Η αποζημίωση της ψυχιατρικής ζημιάς στα δευτερογενή θύματα.

 

H Young v MacVean [2014] CSOH 133 είναι μια πρόσφατη απόφαση Σκωτικού δικαστηρίου, στην οποία επιδικάστηκαν αποζημιώσεις στην Ενάγουσα, και η οποία επανέφερε στο προσκήνιο του ενδιαφέροντος, τις περιπτώσεις εκείνες, όπου υπάρχουν «δευτερογενή θύματα». Υπάρχει μια ελκυστική δυσκολία στην απόδειξη των αξιώσεων για ψυχιατρική ζημιά, που υπόκειται ένα φυσικό πρόσωπο από την παθητική, ακούσια, μαρτυρία τραγικών συμβάντων, τα οποία προκλήθηκαν σε άλλα πρόσωπα (πρωτογενή θύματα), συνεπεία αμέλειας του δράστη. Ο όρος «δευτερογενή θύματα» για την απόδοση του «secondary victims», προτιμάται, από μέρους μου, από τον όρο «δευτερεύοντα θύματα», γιατί ο δεύτερος παραπέμπει σε σειρά προτεραιότητας ή στο βαθμό σημασίας που επιδέχεται το πρόσωπο, παρά σε αυτή την πηγή προέλευσης της θυματοποίησης ή την ουσιαστική απόσταση της, σε σχέση με το συμβάν. Το κεφάλαιο της ψυχιατρικής ζημιάς στο δίκαιο της αστικής αμέλειας είναι, στο σύνολό του, ιδιαίτερο, ακόμα και όταν ο λόγος γίνεται για πρωτογενή θύματα, ειδικά όταν το ψυχικό τραύμα (που αναφέρω τον όρο εννοώντας, σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα της ψυχιατρικής ζημιάς) μονοπωλεί την περίπτωση και δεν (συν)υπάρχει φυσικό (σωματικό) τραύμα. Ίσως η επίκληση ψυχικού τραύματος να έχει συνδεθεί με την κακή πρακτική της δικογραφικής φλυαρίας και των λογετεχνικών χαρακτηρισμών, φανταστικών συναισθημάτων, που υπερχειλίζουν υπερβολή ή με αναμενόμενα κρούσματα υποκρισίας (malingered psychiatric injury)[1], με ψευδο-συναισθήματα, που μπορεί να μην έχουν και οποιαδήποτε επιστημονική βάση, και γενικά να παρεξηγείται. Στις περιπτώσεις των «δευτερογενών θυμάτων», η νομική θεώρηση του ψυχικού τραύματος γίνεται συγκλονιστική, γιατί εκτός από την απόδειξη της εύλογης προβλεψιμότητας του ψυχικού τραύματος, θα πρέπει να συντρέχουν επιπλέον προϋποθέσεις[2], η νομικότητα των οποίων δεν έχει ακόμα στρογγυλοποιηθεί, ώστε, σε ορισμένες περιπτώσεις, το ψυχικό τραύμα του μάρτυρα του συμβάντος, να φαντάζει σαν ένας ξένος εισβολέας μέσα στην αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας.

Η Ενάγουσα, στην προαναφερόμενη υπόθεση, ήταν η μητέρα 26χρονου θύματος θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος, που δεν ήταν παρούσα κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, αλλά πέρασε από στη σκηνή του δυστυχήματος μετά που αυτό είχε συμβεί. Είχε αρκετό καιρό να δει τον υιό της, με τον οποίο είχε διευθετήσει συνάντηση την ημέρα και ώρα του δυστυχήματος. Ο υιός της άργησε στο ραντεβού τους, η ίδια αντιλήφθηκε κίνηση και φασαρία στο δρόμο, κοντά στο σημείο συνάντησης, προσέγγισε το σημείο της έντασης, και είδε ένα τραγικό δυστύχημα, που την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι κάποιος άνθρωπος είχε χάσει τη ζωή του εκεί. Έπειτα, με ένα συνδυασμό γεγονότων και συνειρμών (π.χ. πολλές αναπάντητες κλήσεις στο κινητό της από την κόρη της, κλπ), της δημιουργήθηκε η υποψία ότι το θύμα του δυστυχήματος θα μπορούσε να είναι ο υιός της, οπότε, άρχισε να φωνάζει,  σχεδόν υστερικά, και να προβαίνει σε ενέργειες εξακρίβωσης της ταυτότητας του θύματος του τροχαίου. Οι αστυνομικοί, που την είδαν σε τέτοια κατάσταση, την οδήγησαν σε ένα παράπλευρο χώρο, όπου της υπέβαλαν ερωτήσεις σχετικά, επιβεβαιώνοντας, από τη συζήτησή τους, ότι, όντως, επρόκειτο για τον υιό της, οπότε και, τότε, την πληροφόρησαν ότι το θύμα είναι ο υιός της.

