφασης θα μπορούσε να γίνει στη βάση αυτή, του ότι αυτή η δικαστική απόφαση εκδόθηκε αντικανονικά (irregularly) (βλ. επίσης και Northern Rock (Asset Management) Plc v Chancellors Associates Ltd [2011] EWHC 3229 (TCC)).

Δεν θα συμφωνούσα ότι, από τη στιγμή που η εφεσείουσα είχε ενεργοποιήσει τη διαδικασία της Δ.17,Θ.10, καθιστούσε εξ αρχής, η ίδια, άνευ αντικειμένου το ενδεχόμενο ύπαρξης εμφάνισης πριν την έκδοση της απόφασης, ούτε ότι θα μπορούσε να προωθήσει μια οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, πόσο μάλλον την Δ.16,Θ.7, που δεν περιέχει θεραπεία συναφή με παραμερισμό δικαστικής απόφασης. Το δικαστήριο, διαπιστώνοντας τέτοια αντικανονικότητα, θα μπορούσε και θα έπρεπε να προβεί στον παραμερισμό της απόφασης αυτής ex debito justitiae, χωρίς να υπεισέλθει στην ανάλυση των ουσιαστικών προϋποθέσεων.

Παρά το ότι υπάρχει δυνατότητα διαπίστωσης της χρονολογικής προτεραιότητας του ενός ή εκάστου διαβήματος, εάν, ωστόσο, το δικαστήριο, δεν μπορούσε να προβεί σε σχετικό εύρημα, χωρίς την κατάλληλη μαρτυρία, που να θέτει ενώπιον του γεγονότα που μπορεί να μην φαίνονται από τον φάκελο της υπόθεσης, και εφόσον καθίστατο επίδικο ζήτημα κανονικότητας (χρονολογικής προτεραιότητας εμφάνισης), κατά τη γνώμη μου, η αντιμετώπιση θα έπρεπε να ήταν ανάλογη με τον χειρισμό του βάρους απόδειξης της κανονικότητας της έκδοσης της δικαστικής απόφασης μονομερώς.

Εάν, μέσω της ίδιας διαδικασίας εξέτασης των διαδικασιών καταχώρησης και χρονολόγησης ενός σημειώματος εμφάνισης και μιας δικαστικής απόφασης, κατέληγε κανείς στο αντίθετο συμπέρασμα, ότι κατά το χρόνο έκδοσης της δικαστικής απόφασης δεν υπήρχε καταχωρημένο σημείωμα εμφάνισης, η Δ.17,Θ.10 θα ήταν η κατάλληλη διαταγή για παραμερισμό καλώς καταχωρηθείσας, μονομερώς εκδοθείσας, δικαστικής απόφασης, στη βάση της οποίας το δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει διακριτική ευχέρεια, υπεισερχόμενο στις ουσιαστικές προϋποθέσεις, περίπτωση στην οποία θα ήταν ούτως ή άλλως αναγκαία, μεταξύ άλλων, και η απόδειξη της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που όμως, και πάλι, θα μπορούσαν να ελιχθούν κατάλληλα οι δικαστικοί στοχασμοί, κατά τρόπο ώστε, να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα, που να απονέμει δίκαιο στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.

Εάν, παρ όλη τη δρομολόγηση της πιο πάνω διαδικασίας με βάση την Δ.17,Θ.10, το δικαστήριο, θεωρούσε ότι μπορεί να αντλήσει από κάπου αλλού δικαιοδοσία, και όχι από την Δ.17,Θ.10, προκειμένου να αίρει μια αδικία και να επανατοποθετησει τα μέρη σε ίση βάση (equal footing), ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, υποθέτω ότι, θα έπρεπε να επεξηγήσει, με όλη τη δυνατή λεπτομέρεια, την πηγή άντλησης της δικαιοδοσίας του αυτής, θεωρώ δε ότι, αυτή η διαδικασία της δικαιολόγησης είναι απαραίτητη, για να μην θεωρηθεί ότι ενεργεί, το δικαστήριο, καθ’υπέρβαση δικαιοδοσίας. Νοείται ότι, η ανεξήγητη ανάληψη δικαιοδοσίας και η ρητή απόδοση εύνοιας προς τον εναγόμενο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια εξισορρόπησης του δικαίου σε σχέση με τα διάδικα μέρη. Σημειωτέον ότι, το λεγόμενο «overriding objective» δεν είναι επαρκώς θεσμοθετημένο στο δικό μας σύστημα διαδικαστικών κανονισμών, και η Δ.64, παρά τις, εν καιρώ, διευρυμένες δυνατότητές της, δεν το αντιπροσωπεύει επακριβώς, εξ ου και η ανάγκη του εκσυγχρονισμού του όλου συστήματος διαδικαστικών κανονισμών.

Τέλος, πιστεύω ότι, η «απαρέσκεια» του εφετείου, θα μπορούσε να εκφραστεί, όχι τόσο ως προς τις (χρονοβόρες και δαπανηρές) ενέργειες των δικηγόρων, που θέλησαν να κάνουν τη δουλειά τους, να επιλύσουν ένα νομικό πρόβλημα, που δεν είναι τόσο εύκολο ή ασήμαντο όσο φαίνεται, και που θεωρούμενο από μία άλλη οπτική γωνία, είναι σοβαρότατο και θα μπορούσαν επ αυτού να τεθούν σύνθετα νομικά ερωτήματα. Εάν, ωστόσο, ήτανε σκόπιμο (και συμφωνώ με τη σκοπιμότητα αυτή) να γινόταν μια νύξη, ως προς την αναγκαιότητα αποφυγής διαφωνιών στη βάση αντικανονικών πράξεων και μια γνήσια κλήση των διαδίκων προς θεώρηση του υπέρτατου ουσιαστικού στόχου, θα μπορούσε να γίνει σε ένα κάπως διαφορετικό τόνο.

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.