Δικηγορική αμέλεια: Η υπόθεση Hirtenstein – Μέρος Ι: Η αιτιώδης συνάφεια

matrimonial_solicitor_negligence

Πιστεύω ότι, η Hirtenstein and another v Hill Dickinson LLP [2014] EWHC 2711 (Comm), ημερομηνίας 31/07/2014, είναι μια απόφαση «σταθμός» στο κεφάλαιο της δικηγορικής αμέλειας, για διάφορους λόγους, τόσους, που δεν μπορούν να συγκεντρωθούν σε μία μόνο αναφορά. Αρχίζω όμως από αυτό που θεωρώ σημαντικότερο ή που προηγείται χρονικά, στην πράξη, σε σχέση με τα υπόλοιπα σημαντικά της εν λόγω απόφασης, την απόδειξη του δικαιώματος αποζημίωσης συνεπεία της αμελούς συμπεριφοράς.

Στην Hirtenstein οι Ενάγοντες (εταιρεία και διευθυντής της εταιρείας) αγόρασαν ένα πολυτελές ταχύπλοο σκάφος. Ο διευθυντής της αγοράστριας εταιρείας, και ένας εκ των Εναγόντων, ήταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας που δρούσε στη Νέα Υόρκη, ενοικίαζε, για χρόνια, πολυτελή σκάφη, μέχρι που αποφάσισε να αγοράσει το δικό του σκάφος (μέσω εταιρείας που θα συνέστηνε), οπότε, βρήκε ο ίδιος το συγκεκριμένο σκάφος και ο ίδιος είχε διαπραγματευτεί γι’αυτό. Η πωλήτρια εταιρεία ήταν εταιρεία που συστάθηκε για ειδικό σκοπό (όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις), ενδεχομένως, με μόνο περιουσιακό στοιχείο αυτό το σκάφος. Οι αγοραστές είχαν έρθει σε επαφή με τους πωλητές μέσω ενός μεσίτη, κοινού γνωστού τους. Οι Ενάγοντες είχαν συμφωνήσει να αγοράσουν το ταχύπλοο χωρίς προηγούμενη δοκιμή του στη θάλασσα ή άλλου είδους έρευνα της κατάστασης του σκάφους, όπως και όπου ήταν (“as is, where is”[1]), σε πολύ χαμηλή τιμή για το είδος του σκάφους (€4.500.000=), σε μια γρήγορη πώληση, τριών ημερών. Ειδικότερα, από τα γεγονότα προκύπτει ότι, οι Ενάγοντες, αγόρασαν το σκάφος σε τιμή που έπεσε κατακόρυφα περίπου στο 1/3 της αρχικά προσφερόμενης τιμής (η πτώση αποδόθηκε στην οικονομική κρίση). Περαιτέρω, είχε προηγηθεί προσπάθεια πώλησης του σκάφους σε άλλο αγοραστή, υπό την προϋπόθεση δοκιμής στη θάλασσα και ελέγχου της κατάστασης του, σε στάδιο που είχαν ετοιμαστεί και τα έγγραφα (από τους ίδιους Εναγόμενους δικηγόρους), ο οποίος όμως πρώτος αγοραστής τελικά υπαναχώρησε.

Οι Ενάγοντες απευθύνθηκαν στους Εναγόμενους δικηγόρους, κατόπιν συστάσεων του μεσίτη αγοράς, και ανέθεσαν να συντάξουν τα συμβόλαια για την πράξη, οι δικηγόροι επιβεβαίωσαν ότι θα ήταν μια αγορά “as it, where is”. Υπήρξε αμφισβήτηση εάν οι Ενάγοντες ανέθεσαν στους Εναγόμενους και την συμβατική τους προστασία, σε σχέση με την κατάσταση του σκάφους, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν. Οι Εναγόμενοι δικηγόροι κατάρτισαν τα σχετικά έγγραφα και τα έστειλαν στους δικηγόρους των πωλητών.

