Τελικά αναποζημίωτα τα θύματα του FASD: Το actus reus ολοκληρώνεται ενόσω το θύμα είναι έμβρυο και όχι πρόσωπο

fasd_chart

Η CP (A Child) v. First-tier Tribunal (Criminal Injuries Compensation), [2014] EWCA CIV 1554, με ενδιαφερόμενο μέρος την Criminal Injuries Compensation Authority (CICA), και παρεμβάσεις από τους British Pregnancy Advisory Service/Birthrights και Pro-Life Research Unit, είμαι μια υπόθεση, στην οποία το Court of Appeal, την 04/12/2014, τοποθετήθηκε εκ νέου επί της νομικής υπόστασης του εμβρύου, με τρόπο που ενδιαφέρει το χώρο του ιατρικού δικαίου, ηθικής και βιοηθικής.

Η υπόθεση αφορούσε σε αξίωση παιδιού για αποζημιώσεις από την CICA, για ζημιά που υπέστη ενόσω ήταν έμβρυο, ως άμεση συνέπεια της κατάχρησης αλκοόλ από τη μητέρα του, κατά τη διάρκεια της κύησης του, και υπό περιστάσεις που ήταν καθόλα γνωστό στη μητέρα του ότι έθετε σε κίνδυνο την υγεία του, με αποτέλεσμα το παιδί να έχει γεννηθεί με τη εμβρυική διαταραχή φάσματος λόγω κατανάλωσης αλκοόλ (Foetal Alcohol Spectrum Disorder) (FASD). Πρόκειται για μια διαταραχή που ταξινομείται περαιτέρω σε Foetal Alcohol Syndrome (FAS) (εμβρυικός Αλκοολισμός), Partial Foetal Alcohol Syndrome (pFAS) (Μερικός Εμβρυικός Αλκοολισμός), Alcohol-Related Birth Defects (ARBD) (Αλκοολικές Συγγενείς Ανωμαλίες), Alcohol-Related Neurodevelopment Disorder (ARND) (Νευρολογικές Αλκοολικές Διαταραχές), και θεωρείται διαταραχή που δεν είναι γενετική, κληρονομική ή ιάσιμη, και δεν παρουσιάζεται σε όλες τις γυναίκες που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους, αλλά σε κάποιες. Όταν δε, εμφανίζεται, συνοδεύεται, συχνά, και από επιμέρους διαταραχές. Το παιδί που γεννιέται με FASD μπορεί να παρουσιάζει καθυστερημένη προγεννητική ανάπτυξη, να έχει δυσλειτουργίες στο κεντρικό νευρικό σύστημα, δυσμορφία στα χαρακτηριστικά του προσώπου, καρδιακές ή νεφρικές ανωμαλίες, εξασθενημένη όραση ή ακοή, εγκεφαλική βλάβη, και άλλα.

Η υπόθεση είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, γιατί συνδέθηκε με το ενδεχόμενο, σε περίπτωση που η κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν ότι υπήρχε δικαίωμα σε αποζημιώσεις, να έπρεπε, και οι γυναίκες που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους, να θεωρούνται ένοχες ποινικού αδικήματος, σε περίπτωση που τα παιδιά τους γεννιούνται με κάποιο πρόβλημα, που μπορεί να συνδεθεί με τη χρήση του αλκοόλ. Η κοινωνική ηθική μπορεί να θέτει το ερώτημα, γιατί οχι; Αρκετές άλλες υποθέσεις ανέμεναν το αποτέλεσμα αυτής της έφεσης, ενώ ο δημόσιος διάλογος, επεκτάθηκε σε διαχρονικά βιοηθικά διλήμματα.

