Η δυνατότητα του Κυπριακού Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινό διάταγμα για παγοποίηση ακινήτου που βρίσκεται σε άλλο κράτος, και τα διατάγματα τύπου Mareva

'You're the lawyer who didn't know what a Mareva Injunction was.'

Η πρώτη σκέψη που μπορεί να κάνει κάποιος, διαβάζοντας τον τίτλο, είναι αρνητική, γιατί παρασυρόμαστε, ίσως, με ό,τι σχετίζεται με τη δωσιδικία του ακινήτου. Καμία σχέση, όμως.

Η δυνατότητα έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος προβλέπεται, κατ’αρχήν, στη νομοθεσία, στους περί Δικαστηρίων Νόμους του 1960 έως (Αρ.3) 1998, Ν.14/60, στο άρθρο 32(1), εάν πληρούνται, σωρευτικά, οι προϋποθέσεις, που θέτει το άρθρο αυτό:

1. Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση,

2. Να υπάρχει πιθανότητα, ο διάδικος που αιτείται, να δικαιούται σε θεραπεία,

3. Εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο παρεμπίπτον διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.

Το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, προνοεί για την έκδοση προσωρινού διατάγματος περιοριστικό των συναλλαγών σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία όπως π.χ. μεταβίβαση , διαθήκη , υποθήκευση, επιβάρυνση, και οι προϋποθέσεις που θέτει είναι οι εξής:

1. Ύπαρξη εκκρεμοδικίας για χρέος ή αποζημίωση,

2. Ύπαρξη καλής βάσης αγωγής,

3. Με την πώληση ή μεταβίβαση πιθανόν να εμποδιστεί ο αιτητής στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης.

Το άρθρο 5 του Κεφ.6 εξετάζεται σε συνάρτηση με το άρθρο 32(1) του Ν.14/60. Για να αποδοθεί, κατ’ εξαίρεση, εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει την αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματους μονομερώς, θα πρέπει να συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος[1]. Υπάρχει πλούσια νομολογία σε σχέση με τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, και την έκδοση τους μονομερώς, δεν θα αναλύσω επί αυτού.

Σε σχέση με τις προαναφερόμενες νομοθετικές δυνατότητες, ο νόμος, δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει ενδιάμεσα, απαγορευτικά ή προστακτικά διατάγματα, όταν κρίνεται “δίκαιο” και “πρόσφορο”, και νοουμένου ότι πληρούνται οι λοιπές τιθέμενες προϋποθέσεις, χωρίς να θέτει οποιουσδήποτε (περαιτέρω) περιορισμούς. Οπότε, κατ’αρχήν, δεν απαγορεύεται νομοθετικά η έκδοση διαταγμάτων όταν οι καθ’ων βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας[2], ή και αναφορικά με περιουσία που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας (είτε αυτή είναι κράτος-μέλος της ΕΕ, είτε όχι). Γιατί, όμως, να επιτρέπεται; Θα εξηγήσω κάπου στη συνέχεια.

Περίπου, αλλά όχι απόλυτα, οι ίδιες νομικές διατάξεις και αρχές, που ισχύουν για τα νομοθετικά προβλεπόμενα διατάγματα (statutory injunctions)[3], χρησιμοποιούνται και για την έκδοση παγοποιόντων διαταγμάτων (freezing injunctions) τύπου Mareva[4]. Τα διατάγματα τύπου Mareva είναι δημιούργημα του «σύγχρονου» δικαίου της επιείκειας[5] ή απλά ένα σπουδαίο δικαστικό εργαλείο, προς αποτροπή του φαινομένου της κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών[6]. Παρόλο που τα διατάγματα τύπου Mareva, ιστορικά, άρχισαν να εκδίδονται από τα Δικαστήρια για να εμποδίζεται η μεταφορά, στο εξωτερικό, περιουσίας, που βρίσκεται, ήδη, εντός της δικαιοδοσίας, οι αρχές για την έκδοση και εφαρμογή διατάγματος τύπου Mareva, σταδιακά, επεκτάθηκαν, ώστε, μεταξύ άλλων, να αφορούν και σε απαγόρευση διαδίκου να προβαίνει σε πράξεις, σχετικά με περιουσία του, που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. Άλλως πώς, το γεγονός ότι η περιουσία δεν βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας, δεν εμποδίζει την έκδοση του διατάγματος Mareva, περιπτώσεις στις οποίες γίνεται λόγος για Worldwide Mareva ή πιο εκσυγχρονισμένα, για Worldwide Freezing Orders («WFO»), δηλαδή, διατάγματα Mareva, παγοποιόντα διατάγματα παγκόσμιας εμβέλειας[7].

Σε γενικές γραμμές, η κύρια επιδίωξη του διατάγματος τύπου Mareva ή WFO[8] είναι η παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων προσώπου που είναι διάδικος σε δικαστική διαδικασία, για τη διασφάλιση της ικανοποίησης ή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, η οποία ενδέχεται να εκδοθεί ή εκδόθηκε υπέρ του αιτητή, που άλλως πώς, διαφαίνεται ότι, χωρίς τέτοιο διάταγμα, θα παραμείνει ανικανοποίηση. Τα διατάγματα Mareva έχουν ένα περιορισμένο, αλλά πολύ σημαντικό σκοπό: Να αποτρέψουν τον καθ’ου το διάταγμα από το να “εξαφανίσει” τα περιουσιακά στοιχεία του, με σκοπό να καταστήσει ανέφικτη την ικανοποίηση ή εκτέλεση μιας προσδοκώμενης δικαστικής απόφασης. Όπου στην έννοια της “εξαφάνισης” μπορεί περιλαμβάνεται η αποξένωση, η απομείωση (σε συνάρτηση με το ύψος του χρέους σε συγκεκριμένη περίπτωση), δια της επιβάρυνσης ή άλλως πως, και άλλες ενέργειες, που καταλήγουν, πάντως, ή μπορούν να καταλήξουν σε αφαίρεση της δυνατότητας ικανοποίησης ή εκτέλεσης μιας προσδοκώμενης δικαστικής απόφασης. Οι τρόποι “εξαφάνισης”, μερικές φορές, μπορούν να είναι ιδιαίτερα καινοφανείς ή πολύπλοκοι[9].

