Η διαδικασία της τροποποίησης των δικογράφων υπό τη νέα Δ.25

Για τις αγωγές που θα καταχωρούνται από την 01/01/2015 θα ισχύει ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2014,  που εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο την 15/09/2014, δυνάμει του άρθρου 163 του Συντάγματος και του άρθρου 17 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1961 έως 1991, και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας την 26/09/2014, και ο οποίος τροποποίησε τις Δ.25 και Δ.30. Διατυπώνω κάποιες σκέψεις σχετικά με τη νέα Δ.25, αφήνοντας την Δ.30 για κάποια μεταγενέστερη αναφορά.

Τροποποίηση πριν την επίδοση της αγωγής

Η νέα Δ.25,Θ.1,παρ.1 δίνει τη δυνατότητα στον Ενάγοντα, πριν επιδώσει το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής, να προβεί σε τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, καταχωρώντας τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα, με ανάλογη ένδειξη. Η νέα ρύθμιση είναι καλοδεχούμενη, επί της ουσίας, εφόσον, όντως, πολλές φορές τυγχαίνει μετά την καταχώρηση μιας αγωγής να προκύπτει ανάγκη για τροποποίηση, που ενώ μπορεί να γίνει φυσιολογικά, στην πορεία των πραγμάτων (“as a matter of course”) ή ως εύλογο δικαίωμα (“as of right”), η ανάγκη παρεμβολής αίτησης, εμφάνισης, λήψης άδειας, έκδοσης διατάγματος, σύνταξης διατάγματος, κλπ, δημιουργεί περιττή ταλαιπωρία και διαδικαστικά έξοδα. Ωστόσο, θεωρώ χρήσιμο να γίνουν κάποιες μικρές επισημάνσεις:

(α) Ο όρος «Κλητήριο Ένταλμα» (writ of summons) έχει συγκεκριμένο νόημα και περιεχόμενο (είναι ένα έντυπο που εκδίδεται από το Δικαστήριο και καλεί – εντέλλει ένα πρόσωπο να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να απαντήσει σε μια, εναντίον του, απαίτηση). Παρά το ότι στην καθομιλουμένη, συχνά, χρησιμοποιούμε τον όρο «Κλητήριο Ένταλμα» ή «Κλητήριο» εννοώντας, μαζί, και την Έκθεση Απαίτησης και το Παρακλητικό της, πρόκειται για διαφορετικά πράγματα, τόσο, που, τεχνικά, μιλώντας για «τροποποίηση δικογράφων» η αναφορά δεν απευθύνεται, γνήσια, προς το Κλητήριο Ένταλμα. Το Κλητήριο Ένταλμα δεν είναι δικόγραφο. Η Έκθεση Απαίτησης, δηλαδή η περιγραφή των γεγονότων που οδηγούν στην δημιουργία απαίτησης, μπορεί να περιέχεται (οπισθογραφημένη) ή να μην περιέχεται στο Κλητήριο Ένταλμα. Ανάλογα, υπάρχει το γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (που περιέχει μόνο τη βάση της αγωγής και αιτούμενες θεραπείες) και το ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (που περιέχει και την Έκθεση Απαίτησης μαζί με τις αιτούμενες θεραπείες). Θα έπρεπε, ίσως, να διευκρινίζεται ότι, η ρύθμιση, αναφέρεται (και) στο σύνολο της οπισθογράφησης του Κλητηρίου Εντάλματος, είτε αυτή είναι γενική οπισθογράφηση, είτε αυτή είναι ειδική οπισθογράφηση, που περιέχει την έκθεση απαίτησης. Ή να υπάρχει ερμηνευτική διάταξη ότι, όπου γίνεται αναφορά σε «Κλητήριο Ένταλμα» εννοείται τόσο το γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα όσο και το ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και αυτή η οπισθογράφησή του (Έκθεση Απαίτησης και Παρακλητικό). Μάλιστα, αυτό μπορεί να καθίσταται περισσότερο αναγκαίο όταν η Δ.25,Θ.1, παρ.2 έρχεται, στη συνέχεια, και αναφέρεται σε «τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης» δημιουργώντας τον ερμηνευτικό κίνδυνο να συναχθεί ότι η Δ.25,Θ.1,παρ.1, που αναφέρεται μόνο σε κλητήριο ένταλμα, δεν εμπερικλείει και αναφορά στην οπισθογραφημένη έκθεση απαίτησης. Θα μπορούσε να εκλάβει κανείς ότι, η δυνατότητα τροποποίησης πριν την επίδοση της αγωγής περιορίζεται μόνο στο «Κλητήριο Ένταλμα» με την τεχνική, του όρου, έννοια. Στους αγγλικούς κανονισμούς η αναφορά που γίνεται είναι στην τροποποίηση της «Έκθεσης Απαίτησης» (statement of case/claim), που περιλαμβάνει και τον τίτλο της αγωγής (που εάν επιτραπεί τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, συνεπάγεται την ανάγκη έκδοσης και τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος), κι αν είναι περισσότερο θέμα ορολογίας, έχει τη σημασία του, και τη θεωρία του.

