Οι διαδικασίες «ταχείας εκδίκασης» και «ακροαματικής εκδίκασης», κατά τη νέα Δ.30

Burocrazia-Faldoni4

Η νέα Δ.30, που θα ισχύει για τις αγωγές που καταχωρούνται από και μετά την 01/01/2015, επιχειρεί να διαχωρίσει τις υποθέσεις στις οποίες η χρηματική αξία της διαφοράς είναι μικρότερη από €3.000= από τις υποθέσεις στις οποίες αυτή υπερβαίνει τις €3.000=, καθιστώντας, το ύψος της χρηματικής αξίας της διαφοράς, σημείο, που καθορίζει τον τρόπο καταχώρησης και εκδίκασης της υπόθεσης.

Θα πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι, η πολυπλοκότητα ή η «σπουδαιότητα» μιας υπόθεσης δεν κρίνονται πάντα με γνώμονα την (χρηματική) αξία της διαφοράς, υπάρχουν υποθέσεις όπου αυτή είναι μικρή, αλλά θέτουν πολύπλοκα ζητήματα ή στις οποίες η μαρτυρία είναι αρκετά πιο σύνθετη από ότι σε άλλες υποθέσεις, στις οποίες η (χρηματική) αξία της διαφοράς είναι μεγάλη. Εκεί είναι που κρίνεται και το (οικονομικά) σύμφορο να υποστεί κανείς τη δικαστική διαδικασία.

Επίσης, πριν προχωρήσω με κάποια θεώρηση των διατάξεων αυτών, είναι μια παρατήρηση ότι, η δομή των διατάξεων του, κάπως εξαντλητικά και άτακτα διατυπωμένου, κειμένου της Δ.30, δεν βοηθά ιδιαίτερα τον αναγνώστη τους. Θα αρχίσω να γράφω για τις διαδικασίες αυτές με αναφορά στις ρυθμίσεις, που δεν ακολουθεί την ίδια σειρά.

Οι υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης»

Ο διαχωρισμός της υπόθεσης ως «μικροδιαφορά», με αποκλειστικό γνώμονα το ύψος της χρηματικής απαίτησης, γίνεται ήδη από την έκδοση και καταχώρηση του Κλητηρίου Εντάλματος.

Σύμφωνα με την Δ.30,Θ.6, στις υποθέσεις στις οποίες η αξία της χρηματικής διαφοράς δεν υπερβαίνει το ποσό των €3.000,00σεντ, εκδίδονται Κλητήρια Εντάλματα, τα οποία θα πρέπει να φέρουν ανάλογη ένδειξη. Δεν καθορίζεται το περιεχόμενο της ανάλογης ένδειξης, ενώ δεν διαμορφώνονται ανάλογα οι προβλεπόμενοι τύποι Κλητηρίων Ενταλμάτων.

Το Πρωτοκολλητείο θα καταχωρεί το εκδοθέν Κλητήριο Ένταλμα σε κατάλογο «Ταχείας Εκδίκασης». Όταν η υπόθεση θα οδηγηθεί ενώπιον Δικαστή, μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, στην πρώτη δικάσιμο για Οδηγίες, το Δικαστήριο επιλαμβάνεται του Τύπου 25 (Παράρτημα), και ορίζει την υπόθεση σε μια ημερομηνία για έκδοση Οδηγιών ως προς τη μαρτυρία (Δ.30,Θ.4).

Μέχρι εκείνη τη δικάσιμο για έκδοση Οδηγιών ως προς τη μαρτυρία, που είναι, μάλλον, η δεύτερη δικάσιμος για Οδηγίες, οι διάδικοι, θα πρέπει να είναι σε θέση να δηλώσουν και να δηλώνουν προς το Δικαστήριο:

(α) Τον αριθμό των μαρτύρων που προτίθενται να καλέσουν προς υποστήριξη της υπόθεσης τους,

(β) Το χρόνο που χρειάζεται για την ετοιμασία της μαρτυρίας, από κάθε διάδικο.