Ειδικότερα, τα κριτήρια έκδοσης του Mareva, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, είναι τα εξής:

1. Ο αιτητής, είναι πολύ πιθανόν, να δικαιούται σε δικαστική απόφαση εναντίον του καθ’ου η αίτηση, για ορισμένο ή οριστό πράγμα ή χρηματικό ποσό, και

2. Υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι, ο καθ’ου η αίτηση, έχει περιουσία για να ανταποκριθεί στην ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, εν όλω ή εν μέρει, η οποία όμως δεν θα υπάρχει ή δεν θα μπορεί να εντοπιστεί, όταν εκδοθεί η, εναντίον του καθ’ου η αίτηση, δικαστική απόφαση, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα[10], ή

3. Σε περίπτωση που έχει ήδη εκδοθεί η δικαστική απόφαση, υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο καθ’ου η αίτηση θα αποξενωθεί την περιουσία του, προκειμένου να αποφύγει την εκτέλεσή της[11].

Στην αγγλική πρακτική και νομολογία καθιερώθηκαν συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές, σε σχέση με την υποβολή αιτήματος για έκδοση ενός “freezing injunction”[12], που φαίνεται να έχουν παγιωθεί[13].

Ένας καλός λόγος για να εκδοθεί ένα διάταγμα τύπου WFO θα ήταν να μην υπάρχει επαρκής περιουσία εντός δικαιοδοσίας[14]. Ο κίνδυνος σε σχέση με την αποξένωση ή απομείωση της περιουσίας θα πρέπει να είναι πραγματικός, να διαφαίνεται μέσα από συγκεκριμένες κινήσεις και συμπεριφορά του καθ’ου η αίτηση, παρά να αιωρείται, ως υποκειμενικό συναίσθημα. Στην Gorbunova v Berezovsky and others [2013] All ER (D) 179 (Jan), το διάταγμα περιορίστηκε σε εκείνη την περιουσία που ήταν υπό τέτοιο κίνδυνο, περιλαμβανομένης και ακίνητης περιουσίας στη Γαλλία. Ο σκοπός του καθ’ου η αίτηση, να θέσει συγκεκριμένη περιουσία εκτός της διάθεσης του Δικαστηρίου, θα πρέπει, επίσης, να είναι εμφανής, να υποστηρίζεται από κάποια εκδηλωμένη συμπεριφορά, αλλά και από κάποια ορατή ικανότητα. Το ύψος των ποσών, στα οποία αφορά η υπόθεση, δεν είναι άσχετος παράγοντας[15]. Όταν υπάρχει στέρεη μαρτυρία (solid evidence) ότι ο καθ’ου η αίτηση ενήργησε ανέντιμα, η ανάγκη απόδειξης της πρόθεσης εξαφάνισης της περιουσίας υπαναχωρεί.

Ως προς τον τύπο και το περιεχόμενο του διατάγματος, υπάρχουν, επίσης, κατευθυντήριες γραμμές. Σε ένα γενικό διάταγμα τύπου Mareva, που αφορά σε κάθε κινητή ή ακίνητη περιουσία, είναι αναμενόμενο να εξαιρούνται τα έξοδα που είναι απαραίτητα για συναλλαγές που είναι συνήθεις για τη διαβίωση και την εργασία του καθ’ου η αίτηση ή, ενδεχομένως, για τη νομική του υπεράσπιση[16], και, σε περίπτωση που η περιουσία υπερβαίνει το χρέος, να ορίζεται μέγιστο ποσό, μέχρι το οποίο ισχύει η απαγόρευση[17].

Τα διατάγματα Mareva, όπως εξάλλου και όλα τα προσωρινής φύσης διατάγματα, δεν δημιουργούν κάποια πρώιμη εξασφάλιση, δηλαδή, δεν καθιστούν τον αιτητή τους, πριν την έκδοση κάποιας δικαστικής απόφασης, εξασφαλισμένο πιστωτή, ούτε είναι και μοχλός πίεσης προκειμένου οι Εναγόμενοι να δεχθούν τελική απόφαση, εάν τέτοια δεν υπάρχει[18]. Με άλλα λόγια, δεν είναι αυτοσκοπός. Σύμφωνα με μία αυστηρότερη προσέγγιση, δεν σκοπούν καν πρώτιστα στην διασφάλιση της ικανοποίησης τυχόν εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, αλλά στην πρόληψη τυχόν κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, δια της μεθόδευσης ματαίωσης ή αποτυχίας εκτέλεσης της προσδοκώμενης δικαστικής απόφασης, και προϋποθέτουν να διαφαίνεται κάπου τέτοιος σκοπός από μέρους του καθ’ου η αίτηση. Οι σκοποί του διατάγματος αυτού συζητήθηκαν, ικανοποιητικά, στην Polly Peck International Plc v. Nadir [1992] 4 All ER 769[19], και περαιτέρω στην πρόσφατη Group Seven Ltd v. Allied Investment Corporation Ltd [2013] EWHC 1509 (Ch)[20].

Συχνά, ένα διάταγμα Mareva (ή WFO) συνδυάζεται με υποβοηθητικό ή υποστηρικτικό διάταγμα έρευνας και ένορκης αποκάλυψης περιουσίας, που σκοπεύει στο να καταστήσει αποτελεσματική τη λειτουργία του Mareva[21] ή με άλλα διατάγματα[22]. Αυτό γιατί, συνήθως, τα διατάγματα Mareva, αναφέρονται γενικά σε κινητή και ακίνητη[23] περιουσία μέχρι συγκεκριμένου ποσού, που μπορούν να περιλαμβάνουν συγκεκριμένη γνωστή περιουσία (π.χ. ένα ακίνητο), αλλά να μην εξαντλούνται σε αυτήν, παρά αναφέρονται στοχευμένα σε συγκεκριμένη περιουσία, χωρίς να σημαίνει ότι ένα διάταγμα που αναφέρεται σε συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία δεν μπορεί να είναι και διάταγμα τύπου Mareva. Η διαφορετικότητα, πλέον, στην σύγχρονη πράξη και θεωρία του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, είναι ισχνή[24] ή μπορεί να περιορίζεται στη μορφή διατύπωσης των αιτούμενων διαταγμάτων. ‘Επειτα, ένας καλός λόγος έκδοσης κι ενός υποστηρικτικού διατάγματος έρευνας, είναι γιατί ο πιστωτής, πολλές φορές, μπορεί να μην γνωρίζει την κινητή ή ακίνητη περιουσία που κατέχει ο Εναγόμενος, εντός και εκτός δικαιοδοσίας. Όταν τα διατάγματα αυτά χρησιμοποιούνται για πάγωμα τραπεζικών λογαριασμών επιχειρήσεων, μπορούν να προκαλέσουν τόση ζημιά, που ο Lord Donaldson τα χαρακτήρισε ως τα “πυρηνικά όπλα” του δικαίου[25].