(β) Το άλλο που σκέφτομαι είναι ότι, ίσως, θα έπρεπε, κάπως, να διευκρινίζεται ή θα πρέπει, στο μέλλον, να διευκρινιστεί, το εύρος της επιτρεπόμενης τροποποίησης «του Κλητηρίου Εντάλματος». Μπορεί να καταχωρηθεί ένα τροποποιημένο «Κλητήριο Ένταλμα» και, δια αυτού, να αλλάξει το πρόσωπο του Ενάγοντος; Μπορεί να συμβεί το ίδιο, και να αλλάξει το πρόσωπο του Εναγόμενου; Μπορεί να συμβεί το ίδιο και να αλλάξει η βάση της (αρχικά καταχωρηθείσας) αγωγής; Θα μπορούσε να πει κανείς ναι, τι πειράζει, εφόσον δεν διενεργήθηκε επίδοση, και θα μπορούσε, κάλλιστα, να καταχωρηθεί και αρχικά έτσι το «Κλητήριο Ένταλμα», ως το τροποποιημένο. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, το τροποποιημένο «Κλητήριο Ένταλμα» δεν παύει να είναι τροποποιητικό κάποιου ήδη καταχωρημένου αρχικού «Κλητηρίου Εντάλματος», που δεν θεωρείται ανύπαρκτο, ούτε εξαφανίζεται, ούτε επιστρέφεται στον Ενάγοντα ως αχρείαστο, μετά την καταχώρηση του τροποποιημένου «Κλητηρίου Εντάλματος». Κάποια στιγμή ενδέχεται να απασχολήσει, στην πράξη, η δυνατότητα «ελεύθερης» τροποποίησης των πιο πάνω, ιδίως, μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου σχετικά με την παραγραφή. Υπάρχει συναφής νομολογία του κοινοδικαίου, που θα μπορούσε να κωδικοποιείται, σε αυτό το τόλμημα αναθεώρησης των διατάξεων αυτών.

(γ) Θα μπορούσε, επίσης, να καθορίζεται η «ανάλογη ένδειξη» (π.χ. «τροποποιηθέν την ……………….. σύμφωνα με την Δ.25,Θ.1,παρ.1.»).

