Η θέση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων στο αδίκημα της καταδολίευσης εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή

Asset-Protection

Τον τελευταίο καιρό επικράτησε μία σύγχυση σε σχέση με την εφαρμογή του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008, Ν.60(Ι)/2008 (στο εξής «ο Νόμος»), αναφορικά με διατάγματα μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκαν πριν την θέση σε ισχύ του εν λόγω Νόμου.

Στην Lion Auto Parts Limited ν Γεώργιου Γεωργίου, Ποινική Έφεση  Αρ. 207/2012, ημερομηνίας 24/06/2014 και στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν. Γενοβέφας Λουκά-Ξιαρή, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 218/2012, ημερομηνίας 24/06/2014, υπήρξε διάσταση των απόψεων πλειοψηφίας και μειοψηφίας, που, ουσιαστικά, αφορά στο ζήτημα, εάν πρέπει να ληφθεί, ως κρίσιμο σημείο αναφοράς, το πότε εκδόθηκε το διάταγμα μηνιαίων δόσεων ή το πότε σημειώθηκε η παράλειψη συμμόρφωσης με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων, για να κριθούν οι περιπτώσεις εκείνες τις οποίες καταλαμβάνει ο Νόμος, προς αποφυγή απόδοσης, στον εν λόγω Νόμο, αναδρομικής ισχύος.

Παρά το ότι δεν φαίνεται να υπάρχει διαφωνία ως προς τη νομική θεώρηση της αναδρομικότητας και τις συναφείς αρχές, αναφέρω, εν συντομία μόνο, ότι ένας «αναδρομικός νόμος» είναι ένας νόμος που ανατρέπει προϋπάρχοντα δικαιώματα ή νομικές καταστάσεις, στα οποία οι πολίτες έχουν στηρίξει τη στάση και τις επιλογές τους, έχουν επιδείξει εύλογη εμπιστοσύνη. Αυτές οι ποιότητες συνθέτουν τη λεγόμενη ασφάλεια δικαίου, που απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου.

Στη θεωρία του δικαίου έχουν αναπτυχθεί δύο είδη «αναδρομικότητας». Ένας νέος νόμος που επηρεάζει την ισχύ ή τις συνέπειες των σχέσεων, πραγμάτων, δεδομένων, γεγονότων, που ίσχυσαν πριν την θέσπιση του, είναι γνήσια αναδρομικός, και δεν επιτρέπεται, συνήθως, στο δίκαιο, ειδικά στο ποινικό ή φορολογικό δίκαιο. Ο νόμος πρέπει να ισχύει πριν από / κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης και να ορίζει τα συγκεκριμένα στοιχεία της πράξης, η δε ποινή πρέπει να ορίζεται από το νόμο πριν την τέλεση των πράξεων (Nullum crimen nulla poena sine lege / Nullum crimen nulla poena sine lege certa). Εάν προέβη κάποιος, το 2007, σε μια παράλειψη που δεν είχε οποιεσδήποτε νομικές συνέπειες ή που είχε τις x συνέπειες και έρχεται, το 2008, ένας νόμος που λέει ότι εκείνη η παράλειψη στην οποία προέβηκε το 2007 πρέπει να τιμωρηθεί σήμερα επειδή ποινικοποιήθηκε ή ότι αυτή θα έχει τις ψ σοβαρότερες συνέπειες, λειτουργεί γνήσια αναδρομικά θεμελιώνοντας ή επαυξάνοντας το αξιόποινο, πράγμα ανεπίτρεπτο (διαφορετικά θα ήταν, ενδεχομένως, εάν επρόκειτο για ηπιότερο νόμο – in bonam partem – ή για δικονομικό νόμο).