Σε συνέχεια με ό,τι αναφέρθηκε πιο πάνω, ως προς τις μορφές ενός διατάγματος Mareva, αυτό μπορεί να είναι:

(α) Περιορισμένο στο ύψος της απαίτησης (maximum sum orders), που είναι το πιο συνηθισμένο, ή

(β) Περιορισμένο σε συγκεκριμένο αντικείμενο, η αξία του οποίου μπορεί να είναι ίση ή και μεγαλύτερη από το χρέος, χωρίς να αποκλείεται να είναι μικρότερη, ή

(γ) Απεριόριστα, σε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία, που κατ’εξαίρεση μπορούν να εκδοθούν.

Συχνά, στις αιτήσεις προτιμάται ένας συνδυασμός διαταγμάτων Mareva, αρχικά, ως προς το συγκεκριμένο γνωστό αντικείμενο, έπειτα, γενικά, ως προς το σύνολο της περιουσίας, μέχρι ένα συγκεκριμένο ποσό. Είναι σπανιότερες οι περιπτώσεις στις οποίες ζητείται δέσμευση του συνόλου της περιουσίας ενός διαδίκου, χωρίς κάποιο περιορισμό.

Στην Κυπριακή νομολογία, η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος Mareva, εισήχθηκε, αναλόγως, χρονικά νωρίς, σε σχέση με την αντίστοιχη διαμόρφωση της νομολογίας στο αγγλικό δίκαιο, Ειδικότερα, η Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines Ltd and Others (1976) 1 C.L.R. 302[26] ήταν αυτή που επέτρεψε την είσοδο, η οποία αφορούσε το κλασικό αρχικό σχήμα του διατάγματος τύπου Mareva, τη δέσμευση τραπεζικού λογαριασμού (μη αντικειμένου της αγωγής) εντός της δικαιοδοσίας, και η οποία ερμήνευσε τις προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος Mareva με βάση το άρθρο 32(1) του Ν.14/60, λίγο πολύ, θέτοντας ότι, η δογματική βάση ενός διατάγματος Mareva στην Κύπρο είναι αυτή, η νομοθετική. Στη Nemitsas  κρίθηκε ότι, τυχόν απόσυρση του ποσού ή μετακίνηση του εκτός Κύπρου θα είχε σαν συνέπεια να μην μπορούν οι Ενάγοντες να το ανακτήσουν και θα υπόκειντο μεγάλη αδικία την οποία το δικαστήριο όφειλε να είχε αποτρέψει. Ωστόσο, η Nemitsas, εισάγοντας τα διατάγματα Mareva, εγκλωβισμένα στην εμβέλεια του άρθρου 32(1) Ν.14/60, άφησε να κυριαρχήσει, στο Κυπριακό δίκαιο, μια εγκράτεια, που κατέστη, σχεδόν, διαχρονική, εάν ανατρέξει κανείς στις μετέπειτα υποθέσεις. Έπειτα, έχω την εντύπωση ότι, η αφετηρία της δικαιολόγησης της εισαγωγής των διαταγμάτων Mareva στην Κύπρο, προσπαθώντας να είναι εγκρατής, ήταν και λανθασμένη, σε κάποια σημεία. Ένα διάταγμα Mareva δεν ορίζεται σαν ένα σύνηθες προσωρινό διάταγμα (όπως το ξέραμε μέχρι την Nemitsas), όταν αφορά σε αντικείμενο που δεν είναι αντικείμενο της αγωγής. Άλλως πώς, το εάν η περιουσία είναι ή δεν είναι αντικείμενο της αγωγής δεν είναι αυτό το προσδιοριστικό, ούτε του είδους, ούτε της εμβέλειας, αλλά ούτε και της φιλοσοφίας του διατάγματος Mareva. Από την άλλη, η δικαιοπλαστική ικανότητα των δικαστηρίων, δια τόσο εξαιρετικών δικονομικών εργαλείων, όσο τα Mareva, μπορεί να μην φτάνει και ως εκείνο το σημείο που θα καταργεί ή θα αποδυναμώνει, από τη μια στιγμή στην άλλη, το νομοθετημένο δίκαιο.

Σειρά υποθέσεων ναυτοδικείου, που ακολούθησαν, οπως η Cyprian Seaways Agencies Ltd v. Chaldeos Shipping Co Ltd and another, (1977) 1 C.L.R. 165, η London and Overseas (Sugar) Co. and another v. Tempest Bay Shipping Co Ltd, (1978) 1 C.L.R. 367, η Constantinidis v. Makriyiorghou (1978), 1 C.L.R. 585, η Essex Overseas Trade Services Ltd v. The Legent Shipping Co Ltd, and others, (1981) 1 C.L.R. 263[27], η Mario Botteghi v. Bolt Head Navigation Company Ltd, (1985) 1 C.L.R. 114, η Camrex (Realisations) Ltd v. Freewind Sheeping Company Ltd, (1986) 1 Α.Α.Δ. 420, η Compania Portuguessa de Transportes v. Sponsalia Shipping Company Ltd, (1987) 1 C.L.R. 11, η Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd, (1987) 1 C.L.R. 583[28], και η Sunoil Bunkering Limited v. Jaouhar Maritime Transport Co. Ltd (1987) 1 C.L.R. 627), ερμηνεύοντας την παλαιά αγγλική νομολογία και το άρθρο 32(1) του Ν.14/60, έκριναν ότι δεν θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα Mareva για περιουσία που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας.

Προς τα τέλη του 1988, ενώ η αγγλική νομολογία έκανε στη στροφή της, επιτρέποντας την έκδοση διαταγμάτων WFO, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω[29], και το μήνυμα ελήφθη, σχεδόν άμεσα, στην Κωνσταντίνος Αθανασίου Γερασάκη ν. Waft Shipping Company Ltd, (1989) 1 A.A.Δ. (Ε) 393, η στροφή αυτή, δεν έγινε με την ίδια αμεσότητα στην Κύπρο, παρά, μάλλον, με κάποια σχετική δυσκαμψία[30]. Οι Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A., (1989) 1 Α.Α.Δ. 182 και Global Cruises S.A., κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd, (1989) 1 Α.Α.Δ. 607 δεν καινοτόμησαν ιδιαίτερα, παρόλο που εντοπίζεται, σε αυτές, μια μετρημένη τάση για μεγαλύτερο φιλελευθερισμό, ερμήνευσαν, επίσης, τη δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων τύπου Mareva υπό το πνεύμα, αλλά και το γράμμα, του άρθρου 32(1) του Ν.14/60[31].