Ο οδηγός του οχήματος που προκάλεσε το συμβάν είχε παραδεχθεί ενοχή και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης, ό,τι απασχόλησε το Δικαστήριο ήταν εάν μπορούσε να αποζημιωθεί η Ενάγουσα, ως «δευτερογενές θύμα». Το ψυχικό της τραύμα δεν αμφισβητείτο ότι επήλθε, ό,τι έπρεπε να αποδειχθεί ήταν ότι αυτό είχε επέλθει από τον απόηχο του συμβάντος του δυστυχήματος και μπορεί να συνδεθεί αιτιωδώς με την αμέλεια του οδηγού του οχήματος, και ότι αυτό δεν επήλθε απλά στο άκουσμα της είδησης της απώλειας του υιού της στο δυστύχημα. Στην προκειμένη περίπτωση, η αλυσίδα των γεγονότων, η φυσιολογική αλληλουχία τους, οδηγούσε στο ότι η γνώση της ενάγουσας για το δυστύχημα, και κατ’επέκταση το ψυχικό της τραύμα, προήλθαν απευθείας από την ίδια τη σκηνή του δυστυχήματος, όπως την συνέλαβε δια ιδίων αισθήσεων, και όχι από την είδηση που της έφερε τρίτο πρόσωπο, ότι ο υιός της απεβίωσε, οπότε και θεωρήθηκε μέρος του ιδίου επεισοδίου. Η πηγή του ψυχικού της τραύματος ήταν ό,τι συνέλαβε στη σκηνή του δυστυχήματος με τις δικές της αισθήσεις, αλυσιδωτά, από τη στιγμή που κατεύθασε στη σκηνή, βλέποντας κίνηση, αστυνομία, και ένα αυτοκίνητο καρφωμένο στο δέντρο, από τις σκέψεις που έκανε διαπιστώνοντας ότι ήταν ένα θανατηφόρο δυστύχημα, από την υστερία που υπέστη υποψιαζόμενη ότι το νεαρό θύμα μπορεί είναι ο υιός της, από όσα βίωσε και όπως αντέδρασε από τη στιγμή αυτής δημιουργίας αυτής της υποψίας μέχρι να διαπιστωθεί, από την αστυνομία, η ταυτότητα του θύματος, και να επιβεβαιωθεί η υποψία της ότι, όντως, επρόκειτο για τον υιό της.

Θεωρώντας κανείς τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, θα μπορούσε να διερωτηθεί, «πού είναι το όριο»; Πώς μπορεί να είναι κανείς βέβαιος για την πηγή προέλευσης του ψυχικού τραύματος, τι είναι ο απόηχος του συμβάντος, μέχρι πού εκτείνεται στον τόπο, στο χρόνο, και πού οριοθετείται, πώς, από ποιον; Δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι υπάρχει κάποιο εύκολο “test” με την εφαρμογή του οποίου να γίνεται διάγνωση, ποιος είναι και ποιος δεν είναι «δευτερογενές θύμα», παρόλο που η Αlcock v Chief Constable of South Yorkshire Police [1992] 1 AC 310 επιχείρησε να νομολογήσει συγκεκριμένα κριτήρια[3] μέσα από επιμελή θεώρηση της, μέχρι τότε, διαθέσιμης νομολογίας. Τα γεγονότα κάθε υπόθεσης, που είναι μοναδικά, και ο τρόπος έκθεσης τους, παίζουν τον πιο καθοριστικό ρόλο. Τα δικαστήρια, έχουν υιοθετήσει μια πολύ αυστηρή προσέγγιση του όλου ζητήματος, για λόγους που είναι ευνόητοι, εάν αναλογιστεί κανείς ότι οι μάρτυρες τραγικών συμβάντων, που θα μπορούσαν, θεωρητικά, να καταστούν ενάγοντες, θα ήταν, άλλως πώς, πολλοί.