Εάν ένας νέος νόμος, όμως, απλώς ρυθμίζει τα αποτελέσματα που παράγονται μετά τη θέση σε ισχύ του, έστω κι αν οι σχέσεις, τα πράγματα, τα δεδομένα, τα γεγονότα, υπήρχαν από πριν, χωρίς να θίγει τις έννομες συνέπειες που ήδη επήλθαν, δεν είναι γνήσια αναδρομικός, είναι, όπως λέγεται στη θεωρία, νόθος αναδρομικός. Η νόθος (μη γνήσια) αναδρομικότητα, κατά την κρατούσα άποψη, δεν θεωρείται πραγματική επέκταση της ισχύος ενός νόμου στο παρελθόν, αλλά ρύθμιση των θεμάτων του παρελθόντος με νομικό κανόνα μελλοντικής εφαρμογής, και τέτοια “αναδρομικότητα” είναι, κατ’αρχήν, επιτρεπτή, όταν, έναντι στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του πολίτη και την ασφάλεια του δικαίου, υπερτερεί η ανάγκη διασφάλισης της κοινωνικής ασφάλειας. Υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, και μια βαθύτερη φιλοσοφία. Συνήθως, δεν ψηφίζονται νόμοι για να ρυθμίσουν άγνωστα γεγονότα, ανύπαρκτες σχέσεις, πράγματα και δεδομένα που ανήκουν εξ ολοκλήρου στη σφαίρα του μέλλοντος, γιατί, ως άνθρωποι, δεν είμαστε τόσο χαρισματικά προνοητικοί. Όλοι οι νόμοι ρυθμίζουν κάτι από το παρελθόν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, σε μεγαλύτερη ή σε μικρότερη έκταση.

Στην προκειμένη περίπτωση, είναι κοινά αποδεκτό ότι, ο Νόμος, δεν μπορεί να θίγει τις έννομες συνέπειες που επήλθαν από την παράλειψη ενός προσώπου να συμμορφωθεί με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων το 2001, πριν την θέση σε ισχύ του. Το ζήτημα που ήγειρε η πλειοψηφία είναι, εάν πρέπει να ληφθεί υπόψη, πέρα από την παράλειψη πληρωμής, και η ίδια η ύπαρξη του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, θεωρούμενη, εξ αρχής, η ίδια, ως μια νομική κατάσταση που αλλοιώνεται με το Νόμο. Λέει, η άποψη της πλειοψηφίας ότι, ένας πολίτης δέχθηκε να εκδοθεί εις βάρος του διάταγμα μηνιαίων δόσεων, συνεκτιμώντας, μεταξύ άλλων, την όλη νομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται κανείς το 2007, αποδεχόμενος τέτοιο διάταγμα. Εάν γνώριζε κάποιος ότι ενδέχεται να υποστεί τις συνέπειες που νομοθετήθηκαν μεταγενέστερα, να βρεθεί ένοχος του συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος, ενδεχομένως, να μην το δεχόταν (όχι ότι είναι θέμα επιλογής του κάθε οφειλέτη χρέους, εάν θα εκδοθεί ή όχι ένα διάταγμα μηνιαίων δόσεων). Η άποψη της πλειοψηφίας προσπαθεί να υποστηρίξει ότι, η εφαρμογή του Νόμου στα προγενέστερα του διατάγματα συνιστά γνήσια αναδρομικότητα του, στο βαθμό που η ίδια η ύπαρξη του διατάγματος αυτού, με το Νόμο, καθίσταται, σύμφωνα με την προσέγγιση της, συστατικό στοιχείο ποινικού αδικήματος, που κατά την έκδοση του διατάγματος δεν ήταν.

Παρόλο που διαφωνώ με την απόφαση της πλειοψηφίας, και κυρίως, με τον τρόπο προσέγγισης του προβληματισμού, θα μπορούσε, όντως, να υποστηριχθεί μία άποψη που να καταλήγει σε παρόμοιο συμπέρασμα.  Ξεκινώ όμως παραθέτοντας τις σχετικές διατάξεις, και θεωρώ σκόπιμο να το πράξω.

Το άρθρο 3(1)(γ) του εν λόγω Νόμου αναφέρει ότι:

 

3.(1) Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους …

….

(γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από  το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.