Σειρά μεταγενέστερης νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ΑBP Holdings Ltd, και άλλοι ν. Ανδρέα Κιταλίδη, και άλλων, (1994) 1 Α.Α.Δ. 694, η Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου, και άλλοι ν. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου, και άλλων, (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, η Πρόδρομος Κωνσταντίνου Λτδ, και άλλοι ν. του Πλοίου “Nikolay Markin”, και άλλων, (1995) 1 Α.Α.Δ. 122, η  Ιωάννης Παντελίδης ν. Μάριος Πιερή, (1998) 1 Α.Α.Δ. 2111, καταγράφοντας τη δική τους ιστορική προσέγγιση, η κάθε μία, κατέστησαν ακόμα πιο σαφές, και απόλυτο, ότι, ένα διάταγμα τύπου Mareva εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, η ευρύτητα του οποίου είναι μεγάλη, αλλά οδηγός επί του θέματος είναι οι εκάστοτε αρχές της αγγλικής νομολογίας, επί του θέματος.

Η στενότητα, στην οποία αναφέρομαι, σε σχέση με τα διατάγματα Mareva στην Κύπρο, είναι προφανής στη Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου, (2002) 1 Α.Α.Δ. 1759, που επαναλήφθηκε στη Spidertrade Co Finance Ltd v. Κώστα Χ’Γαβριήλ, (2003) 1 Α.Α.Δ. 121, όπου υποδείχθηκε ότι, η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης, για το ενδεχόμενο είσπραξης εξ αποφάσεως χρέους. Στη Spidertrade λέχθηκε ότι:

Παρότι όμως το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 παρέχει, εντός των εκεί ρητώς προσδιορισθέντων ορίων, ευρεία διακριτική εξουσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, και παρότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η στέρηση[32], μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρυσμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή.

Οι αρχές, σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων Mareva, έτυχαν πληρέστερης ανασκόπησης και επιδοκιμασίας στην εγχώρια Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd (2001) 1 (B) Α.Α.Δ. 1301, ενώ η δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων τύπου WFO θεωρείται ότι εδραιώθηκε με την Seamark Consultancy v. Lasala (2007) 1 Α.Α.Δ. 162, η οποία, παρόλο που εξακολούθησε να κρατά δέσμια τα διατάγματα Mareva στην ευρύτητα του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, υπενθύμισε ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου, σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων, με βάση το άρθρο αυτό, δεν επιδέχεται περιορισμούς, πέραν από αυτούς που το ίδιο θέτει, δηλαδή, η έκδοση του διατάγματος να είναι “δίκαια” και “πρόσφορη”[33].

Είναι, βέβαια, ομολογουμένως, διαχρονικά συχνότερη, στην πράξη, η χρήση των διαταγμάτων αυτών για παγοποίηση καταθέσεων που βρίσκονται σε τραπεζικούς λογαριασμών στο εξωτερικό. Οι κινητές αξίες έχουν, ως τέτοιες, έχουν, εύλογα, μεγαλύτερη κινησιμότητα. Αλλά, οπωσδήποτε, είναι δυνατή και η έκδοση τους σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία, οπουδήποτε κι αν βρίσκεται, εφόσον τα ακίνητα δεν εξαιρούνται από την έννοια του “assets”. Αλλά και όταν ο λόγος γίνεται για ακίνητα, δεν γίνεται γι’αυτά, ως στάσιμα αντικείμενα, παρά για τον τίτλο τους, που επίσης μπορεί να αποκτήσει την κινησιμότητα κινητών αξιών. Ειδικότερα, στην έννοια της περιουσίας (“assets”) περιλαμβάνονται, χωρίς περιορισμό, οχήματα, αεροπλάνα[34], πλοία[35], μηχανήματα[36], κοσμήματα και έργα τέχνης ή αγώγιμα δικαιώματα[37], πελατεία ή φήμη (goodwill) μιας επιχείρησης[38], και η κυριότητα σε ακίνητη περιουσία[39]. Νοείται ότι, δεν περιλαμβάνει περιουσία που ο καθ’ου η αίτηση κρατεί ως trustee, και στην οποία δεν έχει ιδίο συμφέρον[40].

Εν πάση περιπτώσει, σε σχέση με τα ακίνητα, ορίζεται, στην  C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ, (2001) 1(Β)  Α.Α.Δ. 785, 789-90, ότι δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι, πράγματι, υπάρχει πρόθεση του καθ’ου η αίτηση για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί.  Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Στην Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd, (2004) 1 ΑΑΔ, 1121, η μοναδική ακίνητη ιδιοκτησία της καθ’ης η αίτηση ήταν υποθηκευμένη και θεωρήθηκε ότι δεν θα μπορούσε να καλύψει τυχόν επιτυχία της αγωγής, γι’αυτό και θα έπρεπε να εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να λεχθεί ότι, ο λόγος για τον οποίο είναι εφικτή αυτή η “επέκταση” της δικαιοδοσίας ενός Κυπριακού Δικαστηρίου και η έκδοση προσωρινού διατάγματος ή διατάγματος WFO, και αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, είναι γιατί, αυτού του είδους τα διατάγματα, δεν δημιουργούν δικαίωμα in rem, παρά μόνο δεσμεύουν in personam[41]. Το ίδιο, βέβαια, συμβαίνει με τα προσωρινά διατάγματα που εκδίδονται στην Κύπρο και σημειώνονται επί του ακινήτου, δημιουργούν προσωποπαγείς υποχρεώσεις και όχι εμπράγματα βάρη[42]. Η επιείκεια, επίσης, του Δικαστηρίου πάντα λειτουργεί in personam, οπότε, μπορεί να επεκτείνεται και σε περιουσία που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας[43]. Εύλογα, σε ένα αρχικό στάδιο της διαδικασίας μιας αγωγής, δεν μπορούν να δημιουργούνται εμπράγματα δικαιώματα. Το Δικαστήριο, εκδίδοντας ένα προσωρινό διάταγμα, όπως τα αιτούμενα, δεν θα αποφανθεί επί της ουσίας του τίτλου ή του ακινήτου, ούτε θα αλλοιώσει τη νομική φύση του τίτλου ή του πράγματος, παρά θα δεσμεύσει το πρόσωπο. Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση παρακοής ενός τέτοιου διατάγματος, οι καθ’ων η αίτηση, απλά, μπορούν να υπόκεινται στις σχετικές συνέπειες παρακοής διατάγματος, ενώ το τρίτο πρόσωπο, υπό κάποιες περιστάσεις, ενδεχομένως, να αντιμετωπίσει συνέπειες περιφρόνησης του Δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα. Το προαναφερόμενο ποιοτικό αποτέλεσμα του διατάγματος αυτού, σε σχέση με ακίνητο, δεν επηρεάζει τους κατέχοντες εμπράγματα βάρη.