Το Δικαστήριο, στη βάση των δηλώσεων αυτών των διαδίκων, εκδίδει (όπως προκύπτει από τη διατύπωση του Κανονισμού, το Δικαστήριο εκδίδει υποχρεωτικά) Οδηγίες, όπως η μαρτυρία των διαδίκων να δοθεί εγγράφως (έγγραφη μαρτυρία) και οι διάδικοι να την ανταλλάξουν μεταξύ τους. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, μπορεί να εκδώσει («ήθελε εκδώσει») ειδικές οδηγίες, λαμβανομένων υπόψη τα δεδομένα της διαφοράς, και το βάρος απόδειξης, ως προς το διάδικο που θα καταχωρήσει πρώτος τη μαρτυρία του, διαφορετικά, αρχίζει πρώτος ο Ενάγων, ακολουθούμενος από τον Εναγόμενο ή τους Εναγόμενους και τον Τριτοδιάδικο, εάν υπάρχει, που καταθέτουν την ένορκη μαρτυρία τους, ο καθένας, εντός του χρόνου που ορίζει το Δικαστήριο.

Η έγγραφη μαρτυρία θα πρέπει:

  • Να λαμβάνει τη μορφή ένορκης δήλωσης,
  • Να αποτελεί την όλη μαρτυρία του μάρτυρα που την καταχωρεί,
  • Να συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς,
  • Να αναφέρει και φέρει, συνημμένα σε αυτήν, τα απαραίτητα τεκμήρια προς υποστήριξη των ισχυρισμών του μάρτυρα,
  • Να περιορίζεται στα σχετικά και ουσιώδη γεγονότα, αποφεύγοντας τις περιττολογίες (το Δικαστήριο μπορεί να καθορίσει, κατά την έναρξη της ακρόασης, ποια καταγραφόμενα, στη μαρτυρία, γεγονότα κρίνονται ως άσχετα, αλλά και να καταδικάσει τον διάδικο που τα ισχυρίζεται σε έξοδα.

Η ακρόαση των υποθέσεων «ταχείας εκδίκασης» γίνεται, υποχρεωτικά, στη βάση των κατατεθειμένων ενόρκων μαρτυριών, εκτός εάν το Δικαστήριο επιτρέψει, κατ’ εξαίρεση, την εισαγωγή «προφορικής μαρτυρίας». Αυτό σημαίνει ότι η διαδικασία της αντεξέτασης, στις υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης» κατ’αρχήν είναι, κατά κανόνα, απούσα, εκτός εάν το Δικαστήριο την επιτρέψει κατ’εξαίρεση, κατόπιν γραπτού αιτήματος.

Η «προφορική μαρτυρία» φαίνεται ότι, περιλαμβάνει την προφορική εξέταση ή την ανεξέταση μάρτυρα που ήδη καταχώρησε την έγγραφη μαρτυρία του, αλλά και την προσκόμιση πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας προσώπου που δεν καταχώρησε έγγραφη μαρτυρία. Βέβαια, οι όροι «προφορική μαρτυρία» και «προφορική εξέταση», θα έπρεπε, ίσως, να χρησιμοποιούνται με πιο σταθερά διακριτό τρόπο, ενώ συναντούμε, στην Δ.30,Θ.7(δ) και τον γενικότερο όρο «προφορική παρουσίαση». Με την ίδια ορολογική αστάθεια χρησιμοποιούνται και οι όροι «αίτηση» ή «αίτημα», παρόλο που η αίτηση είθισται να εννοείται η έγγραφη αίτηση, εν προκειμένω δε νομίζω να διαφοροποιείται από το «αίτημα», πέραν από το ότι το «αίτημα» θα μπορούσε να νοηθεί ότι περιλαμβάνει, συνολικά, τη γραπτή αίτηση μαζί με τυχόν μαρτυρία που την υποστηρίζει, τη συνολική υπόθεση που ενεργοποιείται, δια της αίτησης. Ένα παράδειγμα ορολογιακής αστάθειας, που δυνατόν να οδηγήσει σε παρερμηνεία, υπάρχει στην Δ.30,Θ.7(δ), οπου αναφέρεται ότι, στην αίτηση που υποβάλλει ο διάδικος για επίτρεψη προφορικής μαρτυρίας, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να καθορίζεται ο χρόνος που απαιτείται για τη διενέργεια της «προφορικής εξέτασης», ενώ η δυνατότητα υποβολής αίτησης αφορά και σε αντεξέταση. Εάν καταχωρηθεί μια αίτηση για επίτρεψη αντεξέτασης και δεν προσδιορίζει το χρόνο που απαιτείται για τη διενέργεια της αντεξέτασης, θα υπάρχει θεσμική παρατυπία;