Κατ’αρχήν, θα πρέπει να λεχθεί ότι, ο όρος «ψυχιατρική ζημιά» προτιμήθηκε στη νομολογία, αντί του όρου «νευρικός κλονισμός»[4], ενώ, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να αποφεύγεται και ο όρος «ψυχική ασθένεια». Τα ανθρώπινα συναισθήματα, που συνήθως έπονται της θέας δυσάρεστων συμβάντων, τα οποία όμως δεν λαμβάνουν το χαρακτήρα αναγνωρισμένης ή διαγνώσιμης (ενδεχομένως υπό τον Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fifth Edition – DSM-5) ψυχιατρικής ζημιάς, δεν αποζημιώνονται[5]. Δεν αποζημιώνονται όσα «συναισθήματα» είναι μέσα στο «συνηθισμένο» πλαίσιο της ανθρώπινης ζωής, μπορούν να βιωθούν δυνητικά από τον καθένα υπό συγκεκριμένες περιστάσεις που είναι αναπόφευκτες ή συνηθισμένες, ακόμα κι αν τα «συναισθήματα» αυτά μπορεί να περιέχονται σε διαγνώσιμες ψυχιατρικές καταστάσεις, σε μια εποχή εύκολης απόδοσης ιατρικού περιεχομένου στις συναισθηματικές καταστάσεις. Νοείται ότι, η προβλεπόμενη σταθερή αποζημίωση για την απώλεια και το (νομικά θεωρούμενο) πένθος (bereavement) είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, παρόλο που το πένθος (grieving), μπορεί να θεωρείται, υπό κάποιες προϋποθέσεις που το περιπλέκουν, ψυχιατρικά αναγνωρισμένη ασθένεια. Η χρησιμοποίηση της λέξης «ζημιά» έχει ιδιαίτερη σημασία, παρόλο που ο νομικός ορισμός «ψυχιατρική ζημιά», στις υπό συζήτηση περιπτώσεις, είναι ακόμα ελλιπής, και δεν αποδίδει την επιθυμητή θεωρία.

Σε γενικές γραμμές, που δεν θα μπορούσαν να είναι κατευθυντήριες γραμμές, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, ο Ενάγων, θα πρέπει να έχει υποστεί την ψυχιατρική ζημιά ως αποτέλεσμα του ό,τι έχει συλλάβει με τις δικές του αισθήσεις[6]. Το να υποστεί κάποιος αυτό που λέμε στην καθομιλουμένη “σοκ” από την είδηση που του φέρνει τρίτο πρόσωπο ή που βλέπει στην τηλεόραση, δεν αρκεί ή τουλάχιστον δεν αρκεί πάντα. Στην Alcock v Chief Constable of South Yorkshire Police (ανωτέρω), ο εναγόμενος ήταν υπεύθυνος ασφάλειας σε ένα ποδοσφαιρικό αγώνα, που μεταδίδετο ζωντανά από τηλεοράσεις και ραδιόφωνα. Ο εναγόμενος είχε επιτρέψει την είσοδο στο στάδιο πέραν του δέοντος αριθμού προσώπων, με αποτέλεσμα, λόγω της πολυκοσμίας και της συμφόρησης στο χώρο, να χάσουν τη ζωή τους 95 άτομα και να τραυματιστούν περισσότερα από άλλα 400 άτομα. Οι ενάγοντες ήταν όλοι συγγενείς και φίλοι των θυμάτων, κάποιοι από αυτούς, που είχαν δει στην τηλεόραση την καταστροφή, είχαν προστρέξει στο χώρο να αναζητήσουν τους δικούς τους, αγνοούμενους ανθρώπους, άλλοι όχι, όλοι όμως διεκδικούσαν αποζημιώσεις για ψυχιατρική ζημιά που υπέστησαν, συνεπεία της αμέλειας του εναγομένου. Οι ενάγοντες εκείνοι που κρίθηκαν ως αγαπημένα πρόσωπα των θυμάτων και είχαν δει με τα μάτια τους την καταστροφή, είτε έξω από το στάδιο ήταν ζωντανά στην τηλεόραση, εντάχθηκαν, πρωτόδικα, σε κατηγορία που δικαιούνταν να αξιώνουν αποζημιώσεις, εξαιρέθηκαν δε οι ενάγοντες που διατηρούσαν πιο απόμακρες σχέσεις ή πληροφορήθηκαν για το συμβάν από άλλη πηγή, πέραν της ζωντανής τηλεοπτικής μετάδοσης. Το Court of Appeal, στο σημείο αυτό της σύλληψης δια τηλεθέασης ζωντανής αναμετάδοσης, σε μια απόφαση σταθμό, κάνοντας δεκτή την έφεση του εναγομένου, ανέφερε πως, η θέαση από την τηλεόραση, έστω  ζωνταντής αναμετάδοσης, δεν μπορεί να εξισωθεί με το βίωμα (δια των προσωπικών αισθήσεων) της καταστροφής ή του άμεσου απόηχου της, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αναγκαιότητα συνύπαρξης ορισμένων στοιχείων (π.χ. χωροχρονική εγγύτητα με το συμβάν, συναισθηματικός δεσμός με το πρωτογενές θύμα, κλπ). Στοιχείων ρευστών, για τα οποία, νοείται ότι, δεν έχουν χρησιμοποιηθεί “κλίμακες” μέτρησης, πόση εγγύτητα στο χρόνο και στο χώρο, πόση στενότητα στον συναισθηματικό δεσμό. Όμως, στην Alcock v Chief Constable of South Yorkshire Police (ανωτέρω), θα μπορούσε να φανταστεί κανείς τη θέση του εναγόμενου, εάν επέτρεπε η δικαστική κρίση, να βρεθεί υπόλογος αμέλειας έναντι σε τόσους πολλούς ενάγοντες, για «ψυχιατρική ζημιά» που υπέστησαν, στη θέα του συμβάντος.