Επιστρέφοντας στον πιο πάνω προβληματισμό, στην Κύπρο, περισσότερο[44], η εμπλοκή της δυνατότητας έκδοσης διαταγμάτων τύπου Mareva με τις νομοθετημένες προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων και τη συναφή, με αυτές, νομολογία, αφενός, έτεινε στη δημιουργία της προαναφερόμενης παρεξήγησης, ορισμού, ότι ένα διάταγμα Mareva είναι το διάταγμα όταν η υπό δέσμευση περιουσία δεν είναι αντικείμενο της αγωγής, αφετέρου, δεν αφήνει το διάταγμα Mareva να απεξαρτηθεί, να επελευθερωθεί, και να ασκήσει πλήρως το έργο του[45]. Σε σχέση, τουλάχιστον, με την παγοποίηση των καταθέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έγινε ή θα γίνει, αναγκαστικά, μια πρώτη αρχή, αφού σύντομα θα έχουμε τα ευεργετήματα του Κανονισμού (ΕΕ) 655/2014 ημερομηνίας 15/05/2014, που θα ισχύει από τον Ιανουάριο του 2017 (με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο[46] και τη Δανία), με βάση τον οποίο θα εκδίδεται απευθείας, τόσο πριν την δικαστική απόφαση όσο και μετά από αυτήν, μονομερώς, με βάση τυποποιημένα έντυπα, άμεσα εκτελεστό, παγοποιόν διάταγμα λογαριασμών (European Account Preservation Order) (EAPO) μέχρι συγκεκριμένο ποσό που θα αναφέρεται στο διάταγμα. Στον Κανονισμό (ΕΕ) 655/2014 θα αναφερθώ σε κάποια μεταγενέστερη δημοσίευση.

Με βάση τα πιο πάνω, ως έχουν σήμερα, ένα Κυπριακό Δικαστήριο, είναι δυνατόν να εκδώσει προσωρινό διάταγμα τύπου WFO, με την παράλληλη εφαρμογή του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, των άρθρων 5 και 9 του Κεφ.6, του Κανονισμού (ΕΕ) 44/2001 (όπου αυτός εφαρμόζεται), του δικαίου της επιείκειας, και της νομολογίας του κοινοδικαίου. Σε αυτό το νομοθετικό, κανονιστικό και νομολογιακό συνονθύλευμα, εάν θα έπρεπε κανείς να συνδυάσει ή να απομονώσει κάποιες αρχές, με βάση τις οποίες θα μπορούσε να κινηθεί, αυτές θα ήταν οι εξής:

1. Το Κυπριακό Δικαστήριο θα πρέπει να έχει δικαιοδοσία επί των Εναγομένων,

2. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγματα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά,

3. Υπάρχει καλή βάση αγωγής και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται, να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης,

4. Εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο παρεμπίπτον διάταγμα, υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη,

5. Με την πώληση ή μεταβίβαση πιθανόν να εμποδιστεί ο αιτητής στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης,

6. Ο καθ’ου η αίτηση έχει περιουσία για να ανταποκριθεί στην ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, εν όλω ή εν μέρει, ή στις περιπτώσεις των WFO, όπου δεν τίθεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη περιουσίας εντός της δικαιοδοσίας, σε εξαιρετικές περιπτώσεις[47],

7. Υπάρχει πραγματικός (αντικειμενικός) κίνδυνος[48] αποξένωσης, απομείωσης ή εξαφάνισης της περιουσίας (real risk of disposal of or dissipation), που δεν εμπίπτει στη συνήθη δραστηριότητα του καθ’ου η αίτηση, ή και στέρεη μαρτυρία (solid evidence) ότι ο καθ’ου η αίτηση ενήργησε ανέντιμα,

8. H έκδοση του διατάγματος θα ήταν δίκαιη και πρόσφορη[49].

Συναφή, και όχι εξαντλητικά τιθέμενα, με τον κίνδυνο εξαφάνισης περιουσιακών στοιχείων, είναι και τα ακόλουθα, που έχουν επισημανθεί[50]:

(α) Η φύση των περιουσιακών στοιχείων: Όσο περισσότερο αυτά μπορούν να εξαφανιστούν, νοείται ότι, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κίνδυνος,

(β) Η οικονομική κατάσταση του καθ’ου η αίτηση ή των επιχειρήσεων του[51]

(γ) Ο χρόνος κατά τον οποίο ο καθ’ου η αίτηση ασκεί την επιχείρηση του: Εάν είναι κάποια στέρεη εργασία, μπορεί να είναι λιγότερες οι πιθανότητες εξαφάνισης περιουσιακών στοιχείων,

(δ) Η κατοικία ή η διαμονή του καθ’ου η αίτηση,

(ε) Η πιστωτική ικανότητα του καθ’ου η αίτηση, στο παρελθόν και στο παρόν,

(στ) Οποιεσδήποτε εκφρασμένες δηλώσεις του καθ’ου η αίτηση, σε σχέση με την υπό αναφορά περιουσία,

(ζ) Τυχόν διασύνδεση του καθ’ου η αίτηση με άλλες εταιρείες ή πρόσωπα που παρέβηκαν όρους κάποιας συμφωνίας ή δικαστικής απόφασης,

(η) Η συμπεριφορά του καθ’ου η αίτηση σε σχέση με την απαίτηση του Ενάγοντος, κατά πόσο παρουσιάζει τάσεις υπεκφυγής ή απροθυμίας ή κατά πόσο εγείρει πλασματικές ή ανούσιες υπερασπίσεις ή τηρεί πλήρη σιωπή.

Θα ήταν χρήσιμο, ενδεχομένως, να σημειωθεί ότι, διάταγμα τύπου WFO ή προσωρινό διάταγμα, θα ήταν δυνατόν να εκδοθεί και σε άλλο κράτος-μέλος που εφαρμόζει τον Κανονισμό (ΕΕ) 44/2001, ανεξάρτητα από το εάν η αγωγή εκκρεμεί στην Κύπρο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΕ) 44/2001 που δίνει αυτή τη δυνατότητα, και με βάση και τη λεγόμενη αρχή “Rosseel”[52], να καθίσταται το δικαστήριο ενός άλλου κράτους-μέλους, ως διεθνής αστυνομικός (“international policeman”). Νοείται ότι, το Δικαστήριο που εκδίδει ένα WFO, αυτού του τύπου, δεν μπορεί να είναι εντελώς ξένο με το υποκείμενο εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα[53], αλλά, σε περίπτωση που οι καθ’ων οι αίτηση δεν διαμένουν εντός της δικαιοδοσίας του ή δεν είναι υποκείμενοι στη δικαιοδοσία του in personam, θα πρέπει να υπάρχει, πάντως, ένας πραγματικός σύνδεσμος με τη δικαιοδοσία του[54].

——————————————————

[1] Αρ. 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6; Χριστοδούλου ν. Antoniou S.M.F.  (1999) 1 A.A.Δ. 1475.

[2] Aλλά επί των οποίων το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, να εκδικάσει την ουσία της διαφοράς

[3] Στην Κύπρο τα διατάγματα Mareva θεωρούνται νομοθετικά προβλεπόμενα διατάγματα (statutoty injunctions).