Η Συμφωνία ήταν πρότυπο έγγραφο, που είχε εγκριθεί από τον Mediterranean Yacht Brokers Association (“MYBA”). Το Παράρτημα 1 της Συμφωνίας και το πρότυπο έγγραφο της προσωπικής εγγύησης ήταν στην ίδια μορφή που είχαν και στην προηγούμενη εγκαταλειφθείσα πράξη. Οι δικηγόροι πρόσθεσαν στο Παράρτημα 2 της Συμφωνίας την εξής παράγραφο:

The BUYER agrees to buy the VESSEL its gear and equipment on an ‘as is and where is’ basis save that the SELLER warrants and represents to the BUYER (and such representations and warranties are hereby deemed to be included in Clause 15 of the Agreement), that the VESSEL its gear and equipment is all in good mechanical and cosmetic condition and of a general quality and standard as would be expected of an asset within the Candy and Candy brand and ready in all respects for immediate private or commercial use by the BUYER or its guests. …

Ωστόσο, όπως εξήγησαν οι δικηγόροι, όταν κατάρτιζαν το έγγραφο και πρόσθεταν αυτή τη φράση, στο σύντομο χρονικό διάστημα που είχαν διαθέσιμο να το πράξουν, ήταν με την λανθασμένη εντύπωση πως το σταθερό λεκτικό της προσωπικής εγγύησης του MYBA παραπέμπει και στο άρθρο 15 της Συμφωνίας, οπότε, προσθέτοντας την εγγύηση για την κατάσταση του σκάφους στο άρθρο 15 της Συμφωνίας, θα εξασφάλιζαν τέτοια προσωπική εγγύηση, λανθασμένα όμως, γιατί παρόλο που η προσωπική εγγύηση του προτύπου της MYBA εμπεριέχει ίδιο λεκτικό με αυτό του άρθρου 15 της Συμφωνίας, δεν παραπέμπει στο άρθρο αυτό, και δεν υπάρχει κάλυψη. Όταν οι δικηγόροι έστειλαν τα έγγραφα στους δικηγόρους των πωλητών, ακολούθησε διαπραγμάτευση, εάν θα έπρεπε να προστεθεί η φράση «having due regard to the age of the vessel»  και κάποιες μικροαλλαγές. Όταν έστειλαν τα τελικά έγγραφα στους δικηγόρους των πωλητών δεν είχαν επισυνάψει το έντυπο της προσωπικής εγγύησης. Λίγη ώρα μετά την αποστολή των εγγράφων, έστειλαν επιπρόσθετο το έγγραφο της προσωπικής εγγύησης για υπογραφή από τους Ενάγοντες, εξηγώντας, μετέπειτα, στους Ενάγοντες που διερωτήθηκαν σχετικά, ότι τέτοια προσωπική εγγύηση θα έδινε ο ιδιοκτήτης της πωλήτριας εταιρείας. Έπειτα, πριν την ολοκλήρωση της πράξης, οι δικηγόροι είχαν παραστήσει, εκ νέου, στους Ενάγοντες ότι, πέραν από τη συνήθη εγγύηση των πωλητών, υπάρχει και η προσωπική εγγύηση και του ιδιοκτήτη της πωλήτριας εταιρείας.

Λίγες ώρες μετά την ολοκλήρωση της πράξης, κι ενώ ο κ. Hirtenstein προγραμμάτιζε να κάνει πρόταση στην αγαπημένη του, και να ακολουθήσει πάρτυ, το σκάφος, στα ανοιχτά της θάλασσας, υπέστη σοβαρή μηχανική βλάβη. Για την επιδιόρθωση του δαπάνησε περίπου €1.900.000=. Αναμενόμενα, μετά την βλάβη του ταχύπλοου, και αφού οι πωλητές δεν αναλάμβαναν οποιαδήποτε ευθύνη, οι Ενάγοντες είχαν σπεύσει στους ίδιους δικηγόρους για να απευθύνουν απαίτηση πληρωμής, με βάση τα συμφωνηθέντα. Η πωλήτρια εταιρεία τελούσε τότε υπό εκκαθάριση, όπως αναμενόταν, και το επόμενο βήμα που έκαναν οι δικηγόροι ήταν να απευθύνουν την απαίτηση πληρωμής προς το φυσικό πρόσωπο, για να διαπιστωθεί, αφενός, ότι η εγγύηση που δόθηκε για το ταχύπλοο δεν αφορούσε και το φυσικό πρόσωπο, λόγω της αμελούς σύνταξης των εγγράφων, αφετέρου ότι, τέτοια απαίτηση πληρωμής θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Οι δικηγόροι ενημέρωσαν τους πελάτες τους άμεσα για το λάθος που διαπίστωσαν. Οι Ενάγοντες ενήγαγαν τους δικηγόρους για επαγγελματική αμέλεια, στο χειρισμό της αγοραπωλησίας του ταχύπλοου, ισχυριζόμενοι αποτυχία των δικηγόρων να εξασφαλίσουν προσωπική εγγύηση από το εν λόγω φυσικό πρόσωπο, ώστε να μπορεί να καλυφθεί ενδεχόμενη ζημιά των Εναγόντων, αλλά και να τους ενημερώσουν ότι τέτοια προσωπική εγγύηση δεν υπήρχε, να τους εξηγήσουν τη σημασία αυτής της κατάστασης, τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται, περίπτωση στην οποία οι Ενάγοντες θα απέφευγαν, όπως ισχυρίζονταν, την αγορά.