(δ) Εκλάμβάνεται ότι, το τροποποιημένο «Κλητήριο Ένταλμα», εκδίδεται χωρίς την ανάγκη να εκτίθενται, σε ξεχωριστό «memorandum», οι τροποποιήσεις που έχουν διενεργηθεί σε αυτό, μία ή περισσότερες φορές. Θα έπρεπε, όμως, ίσως, να υπάρχει και μια πρόνοια που να παρέχει τη δικονομική δυνατότητα, το Δικαστήριο, να διατάξει ή ο Εναγόμενος να αιτηθεί, όπως στο τροποποιημένο κείμενο, να σημειώνονται οι τροποποιήσεις που διενεργήθηκαν (με χρώμα, υπογραμμίσεις, αριθμούς, κλπ). Από τη στιγμή που το «Κλητήριο Ένταλμα» θεωρείται ότι καταχωρήθηκε την ημερομηνία που καταχωρήθηκε το αρχικά καταχωρημένο «Κλήτήριο Ένταλμα», ο Εναγόμενος θα πρέπει να έχει δικαίωμα να παρακολουθεί και να γνωρίζει όλη την εξέλιξή αυτού και του περιεχομένου του, από την ημερομηνία καταχώρησής του, και τις αλλαγές που διενεργήθηκαν σε αυτά, αλλά να έχει επίσης και ένα τρόπο να ασκήσει ένα τέτοιο δικαίωμα να γνωρίζει.

(ε) Έπειτα, όπου επιτρέπεται η τροποποίηση χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, κατά τη γνώμη μου, είναι επιβεβλημένο, να υπάρχει και ένας αντίστοιχος δικονομικός μηχανισμός, δια του οποίου, το Δικαστήριο, να μπορεί να παρεμβαίνει, κατόπιν αίτησης, και να αποτρέπει το αποτέλεσμα κάποιας γενόμενης τροποποίησης, που μπορεί να θεωρηθεί «βλαπτική» για τα συμφέροντα του άλλου μέρους, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, και προς διασφάλιση της δικαιοσύνης.

Η τροποποίηση μετά την επίδοση της αγωγής και πριν την ανταλλαγή των δικογράφων

Μια παρατήρηση, στην οποία θα ήθελα να τοποθετήσω ιδιαίτερη έμφαση, είναι ότι, δεν ρυθμίζεται το στάδιο μετά την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής και πριν την ανταλλαγή των δικογράφων, είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει εμφάνιση από μέρους του Εναγομένου, είτε έχει παρέλθει η προθεσμία εμφάνισης, είτε όχι, είτε έχει παρέλθει η προθεσμία καταχώρησης υπεράσπισης, είτε όχι. Ενώ η Δ.25,Θ.1,παρ.1 ρυθμίζει το στάδιο πριν την επίδοση, η Δ.25,Θ.1,παρ.2 μας οδηγεί κατευθείαν στο στάδιο μετά την ανταλλαγή των δικογράφων, και παρακάμπτει το σημαντικό αυτό και σύνθετο στάδιο, μετά την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής και πριν την ανταλλαγή των δικογράφων, αφήνοντας να νοηθεί ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις (αφού έχει επιδοθεί το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής, αλλά δεν έχουν ακόμα ανταλλαχθεί τα δικόγραφα), ενδεχομένως, να χρειάζεται να λαμβάνεται η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου. Και πάλι όμως, τέτοια άδεια δεν προνοείται ρητά, ότι πρέπει να εξασφαλίζεται, άρα δεν υπάρχει και σαφής θεσμική υποχρέωση εξασφάλισης τέτοιας άδειας, η παράλειψη της οποίας να θεωρείται ως θεσμική παρατυπία. Αυτό που υπάρχει, ουσιαστικά, είναι, κατά τη γνώμη μου, ρυθμιστικό κενό.