Το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει προφορική εξέταση ή αντεξέταση μάρτυρα που ήδη καταχώρησε την ένορκη μαρτυρία του:

(α) Αυτεπάγγελτα, δυνάμει της Δ.30,Θ.7(α), ή

(β) Κατόπιν γραπτής αίτησης του ενδιαφερόμενου διαδίκου, δυνάμει των Δ.30,Θ.7(β)(δ)(ε), η οποία καταχωρείται τουλάχιστον 1 μήνα πριν την ημερομηνία που είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, ασκείται δια κλήσεως (με ειδοποίηση προς τους υπόλοιπους διαδίκους), και, με αυτήν, ο ενδιαφερόμενος διάδικος αξιώνει άδεια και / ή διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να επιτρέπεται η προφορική εξέταση του Χ μάρτυρα της δικής του πλευράς, που ήδη κατέθεσε έγγραφη μαρτυρία, αναφορικά με συγκεκριμένο σημείο της έγγραφης μαρτυρίας του, ή αντεξέταση του Χ μάρτυρα της αντίδικης πλευράς, που ήδη κατέθεσε έγγραφη μαρτυρία, αναφορικά με συγκεκριμένο σημείο της έγγραφης μαρτυρίας του. Περαιτέρω, στην αίτηση, που θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, θα πρέπει να καθορίζεται ο λόγος και η αναγκαιότητα της προφορικής μαρτυρίας, και ο χρόνος που απαιτείται για να διενεργηθεί αυτή (με την επιφύλαξη των πιο πάνω σημειώσεων). Βέβαια, με τη διατύπωση της Δ.30,Θ.7(β), μπορεί να συνάγεται ότι, ένας διάδικος μπορεί να αιτείται και για προφορική εξέταση μάρτυρα της άλλης πλευράς, κάτι που δε νοείται.

Το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την προσκόμιση πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας, προσώπου που δεν κατονομάστηκε ως μάρτυρας και δεν καταχώρησε έγγραφη μαρτυρία, κατόπιν γραπτής αίτησης, που υποβάλλεται στη βάση της Δ.30,Θ.7(γ)(δ), τουλάχιστον 1 μήνα πριν την ημερομηνία που η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση, ασκείται δια κλήσεως (με ειδοποίηση προς τους υπόλοιπους διαδίκους), και, με αυτήν, ο ενδιαφερόμενος διάδικος αξιώνει άδεια και / ή διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να επιτρέπεται η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας του Χ προσώπου, που δεν κατέθεσε έγγραφη μαρτυρία, και που ως εκ της ιδιότητας του ή του αντικειμένου της μαρτυρίας του, δεν ήταν δυνατόν να κατονομάσει προηγουμένως ή να καταχωρηθεί εγγράφως η μαρτυρία του. Περαιτέρω, στην αίτηση, που θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, θα πρέπει να καθορίζεται ο λόγος και η αναγκαιότητα της προφορικής μαρτυρίας, και ο χρόνος που απαιτείται για να διενεργηθεί αυτή.

Η αίτηση για προφορική μαρτυρία, στις πιο πάνω περιπτώσεις, ορίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου, σε χρόνο που το ίδιο ήθελε καθορίσει, και το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους, αποφασίζει αυθημερόν, με συνοπτική αιτιολογία, και δύναται να εκδώσει διάταγμα (υποθέτω ότι η Δ.30,Θ.7(ε) θα έπρεπε να αναφέρει ότι το Δικαστήριο «δύναται να εκδώσει» διάταγμα, αντί «εκδίδει», προς αποφυγή της ερμηνείας ότι το Δικαστήριο πάντα εκδίδει διάταγμα, και προς καλύτερη απόδοση της αναφοράς στην ανάλογη άσκηση διακριτικής ευχέρειας) προφορικής μαρτυρίας. Βέβαια, η Δ.30,Θ.7(ε) αναφέρεται σε διάταγμα προφορικής παρουσίασης διαδίκου ή μάρτυρα για σκοπούς διευκρίνισης της μαρτυρίας του, ουσιαστικά όμως, πρόκειται για (α) διάταγμα προφορικής εξέτασης, (β) διάταγμα αντεξέτασης, ή (γ) διάταγμα προσκόμισης πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας, εφόσον οι αιτήσεις που δύναται να υποβληθούν αφορούν σε αυτά τα ζητήματα, ενώ η «διευκρίνιση της μαρτυρίας» είναι περισσότερο συναφής ανάγκη της επανεξέτασης, που φαίνεται ότι δεν προνοείται ρητά ότι μπορεί να περιλαμβάνεται σε αίτημα για προφορική εξέταση. Ο χρόνος που καθορίζεται για προφορική μαρτυρία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 30 λεπτά, ενώ μπορεί να επεκταθεί κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, εάν αυτό κρίνει το Δικαστήριο.