Η CICA είναι μια εκτελεστική αρχή, με έδρα τη Γλασκώβη, η οποία είναι χρηματοδοτούμενη από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Ηνωμένου Βασιλείου, και δέχεται αιτήσεις για αποζημιώσεις, από ανυπαίτια θύματα εγκλημάτων βίας που διαπράχθηκαν στην Αγγλία, Ουαλία, και Σκωτία, ή στην αλλοδαπή με θύματα υπήκοους Ηνωμένου Βασιλείου, τα οποία έχουν προκαλέσει σε αυτά φυσική ή πνευματική βλάβη.

Η CP είχε γεννηθεί τον Ιούνιο 2007 από αλκοολική μητέρα. Το Νοέμβριο 2009 υποβλήθηκε αίτηση στην CICA, από μέρους της CP, για αποζημιώσεις, κάτω από το σχήμα αποζημίωσης του 2008 που είχε εγκριθεί σύμφωνα με την  Criminal Injuries Compensation Act 1995, λόγω του ότι γεννήθηκε με FASD. Η CICA απέρριψε την αίτηση, για το λόγο ότι, σύμφωνα με την κρίση της, δεν επρόκειτο για ζημιά που θα μπορούσε να αποδοθεί άμεσα σε έγκλημα βίας, υπό τους όρους της παραγράφου 8(α) του σχεδίου. Η CP άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής στο First Tier Tribunal, που αποδεχόμενο την έφεσή της, αποφάσισε ότι η CP δικαιούνταν σε αποζημιώσεις, εφόσον η ζημιά της θα μπορούσε να αποδοθεί άμεσα σε έγκλημα βίας, και ειδικότερα στο έγκλημα του άρθρου 23 της Offences Against the Persons Act 1861 (χορήγηση δηλητηρίου ή άλλης επιβλαβούς ουσίας σε οποιοδήποτε πρόσωπο). Η CICA προσέφυγε στο Upper Tribunal, που, με τη σειρά του, αποφάσισε ότι η CP δεν δικαιούνταν σε αποζημιώσεις για εγκληματικές βλάβες, για το λόγο ότι, η CP δεν ενέπιπτε στην έννοια του “προσώπου” υπό το άρθρο 23 της Offences Against the Persons Act 1861, εφόσον υπέστη ζημιά ενόσω αυτή ήταν έμβρυο μέσα στη μήτρα της μητέρας της. Επομένως, και η μητέρα της, δεν διέπραττε ποινικό αδίκημα εναντίον της, με βάση το εν λόγω άρθρο, με την αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ. Η μητέρα της CP ουδέποτε διώχθηκε ποινικά, μέχρι τη δεδομένη στιγμή. Η θέση της πλευράς της CP ήταν ότι, ανεξάρτητα από την απουσία ποινικής δίωξης, θα μπορούσε να υπάρξει αποζημίωση.

Το κύριο ζήτημα που απασχόλησε το Court of Appeal, μεταξύ άλλων, ήταν το κατά πόσο η CP θεωρείται “πρόσωπο”, με δεδομένο ότι η πράξη του άρθρου 23 τελέστηκε ενόσω αυτή ήταν έμβρυο.

