Περίπτωση απαίτησης για δευτερογενή ψυχιατρική ζημιά για αμελή διάγνωση που κατέστη γνωστή με την επέλευση της ζημιάς – Απόρριψη

download

Η υπόθεση Wild and another v Southend University Hospital NHS Foundation Trust, [2014] EWHC 4053 (QB), ημερ. 03/12/2014, αφορά σε μια ειδικότερη πτυχή ενός δυσπροσέγγιστου τομέα έρευνας, αυτού του δικαστικού χειρισμού του ψυχικού τραύματος στις υποθέσεις αστικής αμέλειας, σε συνάρτηση με τις δυναμικές απόκλισης από την αιτιώδη συνάφεια[1] και τις τάσεις προσποίησης (malingering)[2]. Έγινε και άλλοτε συνοπτική αναφορά[3] για τις περιπτώσεις των λεγόμενων “δευτερογενών” θυμάτων, δηλαδή, προσώπων που έχουν υποστεί ψυχικό τραύμα, χωρίς η ζημιογόνος συμπεριφορά του δράστη να έχει κατευθυνθεί άμεσα προς το πρόσωπό τους, αλλά επειδή εισέπραξαν, εμμέσως, τη ζημιογόνο συμπεριφορά. Η Wild επιλαμβάνεται του ζητήματος σε υπόθεση ιατρικής αμέλειας, η οποία αφορά σε αμελή διάγνωση, που κατέληξε στο θάνατο εμβρύου, και κατέστη γνωστή ταυτόχρονα με την επέλευση αυτού του αποτελέσματος της.

Η σύζυγος του Ενάγοντος υπήρξε θύμα ιατρικής αμέλειας, όταν επήλθε θάνατος του κυοφορούμενου στη μήτρα της, λόγω κακού υπολογισμού της ημέρας τοκετού. Το κυοφορούμενο εξήλθε από τη μήτρα νεκρό, η υπόθεση συμβιβάστηκε, αναφορικά με τη σύζυγο του Ενάγοντος, η οποία έλαβε αποζημιώσεις συμφωνημένου ύψους £41,948.64σεντ, και παρέμεινε να εκκρεμεί για την απαίτηση του Ενάγοντος για αποζημιώσεις για το δικό του ψυχικό τραύμα. Δεν ήταν υπό αμφισβήτηση ότι ο Ενάγων υπέστη, όντως, ψυχικό τραύμα, αναγνωρισμένο από τη ψυχιατρική επιστήμη, και οι γενικές αποζημιώσεις συμφωνήθηκαν στο ποσό των £25.000,00σεντ επί πλήρους ευθύνης. Παρέμενε δε, επίδικο, αυτό το θέμα της ευθύνης.

Οι ιατροί των δύο πλευρών που εξέτασαν τον Ενάγοντα, είχαν ανταλλάξει τις εκθέσεις τους, διενήργησαν μεταξύ τους συναντήσεις, επισήμαναν τις περιοχές συμφωνίας και διαφωνίας τους, και απάντησαν σε όλες τις ερωτήσεις των δικηγόρων των δύο πλευρών, οπότε, στους τομείς που υπήρξε συμφωνία δεν ακούστηκε μαρτυρία, παρά μόνο στα συγκεκριμένα σημεία, που θα έπρεπε να αποφασιστούν δικαστικά, και στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Σε σχέση με τα γεγονότα, η πλευρά των Εναγομένων δεν προσκόμισε μαρτυρία, αλλά ούτε και αμφισβήτησε τη μαρτυρία του Ενάγοντος.

Θα προσπαθήσω να μεταφέρω τη μαρτυρία του Ενάγοντος, σκόπιμα, με περισσότερο τονισμένη τη λογοτεχνική της λεπτομέρεια. Βάζω σε ξεχωριστό πλαίσιο το μέρος αυτό της αναφοράς, ούτως ώστε, κάποιος που επηρεάζεται εύκολα ψυχολογικά, να αποφύγει την ανάγνωση της.