 

είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.

 

Ερμηνευτικά, το άρθρο 2 προνοεί ότι:

 

“διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις” σημαίνει διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 90 του Μέρους ΙΧ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.

 

“εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους” έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.

 

“εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής” έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.

 

Το άρθρο 90 του Μέρους ΙΧ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου προβλέπει ότι:

 

90.-(1) Το Δικαστήριο δύναται, αν κρίνει τούτο σκόπιμο κατά ή μετά την εξέταση που γίνεται δυνάμει του Μέρους VIII, να διατάξει όπως το οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης χρέος πληρωθεί με δόσεις κατά τις ημερομηνίες και στα ποσά που ήθελε κρίνει εύλογα και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη.

(2) Διάταγμα το οποίο εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1) δύναται να ακυρωθεί, ανασταλεί ή τροποποιηθεί ύστερα από αίτηση του οφειλέτη αν αποδείξει ότι η οικονομική του κατάσταση έχει αλλάξει ουσιαστικά από την ημερομηνία της τελευταίας εξέτασης με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να καταβάλει τις δόσεις στους χρόνους και στα ποσά που το Δικαστήριο προσδιόρισε στο διάταγμα του ή εάν το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα περιστατικά που θα θέσει ενώπιόν του ο οφειλέτης, θεωρήσει σκόπιμο ή και επιεικές να ακυρώσει, αναστείλει ή τροποποιήσει το διάταγμα.

(3) Διάταγμα δυνάμει του εδαφίου (1) δύναται να διαφοροποιηθεί επίσης ύστερα από αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή αν αποδείξει ότι-

(α) Η οικονομική κατάσταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη είχε αλλάξει προς το καλύτερο από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ή της τελευταίας διαφοροποίησης του ή

(β) κατά την εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου ο εξ αποφάσεως οφειλέτης απέκρυψε ή δεν αποκάλυψε την ύπαρξη ουσιωδών γεγονότων ή συνθηκών προσδιοριστικών της οικονομικής του κατάστασης, τα οποία αν ήταν γνωστά στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο του διατάγματος θα ήταν ουσιαστικά διαφορετικό από το ήδη εκδοθέν, νοουμένου ότι οι πληροφορίες για την ύπαρξη των γεγονότων ή συνθηκών αυτών περιήλθαν σε γνώση του εξ αποφάσεως πιστωτή μετά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος.

Το άρθρο 2 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου προβλέπει ότι:

 

“εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής” σημαίνει πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων.

“εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους” σημαίνει πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων

Σκέφτομαι ότι η πηγή όλων των προβλημάτων, σε ό,τι αφορά το Νόμο αυτό, ενδεχομένως να μην είναι οτιδήποτε άλλο, παρά η αδυναμία νομικού συντονισμού ως προς τον προσδιορισμό των συστατικών στοιχείων του εν λόγω αδικήματος, και γι’ αυτό μπορεί, όντως, να φταίει η νομοτεχνικά κακή διατύπωση του Νόμου. Δεν θεωρώ ότι τίθεται θέμα μη επιτρεπτής αναδρομικότητας. Κυρίως όμως διερωτούμαι, είναι η ύπαρξη του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, καθαυτή, συστατικό στοιχείο του αδικήματος; Το ερώτημα μπορεί να θεωρηθεί, εκ πρώτης όψεως, προκλητικό.