Οι δικηγόροι είχαν αποδεχθεί τους ισχυρισμούς ότι ήταν αμελείς ως προς τη συμβουλή που έδωσαν, ότι η εγγύηση αφορά και στο φυσικό πρόσωπο, και εξήγησαν πώς είχαν σχηματίσει αυτή τη λανθασμένη εντύπωση για την εγγύηση, με αναφορά στους συμβατικούς όρους. Αρνούνταν όμως την ύπαρξη ζημιάς και αιτιώδους συνάφειας. Ίσως, ο χειρισμός της υπόθεσης, με αυτό τον τρόπο, να παρέσυρε την πλευρά των Εναγόντων να εστιάσει τη μαρτυρία της σε θέματα άλλα από αυτά της αμέλειας και της αιτιώδους συνάφειας, να δώσει περισσότερο βάρος στα θέματα της ζημιάς και του μεγέθους της, με πολλές αναφορές στην κατάσταση του σκάφους, που δεν βοηθούσαν ιδιαίτερα το έργο του Δικαστηρίου, τουλάχιστον σε εκείνο το αρχικό στάδιο.

Σύμφωνα με τις θέσεις των δικηγόρων, οι ίδιοι, δεν είχαν δεχθεί οδηγίες από τους Ενάγοντες να αναζητήσουν προσωπική εγγύηση, αλλά είπαν μόνο στους Ενάγοντες ότι υπάρχει τέτοια προσωπική εγγύηση, αφού τα έγγραφα είχαν ανταλλαχθεί ήδη και οι Ενάγοντες είχαν μπει στη διαδικασία αγοράς του ταχύπλοου. Δεν υπήρχε ρεαλιστική πιθανότητα το φυσικό πρόσωπο να δεχόταν να έδινε προσωπική εγγύηση, εάν του την ζητούσαν, αλλά εν πάση περιπτώσει, και οι Ενάγοντες θα προχωρούσαν με την αγορά ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη κάποιας προσωπικής εγγύησης. Σε αυτή τη βάση, οι δικηγόροι ισχυρίζονταν ότι δεν υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά οι Ενάγοντες που να συνδέεται αιτιωδώς με την αμελή συμπεριφορά των Εναγομένων.

Το Δικαστήριο, εξετάζοντας, με αξιοσημείωτη σχολαστικότητα και τάξη, τη διαθέσιμη μαρτυρία, κατέληξε ότι, οι οδηγίες των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους δεν περιλάμβαναν την εξασφάλιση προσωπικής εγγύησης. Έπειτα, το Δικαστήριο, δεν θεώρησε ότι ένας συνετός και σώφρων δικηγόρος, στη θέση των Εναγομένων, υπό τις περιστάσεις, θα αναζητούσε τέτοια προσωπική εγγύηση. Θα διαπίστωνε, ενδεχομένως, την έλλειψη δυνατότητας παραχώρησής της, και τον κίνδυνο να διαταραχθεί η συμφωνία λόγω αυτής της έλλειψης. Ωστόσο, ένας συνετός και σώφρων δικηγόρος, υπό τις περιστάσεις, κάνοντας αυτή τη διαπίστωση και αποφασίζοντας να εξασφαλίσει εγγύηση από την εταιρεία μόνο για την κατάσταση του σκάφους, χωρίς άλλη εξασφάλιση, θα ενημέρωνε τον πελάτη του για το τι κάνει ακριβώς, πριν την ανταλλαγή των συμβολαίων. Αυτό ενδεχομένως να έκαναν και οι Εναγόμενοι δικηγόροι, εάν είχαν αποφασίσει να κινηθούν με μόνη την εταιρική εγγύηση.

