Η αξία των ΜΕΜΟ και το ύψος του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους

Με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην Emporiki Bank – Cyprus Ltd v. 1) Hyland Gerald Michael, Αρ.αγ.1546/2011, ημερομηνίας 04/02/2015, στην οποία εξετάστηκε το ζήτημα της επιβάρυνσης ακίνητης περιουσίας με εγγραφή δικαστικής απόφασης (ΜΕΜΟ), πολύ μεγαλύτερης αξίας, σε σχέση με το ύψος του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, καταλήγοντας στον περιορισμό των εγγραφών, εκθέτω κάποιες σκέψεις, όχι κατ ανάγκην αντίθετες, παράλληλες, σε κάποια σημεία, διαφορετικές, σε άλλα, ειδικά σε αυτά που προσεγγίζουν την έννοια του «μέτρου εκτέλεσης». Είναι, αλήθεια, συχνός ο προβληματισμός ενός εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη, γιατί να επιβαρύνεται το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του για ένα χρέος αρκετά μικρότερο. Ένας προβληματισμός, που, εν καιρώ οικονομικής κρίσης, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αλλά και πέραν από την οικονομική κρίση, για επιχειρήσεις, όπου ένα μικρό χρέος μπορεί, με τη δέσμευση του συνόλου της ακίνητης περιουσίας τους, να τους οδηγήσει σε πάγωμα των εργασιών τους.

H επιβάρυνση ακινήτου με την εγγραφή δικαστικής απόφασης (ΜΕΜΟ), που θεσπίζει το άρθρο 53 του Κεφ.6, είναι μέτρο εκτέλεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 14 § 1 του Κεφ.6, που αναφέρεται στις μεθόδους εκτέλεσης:

14. –(1) Κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:-

(α) …

(β) με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνση αυτής με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης

(γ) …

(δ) …

(ε) …

Η επιβάρυνση ακινήτου με εγγραφή δικαστικής απόφασης αποτελεί μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, όπως και η πώληση ακινήτου. Το μέρος V του Κεφ.6 αναφέρεται στην Εκτέλεση επί των Ακινήτων, και ρυθμίζει τις μεθόδους εκτέλεσης του άρθρου 14 (1)(β). Τα άρθρα 22 μέχρι 52 αναφέρονται στην πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, και τα άρθρα 53 μέχρι 62 αναφέρονται στην επιβάρυνση με εγγραφή δικαστικής απόφασης. Τα άρθρα 63 μέχρι 70 αναφέρονται στην εγγραφή ακινήτου στο όνομα οφειλέτη χρέους με σκοπό την εκτέλεση. Το άρθρο 71 θεσπίζει το δικονομικό δικαίωμα κάθε ενδιαφερόμενου προσώπου να προσβάλει την εγγραφή που διενεργήθηκε δυνάμει του μέρους αυτού (εννοώντας το Μέρος V του Κεφ.6), με αίτηση για ακύρωση.

Η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης ως θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα

Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι, η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης, αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα ενός πιστωτή, με συνταγματικές καταβολές και προεκτάσεις. Η παροχή έννομης προστασίας αποτελεί σπουδαίο κοινωνικό αγαθό, που κατοχυρώνεται τόσο από το Σύνταγμα, όσο και σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, και χαρακτηρίζεται, πρώτα, ως κοινωνικό, και έπειτα ως ατομικό δικαίωμα. Το άρθρο 30 §§ 1 και 2 Σ προνοεί ότι, σε κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να απαγορευτεί η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, πρόνοια δια της οποίας παρέχεται ευρύτερη συνταγματική κάλυψη, που δεν περιορίζεται μόνο στο δικαίωμα πρόσβασης στα Δικαστήρια, ακρόασης, διάγνωσης, και οριστικής δικαιοδοτικής επίλυσης της διαφοράς. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περιέχει στο άρθρο 6 § 1 πρόβλεψη της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης ως αυτοτελές δικαίωμα.

Ένας πολίτης μπορεί να αξιώσει έννομη προστασία με μια από τις τρεις ειδικότερες μορφές της, μέσω της διαγνωστικής δίκης, η οποία αφορά στην αυθεντική διάγνωση και επίλυση των διαφορών με την έκδοση δικαστικής απόφασης, μέσω των προσωρινών διαταγμάτων, και μέσω της εκτέλεσης. Η εκτέλεση ενδεχομένως να είναι και η σπουδαιότερη μορφή έννομης προστασίας, εφόσον αποτελεί τη δικαιοτελεστική λειτουργία της δικαιοσύνης, με την οποία «πραγματώνεται» το δίκαιο, επιτυγχάνεται η υλική πραγματοποίηση της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, δια της κρατικής επιβολής. Γι’ αυτό στο σύμβολο της δικαιοσύνης βλέπουμε, εκτός το ζυγό, και το ξίφος.