 Όλα άρχισαν με ένα τηλεφώνημα. Η σύζυγος του, του τηλεφώνησε την ώρα που  βρισκόταν στην δουλειά. Είχε δει κηλίδες αίματος. Βρισκόταν ήδη στη 40η εβδομάδα κύησης, οπότε, μάλλον θα είχε έρθει η μεγάλη στιγμή. Ήταν ενθουσιασμός, θα γινόταν πατέρας, αλλά, μαζί, ένιωθε και ένα τρόμο μαζί με πανικό, για τη μεγάλη και πρωτόγνωρη αλλαγή, που άρχισε, ήδη, να συμβαίνει στη ζωή του. Κατέφθασαν στο νοσοκομείο. Μπήκαν στο εξεταστήριο.  Όλα γίνονταν γρήγορα. Άρχισαν να μπαίνουν στο εξεταστήριο, καλώντας, ο ένας τον άλλον, με τη σειρά, διάφοροι γιατροί, προσπαθώντας να εντοπίσουν τον καρδιακό παλμό του κυοφορούμενου. Οι ίδιοι έβλεπαν ό,τι συνέβαινε, τη διαρκή κινητικότητα, όμως δεν καταλάβαιναν τι ακριβώς συνέβαινε. Η σύζυγος του άρχισε να αναστατώνεται. Μια ασκούμενη μαία ξέσπασε σε κλάματα. Άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι … μάλλον υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Το πέμπτο άτομο, που μπήκε στο εξεταστήριο και εξέτασε τη σύζυγο του, είπε… «συμφωνώ…», και το έλεγε σα να’χε φάει χαστούκι. Ο ίδιος… «σοκαρισμένος», «σαστισμένος» και «αποσβολωμένος», δεν «ήξερε τι να κάνει»! Η σύζυγος του, σηκώθηκε ξαφνικά από το κρεβάτι και έκανε να φύγει, κλαίγοντας. Δεν τους είπε, οποιοσδήποτε, με λέξεις, ότι το παιδί τους πέθανε! Πριν ακούσει το… «συμφωνώ…» ήταν απλά ανήσυχος, μετά, στέκονταν εκεί, μπροστά του, πέντε άτομα, μέσα στο δωμάτιο, στο πρόσωπο της συζύγου του, που αποχώρησε, ήταν ζωγραφισμένη η καταστροφή, και ο ίδιος, ήταν μουδιασμένος, αφού δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα έφταναν μέχρι εκείνο το στάδιο, και κάτι θα μπορούσε να πάει στραβά! Πηγαινοέρχονταν εικόνες και σκέψεις, πολύ γρήγορα, στο μυαλό του, πριν λίγες μέρες, που ήταν εκεί, ακούγονταν ο καρδιακός παλμός του Matthew (έτσι θα τον ονόμαζαν και ήδη τον έλεγαν), τώρα όχι, προσπαθούσε να καταλάβει, έπιασε τον εαυτό του να απολογείται στο προσωπικό του νοσοκομείου, αλλά δεν ήξερε γιατί, μάλλον, εκ μέρους της συζύγου του, έπειτα, βγήκε να προλάβει τη σύζυγο του, η ίδια, ήταν σε κατάσταση υστερίας. Ξεκίνησαν να φύγουν από το νοσοκομείο, να πάνε αλλού, έξω, οπουδήποτε, στο δρόμο