Στην Ravenscroft v Rederiaktiebølaget Transatlantic [1992] 2 All ER 470n, CA ανατράπηκε η  Ravenscroft v Rederiaktiebølaget Transatlantic [1991] 3 All ER 73 και το Court of Appeal έκρινε ότι η μητέρα που πληροφορήθηκε από το σύζυγο της τις συνθήκες θανάτου του υιού τους, δεν εντάσσονταν στην κατηγορία του «δευτερογενούς θύματος», γιατί δεν πληρούσε το κριτήριο της σύλληψης δια ιδίων αισθήσεων, που φαίνεται να εξυπακούει τη χρονική και φυσική εγγύτητα[7]. Στην Hambrook v. Stokes Brothers [1925] 1 K.B. 141, που μπορεί να ήταν και η πρώτη υπόθεση που πυροδότησε τη νομολογιακή τάση προς την ενεργητική νομιμοποίηση των «δευτερογενών θυμάτων», η μητέρα που υπέστη ψυχική ζημιά, χωρίς να είναι η ίδια σε φυσικό κίνδυνο, παρά βλέποντας ένα άδειο φορτηγό να κατευθύνεται απειλώντας την ασφάλεια των παιδιών της, αποζημιώθηκε, παρόλο που το Δικαστήριο δεν είχε αναπτύξει πλήρως το μηχανισμό επέκτασης του καθήκοντος επιμέλειας και προς τη μητέρα, και της μη απομάκρυνσης της ζημιάς, και παρόλο που αρκετό ενδιαφέρον είχε και η θέση της μειοψηφίας. Το ψυχικό τραύμα (ή ψυχιατρική ζημιά) θα πρέπει να επέλθει από την πράξη αμέλειας, παρά από το αποτέλεσμα αυτής. Στην Taylor v Somerset Health Authority (1993) 16 BMLR 63, [1993] PIQR P262 κατόπιν αμελούς διάγνωσης, ο ασθενής υπέστη καρδιακή προσβολή. Η ενάγουσα, που υπέστη ψυχικό τραύμα αναγνωρίζοντας το πτώμα του συζύγου της, δεν είχε αποδείξει την πηγή του ψυχικού της τραύματος, ότι ήταν η αμελής διάγνωση, και δεν υπήρξε σύνδεση του με αυτή τη συμπεριφορά του εναγομένου, την αμελή διάγνωση. Όμως στην υπό συζήτηση, Young v MacVean (ανωτέρω) ό,τι είδε η Ενάγουσα τι ήταν; Η πράξη του εναγόμενου ή το αποτέλεσμα αυτής;