Η διαταγή του άρθρου 30 § 1 Σ και τα δικαίωματα για προσφυγή ή πρόσβαση στο δικαστήριο, ακρόαση, και δικαιοκρατική διάρθρωση της δίκης, η δικαιοδοτική λειτουργία της δικαιοσύνης, θα ήταν μάλλον μετέωρα ή πλατωνικά ή άνευ ουσιαστικού αντικρύσματος[1], εάν η έννομη τάξη δεν διασφάλιζε τον εκάστοτε επιτυχόντα διάδικο ότι ο αντίδικός του θα εξαναγκαστεί από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας να συμμορφωθεί προς το διατακτικό της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε, εάν δηλαδή δεν υπήρχε αυτή η δικαιοτελεστική λειτουργία του δικαίου. Όπως λέχθηκε, το δικαίωμα εκτέλεσης, δεν αποτελεί απλά την πιο προωθημένη βαθμίδα όλων των δικονομικών δικαιωμάτων, αλλά τα προϋποθέτει και τα εμπερικλείει, όχι σαν ένα οικοδόμημα με διάφορα πατώματα, από τα οποία το τελευταίο δεσπόζει επί των άλλων, αλλά με τη μορφή της «ρώσικης κούκλας», όπου το ορατό εξωτερικό κέλυφος κλείνει μέσα του και αποτελείται από όλα τα μικρότερου μεγέθους στρώματα.

Η κοινωνική διάσταση του δικαιώματος είναι ότι καθιερώνεται μη αγώγιμη υποχρέωση της Πολιτείας να θεσπίσει επαρκή μέσα εξαναγκασμού για την ικανοποίηση δικαστικών αποφάσεων. Η ατομική διάσταση του δικαιώματος είναι ότι καθιερώνεται αγώγιμη αξίωση έναντι της Πολιτείας να μην εμποδίζει, με νομοθετικούς ή άλλους περιορισμούς, την επιδίωξη εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων[2]. Σύμφωνα με άλλη άποψη[3]:

η παροχή δικαστικής προστασίας έχει διττή νομική φύση: αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου και των ομάδων, αλλά και θεσμική εγγύηση για την οργάνωση και λειτουργία της δικαιοσύνης ή συνταγματική αρχή, που διέπει και καθοδηγεί την ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης

Με την άσκηση του δικαιώματος αυτού, του δικαιώματος εκτέλεσης, ο πιστωτής καταφεύγει στην Πολιτεία και ζητά από αυτήν να πειθαναγκάσει τον οφειλέτη του, ο οποίος δεν συμμορφώνεται εκούσια με το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, να συμμορφωθεί με αυτό. Η εκτέλεση είναι ουσιαστικά η δημόσια αξίωση του πιστωτή απέναντι στο Κράτος να λάβει αυτό, με τα αρμόδια όργανά του, τα κατάλληλα «βίαια» μέτρα προς ικανοποίηση της αξίωσης που έχει ο πιστωτής απέναντι στον οφειλέτη του, όταν ο οφειλέτης του δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου απέναντι στον πιστωτή του.

Στο στάδιο της εκτέλεσης επιδιώκεται η πραγματική κοινωνική αποκατάσταση της έννομης τάξης, που διαταράχθηκε με την παράλειψη συμμόρφωσης του οφειλέτη στο περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης. Αυτή η υποχρέωση του Κράτους λειτουργεί και ως αντιστάθμισμα της απαγόρευσης της αυτοδικίας. Η εκτέλεση, ως τέτοια, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια μορφή νομιμοποιημένης αναγκαστικής «κρατικής βίας» στην περιουσία του οφειλέτη, προς ικανοποίηση των απαιτήσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή. Συνεπώς, ως έννοια, διαδικασία και θεσμός εμπεριέχει αυτή την έννοια της εκβίασης, ως μέσο για την επίτευξη του σκοπού του εξαναγκασμού σε ικανοποίηση της αξίωσης του πιστωτή.

Η ηθική πίεση που ασκείται προς τον οφειλέτη, μέσω των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, για εκούσια εκπλήρωση των υποχρεώσεων του προς τον πιστωτή, είναι όχι μόνο θεμιτή, για το σκοπό ύπαρξης και για τη φύση της εκτέλεσης, αλλά και βασικό συστατικό αυτής της έννοιας του εξαναγκασμού[4], που ενυπάρχει στην εκτέλεση, ως αναγκαστική εκτέλεση.  Ειδικότερα, ο «εξαναγκασμός» σημαίνει, σύμφωνα «επιβολή με τη βία ή με πιέσεις»[5]. Σαφώς, η έννοια του εξαναγκασμού δεν ταυτίζεται με την έννοια της «καταπίεσης», η οποία σημαίνει την «ισχυρή πίεση». Το κατά πόσο όμως η πίεση που συνηθισμένα ασκείται κατά τη διαδικασία εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης περιέρχεται σε σημείο καταπίεσης, είναι ζήτημα πραγματικό.