τηλεφώνησαν στους γονείς τους, τους είπαν ότι το παιδί τους πέθανε, ο ίδιος, έπιασε, ξανά, τον εαυτό του να απολογείται για τον θάνατο του παιδιού του. Ο πατέρας της συζύγου του κατέφθασε άμεσα στο σημείο που βρίσκονταν οι δυο τους, τους έπεισε ότι θα πρέπει να επιστρέψουν άμεσα στο νοσοκομείο. Έτσι και έγινε. Επέστρεψαν στο νοσοκομείο. Περπατώντας στο διάδρομο, άκουσε το κλάμα ενός μωρού, που μόλις είχε γεννηθεί, στο διπλανό δωμάτιο. Μίλησαν πολύ λίγο στον σύμβουλο, τους είπε ότι η γυναίκα του θα πρέπει να γεννήσει αυτό το παιδί. Ρώτησαν, γιατί να γεννήσει ένα νεκρό παιδί; Τους ειπώθηκε ότι, η μόνη επιλογή που είχαν ήταν εάν θα έμεναν το βράδυ στο νοσοκομείο ή εάν θα πήγαιναν στο σπίτι τους να ηρεμήσουν και να επιστρέψουν το πρωί της επομένης. Προτίμησαν το δεύτερο, αλλά, ένιωθαν ότι είχαν, κυριολεκτικά, αρρωστήσει, δεν ήταν δυνατόν να μπορέσουν να κοιμηθούν, μόλις ξημέρωσε επέστρεψαν στο νοσοκομείο. Η σύζυγος του περιπλανιόταν στους διαδρόμους του νοσοκομείου, ήρθε η ώρα του τοκετού, ο ίδιος στεκόταν δίπλα της … … άρχισε να κλαίει και να επαναλαμβάνει, φωνάζοντας, “όχι”, “όχι”! Η σύζυγος του ήταν σε πανικό και υστερία, αλλά, ακόμα κι έτσι, πιο δυνατή από τον ίδιο. Η μαία πήρε βιαστικά το νεκρό μωρό και το έβγαλε έξω από το δωμάτιο. Σε λίγα λεπτά επέστρεψε με αυτό και τους ρώτησε, εάν θέλουν να το κρατήσουν στα χέρια τους. Ο ίδιος απέρριψε, αρχικά, την ιδέα, το θεωρούσε φρικτό, ωστόσο, όταν η σύζυγος του το πήρε και το κράτησε στα δικά της τα χέρια, έκανε κι αυτός το ίδιο… Ένιωθε…φρίκη, αλλά ο μικρούλης, ένας τόσο δα Matthew, ήταν για πρώτη φορά εκεί, τον έβλεπε, και αντλούσε, έστω κι έτσι, λίγη υπερηφάνεια. Οι γονείς του, ήρθαν κι αυτοί. Πήρε το μωρό, το έβαλε στα χέρια της μητέρας του, και της είπε “φτιαξ’το!”, μάλλον, εννοώντας, να το κάνει να αρχίσει να ζει. Ο πατέρας της συζύγου του, σα να κατέρρεε κι αυτός, γονάτισε και έβγαλε μια αρχέγονη κραυγή που την άφησε να γίνει λιγμός, έπειτα, άρχισε να φιλά το νεκρό μωρό. Πώς θα μπορούσε να ξεχάσει αυτή την εικόνα; Μερικές ώρες μετά έφυγαν από το νοσοκομείο και κρατούσαν στα χέρια τους … μερικά αντικείμενα που προορίζονταν για τον Matthew.