Στην Attorney General’s Reference (No 3 of 1994) [1998] A.C. 245 το House of Lords επιλήφθηκε υπόθεσης στην οποία μαχαιρώθηκε έγκυος γυναίκα, με γνώση του δράστη ότι ήταν έγκυος, με αποτέλεσμα, συνεπεία του τραυματισμού της αυτού, να γεννήσει πρόωρα, και το παιδί, που γεννήθηκε ζωντανό, να πεθάνει μετά από 121 ημέρες, λόγω της προωρότητας του. Είχε γίνει δεκτό, στην υπόθεση εκείνη, ότι υπήρχε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του μαχαιρώματος, του πρόωρου τοκετού, και του θανάτου, αλυσιδωτά, αλλά το ζήτημα ήταν κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις αυτές, διαπράχθηκε και ποινικό αδίκημα, φόνος ή ανθρωποκτονία. Η προσέγγιση του House of Lords ήταν ότι, το έμβρυο, είναι ένας διακριτός οργανισμός από τη στιγμή της σύλληψης του, που όμως, στο στάδιο εκείνο, δεν ήταν ούτε ξεχωριστό πρόσωπο, αλλά ούτε και ένα μέρος του σώματος της μητέρας, παρά το ότι, ως οργανισμός, εξαρτάται από τη μητέρα του. Δεν θα μπορούσε να διαπραχθεί φόνος, αλλά θα μπορούσε να διαπραχθεί ανθρωποκτονία. Ο κατηγορούμενος, μαχαιρώνοντας τη μητέρα, σκοπούσε στο να προβεί σε μια παράνομη πράξη, που κάθε λογικός άνθρωπος, θα γνώριζε ότι, θα μπορούσε να βλάψει και ένα άλλο πρόσωπο. Ναι, το έμβρυο, μπορεί να μην είναι ένα πρόσωπο που ζει στην κοινωνία, ανάμεσα μας, όμως η πιθανότητα όπως μια επικίνδυνη πράξη, που απευθύνεται προς μια έγκυο γυναίκα, να προκαλέσει ζημιά και στο παιδί που στη συνέχεια γεννιέται, επιτρέπει στο να θεωρήσει κανείς το παιδί, ότι εμπίπτει και αυτό στο mens rea του δράστη, για τους σκοπούς της ανθρωποκτονίας, ανατρέχοντας στο χρόνο τέλεσης της πράξης. Συνεπώς, θα μπορούσε να διαπραχθεί ανθρωποκτονία, ακόμα κι αν το παιδί δεν ήταν το ίδιο το σκοπούμενο θύμα, και ακόμα και εάν δεν είχε προβλεφθεί ότι θα υπόκειτο ζημιά αφού αυτό θα είχε γεννηθεί ζωντανό.

Το Court of Appeal όμως, στην προκειμένη περίπτωση, θεώρησε την περίπτωση της ανθρωποκτονίας γεννηθέντος ζωντανού προσώπου, με συμπεριφορά που ανατρέχει στο χρόνο, κατά τον οποίο αυτό ήταν έμβρυο, μια εξαίρεση στο γενικό κανόνα ότι το actus reus και το mens rea πρέπει να συνυπάρχουν κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Στην  Attorney General’s Reference το actus reus θεωρήθηκε συνεχές, και ότι αυτό ολοκληρώθηκε με την επέλευση του θανάτου γεννηθέντος ζωντανού προσώπου (που με τη γέννηση του απέκτησε προσωπικότητα), παρά το ότι η τέλεση της πράξης άρχισε ενόσω το φερόμενο θύμα ήταν έμβρυο, εφόσον μπορούσε να διατηρηθεί η αιτιώδης συνάφεια στην αλυσίδα μεταξύ του μαχαιρώματος και του αποτελέσματος του θανάτου. Όμως τυχαίνει κοινής αποδοχής ότι, στις περιπτώσεις της νεκρογέννησης, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί αδίκημα βίας εναντίον εμβρύου. Οπότε, η γέννηση του παιδιού ζωντανού, και η απόκτηση νομικής προσωπικότητας, αποτελεί απαραίτητο στοιχείο, για εξετάζονται όλα τα υπόλοιπα.

Στην Tait [1990] 1 QB 290 απασχόλησε το αδίκημα της απειλής θανάτωσης κατά παράβαση του άρθρου 16 της Offences Against the Person Act, στα συστατικά στοιχεία του οποίου ήταν η απειλή θανάτωσης να αφορά είτε το επαπειλούμενο πρόσωπο είτε τρίτο πρόσωπο. Είχε δε, απασχολήσει, κατά πόσο το έμβρυο θα μπορούσε να λογιστεί ως «τρίτο πρόσωπο» ενάντια στο οποίο θα μπορούσε να πραγματωθεί η απειλή. Η κατάληξη ήταν αρνητική.