Για να επεκταθεί το καθήκον επιμέλειας του εναγομένου, σε ένα άλλο πρόσωπο, πέραν του πρωτογενούς θύματος, θα πρέπει να υπάρχει μια σχέση μεταξύ πρωτογενούς  θύματος και δευτερογενούς θύματος, που να καθιστά ορατό, σε κάποιο τρίτο παρατηρητή, το ενδεχόμενο ψυχικής ζημιάς. Η σχέση δεν χρειάζεται να είναι συγγενική, μπορεί να είναι βιοτική, επαγγελματική, θα πρέπει όμως να αποδεικνύεται ο συναισθηματικός σύνδεσμος, πάρα το ότι στις περιπτώσεις γονέων-παιδιών ή συζύγων κάποτε (διφορούμενες απόψεις) τεκμαίρεται. Στην Αυστραλιανή Victorian Railways Commissioners v. Coultas (1888) 13 App.Cas. 222 που η έγκυος γυναίκα απέβαλε στη θέα ενός οχήματος να περνά από τις ράγες ενώ διέρχετο επί αυτών τρένο, δεν θεωρήθηκε «δευτερογενές θύμα». Έπειτα, στην Bourhill v. Young [1943] A.C. 92 απέτυχε η αξίωση της ενάγουσας, που ούσα έγκυος επίσης, μαρτύρησε τροχαίο δυστύχημα, και υπέστη ψυχικό τραύμα. Στην Young v Charles Church (Southern) Ltd (1997) 39 BMLR 146, CA ο Ενάγων, υπάλληλος, που υπέστη ψυχιατρική ζημιά, όταν ο συνάδελφος του, που στεκόταν δίπλα του, υπέστη ηλεκτροπληξία στο χώρο εργασίας τους, συνεπεία αμέλειας του εργοδότη, θεωρήθηκε ότι δικαιούται σε αποζημιώσεις.

Η εγγύτητα δεν απαιτείται να είναι μόνο φυσική, θεωρούμενη στο χώρο, ή χρονική, σε σχέση με το τραγικό συμβάν, αλλά ουσιαστική, να δυεισδύει στη σχέση. Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, πόσο συγκεκριμενοποιήσιμο είναι αυτό το φανταστικό πλαίσιο ανθρώπων που θα μπορούσαν να ανήκουν στην κατηγορία των «προσώπων σε εγγύτητα», και κατά πόσο ένας εναγόμενος μπορεί, όντως, να το προβλέψει. Δεν υπάρχει απάντηση, γιατί φαίνεται ότι, η αιτιολογία, πολλές συνάδει με την ανάγκη επιβολής κάποιας πολιτικής ασφάλειας, σε συγκεκριμένη περίπτωση, παρά σκοπεί στο να δημιουργήσει γενικά χρησιμοποιήσιμα πρότυπα. Εάν πέσει κανείς στην παγίδα να το επιχειρήσει, να θεωρήσει το κεφάλαιο συγκρίνοντας την περιπτωσιολογία, θα χαθεί ανάμεσα σε προσεγγίσεις, που δεν θα τις χαρακτήριζα αντιφατικές, αλλά που απλά διαφέρουν στα λεπτά σημεία. Το να υποστεί κανείς ψυχικό τραύμα, μαρτυρώντας τον πόνο των τραυματισμένων αγαπημένων στο νοσοκομείο, αμέσως μετά το τραγικό συμβάν, μπορεί να θεωρηθεί, σε κάποια περίπτωση, ως μέρος του ιδίου επεισοδίου του τραγικού συμβάντος[8], αλλά όχι το να αναγνωρίσει ένα πτώμα αγαπημένου στο νεκροτομείο κάποιες ώρες μετά[9]. Κάποιοι πιο θαρραλέοι τόλμησαν να χαρακτηρίσουν το κεφάλαιο των «δευτερογενών θυμάτων» ως μια λάθος στροφή του κοινοδικαίου[10].