Να εκκινήσω τον προβληματισμό από ένα διαφορετικό σημείο. Με βάση την πλειοψηφική προσέγγιση, θα μπορούσε να πει κανείς ότι, το ίδιο συμβαίνει και με την ύπαρξη δικαστικής απόφασης, ότι αποτελεί, επίσης, συστατικό στοιχείο του αδικήματος, γι’αυτό και κατά την τέλεση της καταλογιζόμενης πράξης θα πρέπει, ίσως, να υπάρχει εκτελεστή δικαστική απόφαση. Με την ίδια πλειοψηφική προσέγγιση, θα πρέπει, έτσι, να συμβεί τι; Να θεωρήσουμε ότι, επειδή μια δικαστική απόφαση εκδόθηκε πριν την θέση σε ισχύ του Νόμου, θα τίθετο ζήτημα ανεπίτρεπτης “αναδρομικότητας”, εάν ίσχυε ο Νόμος και ως προς αυτήν;

Ο Νόμος, κατά τη γνώμη μου, εφαρμόζεται ανεξάρτητα από την ημερομηνία έκδοσης, είτε της δικαστικής απόφασης, είτε του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, εάν αυτή τοποθετείται πριν ή μετά τη θέση σε ισχύ του Νόμου. Ό,τι ενδιαφέρει είναι:

(α) Η ύπαρξη (κατά την τέλεση της πράξης) της ιδιότητας του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους που διατάχθηκε να πληρώνει το χρέος του δια μηνιαίων δόσεων – κατ’ επέκταση του καθήκοντος δράσης, και, έπειτα,

(β) Η πράξη της παράλειψης εκτέλεσης αυτού του καθήκοντος δράσης (πληρωμής τουλάχιστον 3 δόσεων ή λιγότερων, εάν με λιγότερες δόσεις επέρχεται εξόφληση).

Δεν έχει σημασία το πότε, η ιδιότητα και το καθήκον, δημιουργήθηκαν, το πόσο διήρκησαν, και το πότε θα παύσουν, αρκεί να υπήρχαν κατά την διάπραξη της παράλειψης.

Η ύπαρξη της δικαστικής απόφασης ή του διατάγματος μηνιαίων δόσεων  δεν στοιχειοθετούν το αξιόποινο του συγκεκριμένου αδικήματος, αυτά τα ίδια, περισσότερο, είναι τα στοιχεία εκείνα που αποδεικνύουν την ιδιότητα του δράστη (εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους που διατάχθηκε σε πληρωμή του χρέους του με δόσεις), και το καθήκον του να προβεί σε συγκεκριμένη πράξη (να πληρώσει τις δόσεις που διατάχθηκε). Με αυτή την δυναμική, την προσδιοριστική της ιδιότητας του δράστη και του καθήκοντος του να δράσει (duty to act), περιέχονται στην αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, η απόφαση ή το διάταγμα ή οτιδήποτε άλλο καθοριστικό της ιδιότητας ή του καθήκοντος, τα ίδια όμως, ως ιστορικά τοποθετημένα γεγονότα, δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ειδικότερα, θα μπορούσε να λεχθεί, με μια εναλλακτική προσέγγιση, ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερο αδίκημα  (delictum proprium / status crime), που στοιχειοθετείται μόνο εάν ο δράστης έχει το status του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους (όπως αυτή την ιδιότητα ρυθμίζει ο Νόμος γενικά) και, ειδικότερα, αυτού που διατάχθηκε να πληρώνει το χρέος αυτό δια δόσεων (και άρα έχει καθήκον δράσης που απορρέει από διαταγή δικαστηρίου). Δεν μπορεί να διαπραχθεί, το αδίκημα αυτό, από πρόσωπο που δεν φέρει αυτή την ιδιότητα ή καθήκον ή που αυτά, για κάποιους λόγους, έχουν παύσει. Το καθήκον δράσης (duty to act) προκύπτει, με τη σειρά του, εκ της συγκεκριμένης ιδιότητας του δράστη, με την έννοια ότι κάποιος που δεν είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης δεν μπορεί να διαταχθεί να πληρώσει εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δια δόσεων. Ο Νόμος ρυθμίζει γενικά αδικήματα που διαπράττει ένας εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους με διάφορους τρόπους, εν προκειμένω, στη συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 3(1)(γ), έχοντας αυτό το καθήκον.