Ειδικότερα, τα δύο ουσιώδη στοιχεία της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης είναι η αυτούσια (in natura) ικανοποίηση των αξιώσεων του πιστωτή, που περιέχει η απόφαση, και η κρατική επιβολή. Η αξίωση του πιστωτή, εφόσον στρέφεται απέναντι στο Κράτος, εξελίσσεται στο πλαίσιο του δημοσίου δικαίου, συνδέει τον πιστωτή με την Πολιτεία και την Πολιτεία με τον οφειλέτη, είναι, επομένως, μια τριμερής σχέση με δύο σκέλη, στην οποία ούτε ο πιστωτής ούτε ο οφειλέτης συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις δημοσίου δικαίου. Στο ένα σκέλος αυτής, ο πιστωτής αξιώνει απέναντι στην Πολιτεία, που είναι υποχρεωμένη να λάβει τα κατάλληλα μέτρα εξαναγκασμού για την ικανοποίηση του πιστωτή. Στο άλλο σκέλος αυτής, ο οφειλέτης είναι υποχρεωμένος να υπακούσει στην Κρατική επιταγή, μέσω της οποίας εξαναγκάζεται να ανεχθεί την εις βάρος του εκτέλεση, επίσης χωρίς να προβάλλει αντίσταση και χωρίς να αυτοδικεί. Η κρατική επιβολή μπορεί να ασκηθεί άμεσα, (π.χ. αφαίρεση από τον οφειλέτη και λήψη στην εξουσία του Κράτους της περιουσίας του οφειλέτη και την παράδοση τους στον πιστωτή), έμμεσα (π.χ. δέσμευση της περιουσίας του οφειλέτη, προκειμένου να εκποιηθεί σε πλειστηριασμό και από το εκπλειστηρίασμα να ικανοποιηθούν οι πιστωτές του οφειλέτη) ή με αναπληρωματικό τρόπο (π.χ. επιβολή χρηματικής ποινής, ώστε να εκβιαστεί ο οφειλέτης να εκπληρώσει εκούσια τις υποχρεώσεις του).

Η συνταγματική χροιά του δικαιώματος εκτέλεσης του πιστωτή, μέσω της σύνδεσης του με την παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή εκτέλεσης, υποβάλλει, σε μια πρώτη διάσταση ότι, νομοθετικοί περιορισμοί που ματαιώνουν την ικανοποίηση της αξίωσης του πιστωτή δεν μπορούν να είναι ανεκτοί, και ισοδυναμούν με περιορισμό της πρακτικής σημασίας της έννομης προστασίας. Όπως λέχθηκε, το δικαίωμα εκτέλεσης, ως εκ της φύσεως του, δεν υπόκειται ακριβώς σε «περιορισμούς», παρά μόνο σε προσδιορισμούς, που χαρακτηρίστηκαν διαδικαστικές προϋποθέσεις ή διατυπώσεις. Δηλαδή, το αντικείμενο της νομοθετικής εκείνης ρύθμισης που θα αναφέρεται στο δικαίωμα για εκτέλεση, δεν μπορεί να αναφέρεται στο αν, αλλά στο πώς της εκτέλεσης[6].

Η ανεπιφύλακτη πρόβλεψη του δικαιώματος έννομης προστασίας επιτάσσει ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί ένας γενικός περιορισμός πάνω σε εξωσυνταγματική βάση (π.χ. στη βάση της κοινωνικής ειρήνης) ή υποδεέστερης τυπικής ισχύος βάση[7]. Έπειτα, η κοινωνική διάσταση του δικαιώματος εκτέλεσης, και η θεώρησή του ως θεσμικής εγγύησης, συνηγορεί προς το ότι ο ανεπίτρεπτος περιορισμός ή η ολοσχερής κατάργησή της θα προσέκρουε σε κοινωνικό και θεσμικό κεκτημένο. Περαιτέρω, στο δικαίωμα εκτέλεσης έχει δοθεί και μια επιπρόσθετη συνταγματική χροιά, στο βαθμό που η αποτελεσματική πραγμάτωση της δικαιοσύνης συνιστά εγγενές και αμετακίνητο στοιχείο της αξίας του ανθρώπου[8], και στο βαθμό που η αποτελεσματική υλοποίηση του δικαίου αποτελεί αυτό το «εξωτερικό κέλυφος» της δικαιοσύνης, τη φαινόμενη δικαιοσύνη, αυτή που δημιουργεί και συντηρεί την εμπιστοσύνη και το σεβασμό προς την ύπαρξη των Δικαστηρίων και τη δικαιοσύνη ως θεσμό, συνακόλουθα, που δημιουργεί την ασφάλεια δικαίου.