Η επίδοση είναι ένα πολύ σημαντικό δικονομικό σημείο, που καθιστά τον φερόμενο, στο Κλητήριο Ένταλμα, ως Εναγόμενο, διάδικο στη διαδικασία της αγωγής. Όμως, το ερώτημα είναι, εάν μετά από την ανταλλαγή των δικογράφων μπορεί να διενεργηθεί τροποποίηση, και από τα δύο μέρη, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου (χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω περιοριστική προϋπόθεση – βλ. κατωτέρω), γιατί η άδεια του Δικαστηρίου να μην μπορεί να παρακαμφθεί και μετά την επίδοση αλλά πριν από την ανταλλαγή των δικογράφων; Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος έχει καταχωρήσει την υπεράσπισή του ανοίγει το δρόμο για να αρχίσουν να γίνονται ελεύθερα τροποποιήσεις, ενώ θα πρέπει να λαμβάνεται η άδεια του Δικαστηρίου για να διενεργηθεί τροποποίηση από τον Ενάγοντα, εάν δεν έχει καταχωρήσει την υπεράσπιση του ο Εναγόμενος; Με ποια λογική ακολουθία ανάγει κανείς την καταχώρηση υπεράσπισης, από μέρους του Εναγόμενου, σε σημείο που καθιστά μη αναγκαία τη λήψη άδειας για τροποποίηση από μέρους του Ενάγοντος (που θα ανέμενε κανείς ακριβώς το αντίθετο); Η απόδοση αντίστοιχου δικαιώματος στον Εναγόμενο να τροποποιήσει ελεύθερα το δικό του δικόγραφο είναι αυτή η προσθήκη που σημαίνει δικονομική ισότητα, έναντι στην ελευθερία του Ενάγοντος να πράττει ό,τι θέλει με το δικόγραφό του (αλλά και με το Κλητήριο Ένταλμα), μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης του Εναγομένου;

Πέρα από τη σύγχυση που δημιουργούν, ενδεχομένως, τα πιο πάνω ερωτηματικά, μένοντας, προς το παρόν, σε αυτό το στάδιο μετά την επίδοση και πριν την ανταλλαγή των δικογράφων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στους αγγλικούς κανονισμούς, επιτρέπεται η τροποποίηση και μετά την επίδοση, χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, με την έγγραφη συγκατάθεση όλων των διαδίκων, είτε με την άδεια του δικαστηρίου. Το να είναι η ρύθμιση θετική και να τίθενται ως προϋποθέσεις είτε η εξασφάλιση συγκατάθεσης είτε η λήψης άδειας του Δικαστηρίου έχει ιδιαίτερη ερμηνευτική σημασία. Σε άλλους κανονισμούς, άλλων δικαιϊκών συστημάτων, μπορεί να συναντήσει κανείς πρόνοιες με τις οποίες επιτρέπεται η τροποποίηση τυπικών θεμάτων μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία από την επίδοση ή σε συγκεκριμένη προθεσμία από την εμφάνιση και πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, ή οποιωνδήποτε θεμάτων, κατόπιν συγκατάθεσης των διαδίκων ή λήψης άδειας του Δικαστηρίου. Όμως αυτό που θέλω να πω, κατ’αρχήν, είναι ότι, η επίδοση, είναι στάδιο που σηματοδοτεί, μάλλον σε όλα τα δικαιϊκά συστήματα, εν πάση περιπτώσει, μια διαφορετική ρυθμιστική προσέγγιση, που δεν αφήνεται να νοηθεί, εξ αντιπαραβολής με υφιστάμενες ρυθμίσεις, ή δεν παρακάμπτεται, αλλά γίνεται ρητά και με σαφήνεια.  Έπειτα, η άδεια του Δικαστηρίου μετά την επίδοση, ως διαδικασία, δε νοείται να διαγράφεται πλήρως από τον θεσμικό ορίζοντα, ενόψει της ανάγκης θεσμοθέτησης κάποιας διευρυμένης δικογραφικής ευελιξίας. Η συγκατάθεση των διαδίκων, γενικά, εντοπίζεται ως αυτή η δυναμική, που αντικαθιστά επάξια την αναγκαιότητα εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου.