Οι εμπειρογνώμονες ψυχίατροι συμφωνούσαν ότι ο Ενάγων βρισκόταν σε κατάσταση παθολογικού πένθους. Ο εμπειρογνώμονας της πλευράς του Ενάγοντος προτιμούσε να ταξινομήσει την περίπτωση ως περίπτωση μετατραυματικής διαταραχής άγχους (μετατραυματικού στρες) (PTSD), σε αντίθεση με τον εμπειρογνώμονα της πλευράς των Εναγομένων που δεν θα διέκρινε τα συμπτώματα από αυτά της απλής κατάθλιψης.

Ο Ενάγων υποστήριζε ότι, δικαιούται σε αποζημιώσεις για τη ψυχιατρική του ζημιά, μέσα στο πλαίσιο αρχών της Alcock v. Chief Constable of South Yorkshire Police, [1992] 1 AC 310 HL. Η θέση της υπεράσπισης ήταν, κυρίως, ότι, ο Ενάγων, δεν ήταν παρών κατά την τέλεση της αμελούς πράξης, που οδήγησε στο θάνατο του Matthew, ούτε τη μαρτύρησε, και δεν αρκεί η είδηση για ένα δυσάρεστο συμβάν.

Ο συνήγορος υπεράσπισης, κατά την ακρόαση, φαίνεται ότι, προσπάθησε να δημιουργήσει περιπλοκή, εμπλέκοντας στη νομική προσέγγιση τον προβληματισμό, σχετικά με τη νομική υπόσταση του εμβρύου. Παρόλο που θα αναφερθώ σε μια επόμενη αναφορά, σε αυτό το ωραίο ζήτημα, για το οποίο εκδόθηκε πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση του Court of Appeal την 04/12/2014, περιγραμματικά, κατά το νόμο, ένα έμβρυο, που δεν έχει γεννηθεί ζωντανό και δεν έχει καταστεί, στα μάτια του νόμου, πρόσωπο, δεν μπορεί να έχει υποστεί και προσωπική ζημιά. Στην προκειμένη περίπτωση, έλεγε η υπεράσπιση, δεν υπήρχε ουσιαστικά πρωτογενές θύμα, γιατί πρωτογενές θύμα φερόταν σα να ήταν το έμβρυο, χωρίς αυτό να είναι εφικτό. Σύμφωνα δε, με την ψυχιατρική μαρτυρία, το σοκ του Ενάγοντος προήλθε από τη διαπίστωση του θανάτου του εμβρύου. Η πλευρά του Ενάγοντος είχε τη θέση ότι, το έμβρυο, ενόσω βρίσκεται στη μήτρα της μητέρας του, αποτελεί νομικά μέρος του σώματος της μητέρας του, οπότε, το πρωτογενές θύμα, εν προκειμένω, υπήρχε και ήταν η μητέρα του εμβρύου. Έπειτα, κατά τον Ενάγοντα, το έμβρυο δεν είναι νομικά απροστάτευτο. Ένα παιδί (child) που έχει υποστεί αμελώς ζημιά στη μήτρα (in utero), αλλά γεννηθεί ζωνταντό, μπορεί να διεκδικήσει αποζημιώσεις[4],  ενώ ο αυτουργός της επίθεσης σε μια έγκυο γυναίκα μπορεί να κατηγορηθεί για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, εάν το παιδί γεννηθεί ζωνταντό, αλλά αποβιώσει ως αποτέλεσμα της ζημιάς που υπέστη ενόσω  βρισκόταν στη μήτρα[5]. Μπορεί, κατά τον Ενάγοντα, για τους σκοπούς του κεφαλαίου αυτού, νομικά, να μην μπορεί να θεωρηθεί πρωτογενές θύμα το ίδιο το έμβρυο, ως έμβρυο, που ουδέποτε γεννήθηκε ζωνταντό, ωστόσο, η προοπτική αυτό να καταστεί αυθύπαρκτη ύπαρξη, δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί.

Το Δικαστήριο συμφώνησε με την πλευρά του Ενάγοντος, στο ότι το πρωτογενές θύμα ήταν, σε αυτή την περίπτωση, όντως, η μητέρα, που αποζημιώθηκε για τις ζημιές που υπέστη, ως αποτέλεσμα των γεγονότων που οδήγησαν στην νεκρογέννηση. Εάν και, υπό μια θεώρηση, η ισχυριζόμενη ψυχιατρική ζημιά του Ενάγοντος, θα μπορούσε να συσχετίζεται, ή να σχετίζεται περισσότερο, με την κατάσταση του αγέννητου νεκρού εμβρύου, παρά με την κατάσταση της μητέρας του, θα μπορούσε να θεωρηθεί, νομικά, η ισχυριζόμενη ψυχιατρική ζημιά του, να υφίστατο και ως συνέπεια της βλάβης ή επαπειλούμενης βλάβης στο σώμα της μητέρας, στο βαθμό που το έμβρυο αποτελεί σώμα της. Για την εξήγηση αυτής της προσέγγισης, το Δικαστήριο, σύγκρινε την υπόθεση με την Froggatt v.Chesterfield & Derbyshire NHS Trust, (unreported 13 December 2002 Forbes J), όπου η αμελής διάγνωση καρκίνου οδήγησε σε αχρείαστη δεξιά μαστεκτομή, λέγοντας με απλά λόγια ότι, η καταστροφή του εμβρύου στη μήτρα, είναι μια σωματική ζημιά στη μητέρα, όπως είναι και μια μαστεκτομή, είναι και οι δύο περιπτώσεις απώλειες μέρους σώματος. Ακόμα κι αν και σε αυτή τη νομική σκέψη ένας μαστός δεν μπορεί να συγκριθεί με ένα έμβρυο, νοουμένου ότι δεν εκπροσωπούν τις ίδιες κοινωνικές αξίες και δεν εμπερικλείουν τις ίδιες κοινωνικές προοπτικές, στο κεφάλαιο αυτό, το δίκαιο παραδέχεται εαυτόν ως «παράλογο». Παρόλο που και στην Froggatt υπήρξαν, και εκεί, αποζημιώσεις του πατέρα και υιού, ως δευτερογενών θυμάτων κλινικής αμέλειας, το Δικαστήριο (της Wild), εξέφρασε την αμφιβολία εάν, υπό τα σημερινά νομολογιακά δεδομένα, εάν εκδικάζετο σήμερα η Froggatt θα συνέβαινε το ίδιο.