Στη βάση των ανωτέρω, και στο βαθμό που ο εξαναγκασμός του οφειλέτη σε ικανοποίηση της αξίωσης του πιστωτή, που είναι ο σκοπός της εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, ταυτίζεται με την έννοια της εκβίασης, δια της κρατικής επιβολής, για ικανοποίηση της αξίωσης του πιστωτή, δεν ευσταθεί, κατ’ αρχήν, η θέση ότι το δικαίωμα για εγγραφή δικαστικής απόφασης πρέπει να χρησιμοποιείται …. …. όχι με σκοπό τον εκβιασμό του εκάστοτε οφειλέτη για αποπληρωμή του εξ’ αποφάσεως χρέους, καθώς μια τέτοια εισήγηση είναι αντίθετη προς το σκοπό της αναγκαστικής εκτέλεσης, και δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα εκτέλεσης και τη σημαντικότητα αυτού. Η έννοια της «εγγύησης» του άρθρου 53 του Κεφ.6 συζητείται εκτενώς κατωτέρω. Νοείται ότι, η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης τελεί υπό τον έλεγχο του δικαστηρίου, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, ελέγχει «τα όρια», το σημείο εκείνο όπου η συνηθισμένη πίεση μετατρέπεται σε καταπίεση, και τις επιπτώσεις αυτής, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά εκτίθενται, κάθε φορά, ενώπιον του.

Το δικαίωμα ιδιοκτησίας

Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας είναι ατομικό δικαίωμα, το οποίο είναι επίσης διεθνώς και Συνταγματικά (άρθρο 23 Σ) κατοχυρωμένο, και που τελεί υπό την προστασία του Κράτους. Το δικαίωμα του καθενός στην ιδιοκτησία έγκειται στην ελευθερία χρησιμοποίησης (απόλαυσης) και διάθεσης εν ζωή ή αιτία θανάτου της ιδιοκτησίας του. Ακόμα και πριν την επικράτηση του συνταγματισμού στη δυτική Ευρώπη η ιδιοκτησία θεωρείτο η εξωτερική σφαίρα της προσωπικής ελευθερίας[9]. Η Συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας καθιερώνει, κατ’ αρχήν, δικαίωμα για ειρηνική, προστατευμένη από κρατικές παρεμβάσεις, απόλαυση της περιουσίας, και πλαισιώνει μια σπουδαία πλευρά της οικονομικής ελευθερίας. Το άρθρο 23 § 1 Σ προνοεί τα ακόλουθα:

23.1. Ο καθένας, μόνος ή από κοινού με άλλους, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχει, να απολαύει ή να διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία και δικαιούται να απαιτεί τον σεβασμό του δικαιώματος του αυτού. …

Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας δεν είναι απόλυτο. Οι §§ 2 και 3 του άρθρου 23 Σ προνοούν τα ακόλουθα:

23.2. Στέρηση ή περιορισμός οποιουδήποτε τέτοιου δικαιώματος δεν μπορεί να επιβληθεί, εκτός όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο.

23.3. Η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να υποβληθεί με νόμο σε όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς, που είναι απόλυτα απαραίτητοι για το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημόσιων ηθών ή της πολεοδομίας ή της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης οποιασδήποτε ιδιοκτησίας για προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας ή για προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. …

Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία υποβάλλεται τόσο σε άμεσους συνταγματικούς περιορισμούς, δηλαδή περιορισμούς που προβλέπονται στην ίδια τη διάταξη που τα θεσπίζει, όπως είναι ο περιορισμός της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, όσο και σε επιφύλαξη υπέρ του νόμου. Όπως επισημάνθηκε[10]:

στο πεδίο της συνταγματικής προστασίας της ιδιοκτησίας η περιοριστική ρήτρα του γενικού συμφέροντος ταυτίζεται τελικά με μια γενική επιφύλαξη υπέρ του νόμου.

Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι, το περιεχόμενο και η λειτουργία της έννοιας της ιδιοκτησίας μπορούν και πρέπει να προσαρμόζονται στην αλλαγή των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών[11], εξ ου και η ευρύτητα των περιορισμών αυτού του δικαιώματος.