[4] Nippon Yusen Kaisha v. Karageorghis (1975) 1 W.L.R. 1093 (δόθηκε για πρώτη φορά παγοποιόν διάταγμα στην αγγλική νομολογία); Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulkcarries S.A. (1975) 2 Lloyd΄s Rep. 509 (από την οποία πήρε και το όνομά του); Intraco Ltd v. Notis Shipping Corporation (1981) 2 Lloyd΄s Rep. 256, Ashtiani v. Kashi (1986) 3 W.L.R. 647;  Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The) (1983) 1 W.L.R. 1412, 1422 PCW (Underwriting Agencies) Ltd v. Dixon (PS) (1983) 2 Lloyd΄s Rep. 197, 201; Third Chandris Shipping Corporation v. Unimarine S.A. (1979) 1 Q.B. 645, 670; Montecchi v. Shimco (U.K.) Ltd (1979) 1 W.L.R. 1180, 1183 ; Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala (2007) 1 (A) Α.Α.Δ. 162); Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd (1987) 1 C.L.R. 583; Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines Ltd and Others (1976) 1 C.L.R. 302; Sunoil Bunkering Limited v. Jaouhar Maritime Transport Co. Ltd (1987) 1 C.L.R. 627; Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A. (1989) 1 C.L.R. 182, 187; Πρόδρομος Κωνσταντίνου Λτδ και άλλοι ν. Του Πλοίου «Nikolay Markin» κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 122.

[5] Που στην Αγγλία εισήχθηκαν, σταδιακά, και στη νομοθεσία και στη δικαστική πρακτική.

[6] Cardile v. LED Builders Pty Ltd (1999) 198 CLR 380; Searose Ltd v. Seatrain UK Ltd [1981] 1 WLR 894 σελ. 897; Barclay-Johnson v. Yuill [1980] 3 All ER 190 σελ. 1974; Art Trend Ltd v. Blue Dolphin (Pte) Ltd [1982-1983] SLR 362 σελ. 367. Ο Lord Hoffman, προλογίζοντας το σύγγραμμα Commercial Injunctions (4th Edition) του Steven Gee Q.C., χαρακτήρισε τα διατάγματα Mareva, ως το πιο αξιοσημείωτο δικαστικό δημιούργημα του τελευταίου αιώνα.

[7] Babanaft International Co Sa v. Bassatne [1990] Ch 13, [1989] 1 All ER 433, CA (μετά την απόφαση); Republic of Haiti v. Duvalier [1990] 1 QB 202, [1989] 1 All ER 456, CA (πριν την απόφαση); Derby & Co Ltd v. Weldon [1990] Ch 48, [1989] 1 All ER 469 (πριν την απόφαση); Derby & Co Ltd v. Weldon (Nos 3 and 4) [1990] Ch 65, [1989] 1 All ER 1002, CA.

[8] Η διαφορά είναι ως προς την έκταση της εμβέλειας του, εντός ή εκτός δικαιοδοσίας.

[9] Για παράδειγμα, απόκρυψη περιουσιακών στοιχεία σε σχήμα υπεράκτιου εμπιστεύματος, ή όταν πρόκειται για χρήματα, χρήση μηχανισμών της σύγχρονης τεχνολογίας, κλπ

[10]  Z Ltd v. A-Z and AA-LL [1982] QB 558,[1982] 1 All ER 556, CA; Congentra AG v. Sixteen Thirteen Marine SA, The Nicholas M [2008] EWHC 1615 (Comm), [2009] 1 All ER (Comm) 479.

[11] Orwell Steel (Erection and Fabrication) Ltd v. Asphalt and Tarmac (UK) Ltd [1985] 3 All ER 747, [1984] 1 WLR 1097

[12] Όπως επικράτησε ή τείνει να επικρατήσει, εν τέλει, ο όρος, αντί του όρου “Mareva”, παρόλο που η ονοματοκρατία στις περιπτώσεις των διαταγμάτων είναι, γενικότερα, χαρακτηριστική.

[13] L v. K (Freezing Orders: Principles and Safeguards) [2013] EWHC 1735 (Fam), [2014] Fam 35, [2013] All ER (D) 277 (Jun); Practice Direction—Interim Injunctions PD 25A με τροποποίηση από 1/04/2013; με περαιτέρω τροποποίηση από 22/04/2014.

[14] Derby & Co Ltd v. Weldon (Nos 3 and 4) [1990] Ch 65, [1989] 1 All ER 1002, CA; Bayer AG v. Winter (No 3) [1986] FSR 357, (1986) Times, 24 Μαρτίου (υιοθετήθηκε στην Babanaft International Co SA v. Bassatne [1990] Ch 13,[1989] 1 All ER 433, CA).

[15] Republic of Haiti v. Duvalier [1990] 1 QB 202, [1989] 1 All ER 456, CA

[16] Z Ltd v. A-Z and AA-LL [1982] QB 558,[1982] 1 All ER 556, CA; Atlas Maritime Co SA v. Avalon Maritime Ltd, The Coral Rose (No 3) [1991] 4 All ER 783, [1991] 1 WLR 917, CA; Normid Housing Association Ltd v. Ralphs and Mansell and Assicurazioni Generali SpA (No 2) [1989] 1 Lloyd’s Rep 274, CA; Polly Peck International plc v. Nadir (No 2) [1992] 4 All ER 769, [1992] 2 Lloyd’s Rep 238, CA.

[17] Iraqi Ministry of Defence v. Arcepey Shipping Co SA, The Angel Bell [1981] QB 65, [1980] 1 All ER 480; PCW (Underwriting Agencies) Ltd v. Dixon [1983] 2 All ER 697n, CA; TDK Tape Distributor (UK) Ltd v. Videochoice Ltd [1985] 3 All ER 345, [1986] 1 WLR 141; Arbuthnot Leasing International Ltd v. Havelot Leasing Ltd [1991] 1 All ER 591;  United Mizrahi Bank v. Doherty [1998] 2 All ER 230, [1998] 1 WLR 435.

[18] Jackson v. Sterling Industries Ltd [1987] HCA 23; Camdex International Ltd v. Bank of Zambia (No. 2), [1997] 1 WLR 632.

[19] Βλ. και Fourie v. Le Roux & Ors [2007] 1 All ER 1087

[20] Σχετική με έκδοση διατάγματος Mareva ήταν και η πρόσφαση Lakatamia Shipping Company Ltd v. Su & Ors [2014] EWCA Civ 636.