Το Δικαστήριο, παρά την περίεργη, από φιλοσοφικής σκοπιάς, προσέγγιση του, τελικά, θεώρησε την υπόθεση μέσα από τους γειωμένους «μηχανισμούς ελέγχου» που αναπτύχθηκαν στην Alcock. Για να υπάρχει νομικό έδαφος, θα πρέπει να συντρέχουν όλα αυτά τα στοιχεία που συνιστούν τους «μηχανισμούς ελέγχου», που μπορεί να μην εκτίθενται περιοριστικά στην Alcock, αλλά σίγουρα τίθενται καθοδηγητικά, παρά τα ιδιαίτερα (και ανεπανάληπτα) γεγονότα της υπόθεσης Alcock. Η προσέγγιση της Alcock ήταν και εξακολουθεί να είναι μια προσέγγιση πολιτικής ασφαλείας, που σκόπευσε στον περιορισμό των εν δυνάμει δευτερογενών θυμάτων, και προϋποθέτει:

(α) Να υπάρχει συζυγική ή γονεϊκή σχέση μεταξύ του πρωτογενούς και του δευτερογενούς θύματος,

(β) Η ζημιά του Ενάγοντος, για την οποία αξιώνονται αποζημιώσεις, να έχει προκύψει από ξαφνικό και αναπάντεχο σοκ,

(γ) Ο Ενάγων να ήταν είτε προσωπικά παρών στη σκηνή του συμβάντος, είτε βρισκόταν στην εμβέλεια του και μαρτύρησε τον απόηχο του,

(ζ) Η ζημιά του Ενάγοντος να προέκυψε από την προσωπική μαρτυρία (δια ιδίων αισθήσεων) του θανάτου ή του εξαιρετικού κινδύνου ή της ζημιάς του πρωτογενούς θύματος,

(η) Να μην υπάρχει μόνο φυσική εγγύτητα με το συμβάν, αλλά και χρονική σύνδεση μεταξύ του συμβάντος και της σύλληψη του από τον Ενάγοντα, σε συνδυασμό με την στενή σχέση και επίδραση μεταξύ του πρωτογενούς θύματος και του Ενάγοντος.