Στην έννοια του δικαιώματος ιδιοκτησίας εμπίπτουν όλα τα περιουσιακής φύσης και κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, ωστόσο η ελλαδική νομολογία έκλινε προς την κρίση ότι οι ασφαλιζόμενες με υποθήκη απαιτήσεις και τα εμπράγματα δικαιώματα που τις εξασφαλίζουν δεν δέχονται, κατ’ αρχήν, την προστασία της ιδιοκτησίας[12]. Δηλαδή, το εμπράγματο βάρος που επωφελείται ο πιστωτής επί της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη δεν θεωρείται ιδιοκτησία του πιστωτή, παρόλο που έχει περιουσιακή αξία. Ουσιαστικά, η συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας περιορίζεται στο δικαίωμα της κυριότητας, με αναφορά, τόσο στην τυπική ύπαρξη της νομικής σχέσης της κυριότητας μεταξύ του κύριου και του πράγματος, όσο και στην ουσιαστική δυνατότητα ανεμπόδιστης και αποκλειστικής χρήσης και κάρπωσης του πράγματος. Η προερχόμενη, είτε από νομικές ρυθμίσεις, είτε από πραγματικές επεμβάσεις, απώλεια του οικονομικού προορισμού και συνεπώς κατάλυση της οικονομικής αξίας του πράγματος καθιστά την ιδιοκτησία αδρανή και κενή περιεχομένου και άρα αντίκειται στο Σύνταγμα[13].

Παρά το ότι οι περιορισμοί που επιδέχεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας είναι αυξημένοι σε σχέση με άλλα συνταγματικά δικαιώματα, νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα του νομοθέτη να συρρικνώσει την ιδιοκτησία δεν επεκτείνεται σε βαθμό που να επιφέρει εξαφάνιση ή αδρανοποίηση του προορισμού της, δηλαδή εκμηδενισμό και πλήρη αποδυνάμωση του δικαιώματος, αφού η συνταγματική προστασία με την οποία περιφρουρείται η ιδιοκτησία είναι πλήρης. Η διάθεση του αντικειμένου της ιδιοκτησίας αποτελεί επιμέρους δικαίωμα της ιδιοκτησίας, και επιδέχεται επίσης αρκετούς περιορισμούς. Οι περιορισμοί της διάθεσης της ιδιοκτησίας, αιτία θανάτου, επιβάλλονται από τη συνταγματική προστασία της οικογένειας και εκφράζονται μέσα από το θεσμό της νόμιμης μοίρας των συγγενών του κληρονομούμενου. Εκεί όμως ο προσδιορισμός της έκτασης ανήκει στον κοινό νομοθέτη, ο οποίος δεν μπορεί να φτάσει ως την εξουθένωση της ελευθερίας διάθεσης. Η διάθεση της ιδιοκτησίας με δικαιοπραξία εν ζωή μπορεί επίσης να περιοριστεί με διάφορους τρόπους, αλλά και πάλι με όριο τη μη εξουθένωση της ελευθερίας διάθεσης.

Η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ως αναγκαστική επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας

Η άσκηση του δικαιώματος του πιστωτή για εκτέλεση, ως μορφή του δικαιώματος έννομης προστασίας, προϋποθέτει την κρατική επέμβαση στην ιδιωτική σφαίρα του οφειλέτη. Η διαδικασία εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, καθώς σαν μέτρο εκτέλεσης χρησιμοποιεί τη δέσμευση, την κατάσχεση ή την αναγκαστική απαλλοτρίωση (πλειστηριασμό) όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη (κινητών, ακινήτων κλπ), περιορίζει, αναγκαστικά, το ατομικό δικαίωμα ιδιοκτησίας, με την έννοια του ότι η υλοποίηση του δικαιώματος εκτέλεσης καθίσταται ανέφικτη χωρίς αντίστοιχο περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Όταν η εκτέλεση προϋποθέτει έρευνα στην κατοικία, σωματική έρευνα, κλπ. υπάρχουν αντίστοιχες επεμβάσεις σε περαιτέρω ατομικά δικαιώματα. Στην προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας του οφειλέτη αντιστοιχεί κατοχυρωμένο θεμελιακό δικαίωμα του πιστωτή να τεθεί στη διάθεση του η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση της αξίωσης του. Οι διατάξεις που ρυθμίζουν τις διαδικασίες εκτέλεσης, στο βαθμό που αποτελούν θεσμικά επιβεβλημένο περιορισμό των δικαιωμάτων του οφειλέτη, θα πρέπει να είναι, γι’ αυτό, νομικά αναγκαίες, τυπικές, αυστηρές και άκαμπτες (βλ. και άρθρο 15 Κεφ.6). Η σχέση που δημιουργείται με τη διαδικασία εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, διέπεται από αυστηρούς όρους νομιμότητας και τυπικότητας. Τα όργανα εκτέλεσης μπορούν να επιχειρήσουν επέμβαση στην ιδιωτική σφαίρα του οφειλέτη μόνο όταν τηρηθούν πιστά αυτές οι προϋποθέσεις του νόμου.