[21] Σχετικά με τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα αποκάλυψης περιουσίας ανά το παγκόμσιο βλ. Gidrxslme Shipping Co Ltd v. Tantomar-Transportes Maritimos Lda [1994] 4 All ER 507, [1995] 1 WLR 299. Η αποτελεσματικότητα των WFO, πολλές φορές, μπορεί να εξαρτάται από την εκτέλεση ενός υποστηρικτικού διατάγματος έρευνας και αποκάλυψης, βλ. Motorola Credit Corpn v. Uzan [2002] EWCA Civ 989, [2002] 2 All ER (Comm) 945.

[22] Halsbury’s Laws of England/CIVIL PROCEDURE (VOLUME 11 (2009) 5TH EDITION, PARAS 1-1108; VOLUME 12 (2009) 5TH EDITION, PARAS 1109-1836)/12. INJUNCTIONS/(1) THE REMEDY AND THE JURISDICTION/(vi) Freezing Injunctions and Search Orders/A. FREEZING INJUNCTIONS/401. Form and scope of order.

[23] Ως προς την ακίνητη περιουσία βλ. και Sime, S. (2014). A practical approach to Civil Procedure. 17η έκδοση (σελ.482). Oxford, UK: Oxford University Press.

[24] Κάποιες διαφορές εκτίθενται στην Re MCA; HM Customs and Excise Commissioners and Long v. A and A; A v. A (Long Intervening) [2002] EWHC 611 (Fam), [2002] 2 FCR 481, [2002] 2 FLR 274, παρ. 99 – 102 από Munby J (ως ήταν τότε), ωστόσο, πιο από τα δύο είδη διατάγματος μπορεί να προκαλέσει «οικονομική παράλυση», φρονώ ότι, δεν μπορεί να γενικευτεί, παρά εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις ένα διάταγμα που στοχεύει σε συγκεκριμένο αντικείμενο μπορεί να είναι πιο δραστικό από ότι ένα γενικό διάταγμα μέγιστου ποσού, σε άλλες, μπορεί ακριβώς το αντίθετο.

[25] βλ. Bank Mellat v. Nikpour, [1985] FSR 87. Η νομολογία έχει αναπτύξει και άλλους τύπους διαταγμάτων, όπως, για παράδειγμα, το διάταγμα τύπου Chabra, που επεκτείνει περαιτέρω τη δικαιοδοσία ενός δικαστηρίου, ώστε να μπορεί να παγοποιεί περιουσία τρίτου προσώπου, εναντίον του οποίου δεν υπάρχει αιτία αγωγής, αλλά που πιστεύεται, ευλόγως, ότι πρόκειται για περιουσία που ανήκει στον Εναγόμενο, βλ. T.S.B. Private Bank International SK v. Chabra, [1991] 1 WLR 231; PJSC Vseukrainskyi Aktsionernyl Bank v. Maksimov & Ors, [2013] EWHC 422 (Comm)

[26] Στην οποία παρέπεμψε η Consolidated Glass Works Ltd v. Friendly Pale Shipping Co Ltd and another, (1977) 1 C.L.R. 44

[27] Η Linmare Shipping Co Ltd v. Mounir Boustani, (1981) 1 C.L.R. 386, που ακολούθησε, αφορούσε σε εξακολούθηση ισχύος διατάγματος Mareva μετά την έκδοση της απόφασης, με σκοπό την διευκόλυνση της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης.

[28] και National Iranian Tanker Co Ltd v. Pastella Marine Co Ltd, (1987) 1 C.L.R. 120

[29] Με τις τέσσερις αποφάσεις: Babanaft International Co Sa v. Bassatne [1990] Ch 13, [1989] 1 All ER 433, CA (μετά την απόφαση); Republic of Haiti v. Duvalier [1990] 1 QB 202, [1989] 1 All ER 456, CA (πριν την απόφαση); Derby & Co Ltd v. Weldon [1990] Ch 48, [1989] 1 All ER 469 (πριν την απόφαση); Derby & Co Ltd v. Weldon (Nos 3 and 4) [1990] Ch 65, [1989] 1 All ER 1002, CA.

[30] El Fath Co. for International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd, και άλλος, (1992) 1 Α.Α.Δ. 1255; Τάκης Σιακαλλής, και άλλοι, (1995) 1 Α.Α.Δ. 55; ABC Shipbrokers (Chartering S + P Shipping Agents) Ltd v. Preskott Shipping Co Ltd, (1992) 1 Α.Α.Δ. 1034.

[31] Παρόμοια, η Impregilo SPA v. του πλοίου “Marwa M” και τώρα “Katrina I», (1999) 1 Α.Α.Δ. 1493

[32] Βέβαια, η φιλοσοφία του διατάγματος Mareva δεν είναι να υποστεί ένας Εναγόμενος «στέρηση» περιουσιακών στοιχείων, και η δέσμευση της περιουσίας δεν επιφέρει στέρηση περιουσίας, παρά αποκλεισμό της δυνατότητας χρησιμοποίησης της, για συναλλαγές που δεν είναι οι συνήθεις συναλλαγές, για τη διαβίωση και την εργασία. Ο άξονας των Mareva είναι, δια της παρεμπόδισης της σκόπιμης εξαφάνισης ή απομείωσης της διαθέσιμης περιουσίας, η προστασία, πρώτιστα, της αποτελεσματικότητας της δικαστικής διαδικασίας και της επιβολής του δικαίου, και σε δεύτερη μοίρα, τα μεμονωμένα συμφέροντα του αιτητή.

[33] Βλ. και Helington Commodities Ltd και Άλλοι , (2009) 1 Α.Α.Δ. 926. Σε μνεία προέβη και η Avila Management Services Ltd, κ.α. ν. Frantisek Stepanek, Πολιτική Έφεση 54/2012, ημερομηνίας 27/06/2012.

[34] Allen v. Jambo Holdings Ltd [1980] 2 All ER 502, [1980] 1 WLR 1252, CA

[35] The Rena K [1979] QB 377, [1979] 1 All ER 397. Βλ. Clipper Maritime Co Ltd of Monrovia v. Mineralimportexport [1981] 3 All ER 664, [1981] 1 WLR 1262, CA (εμπόρευμα σε πλοίο)

[36] Rasu Maritima SA v. Perusahaan Pertambangan Minyak Dan Gas Bumi Negara (Government of the Republic of Indonesia intervening) [1978] 1 QB 644, [1977] 3 All ER 324, CA

[37]  CBS United Kingdom Ltd v. Lambert [1983] Ch 37, [1982] 3 All ER 237, CA

[38] Darashah v. UFAC (UK) Ltd (1982) Times, 30 March

[39] Derby & Co Ltd v. Weldon (Nos 3 and 4) [1990] Ch 65, [1989] 1 All ER 1002, CA; Stockler v. Fourways Estates Ltd [1983] 3 All ER 501, [1984] 1 WLR 25.