Στην περίπτωση του άρθρου 23, η χορήγηση της επιβλαβούς ουσίας (αλκοόλης), είχε τελεστεί, και η τέλεση της πράξης περατώθηκε, ενόσω η CP ήταν έμβρυο. Η περίπτωση αυτή διακρίνεται από την περίπτωση της ανθρωποκτονίας, στην οποία για να ολοκληρωθεί το actus reus θα πρέπει να επέλθει ο θάνατος. Στην περίπτωση του άρθρου 23 το actus reus θεωρείται ότι ολοκληρώνεται με αυτή τη χορήγηση της επιβλαβούς ουσίας. Το Court of Appeal δεν δέχθηκε τη θέση ότι υπήρχε μεν ζημιά στο έμβρυο, αλλά και ζημιά στο γεννημένο ζωντανό παιδί, που ήταν η συνέπεια της πρόκλησης ζημιάς στο έμβρυο, κατά τρόπο που θα έπρεπε να στοιχειοθετείται αιτιώδης συνάφεια. Ό,τι υπέφερε το γεννημένο παιδί, διέκρινε, ήταν οι συνέπειες της ζημιάς που προκλήθηκε στο έμβρυο από τετελεσμένη πράξη, παρά μια πράξη που προσδίδει συνέχεια στο actus reus.

Το Court of Appeal σύγκρινε την περίπτωση με την ιστορική τραγωδία της Θαλιδομίδης, όπως έμεινε γνωστή η μεταπολεμική ιστορία, που απασχόλησε για δεκαετίες την διεθνή κοινωνία, όπου είχαν κυκλοφορήσει στην αμερικανική και ευρωπαϊκή (ειδικά γερμανική) αγορά ηρεμιστικά χάπια με την επωνυμία Thalidomide, για την αντιμετώπιση της πρωϊνής ναυτίας, που εγκρίθηκαν από τους αρμόδιους φορείς, και χορηγούνταν στις εγκύους, πλην όμως, προκάλεσαν πάνω από 10.000 γεννήσεις παιδιών με υπαναπτυγμένα άκρα και άλλες παραμορφώσεις. Η δικαστική διαμάχη, που είχε αρχίσει τη δεκαετία του 70’, δεν κατέληξε στην τιμωρία των προσώπων που διέθεσαν στην αγορά το επικίνδυνο σκεύασμα, τα «θύματα της θαλιδομίδης», που υπέφεραν ενόσω ζούσαν, παρέμειναν αναποζημίωτα, παρά το ότι το μάθημα ήταν, σε άλλους τομείς, μεγάλο.

Και στην προκειμένη περίπτωση, η χρήση του αλκοόλ κατά τη διάρκεια της κύησης, θεωρήθηκε ότι είχε επιφέρει τη ζημιά στην CP η οποία, μετά τη γέννησή της, απλά βίωνε της συνέπειές της, παρά υπόκειτο σε κάποια ζημιά συνεπεία πράξης που συντελέστηκε ενόσω ήταν έμβρυο. Ενόσω ήταν έμβρυο δεν είχε νομική προσωπικότητα και δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια του “προσώπου” του άρθρου 23. Εάν υπήρχαν λόγοι δημοσιού συμφέροντος και λόγοι να αναπτυχθεί μια πολιτική ασφαλείας, αυτό, κρίθηκε ότι, δεν θα έπρεπε να απασχολήσει το Δικαστήριο. Ενόψει της κατάληξης αυτής, τα υπόλοιπα θέματα, παρόλο που εξετάστηκαν, και έδιδαν λόγους απόρριψης της έφεσης, δεν είχαν και ιδιαίτερη σημασία. Η έφεση απορρίφθηκε. Στο σχέδιο αποζημίωσης του 2012, η CICA, εξαίρεσε ρητά την αποζημίωση αυτών των περιπτώσεων. Σε χρονικό διάστημα ενός έτους, το 2012-2013, τα θύματα του FASD υπερβαίνουν τα 250.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s