Θα μπορούσε, μια άποψη με παρόμοια κατάληξη με την άποψη της πλειοψηφίας, να θέσει ότι, η αξιόποινη παράλειψη είναι συνυφασμένη με το καθήκον, και ότι το καθήκον θα πρέπει να έχει δημιουργηθεί μετά τη θέση σε ισχύ του Νόμου, και στο βαθμό που το καθήκον δημιουργείται με την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων, αυτό, θα πρέπει να εκδίδεται μετά την θέση σε ισχύ του Νόμου. Θα συμφωνούσα με αυτό τον τρόπο θέσης του προβληματισμού, αλλά θα διαφωνούσα με την κατάληξη της άποψης γενικά, θεωρώντας ότι δεν τίθεται ζήτημα γνήσιας αναδρομικότητας, με την έννοια που δόθηκε πιο πάνω, με την έννοια ότι ο Νόμος δεν αλλοιώνει τη νομική φύση του καθήκοντος ούτε τις συνέπειες παράβασης του, που δημιουργήθηκαν, πριν τη θέση σε ισχύ του Νόμου. Εξάλλου, και το καθήκον συνυφαίνεται με την ιδιότητα, η οποία δεν απαιτείται να έχει αποκτηθεί πριν τη θέση σε ισχύ του Νόμου.

Εάν ψηφιστεί ένας ποινικός νόμος που αφορά τους στρατιωτικούς που ασκούν καθήκοντα αξιωματικού, και ορίζει ότι αυτοί, σε περίπτωση που παραλείψουν να … … … διαπράττουν αδίκημα, θα είναι ένας νόμος που θα αφορά σε όλους τους στρατιωτικούς που ασκούν τα καθήκοντα του αξιωματικού, και όχι όσους θα αποκτήσουν την ιδιότητα (του στρατιωτικού) ή / και θα αναλάβουν τα καθήκοντα του αξιωματικού μετά τη θέση σε ισχύ του Νόμου. Εάν ψηφιστεί ένας ποινικός νόμος που ορίζει ότι οι … … … – οποιαδήποτε κατηγορία προσώπων – … … … που κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του παραλείπουν να … … … διαπράττουν αδίκημα, θα είναι ένας νόμος που θα ισχύει αναφορικά με όλους τα πρόσωπα της κατηγορίας αυτής που / όταν ασκούν τα συγκεκριμένα καθήκοντα (που μπορεί να μην απορρέουν από διάταγμα, αλλά από το νόμο ή από αλλού, όπως από μια de facto σχέση), όχι μόνο για όσους απέκτησαν την ιδιότητα ή ανέλαβαν τα καθήκοντα αυτά μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου. Νοείται ότι, δεν θα ισχύει τέτοιος ποινικός νόμος για τις παραλείψεις που ήδη διαπράχθηκαν και κατά το χρόνο διάπραξής τους, ίσχυε ένα διαφορετικό, επιεικέστερο νομικό καθεστώς, το οποίο θα εξακολουθήσει να ισχύει σε σχέση με αυτές.

Διαφορετική, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν η προσέγγιση εάν ο Νόμος προέβλεπε το εξής (διατυπώνω διαφορετικά)

 

3.(1) Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους …

 

(γ) διατάσσεται από το Δικαστήριο να πληρώσει εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος με δόσεις και παραλείπει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία …

Τότε, σε αυτή την περίπτωση, το διάταγμα μηνιαίων δόσεων θα έπρεπε, μάλλον, να εκδοθεί μετά την θέση σε ισχύ του Νόμου.

Διαφορετική θα ήταν, επίσης, η προσέγγιση εάν ο Νόμος προέβλεπε το εξής (διατυπώνω διαφορετικά)

 

3.(1) Οποιοσδήποτε οφειλέτης χρέους …

 

(γ) διατάσσεται με απόφαση Δικαστηρίου να πληρώσει στον πιστωτή χρέος και με διάταγμα του Δικαστηρίου να πληρώσει εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος με δόσεις και παραλείπει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία …

 

Τότε, και η δικαστική απόφαση και το διάταγμα μηνιαίων δόσεων έπρεπε να εκδίδονταν μετά τη θέση του σε ισχύ.