[40] Federal Bank of the Middle East v. Hadkinson [2000] 2 All ER 395, [2000] 1 WLR 1695, CA; JSC BTA Bank v. Solodchenko [2010] EWCA Civ 1436, [2011] All ER (Comm) 1063. Παρά το ότι θα μπορούσε να συναντήσει κανείς και αντίθετη νομολογία.

[41] Cretanor Maritime Co Ltd v. Irish Marine Management Ltd [1978] 3 All ER 164; [1978] 1 WLR 966, CA; Standard Chartered Bank v. Walker; TSB plc v. Walker [1992] 1 WLR 561; Derby & Co Ltd v. Weldon (Nos 3 and 4) [1990] Ch 65, [1989] 1 All ER 1002, CA.

[42] Προκόπης Μελανθίου υπό την ιδιότητα του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Γεώργιου Μελανθίου ν. Μελάνθης Μελανθίου Πολ. Έφεση αρ. 394/2008 ημερ. 28.12.2011.

[43] Swiss Bank Corpn v. Lloyds Bank Ltd [1979] Ch 548 σελ. 565, [1979] 2 All ER 853 σελ. 865–866 από Browne-Wilkinson J; Chellaram v. Chellaram [1985] Ch 409 σελ. 428, [1985] 1 All ER 1043 σελ. 1053 από Scott J; Archer v. Preston (πριν από το 1682) αναφέρθηκε στην Arglasse v. Muschamp (1682) 1 Vern 76 σελ. 77; Penn v. Lord Baltimore (1750) 1 Ves Sen 444; 1 White & Tud LC (9th Edn) 638; Lord Kildare v. Eustace (1686) 2 Cas in Ch 188; Ewing v. Orr Ewing (1883) 9 App Cas 34 σελ. 40, HL, από Lord Selborne LC; Re Clinton, Clinton v. Clinton (1903) 51 WR 316; Richard West & Partners (Inverness) Ltd v. Dick [1969] 2 Ch 424 σελ. 433, [1969] 1 All ER 943, CA; Webb v. Webb [1992] 1 All ER 17, [1991] 1 WLR 1410 (κατ’εφεση (1992) Financial Times, 11 Μαρτίου, CA; μετέπειτα διαδικασίες C-294/92 [1994] QB 696,[1994] 3 All ER 911, ECJ).

[44] Ο δογματικός διχασμός των Mareva, ανάμεσα σε νομοθεσία και νομολογία, παρουσιάζεται και στην Αυστραλία.

[45] Η πρόσφατη Νεόφυτος Γρηγοριάδης, Πολιτική Έφεση 10/2011, ημερομηνίας 14/06/2013, αναφερόμενη, βέβαια, σε διατάγματα Anton Piller, έκανε ένα σημαντικό βήμα διάκρισης τους από τα συνήθη προσωρινά διατάγματα, αλλά χωρίς να μπορεί να λεχθεί ότι κατέστησε σαφή τη φύση και λειτουργία των Mareva. Πάντως, σπάζοντας την εγκράτεια της Νεόφυτος Γρηγοριάδης, (2010) 1 Α.Α.Δ. 1872.

[46] Που το θεωρεί μέτρο υπερβολικά ωφέλιμο για τους πιστωτές και επικίνδυνα άδικο για τους χρεώστες, οπότε, το Ηνωμένο Βασίλειο, κατόπιν υποδείξεων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, επέλεξε να μην υιοθετήσει τον Κανονισμό αυτό.

[47] Η ανέντιμη συμπεριφορά του καθ’ου η αίτηση, η ικανότητα του να εξαφανίσει ή υποκρύψει την περιουσία, είναι παράγοντες που εμπίπτουν στους εξαιρετικούς παράγοντες.

[48] Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι θα επέλθει τέτοια εξαφάνιση. Η απόδειξη εστιάζει σε αυτό τον κίνδυνο και στις πραγματικές του διαστάσεις.

[49] Η μετάφραση δεν είναι ακριβής για την απόδοση του «just and convenient». Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις, αλλά να μην είναι δίκαιο και ορθό να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, για παράδειγμα, γιατί επηρεάζει δυσμενώς τρίτα πρόσωπα ή γιατί κινδυνεύει να καταστρέψει την επιχείρηση του καθ’ου η αίτηση, κλπ.

[50] Barclay-Johnson v. Yuill [1980] 3 All ER 190; Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd (2001) 1 (B) Α.Α.Δ. 1301; Gee, S. & Andrews, G. M. (1987). Mareva Injunctions: Law and Practice.  Longwood Pr Ltd.

[51] Βλ. Σημείωση του Lord Denning’s για συγκεκριμένου τύπου υπεράκτια εταιρεία στην Third Chandris Shipping Corporation v. Unimarine (1979) 1 Q.B. 645, 670.

[52] Από την Rosseel NV v. Oriental Commercial and Shipping (UK) Ltd [1990] 3 All ER 545, που εφαρμόστηκε σε μετέπειτα υποθέσεις, βλ. S & T Bautrading v. Nordling [1997] 3 All ER 718; Crédit Suisse Fides Trust SA v. Cuoghi [1997] 3 All ER 724; Ryan v. Friction Dynamics Ltd (2000) Times, 14 Ιουνίου; Lewis v. Eliades (2002) Times, 28 February; Kensington International Ltd v. Republic of Congo [2007] EWCA Civ 1128, [2008] 1 All ER (Comm) 934, [2008] 1 WLR 1144; ETI Euro Telecom International NV v. Republic of Bolivia [2008] EWCA Civ 880, [2008] 2 Lloyd’s Rep 421,[2008] All ER (D) 358 (Jul); Mediterranean Shipping Co v. OMG International Ltd [2008] EWHC 2150 (Comm), [2008] All ER (D) 89 (Sep); United States Securities and Exchange Commission v. Manterfield [2009] EWCA Civ 27, [2009] All ER (D) 225 (Jan).

[53] Banco Nacional de Comercia Exterior SNC v. Empresa de Telecommunications de Cuba SA [2007] EWCA Civ 662, [2007] 2 All ER (Comm) 1093, [2008] 1 WLR 1936.

[54] Βλ και την πρόσφατη Conocophillips China Inc v. Greka Energy (International) BV [2013] EWHC 2733 (Comm), [2014] All ER (D) 207 (Jan). Σχετικές και οι Stock Co VTB Bank v. Skurikhin [2012] EWHC 3916 (Comm), [2013] 2 All ER (Comm) 418;United States of America v. Abacha [2014] EWCA Civ 1291, [2014] All ER (D) 112 (Oct). Σχετική είναι και η ICICI Bank UK plc v. Diminco NV [2014] EWHC 3124 (Comm), 2014-7308 που εκδόθηκε τον περασμένο Αύγουστο.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.