Το Δικαστήριο αφού ακούσει την προσκομισθείσα (έγγραφη ή προφορική) μαρτυρία των διαδίκων, ορίζει την υπόθεση για αγορεύσεις, προφορικές ή γραπτές, κατά την κρίση του. Η Δ.30,Θ.6 διατυπώνει ότι το Δικαστήριο, εκτός και εάν επιτρέψει την προφορική μαρτυρία, ορίζει την υπόθεση για αγορεύσεις. Νοείται ότι, η διατυπωμένη εξαίρεση, δεν έχει το νόημα ότι όταν  το Δικαστήριο επιτρέψει την προφορική μαρτυρία δεν ορίζει την υπόθεση για αγορεύσεις, αφού ακούσει τη μαρτυρία των διαδίκων. Η Δ.30,Θ.6 διατυπώνει την εξαίρεση περισσότερο περιγράφοντας τη ροή του χρόνου της ταχείας εκδίκασης, ότι κατατίθενται οι έγγραφες μαρτυρίες και αγορεύουν τα μέρη, εκτός εάν υπάρξει προφορική μαρτυρία (οπότε, το πράττουν μετά την παρουσίαση της προφορικής μαρτυρίας).

Οι υποθέσεις «ακροαματικής εκδίκασης»

Σύμφωνα με την Δ.30,Θ.8(α), στις υποθέσεις στις οποίες η αξία της χρηματικής διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των €3.000,00σεντ, εκδίδονται Κλητήρια Εντάλματα, τα οποία θα πρέπει να φέρουν ανάλογη ένδειξη. Δεν καθορίζεται το περιεχόμενο της ανάλογης ένδειξης.

Το Πρωτοκολλητείο θα καταχωρεί το εκδοθέν Κλητήριο Ένταλμα σε κατάλογο «ακροαματικής εκδίκασης».

Όταν η υπόθεση οριστεί για έκδοση Οδηγιών ως προς τη μαρτυρία (Δ.30,Θ.4), οι διάδικοι υποχρεούνται να καταχωρήσουν ονομαστικό κατάλογο των προσώπων που θα δώσουν μαρτυρία, μαζί με σύνοψη της μαρτυρίας τους.