Στους αγγλικούς διαδικαστικούς κανονισμούς χρειάζεται η άδεια του Δικαστηρίου, σε κάθε περίπτωση, όταν πρόκειται για διαγραφή, αντικατάσταση ή προσθήκη διαδίκου, ενώ συναντάται και θεωρείται χρήσιμη, έως επιβεβλημένη, δικονομική πρόνοια που επιτρέπει στο Δικαστήριο να μην επιτρέψει να έχει επίδραση τέτοια τροποποίηση που έγινε χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, και αντίστοιχη που δίνει το δικαίωμα σε διάδικο να αιτηθεί σχετικά, μέσα σε ορισμένη προθεσμία από την επίδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης (όπου η εξισορρόπηση και πάλι επανέρχεται με την θέση τέτοιας προθεσμίας). Γενικώτερα, η διαγραφή, αντικατάσταση ή προσθήκη διαδίκου ρυθμίζονται ειδικά και στους κανονισμούς άλλων δικαιϊκών συστημάτων με ίδιο ή διαφορετικό τρόπο (π.χ. στους Καναδικούς διαδικαστικούς κανονισμούς, δεν χρειάζεται άδεια του Δικαστηρίου εάν η τροποποίηση δεν άπτεται των εν λόγω ζητημάτων διαγραφής, αντικατάστασης ή προσθήκης διαδίκου, ή εάν άπτεται των εν λόγω ζητημάτων, αλλά προσκομίζεται συγκατάθεση των διαδίκων, σε διαφορετική περίπτωση χρειάζεται άδεια του Δικαστηρίου). Στην δική μας νέα Δ.25 τηρείται σιωπή.

Τροποποίηση μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την αίτηση για Οδηγίες

Η Δ.25,Θ.1,παρ.2 δίνει τη δυνατότητα στους διαδίκους, μετά την ανταλλαγή των δικογράφων τους, και πριν την έκδοση κλήσης για Οδηγίες, να προβούν σε τροποποιήσεις χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Δίνει το δικαίωμα στον Ενάγοντα να καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης (και πάλι γίνεται αναφορά σε Κλητήριο Ένταλμα, αλλά παράλληλα και σε έκθεση απαίτησης, παρόλο που θα ήταν επιθυμητό να τηρείται κάποια ομοιομορφία λόγου, σε συνάρτηση με ό,τι διατυπώνεται στις προηγούμενες διατάξεις – βλ. σχόλια ανωτέρω – και λαμβανομένου υπόψη ότι η Δ.25,Θ.2 και η Δ.25,Θ.4 αναφέρονται, περαιτέρω, σε «οπισθογράφηση») οποτεδήποτε πριν την έκδοση κλήσης για Οδηγίες, και στον Εναγόμενο καταχώρησης του δικού του δικογράφου εντός 15 ημερών. Ανάλογα, στον Εναγόμενο να καταχωρήσει, οποτεδήποτε πριν την έκδοση κλήσης για Οδηγίες, τροποποιημένο δικόγραφο και στον Ενάγοντα να καταχωρήσει το απαντητικό δικό του, όπου χρειάζεται, εντός 15 ημερών.

Τα τροποποιημένα δικόγραφα θα πρέπει να φέρουν «ανάλογη ένδειξη» που και πάλι δεν καθορίζεται τι ένδειξη θα πρέπει να είναι, τι πρέπει να περιέχει. Αντίθετα, η Δ.25,Θ.2 προνοεί ειδικά την ένδειξη που θα πρέπει να φέρουν τα τροποποιημένα δικόγραφα που τροποποιούνται κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου.

Αυτή η νέα ρύθμιση εκφράζει μια προσπάθεια, όταν η υπόθεση οδηγείται, τελικά, ενώπιον δικαστή, τα ζητήματα που άπτονται των δικογράφων να έχουν, με κάποιο αυτοματοποιημένο τρόπο, παγιωθεί, ώστε το Δικαστήριο να προχωρά απευθείας στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, και να δέχεται, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, το επανάγνοιγμα των δικογράφων. Τα στάδια αυτά θα έπρεπε, ούτως ή άλλως, να είναι σαφώς διαχωρισμένα, δικογράφηση – δίκη, χωρίς τα μέρη να πισωγυρίζουν, διαιωνίζοντας τη διαδικασία.