Η άποψη ότι από την επέμβαση αυτή επέρχεται «νομική σύγκρουση», ώστε να επιβάλλεται στάθμιση αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων, δεν τυχαίνει πλήρους αποδοχής. Στη σύγχρονη έννομη τάξη του κοινωνικού ανθρωπισμού αναγνωρίζεται μόνο η εξουσία του ατόμου στο άτομό του, και όχι πάνω σε άλλα άτομα, επομένως, η έννοια της «νομικής σύγκρουσης» δεν ισχύει, αλλά, στην πραγματικότητα, ο ένας φορέας θίγει το δικαίωμα του άλλου. Εάν δεχθούμε ότι με την αναγκαστική εκτέλεση μίας δικαστικής απόφασης, εκτός από επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, επέρχεται και μια μορφή «πραγματικής σύγκρουση», θα πρέπει να βρούμε ποιος είναι ο «αμυνόμενος» και ποιος ο «επιτιθέμενος» (ποιος προσβάλλει το δικαίωμα ποιου), κάτι που σε επίπεδο συνταγματικών δικαιωμάτων δεν είναι πάντα κατορθωτό. Παρακάμπτοντας αυτή την αδυναμία, η αρχή της πρακτικής εναρμόνισης των «πραγματικά συγκρουόμενων» δικαιωμάτων συνεπάγεται την απαίτηση σεβασμού της εύλογης σχέσης των χρησιμοποιούμενων μέσων προς τον επιδιωκόμενο σκοπό ή της συνάφειας του μέσου προς το σκοπό, οπότε παραπέμπει στο λειτουργικό περιεχόμενο της αρχής της αναλογικότητας[14]. Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα πραγματικά δεδομένα, και η εκτίμηση να γίνεται κατά τρόπο ώστε η σχετική δικαστική κρίση να μπορεί να συναντήσει ευρύτερη αποδοχή[15], ή άλλως πώς, να είναι διυποκειμενικά δεκτή, ακριβώς διότι είναι γενικεύσιμη σε κάθε περίπτωση, ασχέτως προς το πρόσωπο αυτού που κρίνεται κάθε φορά[16]. Δεν μπορεί, κατά την γνώμη μου, να προβαίνει, ένα Δικαστήριο, σε μια τέτοια διυποκειμενικά δεκτή και γενικεύσιμη, σε κάθε περίπτωση, κρίση, ότι η δέσμευση ακίνητης περιουσίας μεγαλύτερης αξίας από το ύψος της απαίτησης της δικαστικής απόφασης δεν επιτρέπεται, περιγράφοντας το δικαστικό αυτό έργο ως ορθή ερμηνεία του άρθρου 53 του Κεφ.6.

Η επιβάρυνση γης με εγγραφή δικαστικής απόφασης ως εμπράγματο βάρος – η φύση και η έκταση του περιορισμού

Το άρθρο 53 του Κεφ.6 θεσπίζει το μέτρο εκτέλεσης της επιβάρυνσης ακινήτου με εγγραφή απόφασης, ως εξής:

53. Ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται, όπως ορίζεται πιο κάτω, αφού εγγράψει τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, να καταστήσει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία επί της οποίας ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) και η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, εγγύηση για την πληρωμή του εκ δικαστικού αποφάσεως χρέους.

Το άρθρο 57 του Κεφ.6 διαλαμβάνει τα αποτελέσματα της εγγραφής, ως ακολούθως:

 57. Κατά τη διάρκεια της ισχύος της εγγραφής, το συμφέρον του οφειλέτη χρέους επί της ιδιοκτησίας επιβαρύνεται με την πληρωμή του οφειλόμενου χρέους δυνάμει της δικαστικής απόφασης κατά προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών ή υποχρεώσεων του οφειλέτη χρέους με τα οποία δεν επιβαρύνθηκε ειδικά η ιδιοκτησία πριν από την κατάθεση του σημειώματος, και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε μεταβίβαση ή υποθήκευση που έγινε μετά την εγγραφή της δικαστικής απόφασης, η ιδιοκτησία ή τόσο μέρος αυτής όσο θα ήταν αναγκαίο να πωληθεί προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης, διατάσσεται από το δικαστήριο, σε οποιοδήποτε χρόνο ενόσω η εγγραφή παραμένει σε ισχύ, να πωληθεί προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Ως μέσο θεραπείας για κάθε πρόσωπο στο όνομα του οποίου έχει τυχόν μεταβιβαστεί αυτή ή στο οποίο έχει τυχόν υποθηκευτεί, παραμένει μόνο η αξίωση αποζημίωσης κατά του προσώπου που μεταβίβασε ή που υποθήκευσε την ιδιοκτησία σε αυτό.