Στις υποθέσεις ιατρικής αμέλειας, τελούμενης δια παραλείψεως, η διαπίστωση της αμελούς πράξης είναι, συνήθως, μεταγενέστερη, οπότε, υπάρχει κάποια ιδιαιτερότητα, που δημιουργεί περαιτέρω δυσκολίες στην όλη προσέγγιση του ζητήματος. Τέτοιες, που, προσωπικά, δεν με ικανοποιεί η όλη ανάλυση της Wild. Σε ορισμένα σημεία, άφησε έντονες αμφιβολίες. Η North Glamorgan NHS Trust v. Walters, [2002] EWCA Civ 1792, από την οποία διαφοροποιήθηκε η Wild, αφορούσε σε αμέλεια διάγνωσης οξείας ηπατίτιδας σε βρέφος 10 μηνών, που κατέληξε στο θάνατό του, η μητέρα του έλαβε αποζημιώσεις για το παθολογικό της πένθος. Σε εκείνη την υπόθεση το βρέφος είχε εισαχθεί άρρωστο στο νοσοκομείο και είχαν μεσολαβήσει αρκετές εξετάσεις, μέχρι που του έδωσαν και εξιτήριο χωρίς να του έχουν δώσει την κατάλληλη θεραπεία, για να το επιστρέψουν οι γονείς του, εφόσον υπήρξε υποτροπή. Η μητέρα του ήταν συνεχώς δίπλα του, στο νοσοκομείο, καθ’όλη τη διάρκεια της νοσηλείας του. Είχε βιώσει την αρρώστια, την υποτροπή και το θάνατο του. Και σε εκείνη την υπόθεση ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι η Ενάγουσα δεν είχε μαρτυρήσει προσωπικά την αμελή πράξη, είχε, ωστόσο, υποδειχθεί ότι, θα πρέπει να βλέπει κανείς την ολότητα των στιγμών που συνιστούν το περιστατικό, παρά μια παγωμένη στιγμή στο χρόνο, κάθε γεγονός έχει και τον απόηχο του, που μπορεί να είναι μέρος του ίδιου επεισοδίου. Η Taylor v. Somerset Health Authority [1993] PIQR P262 ήταν υπόθεση ιατρικής αμέλειας, στην οποία ο θάνατος επήλθε σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή, ήταν όμως η κατάληξη της αμελούς πράξης, και ήταν σαφές ότι, η έννοια του «immediate aftermath», που εγώ ονομάζω «απόηχο», που σημαίνει την αμέσως επόμενη χρονική στιγμή της ζημιογόνου πράξης ενόσω ακόμα αυτή επενεργεί, εισήχθη ακριβώς ως μια αναγκαία εξαίρεση, όταν ο λόγος γίνεται για ζημιογόνες πράξεις που δεν εξωτερικεύονται αμέσως, ή που, άλλως πώς, οι συνέπειες τους επέρχονται μεταγενέστερα, και δεν είναι επιδεκτικές μαρτυρίας από κάποιο πρόσωπο την ώρα της τέλεσης τους.

Το Δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, με αρκετό δισταγμό και εμφανή δυσκολία, αναλύοντας το θέμα και επί της λοιπής νομολογίας ιατρικής αμέλειας, όπου υπήρχαν αξιώσεις δευτερογενών θυμάτων, έκρινε, τελικά, ότι η πηγή πρόκλησης του ψυχικού τραύματος του Ενάγοντος ήταν η διαπίστωση ότι ο Matthew έχει ήδη πεθάνει, παρά συνιστούσε προσωπικό βίωμα του απόηχου της αμελούς πράξης που οδήγησε στο θάνατο του Matthew. Συνεπώς, απέρριψε την αξίωση του Ενάγοντος για αποζημιώσεις. Ο επίλογος του όμως περιείχε αρκετή σύγχυση, και ο δρόμος φαίνεται να είναι ανοιχτός για περαιτέρω προβληματισμό.

————————————–

[1] Στις οποίες συμπεριλαμβάνω, εκτός από τα νομολογιακά καθιερωμένα «test», και το κεφάλαιο της δευτερογένειας.

[2] Είναι ένας τομέας που συνδυάζει διάφορεις τομείς, αυτό του δικαίου των αστικών αδικημάτων και ειδικότερα του αδικήματος της αμέλειας, αυτό της νομικής ψυχολογίας, και αυτό της φιλοσοφίας του δικαίου.

[3] Μίτλεττον, Χ. (2014). Η αποζημίωση της ψυχιατρικής ζημιάς στα δευτερογενή θύματα. Ψυχονομικά, 04/09/2014.

[4] Burton v Islington Health Authority, [1993] QB 204

[5] Attorney-General’s Reference (No. 3 of 1994) [1998] AC 245

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s