Από αυτή την ρύθμιση, θεωρώ ότι, λείπει κάτι πολύ σημαντικό. Οι τροποποιήσεις αυτές θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να επιτρέπονται, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι συγκατατίθενται οι διάδικοι ως προς τη διενέργειά τους. Διαφορετικά, θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να εξασφαλίζεται άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση, διαδικασία δια της οποίας να παρέχεται δικονομικό βήμα, ώστε, οι διάδικοι που διαφωνούν με κάποια επιχειρούμενη τροποποίηση, να μπορούν να ακούγονται, εντός συγκεκριμένων προθεσμιών. Τέτοιο δικονομικό βήμα δεν παρέχεται ούτε καν μετά την – χωρίς άδεια – γενόμενη τροποποίηση (ώστε  να αποτραπεί το αποτέλεσμά της), και μόνο δικονομικό όπλο του, διαφωνούντος με τη διενεργηθείσα τροποποίηση, διαδίκου μένει το δικό του δικόγραφο. Όμως τα δικόγραφα δεν μπορούν να καθίστανται πεδίο δικονομικών ενστάσεων, παρά να εκθέτουν τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση, και αντίστοιχα, την υπεράσπιση. Όσο φιλελεύθερα κι αν θεωρήσει κανείς το όλο ζήτημα της τροποποίησης των δικογράφων, δεν μπορεί να αποστερήσει το δικαίωμα ακρόασης επί αυτού του δικονομικού διαβήματος της τροποποίησης, ούτε να απαμβλύνει την αποστέρηση αυτή με τη γενναιόδωρη αποδόση δυνατότητας ελεύθερης δικογράφησης. Η τροποποίηση των δικογράφων ήταν ανέκαθεν ζήτημα διακριτικό, αλλά εναπόκειτο, όχι στη διακριτική ευχέρεια των διαδίκων, που μπορεί να διακρίνεται από αμετροέπεια και καταχρηστικές τάσεις, αλλά του Δικαστηρίου, η παρεμβολή του οποίου, στη διαδικασία, ήταν ο ζυγός της δικαιοσύνης. Δεν μπορώ να αποφύγω τη σκέψη μιας δυσάρεστης κατάστασης, οι διάδικοι να μπορούν να προβαίνουν σε όσες τροποποιήσεις επιθυμούν, χωρίς όριο, αρκεί να μην έχει εκδοθεί κλήση για Οδηγίες σύμφωνα με τη νέα Δ.30 (στην οποία θα αναφερθώ επίσης κάποια άλλη στιγμή), με ακαθόριστες ενδείξεις περί τροποποιήσεων στα τροποποιημένα δικόγραφα, και να δημιουργείται μια ογκώδης δικογραφία. Σκέφτομαι επίσης ότι, ελλείψει ειδικά προβλεπόμενου δικονομικού μηχανισμού, που να μπορεί να προστατεύσει τους διαδίκους σε στάδιο πριν την ακρόαση, σε σχέση με τα δικόγραφα, θα τείνει να τοποθετηθεί το βάρος στο δικονομικό μηχανισμό της ακύρωσης ή διαγραφής του Κλητηρίου Εντάλματος ή δικογράφων, πεδίο που η μέχρι σήμερα νομολογία αγγίζει με φειδώ.

Η τροποποίηση μετά την έκδοση κλήσης για Οδηγίες

Η Δ.25,Θ.1,παρ.3 επιχειρεί να μετατρέψει το δικαίωμα τροποποίησης ενός δικογράφου, μετά την κλήση για Οδηγίες, σε εξαίρεση, θεσπίζοντας κανόνα ότι δεν επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφων μετά την έκδοση της κλήσης για Οδηγίες. Οι εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται είναι οι εξής: (α) Εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και (β) Νέα γεγονότα μη υπαρκτά κατά το χρόνο λήψης οδηγιών για καταχώρηση της αγωγής ή καταχώρησης της δικογραφίας.