Ο Νόμος όμως λέει κάτι άλλο, λέει ότι:

 3.(1) Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους …

….

(γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από  το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.

 

Ο Νόμος ρυθμίζει μια συμπεριφορά που σχετίζεται με αυτή την ιδιότητα (του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη) και αυτό το υφιστάμενο καθήκον (της, δια διατάγματος, αναληφθείσας υποχρέωσης πληρωμής δόσεων), χωρίς να θέτει άλλους φραγμούς, και αυτό δεν συνιστά γνήσια αναδρομικότητα, αλλά μια αναγκαία ρυθμιστική παρέμβαση, αναφορικά με μια διαρκή ιδιότητα και ένα διαρκές καθήκον, ανεξάρτητα από τον χρόνο τοποθέτησης της γενεσιουργού τους αιτίας (απόφαση / διάταγμα). Σε κάθε περίπτωση, μάλλον, αφήνει το περιθώριο επιλογής στον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, απλά να πληρώσει τις δόσεις που είναι υποχρεωμένος να πληρώσει μετά τη θέση σε ισχύ του Νόμου.

Ο συνειρμός της πλειοψηφίας, ότι εάν κάποιος γνώριζε … … δεν θα ή θα… …, δεν θεωρώ ότι μπορεί να συνδεθεί με κάποια αιτιολόγηση στη βάση της εύλογης εμπιστοσύνης και της ανάγκης ασφάλειας δικαίου, με δεδομένα ότι, αφενός, η καταδολίευση εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, τελούμενη δια παραλείψεως πληρωμής δόσεων που διατάσσονται δικαστικά, ήταν ήδη μια ποινικοποιημένη συμπεριφορά και πριν τη θέση σε ισχύ του Νόμου, αφετέρου, ό,τι αλλάζει ο Νόμος είναι ουσιαστικά την ποινική μεταχείριση και το ύψος του αξιοποίνου, ενώ ο Νόμος, νοείται ότι, στο βαθμό που είναι δυσμενέστερος (εάν είναι), δεν θα εφαρμοστεί σε παραλείψεις που έλαβαν ήδη χώρα πριν τη θέση σε ισχύ του. Σκέφτομαι μάλιστα ότι, εάν δεχόμασταν το αντίθετο, ότι ο Νόμος εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων μετά την θέση σε ισχύ του Νόμου, θα δημιουργείτο ένα σοβαρό κοινωνικονομικό μειονέκτημα. Αφενός, σε σωρεία «παλαιούς» εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτών, που ενώ θα υπόκεινται στην ίδια αδικηματική συμπεριφορά σήμερα, με πιστωτές που εξασφάλισαν απόφαση ή διάταγμα μετά τη θέση σε ισχύ του Νόμου, δεν θα έχουν την ίδια δυνατότητα με τους τελευταίους, σε περίπτωση καταδίκης, εξασφάλισης διατάγματος είσπραξης των παραλειπόμενων δόσεων ως χρηματικής ποινής. Αντίστοιχα, σε σωρεία εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλετών χρέους, ανάμεσα στους οποίους, κάποιοι, για την ίδια συμπεριφορά, τελούμενη σήμερα, θα αντιμετωπίζονταν με ποινικά διαφορετικό τρόπο, από ότι άλλοι. Τέτοιο μειονέκτημα θα μπορούσε να λάβει, από κάποια οπτική γωνία, διαστάσεις κοινωνικής ανισότητας.

Ερμηνευτικά προβλήματα προκύπτουν και από τη χρήση της φράσης «για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία». Η φράση αυτή, ενδεχομένως, να τέθηκε προκειμένου να διασφαλιστεί η συμβατότητα της πρόνοιας με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αρ. 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Έτυχε όμως να ερμηνευτεί, πρωτόδικα, ότι η φράση αυτή δημιουργεί υποχρέωση απόδειξης, με θετική μαρτυρία, της οικονομικής και φυσικής δυνατότητας του οφειλέτη, και ότι ανάγεται σε συστατικό στοιχείο του αδικήματος, προσέγγιση που δεν με βρίσκει σύμφωνη.