Κατά τη δικάσιμο για Οδηγίες ως προς τη μαρτυρία, το Δικαστήριο εκδίδει Οδηγίες, σχετικά με την πορεία και εκδίκαση της υπόθεσης. Οι Οδηγίες αυτές εκδίδονται με βάση τους δηλωμένους μάρτυρες κάθε πλευράς. Οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν και το Δικαστήριο να εκδώσει σχετικές Οδηγίες, ώστε να ακολουθηθεί ανάλογα η διαδικασία ανταλλαγής της έγγραφης μαρτυρίας, όπως προνοείται για τις υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης», οπότε εφαρμόζονται ανάλογα τα πιο πάνω. Βέβαια, η Δ.30,Θ.5παρ.4 εξαρτά την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας, από την συμφωνία των διαδίκων, αφήνοντας να νοηθεί ότι μπορεί οι διάδικοι να μην επιθυμούν να ανταλλάξουν εγγράφως τη μαρτυρία τους. Από την άλλη όμως, η Δ.30,Θ.8(α) αναφέρεται σε «έγγραφη μαρτυρία», και η Δ.30,Θ.8(γ) περιορίζει το χρόνο για την κυρίως εξέταση στα 15 λεπτά, θεωρώντας δεδομένο ότι τέτοια έγγραφη μαρτυρία υπάρχει. Φαίνεται ότι, η διαδικασία της ανταλλαγής εγγράφως της μαρτυρίας (που γίνεται υποχρεωτικά για τις υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης» και δυνητικά για τις υποθέσεις «ακροαματικής εκδίκασης») δεν σχετίζεται επακριβώς (ή σαφώς) με τη δυνατότητα κατάθεσης μάρτυρος δια γραπτής δήλωσης μάρτυρος, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, που επιτρέπει πλέον το δίκαιο της απόδειξης. Είναι μια διαδικασία που η ακρόαση διεξάγεται σε επίπεδο γραπτώς υποβαλλόμενων ισχυρισμών, δια ενόρκων δηλώσεων (Δ.39), από μέρους των διαδίκων για τα γεγονότα, οπότε ο ενόρκως δηλών, δεν θα χρειάζεται να εμφανιστεί, κατ’αρχήν, κατά τη δικάσιμο, αλλά μπορεί να ζητηθεί αυτός να είναι παρών για μαρτυρία ή για διευκρίνιση της μαρτυρίας του. Βέβαια, για την εκδίκαση των υποθέσεων «ακροαματικής εκδίκασης» χρήζει διευκρίνισης το σήμειο, σε συνάρτηση με την αναφορά της Δ.30,Θ.8(α) σε «έγγραφη μαρτυρία» και της Δ.30,Θ.8(γ) σε χρόνο κυρίως εξέτασης 15 λεπτά, ενώ η χρήση ένορκης κατάθεσης (δήλωσης) ή γραπτής δήλωσης μάρτυρος δεν προβλέπεται, κατ’αρχήν, ως υποχρεωτική. Κατά το στάδιο των Οδηγιών, το Δικαστήριο καθορίζει, παράλληλα, το χρόνο εξέτασης, αντεξέτασης και επανεξέτασης. Οι ρυθμίσεις της Δ.30, φαίνεται ότι δεν βλάπτουν τις ρυθμίσεις της Δ.33 που αφορούν στη διαδικασία κατά την ακρόαση, της Δ.36, που αφορούν στη μαρτυρία γενικά και της Δ.38 που αφορούν στη μαρτυρία κατά τη δίκη, παρόλο που το ιδανικό θα ήταν, το κεφάλαιο της ακροαματικής διαδικασίας και της μαρτυρίας γενικά και κατά τη δική, να ρυθμίζεται κάπως πιο συγκεντρωμένα.

Σύμφωνα με την Δ.30,Θ.8(α), το Δικαστήριο εκδικάζει την υπόθεση με βάση την έγγραφη μαρτυρία που έχει κατατεθεί ενώπιον του, ενώ επιτρέπεται η προφορική εξέταση, αντεξέταση και επανεξέταση, στους χρόνους και στις ημερομηνίες που ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο, κατά το στάδιο των Οδηγιών, λαμβάνοντας υπόψη τις παραστάσεις των διαδίκων, την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τα επίδικα θέματα και τον κατάλογο μαρτύρων της κάθε πλευράς. Η χρήση του όρου «παραμένοντα» επίδικα θέματα, στην Δ.30,Θ.8(β), αφήνει να νοηθεί ότι ένας από τους σκοπούς αυτής της προακροαματικής διαδικασίας είναι και ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων. Ενώ η Δ.30,Θ.8(β) αναφέρεται στο στάδιο των Οδηγιών, αναφέρει ότι μπορεί να ζητηθεί και η παρουσία, στο Δικαστήριο, των κατονομαζόμενων μαρτύρων «για σκοπούς μαρτυρίας» ή διευκρίνισης της μαρτυρίας τους, αφήνοντας να νοηθεί ότι αυτό μπορεί να συμβεί και στο στάδιο των Οδηγιών, ώστε όταν η υπόθεση οδηγηθεί τελικά για ακρόαση, να είναι έτοιμη γι’αυτό. Ενώ η Δ.30,Θ.8(α) επιτρέπει γενικά την προφορική εξέταση, αντεξέταση και επανεξέταση, η Δ.30,Θ.8(γ) περιορίζει τους χρόνους εντός των οποίων δύναται να διενεργηθεί κυρίως εξέταση (15 λεπτά), αντεξέταση (μέχρι 60 λεπτά) ή επανεξέταση (μέχρι 10 λεπτά), καθιστώντας δεδομένο ότι η κυρίως εξέταση γίνεται πάντα, τουλάχιστον ως προς το μεγαλύτερο μέρος της, δια γραπτής δήλωσης, επομένως, τα 15 λεπτά πρόσθετης προφορικής εξέτασης θα επαρκούν. Ενώ η Δ.30,Θ.8(γ) επιχειρεί να εισάγει περιορισμούς ως προς το χρόνο κυρίως εξέτασης, αντεξέτασης και επανεξέτασης, η Δ.30,Θ.8(δ) δίνει ξανά τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να παρατείνει τους χρόνους αυτούς, τηρώντας όμως τις χρονικές αναλογίες μεταξύ κυρίως εξέτασης, αντεξέτασης, επανεξέτασης.