Ακόμα και αυτή η αρνητική διατύπωση του κανονισμού, ότι ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται μετά την έκδοση κλήσης για Οδηγίες, εκτός εάν… …  είναι, από μόνη της, ένα σημείο που προβληματίζει. Θεωρώ ότι, δεν μπορεί να υφίσταται γενικός κανόνας, απαγορευτικός του δικαιώματος τροποποίησης δικογράφων, στο στάδιο μετά την έκδοση κλήσης για Οδηγίες, ή σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο, αφήνω εκτός το γεγονός ότι δίνεται η εντύπωση πως «καταργείται» ουσιώδης νομολογία του κοινοδικαίου, που θέτει ως πρώτιστο κανόνα ότι, η τροποποίηση των δικογράφων επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας… Η διατύπωση του κανόνα είναι σημαντικότατο στοιχείο στη θέσπισή του, που καθορίζει τις μετέπειτα ερμηνείες του. Όσο ελαστικές και ευρεία διατυπωμένες είναι οι εξαιρέσεις, δεν παύουν να προνοούνται ως «εξαιρέσεις» στον κανόνα της μη επιτρεπόμενης τροποποίησης κατά το στάδιο εκείνο, μετά την έκδοση κλήσης για Οδηγίες, «εξαιρέσεις» που, όταν θεσπίζονται, δεν μπορούν να φέρουν το πεπρωμένο των «εξαιρέσεων» εκείνων που, εν τέλει, θα καταλήξουν να αντικαθιστούν τον κανόνα. Παρόμοια ρύθμιση θετικής απαγορευτικής διατύπωσης επιβίωσε στο Ινδικό δίκαιο, η οποία όμως, τίθεται μετά από θέση γενικού κανόνα ελεύθερης τροποποίησης των δικογράφων, και περιορίζοντας το δικαίωμα αυτό (όπως έχει καθοριστεί νομολογιακά, όχι απόλυτα), μετά την έναρξη της δίκης (commencement of trial).

Έπειτα, ο κανονισμός αυτός δεν θεωρώ ότι είναι καλά διατυπωμένος. Εξάλλου, δεν προβλέπει καν ρητά, με ξεκάθαρο τρόπο, δικαίωμα του διαδίκου να αιτηθεί, με βάση αυτόν, για λήψη άδειας του Δικαστηρίου για τροποποίηση, υπό την συνδρομή των, έστω εξαιρετικών, περιστάσεων. Αφήνεται να νοηθεί ότι η τροποποίηση επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, από το Δικαστήριο, ωστόσο, το δικονομικό πεδίο της ρύθμισης θα μπορούσε να ήταν πιο διασαφηνισμένο.

Οι πιο πάνω κανονισμοί μας δίνουν την εντύπωση μιας κίνησης «επιλεκτικού φιλελευθερισμού», ουσιαστικά, τονίζοντας το εξής, κατά τη δική μου αίσθηση, και με ένα τρόπο που βρίσκω να απέχει από τις αντίστοιχες κανονιστικές ρυθμίσεις άλλων δικαιϊκών συστημάτων, αλλά και από την μέχρι σήμερα νομολογία του κοινοδικαίου, που κάθε άλλο παρά κωδικοποιούν. Λένε, λοιπόν, ότι, οι διάδικοι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν με τα δικόγραφά τους πριν οδηγήσουν την υπόθεση ενώπιον δικαστή, χωρίς έλεγχο, χωρίς περιορισμούς, αλλά και χωρίς τη διαθέσιμη δικαστική προστασία, αρκεί (ως αυτό να ήταν το μόνο ζητούμενο), όταν οι διάδικοι καλέσουν το Δικαστήριο να αποφασίσει επί της δικογραφημένης διαφοράς, να ξέρουν τι θέλουν, χωρίς να εμπλέκουν το Δικαστήριο στην διαδικασία της δικογράφησης των θέσεων τους. Οι πόρτες του Δικαστηρίου είναι γενικά κλειστές για τα ζητήματα των δικογράφων, δεν καθορίζει, το Δικαστήριο, στους διαδίκους τι θα πει ο καθένας, το περιεχόμενο του δικονομικού τους λόγου, αλλά το έργο του είναι να αποφασίζει στη βάση των, δικογραφικώς, λεγομένων τους, και ανάλογα με τη μαρτυρία που θα παρουσιαστεί, και θέλει να το πράττει απρόσκοπτα και ταχέως, και πιστεύει ότι μπορεί να το πράττει έτσι όταν η υπόθεση οδηγείται ενώπιον του δικογραφικά έτοιμη για το σκοπό αυτό. Όταν η υπόθεση οδηγείται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου για να διαγνώσει την ουσία της δικογραφημένης διαφοράς, οι πόρτες μπορούν, παρεμπιπτόντως, να ανοίξουν και για ζητήματα δικογράφων, υπό τύπον εξαίρεσης.