Πρόκειται για ένα «εξαιρετικό» αδίκημα παράλειψης, προϋπάρχει ένα καθήκον (αυτό που απορρέει από το διάταγμα μηνιαίων δόσεων), και αποτυχία εκτέλεσης του (failure to act), που στοιχειοθετεί την αδικηματική πράξη. Θεωρώ ότι πρόκειται (ή θα έπρεπε να πρόκειται) για αδίκημα corpus delicti, που με μόνη την παράλειψη έχει τελεστεί, ένα αδίκημα περίπου αυστηρής ευθύνης (strict liability) που δεν χρειάζεται να αποδειχθεί το πταίσμα, το άδικο συντελείται, δεν θα έλεγα αντικειμενικά αλλά άμεσα, ένεκα αυτής της παράλειψης (on instrumental grounds). Η ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας αποτελεί (ή θα έπρεπε να αποτελεί), εφόσον προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον κατηγορούμενο (proof of no-fault), λόγο για να μην καταφαθεί ή για να αρθεί ο τελικά άδικος χαρακτήρας της πράξης, να μην αποδοθεί, σε πραγματικό χρόνο, ποινική ευθύνη (culpability) στον κατηγορούμενο, παρά αποτελεί κάποια οδό συστατικοποίησης του mens rea. Αυτή η προσέγγιση συνάδει, τουλάχιστον, και με το αδύναμο ποινικό στίγμα του αδικήματος, που λόγω των αστικών καταβολών του, καθιστά το αδίκημα, αδίκημα τύπου quasi-crime, δικαστηριακά αναλώσιμο, που ενισχύει, περισσότερο σε επίπεδο γενικής πρόληψης, ρυθμιστικά, την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, ζήτημα ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος.

Χωρίς να παραγνωρίζεται η σημαντικότητα του mens rea γενικά στην ποινική ευθύνη, και ο θεωρητικός πόλεμος, γύρω από το ζήτημα αυτό, θα πρέπει να έχει υπόψη κανείς ότι, στην περίπτωση του εν λόγω αδικήματος, ρεαλιστικά, δεν θα μπορούσε, ένας εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής, να μπει στη σφαίρα ελέγχου του οφειλέτη και να αποδείξει την ύπαρξη οικονομικής και φυσικής δυνατότητας του οφειλέτη του σε συγκεκριμένες ημερομηνίες που θα έπρεπε να πληρώνει τις συγκεκριμένες δόσεις. Για να οδηγήσω τον προβληματισμό στα άκρα, εάν ο οφειλέτης δεν είχε βγει από το σπίτι του την 03/7/2012, που θα έπρεπε να πληρώσει συγκεκριμένη δόση, δεν τον είδε οποιοσδήποτε, δεν ήξερε και δεν ξέρει οποιοσδήποτε πού βρισκόταν την 03/07/2012, και δεν υπάρχει μαρτυρία, από μέρους του πιστωτή, ότι την 03/07/2012 υπήρχε οικονομική και φυσική δυνατότητα του οφειλέτη να προσέλθει στον πιστωτή του και να πληρώσει τη συγκεκριμένη δόση, και ο οφειλέτης χρέους απλά σιωπά, γίνεται τι; Δεν υπάρχει αδίκημα; Θα ήταν πολύ βολική προσέγγιση για κάθε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους. Εντός ποιού περιθωρίου μπορεί να ελεγχθεί αυτή η «δυνατότητα», με δεδομένο ότι μιλάμε πάντα για μια συμπεριφορά (παράλειψη) διαρκείας.