Όπως λέχθηκε, όταν ένα Δικαστήριο αποφασίζει τι θα έκανε κάποιος στην απουσία της αμελούς συμπεριφοράς, το επίπεδο απόδειξης διαφέρει, ανάλογα με τις υπό αναφορά πράξεις. Όταν το ζήτημα είναι τι θα έκανε ένα διάδικο μέρος, αυτό κρίνεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όταν το ζήτημα όμως είναι τι θα έκανε ένα τρίτο πρόσωπο, υπάρχει η προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην Allied Maples v Simmons & Simmons [1995] 1 WLR 1602 και σε άλλες υποθέσεις, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο αξιολογεί τις πιθανότητες, το τρίτο μέρος, να ενεργούσε με σχετικό τρόπο, και επιδικάζει αποζημιώσεις που εκφράζουν αυτές ακριβώς τις πιθανότητες. Το Δικαστήριο υιοθέτησε την προσέγγιση των Joyce v Merton, Sutton and Wandsworth Health Authority [1996] 7 Med LR 1, 20, το μέρος που επικρίθηκε από το  House of Lords στην Bolitho v City & Hackney Health Authority [1998] AC 231 σελ. 240:

Thus a plaintiff can discharge the burden of proof on causation by satisfying the court either that the relevant person would in fact have taken the requisite action (although she would not have been at fault if she had not) or that the proper discharge of the relevant person’s duty towards the plaintiff required that she take that action. The former alternative calls for no explanation since it is simply the factual proof of the causative effect of the original fault. The latter is slightly more sophisticated: it involves the factual situation that the original fault did not itself cause the injury but that this was because there would have been some further fault on the part of the defendants; the plaintiff proves his case by proving that his injuries would have been avoided if proper care had continued to be taken.

 

(ελεύθερη μετάφραση)

Οπότε, ένας Ενάγων μπορεί να αποτινάξει το βάρος απόδειξης της αιτιώδους συνάφειας, ικανοποιώντας το Δικαστήριο, είτε ότι το υπό αναφορά πρόσωπο θα είχε προβεί, όντως, στην απαιτούμενη ενέργεια (αν και δεν θα ήταν υπαίτιο εάν δεν θα είχε προβεί σε αυτή) ή ότι η ορθή εκτέλεση του καθήκοντος του υπό αναφορά προσώπου έναντι στον Ενάγοντα απαιτούσε τέτοια ενέργεια να γίνει. Η πρώτη εναλλακτική λύση δεν απαιτεί κάποια εξήγηση, δεδομένου ότι είναι απλά η έμπρακτη απόδειξη της αιτιώδους επίδρασης του λάθους. Η τελευταία είναι ελαφρώς πιο εξελιγμένη, εμπλέκει την εξής πραγματική κατάσταση, ότι το λάθος δεν προκάλεσε καθαυτό την ζημιά, αλλά αυτή προκλήθηκε εξαιτίας κάποιας περαιτέρω υπαιτιότητας των Εναγομένων. Ο Ενάγων αποδεικνύει την υπόθεσή του, αποδεικνύοντας ότι οι ζημιές θα είχαν αποφευχθεί εάν η δέουσα φροντίδα εξακολουθούσε να επιδεικνύεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δικηγόροι, εάν δεν εμφιλοχωρούσε η λανθασμένη πεποίθησή τους (ότι υπάρχει και προσωπική εγγύηση), θα είχαν, όντως, προβεί στην απαιτούμενη ενέργεια (θα αναζητούσαν προσωπική εγγύηση), παρόλο που δεν θα ήταν υπαίτιοι αμέλειας εάν δεν την είχαν αναζητήσει.

Όσον αφορά στο ερώτημα, σε περίπτωση που οι δικηγόροι ζητούσαν τέτοια προσωπική εγγύηση, κατά πόσο ο ιδιοκτήτης της πωλήτριας εταιρείας, ρεαλιστικά, θα την έδινε, παρόλο που το βάρος απόδειξης ειδώθηκε σε χαμηλότερο επίπεδο από αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, το Δικαστήριο έκρινε, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, ότι τέτοια ρεαλιστική προοπτική δεν υπήρχε. Εξάλλου, παρόλο που δεν υπήρχε μαρτυρία σχετικά με τη γνώση του πωλητή για την ελαττωματική κατάσταση του σκάφους, επρόκειτο για ένα σκάφος χρονολογικά παλαιό, που κάποια «γνωστά άγνωστα» ελαττώματα ή φθορές, αντικειμενικά, θα υπήρχαν. Δεν υπήρχε μαρτυρία προς υποστήριξη της θεωρίας των Εναγόντων πως, από την άλλη, ο πωλητής ήθελε επειγόντως μετρητά, οπότε, για το λόγο αυτό, για τον οποίο μείωσε και την τιμή του σκάφους, θα έδινε προσωπική εγγύηση εάν αυτό του είχε ζητηθεί. Εξάλλου, το σκάφος ήταν υποθηκευμένο, και κατά την ολοκλήρωση της πράξης, ήταν υπόψη των μερών κατάσταση λογαριασμού που έδειχνε το ενυπόθηκο χρέος, και το γεγονός ότι ο πωλητής ουσιαστικά δεν θα ελάμβανε μετρητά.