Η εγγραφή της δικαστικής απόφασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί του ακινήτου. Σύμφωνα με το άρθρο 12 § 5 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965) ως τροποποιήθηκε, στην οποία παραπέμπει η ερμηνευτική διάταξη του νόμου:

12 (5) Εν τω παρόντι άρθρω-

(α) “εμπράγματον βάρος” σημαίνει άμεσον τινα επί ακινήτου απαίτησιν, δικαίωμα επιβαρύνσεως (lien) ή υποχρέωσιν, υφισταμένην δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου.

Περαιτέρω, στο Πρώτο Παράρτημα, Μέρος Ι του νόμου, στον κατάλογο εμπραγμάτων βαρών, συγκαταλέγεται και η εγγραφή δικαστικής αποφάσεως που γίνεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 53 του Κεφ.6. Στο άρθρο 12 (α) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965) τίθεται ο βασικός κανόνας της απαγόρευσης μεταβίβασης ακίνητης ιδιοκτησίας που βαρύνεται με εμπράγματο βάρος, ενώ δεν γίνεται δεκτή δήλωση μεταβίβασης ακίνητου που υπόκειται σε εμπράγματο βάρος. Η απαγόρευση μεταβίβασης ακίνητης ιδιοκτησίας που βαρύνεται με εμπράγματο βάρος δεν είναι απόλυτη, εφόσον το άρθρο 12Α του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965) προνοεί διαδικασία πώλησης βεβαρυμένου, με εμπράγματο βάρος, ακινήτου. Η διαδικασία αυτή του άρθρου 12Α ευνοεί τον κύριο του ακινήτου, διότι του επιτρέπει να βρει ο ίδιος αγοραστή και να πωληθεί το επιβαρυμένο ακίνητο στην αγοραία αξία του. Η προϋπόθεση του προσδιορισμού της αγοραίας αξίας του ακινήτου από το Δικαστήριο διασφαλίζει τους πιστωτές με την εγγύηση ότι το ακίνητο δεν θα πωληθεί σε τιμή χαμηλότερη της αξίας του.

Η σύσταση εμπράγματου βάρους δεν συνιστά μεταβίβαση ιδιοκτησιακού δικαιώματος ούτε συνεπάγεται την παράδοση της κατοχής της ιδιοκτησίας στον πιστωτή. Ο πιστωτής που εγγράφει τη δικαστική του απόφαση αποκτά ένα sui generis εμπράγματο δικαίωμα που συνίσταται στην προνομιακή ικανοποίηση του από το βεβαρυμένο ακίνητο σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της απαίτησης που περιέχεται στον τίτλο της απόφασης και εκποίησης του ακινήτου. Η έννομη συνέπεια της εγγραφής ΜΕΜΟ είναι ουσιαστικά η δέσμευση της ακίνητης ιδιοκτησίας και η εξασφάλιση που παρέχει στον πιστωτή για την προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης, σε περίπτωση εκποίησης, ανεξάρτητα από το ποιος θα ενεργοποιήσει αυτή τη διαδικασία εκποίησης. Οπότε ήδη, έχουμε δύο στοιχεία που συνθέτουν την έννοια της «εγγύησης» του άρθρου 53 του Κεφ.6, το ένα της διασφάλισης της προνομιακής ικανοποίησης σε περίπτωση πώλησης, και το άλλο, της διασφάλισης ότι το ακίνητο δεν θα πωληθεί σε τιμή χαμηλότερη της αξίας του.