Advertisements

3 thoughts on “Η διαδικασία της τροποποίησης των δικογράφων υπό τη νέα Δ.25

  1. GiorgosH

    Εμείς αυτό που καταλάβαμε είναι ότι υπάρχουν διάφορες απόψεις για την νέα τροπολογία και ότι θα γραφτούν τόμοι νομολογίας μέχρι να ξεκαθαριστούν τα ζητήματα αυτά. Αυτό σημαίνει ότι κάποιοι που θα προσφύγουν στη δικαιοσύνη και θα παγιδευτούν με αυτές τις διαφωνίες σας, θα γεράσουν και θα περιμένουν τες υποθέσεις τους να εκδικαστούν. Όσο για τα αγγλικά που μας βάζεις στις παρενθέσεις μάθε ότι δεν μας ενδιαφέρουν, έχετε εγκλωβιστεί σε ένα σύστημα που δεν εκφράζει τους πολίτες (οι κοινωνικές συνθήκες έχουν αλλάξει από το 1960) και καταλάβετε το ότι δεν πήγαμε ούτε θα πάμε μπροστά ποτέ με τέτοια μυαλά. Καλά ξεμπερδέματα και αν δυσκολευτείτε ζητείστε βοήθεια από τους άγγλους φίλους σας που ακόμη εξαρτάστε από αυτούς και όχι μόνο στη λειτουργία του επαγγέλματος σας.

    1. Χ. Μίτλεττον

      Ευχαριστώ για το σχόλιο σας, και χαίρομαι που ενδιαφέρεστε για τη θεματολογία της σελίδας.

      Οι καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης είναι, όντως, πρόβλημα, για όλους μας, και ένα μερίδιο ευθύνης έχουν και οι δικηγόροι, που καταπιάνονται με τυπικά θέματα, παρελκύοντας την εξέταση της ουσία.

      Καλώς ή κακώς, δικαιϊκά, ανήκουμε στο κοινοδίκαιο, που είναι τμήμα του αγγλοσαξωνικού δικαίου, και καλώς ή κακώς, οι παραπομπές στην αγγλική νομολογία, πρακτική και ορολογία είναι, κατά κάποιο τρόπο, αναγκαστικές.

      Συμφωνώ μαζί σας ότι, μερικές φορές, ίσως τις περισσότερες, υιοθετούνται νόμοι και πρακτικές, που, ενδεχομένως, δεν εκφράζουν τους πολίτες αυτού του τόπου.

      Για να πάμε, δικαιϊκά, μπροστά, πιστεύω ότι θα πρέπει, αντίστοιχα με τη νομολογία (που και αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στο κοινοδίκαιο), να αναπτυχθεί και η επιστήμη, η θεωρία του δικαίου, στην Κύπρο. Έπειτα, να αναπτυχθεί, με τον καιρό, μια (δική μας) νομική ταυτότητα και κουλτούρα.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s