Το τελευταίο ερώτημα, που ήταν συναφές με την αιτιώδη συνάφεια, ήταν κατά πόσο ο Ενάγων, σε περίπτωση που οι δικηγόροι ζητούσαν προσωπική εγγύηση και ο πωλητής αρνείτο να την δώσει, θα προχωρούσαν στην πράξη, ούτως ή άλλως. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό θα συνέβαινε, στη βάση της ενώπιον του μαρτυρίας (π.χ. ότι συμφώνησε να το αγοράσει «όπως και όπου ήταν», με τον ενθουσιασμό της καλής ευκαιρίας, που δεν ήθελε να χάσει, επιχειρούσε την γρήγορη ολοκλήρωση της πράξης και έκανε σχέδια που δεν υπολόγιζαν το ενδεχόμενο να μην γινόταν η πράξη, κλπ). Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαίτηση για προσωπική εγγύηση δεν αντανακλούσε τη συμπεριφορά του Ενάγοντος τότε, αλλά ήταν μια, εκ των υστέρων, σκέψη.

Η κατάληξη του Δικαστηρίου, με την εφαρμογή του “test” αυτού, γνωστού ως «but for test», ήταν ότι, η αμέλεια των δικηγόρων δεν προκάλεσε την συμβατική δέσμευση του Ενάγοντος χωρίς προσωπική εγγύηση, οπότε, ο Ενάγων, δεν υπέστη κάποια ζημιά για την οποία να δικαιούται σε αποζημίωση από τους δικηγόρους, πέραν από ονομαστικές αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο, ανεξάρτητα από την κατάληξή του αυτή, προέβηκε σε υπολογισμό αποζημιώσεων, που θα επιδίκαζε εάν η κατάληξη του ήταν διαφορετική, εφαρμόζοντας και συνοψίζοντας, με άκρως χρήσιμο τρόπο, τις αρχές της υφιστάμενης νομολογίας, στις περιπτώσεις που η αμέλεια ενός δικηγόρου έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια ευκαιρίας άσκησης αγωγής εναντίον τρίτου προσώπου, επιβεβαιώνοντας, μεταξύ άλλων, πως η ορθή προσέγγιση θα ήταν δια της εκτίμησης της προοπτικής επιτυχίας του ισχυριζόμενου απωλεσθέντος αγώγιμου δικαιώματος, και της θεώρησης της κατάστασης στην οποία θα βρισκόταν ο Ενάγων σε περίπτωση τέτοιας επιτυχίας. Αναφέρθηκαν, επίσης, οι αρχές που εφαρμόζονται σε σχέση με τον μετριασμό της ζημιάς (mitigation of loss), και οι αρχές που ισχύουν, όταν ο Ενάγων, ως αποτέλεσμα της αμέλειας του δικηγόρου, αποκτά περιουσία, όπου υπάρχει ο λεγόμενος κανόνας μείωσης της αξίας (“diminution in value”). Χρήσιμες τοποθετήσεις υπάρχουν και ως προς το εγχείρημα των δικηγόρων να περιορίσουν τη ευθύνη τους, κατά το διορισμό τους, σε συγκεκριμένο ποσό. Δεν θα αναφέρω στην παρούσα σε όλα αυτά τα ενδιαφέροντα σημεία, που θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστής αναφοράς το καθένα.

Μένω, προς το παρόν, στο ότι, η υπόθεση Hirtenstein είναι μια ωραία υπενθύμιση πως, ακόμα και στις περιπτώσεις που η αμέλεια είναι παραδεκτή, δεν δημιουργείται αυτόματα ευθύνη για καταβολή αποζημιώσεων, εάν ο Ενάγων δεν αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια, μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και της ζημιάς του. Έπεται όμως συνέχεια.

———————

[1] Dalmare SPA v Union Maritime Ltd [2012] EWHC 3537 (Comm), [2013] 1 Lloyd’s Rep 509, παρ. 77-84

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Δικηγορική αμέλεια: Η υπόθεση Hirtenstein – Μέρος Ι: Η αιτιώδης συνάφεια

  1. osr

    Θα ήθελα να σε συγχαρώ για την πολύ δουλειά που κάνεις με αυτές σου τις εργασέις που είναι πολύ ενδιαφέρουσες και πολύ βοηθητικές! Νάσαι καλά!

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.