Ζούμε σε μια εποχή που οι σχέσεις πιστωτή – οφειλέτη δεν προϋποθέτουν και δεν καθιστούν εφικτή τη γεωγραφική εγγύτητα ή τη δυνατότητα παρακολούθησης και λήψης πληροφόρησης για τη ζωή, την οικονομική κατάσταση και δραστηριότητα ή τη φυσική ικανότητα και υγεία του οφειλέτη χρέους. Ο Νόμος θα μπορούσε να ήταν καλύτερα διατυπωμένος ή διαμορφωμένος (βασικά, να ξέρει τι θέλει) για να αποφεύγεται οποιαδήποτε ερμηνευτική παρεξήγηση, και να  ρυθμίζεται ό,τι ακριβώς πρέπει να αντιμετωπιστεί ποινικά, με τον τρόπο που αυτό πρέπει.

Ίσως, κάποια στιγμή, να πρέπει να γίνει μια ευρύτερη και πλήρης θεωρητική ανάλυση του εν λόγω Νόμου, που ενώ στην πράξη θεωρείται απλός, η περιπτωσιολογική εφαρμογή του, από το 2008 μέχρι σήμερα, δεν θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερη καλή, ενώ, παράλληλα, δεν έχουν συζητηθεί εκτενώς όλα τα προβλήματα που έχουν προκύψει μέχρι σήμερα από την εφαρμογή του (ακόμα και ως προς αυτή την έκδοση διατάγματος είσπραξης των παραλειπόμενων δόσεων ως χρηματικής ποινής).

Αν πρέπει να απαντήσει κάποιος την ερώτηση ενός πιστωτή, που έχει εξασφαλίσει μια δικαστική απόφαση το 2004 και ένα διάταγμα μηνιαίων δόσεων το 2006, σε πρακτικό επίπεδο, τώρα, τι μπορεί να κάνει, προκειμένου να εξασφαλίσει διάταγμα είσπραξης των παραλειπόμενων δόσεων από το 2006 έως το 2008 ή ακόμα και από το 2010 μέχρι το 2013, η απάντηση είναι, με βάση την απόφαση της πλειοψηφίας, ενόσω παραμένει αδιαφοροποίηση, και με βάση το Νόμο, ενόσω μένει αδιαφοροποίητος, μάλλον τίποτα, αυτό ακριβώς είναι και το πρόβλημα. Δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί το υφιστάμενο διάταγμα και ουσιαστικά να εκδοθεί νέο διάταγμα μηνιαίων δόσεων σήμερα, εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 90(3)  του Μέρους ΙΧ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.

Νοείται ότι, τίποτα δεν εμποδίζει ένα εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, να κινηθεί με ποινική υπόθεση καταδολίευσης με βάση (και) τις αντίστοιχες διατάξεις του Μέρους ΙΧ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, που, τουλάχιστον, παρέμειναν σε παράλληλη ισχύ.

91A.- ….

(3) Πράξη καταδολίευσης δύναται να θεωρείται και οποιαδήποτε παράλειψη καταβολής από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη του ποσού το οποίο υπολογίζεται ως δίκαιο και εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων και διατάζεται να πληρωθεί με δόσεις δυνάμει  διατάγματος του Δικαστηρίου κατά τις διατάξεις του άρθρου 90.

91Β.-(1) Εξ αποφάσεως οφειλέτης ο οποίος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη καταδολίευσης κατά την έννοια του άρθρου 91Α διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δώδεκα μηνών ή με χρηματική ποινή χιλίων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές, χωρίς επηρεασμό των εξουσιών του Δικαστηρίου προς έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος δυνάμει του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου νόμου.

 

Η απόφαση της πλειοψηφίας, ως τέθηκε, αποκλείει, στην περίπτωση αυτή, την έκδοση διατάγματος είσπραξης με βάση τον (μεταγενέστερου της έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων) Νόμο, και θα ήταν αμφίβολο εάν ένα δικαστήριο θα μπορούσε (ή θα τολμούσε) να εκδώσει άλλο διάταγμα, κάνοντας χρήση της γενικής και αφηρημένης επιφύλαξης του άρθρου 91Β(1).

 

 

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s