Παρά το ότι, στο στάδιο των Οδηγιών, φαίνεται να πιέζει κάπως ασφυκτικά η ανάγκη προηγούμενης δήλωσης, ονομαστικά, των μαρτύρων που θα χρησιμοποιήσει κάθε διάδικη πλευρά (ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου διάδικος είναι ένας μεγάλος οργανισμός, που μπορεί να εκπροσωπείται από διαφορετικά φυσικά πρόσωπα, και, αντίστοιχα, η δικογράφηση της άλλης πλευράς είναι γενική, για να δώσει ενδείξεις της ανάγκης να εστιαστεί η μαρτυρία κάπου πιο εξειδικευμένα), σε στάδιο ακρόασης πλέον, κάθε διάδικη πλευρά μπορεί, πριν κλείσει την υπόθεσή της, να υποβάλει προφορικό αίτημα για προσκόμιση πρόσθετης μαρτυρίας, που εγκρίνεται, εάν υπάρχει καλός λόγος.

Πέρα από τις πιο πάνω Οδηγίες, σχετικά με το χρόνο ακρόασης, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει ειδικές οδηγίες, με γνώμονα την ταχύτερη εκδίκαση της υπόθεσης, τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων, τη διάσωση ή το μετριασμό των εξόδων, και την εν γένει διαχείριση της υπόθεσης ανάλογα με το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς, τη σπουδαιότητα της υπόθεσης, και το περίπλοκο των πραγματικών και νομικών ζητημάτων.

Παρά το ότι δεν θεωρώ ότι οι διαδικασίες της ταχείας εκδίκασης και της ακροαματικής διαδικασίας ρυθμίζονται με τον μέγιστα ικανοποιητικό τρόπο, για τους διάφορους λόγους που έχουν εκτεθεί, ουσιαστικά, η νέα Δ.30, επιχειρεί κάτι πολύ σημαντικό, να δώσει στο Δικαστήριο περισσότερες εξουσίες και καθήκοντα διαχείρισης των υποθέσεων (judicial case management), άνοιγμα απαραίτητο για τον εκσυγχρονισμό του συστήματος απονομής αστικής δικαιοσύνης, η αφαίρεση από τους διαδίκους της δυνατότητας να διαχειρίζονται οι ίδιοι το δικαστικό χρόνο και να τον παρελκύουν, κατά το δοκούν. Βέβαια, ανάλογες πινελιές θα πρέπει να εισχωρήσουν στο σύνολο των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που σήμερα, και εκ του αποτελέσματος, μοιάζουν με ένα συνονθύλευμα ρυθμίσεων, στην αγγλική γλώσσα, στην ελληνική γλώσσα, με παλαιές τάσεις, με σύγχρονες τάσεις, με καλή δομή, με κακή δομή, που κάθε άλλο παρά διευκολύνουν τη δικονομία στην πράξη. Περαιτέρω, η μετάβαση μας σε ένα σύστημα ορθής διαχείρισης των υποθέσεων, χρειάζεται περισσότερη τεχνική λεπτομέρεια, που ίσως να προκύψει μετά από την πρώτη πρακτική δοκιμασία, μπορεί όμως και να μην προκύψει, γιατί θα πρέπει να προηγηθεί κάποια βασική καλλιέργεια. Αυτά, χωρίς να διαφοροποιώ τη θέση μου, σε σχέση με τους περιορισμούς που έχουν τεθεί με τη Δ.30 για την καταχώρηση νέας αγωγής μετά την (αυτόματη) απόρριψη της πρώτης αγωγής λόγω παράλειψης έκδοσης Κλήσης για Οδηγίες, που πιστεύω ότι υπερβαίνουν, στην έκτασή τους, ούτως ή άλλως, οποιοδήποτε καθήκον, οποιαδήποτε εξουσία, ή και κάθε ωφέλιμο στόχο.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s