Στην πρόσφατη, πάλι, Taylor v. A Novo (UK) Ltd [2014] QB 150, η μητέρα της ενάγουσας υπέστη εργατικό ατύχημα αρκετές ημέρες πριν, και ενώ έδειχνε να αναρρώνει, μία ημέρα, τρεις εβδομάδες μετά το δυστύχημα, κατέρρευσε μπροστά στην κόρη της, και η κατάρρευσή της ήταν αποτέλεσμα των τραυμάτων που είχε υποστεί στο εργατικό ατύχημα, θεωρώντας ότι προκάλεσε στην κόρη μετατραυματικό σοκ και ψυχικό τραύμα, ως αποτέλεσμα της μαρτυρίας του θανάτου της μητέρας της, που προήλθε από αμέλεια του εναγομένου, και που ο ξαφνικός θάνατος ήταν προβλεπτή συνέπεια της αμέλειας του εναγομένου. Το Court of Appeal, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, που ήθελε την κόρη να εντάσσεται στην κατηγορία του «δευτερογενούς θύματος», ανέφερε ότι η αποδοχή αυτή, ότι κάποιος είναι «δευτερογενές θύμα» δεν είναι αποτέλεσμα εφαρμογής νομικής αρχής, αλλά πολιτικής ασφάλειας. Στην προκειμένη περίπτωση, λέχθηκε ότι, η κόρη, θα μπορούσε να ενταχθεί στην κατηγορία του «δευτερογενούς θύματος» εάν υπόκειτο το ψυχικό τραύμα βλέποντας τη μητέρα της να τραυματίζεται, αλλά όχι να πεθαίνει συνεπεία των τραυμάτων της, τρεις εβδομάδες μετά.

Στην Κυπριακή νομολογία δεν εντοπίζει κανείς ιδιαίτερες αναφορές, εναγόντων που έχουν διευκδικήσει αποζημιώσεις ως «δευτερογενή θύματα», για «ψυχιατρική ζημιά», παρά το ότι η ύπαρξη της σχετικής νομολογίας του κοινοδικαίου, απασχόλησε ακροθιγώς στην Τώνια Οικονόμου ν Πανίκου Παπαμάρκου ν Ανδρέα Κωνσταντίνου, Αρ.Αγωγής 1498/02 Ε.Δ.Λάρνακας, ημερομηνίας 04/11/2005.

­­­­­­­­­­­­­­_________________

[1] Ειδικά, μετά την εμφάνιση και εξάπλωση των κρουσμάτων τρομοκρατίας, οι περιπτώσεις ισχυριζόμενων ψυχικών τραυμάτων έχουν δώσει μια πιο έντονη νότα στη νομική σκηνή. Adamou, M. C. & Hale, A. S. (2003). PTSD and the Law of Psychiatric Injury in England and Wales: Finally Coming Closer? Journal of the American Academy of Psychiatry and the Law, 31, 327-332; Mendelson, D. (1995). Legal and medical aspects of liability for negligently occasioned nervous shock: A current perspective. Journal of Psychosomatic Research, 39, 721-735; Ahmad, T., Jamil, H., & Dasgupta, P. (2009). Nervous shock, development & dilemma: A comparative study of UK, USA and Canada. SSRN.

 

[2] Το ότι πρέπει να συντρέχουν επιπλέον προϋποθέσεις είναι μάλλον και το μόνο κοινώς παραδεκτό σημείο.

[3]  Βλ. και White v Chief Constable of the South Yorkshire Police [1999] 2 AC 455.

[4] Attia v British Gas plc [1988] QB 304 σελ. 317; Mendelson, D. (1997). The history of damages for psychiatric injury. Psychiatry, Psychology and Law, 4, 169-175.

[5] Reilly v Merseyside Health Authority (1994) 23 BMLR 26, CA.

[6] Βλ. Boardman v Sanderson [1964] 1 WLR 1317, CA (άκουσμα κραυγών παιδιών); Hambrook v Stokes Bros [1925] 1 KB 141, CA (βλέποντας ένα φορτηγό να κατευθύνεται με ταχύτητα ανεξέλεγκτο προς ένα παιδί).

[7] Hunter v British Coal Corpn [1999] QB 140.

[8] McLoughlin v O’Brian [1983] 1 AC 410.

[9] Αlcock v Chief Constable of South Yorkshire Police [1992] 1 AC 310.

[10] Law Commission No.249. Liability for psychiatric illness. Παρ.4.2.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s