Αποτέλεσμα αυτής της δέσμευσης είναι ο ιδιοκτήτης του να μην μπορεί να το μεταβιβάσει ελεύθερα σε τρίτο πρόσωπο, είτε χωρίς την προηγούμενη εξάλειψη του βάρους από τον πιστωτή, είτε χωρίς την ακολουθία της διαδικασίας του άρθρου 12Α του του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965). Ο ιδιοκτήτης μπορεί να κατέχει, να χρησιμοποιεί, να καρπώνεται και να εκμεταλλεύεται την επιβαρυνόμενη ιδιοκτησία, ακόμα και να συμβληθεί για την εκποίηση της, αναλαμβάνοντας σχετική ενοχική υποχρέωση, αλλά δεν μπορεί να προβεί στη μεταβίβασή της σε τρίτο πρόσωπο. Ωστόσο, μπορεί να προβεί σε μεταβίβαση του βεβαρυμένου ακινήτου, είτε μετά την εξάλειψη του ΜΕΜΟ από τον πιστωτή, που επωφελείται του εμπράγματου βάρους, είτε ακολουθώντας τη διαδικασία του άρθρου 12Α του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965). Οπότε, ο περιορισμός αφορά μόνο σε μια συγκεκριμένη πτυχή του δικαιώματος ελεύθερης διάθεσης της ιδιοκτησίας, ως προς τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος διάθεσης (χωρίς την παράκαμψη των πιστωτών), παρά συνιστά πλήρη απαγόρευση διάθεσης και εξουθένωση του δικαιώματος διάθεσης, και σαφώς, ως μέτρο, δεν είναι στην ίδια έκταση επαχθές με την αναγκαστική εκποίηση της ιδιοκτησίας, που συνιστά ολοκληρωτική στέρηση της ιδιοκτησίας επί συγκεκριμένων ακινήτων. Συνεπώς, η εγγραφή δικαστικής απόφασης με βάση το άρθρο 53 του Κεφ.6 δεν συνιστά περιορισμό του δικαιώματος διάθεσης και εκμετάλλευσης της ακίνητης περιουσίας, τάχα επειδή ο ιδιοκτήτης αυτής δεν μπορεί να τη διαθέσει χωρίς πρώτα να απαλειφθούν τυχόν ΜΕΜΟ. Όσο αφορά την αναφορά σε περιορισμό του δικαιώματος «εκμετάλλευσης», η «εκμετάλλευση» σημαίνει την χρησιμοποίηση της ιδιοκτησίας για προσκόμιση οφέλους, την αξιοποίηση της ύπαρξης της, και προϋποθέτει η ακίνητη ιδιοκτησία να βρίσκεται στη διάθεση του προσώπου που την εκμεταλλεύεται, ή, εάν παραχωρεί την κατοχή της ή άλλο δικαίωμα επί αυτής, τουλάχιστον να την κυριαρχεί, με κάποιο τρόπο, προς όφελος του. Είναι έννοια που εμπεριέχει διάρκεια και συνέχεια και αποτελεί επιμέρους πτυχή της έννοιας της διαχείρισης, παρά είναι μια πράξη μεμονωμένης εξασφάλισης οφέλους. Η εκποίηση της ακίνητης ιδιοκτησίας και η αποσύνδεση της από τον οφειλέτη, ως φορέα της, δεν είναι ακριβώς μορφή εκμετάλλευσης της, αλλά ο επίλογος μια τέτοιας εκμετάλλευσης.

Περαιτέρω, φαίνεται ότι, το άρθρο 57, αναφερόμενο στην  «…ιδιοκτησία ή τόσο μέρος αυτής όσο θα ήταν αναγκαίο να πωληθεί προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης…», καθιστά ακόμα πιο σαφές ότι, εάν η δέσμευση, ως τέτοιο μέτρο, αφορά σε οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία επί της οποίας έχει συμφέρον ο οφειλέτης, το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια, αποφαινόμενο επί σχετικής αίτησης για εκποίηση, όπου ενεργοποιείται το δραστικότερο μέτρο της πώλησης ακίνητης περιουσίας, σε εκείνο το στάδιο, να περιορίσει την έκταση της ιδιοκτησίας που θα πωληθεί στο απόλυτα αναγκαίο για την ικανοποίηση της απόφασης και των εξόδων εκτέλεσης. Όμως, το μέτρο της επιβάρυνσης με την εγγραφή δικαστικής απόφασης, ως αυτοτελές μέτρο εκτέλεσης, διακριτό από το μέτρο της πώληση, και ως μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης που εξαντλεί τις εκτελεστικές του δυνατότητες σε αυτό το πιο «αδύναμο», ποιοτικά, αποτέλεσμα της δέσμευσης, που επιφέρει ως εμπράγματο βάρος, σαφώς, αφήνει εκτός προϋποθέσεων την έκταση ή την αξία της επιβαρυνόμενης ακίνητης περιουσίας, αλλά και για να είναι αναγκαίο, κατάλληλο και ορθολογικό, ως μέτρο εκτέλεσης, είναι, ενδεχομένως, και επιβεβλημένο να αφορά σε ακίνητη περιουσία μεγαλύτερης αξίας από ότι η απαίτηση. Εξάλλου, μια δικαστική απόφαση θα μπορούσε να αφορά και σε μία απαίτηση πολύ μικρότερη, η οποία να μην ανταποκρίνεται στην αξία ενός οποιουδήποτε ακινήτου, και η οποία, εάν αφορά σε δέσμευση μεριδίων του ακινήτου (ώστε να υπάρχει αντιστοιχία με το ύψος της απαίτησης), να θέτει το συγκεκριμένο μέτρο εκτέλεσης εκτός του θεσμοθετημένου σκοπού του, διαλύοντας τον πυρήνα του δικαιώματος εκτέλεσης. Το ότι δεν υφίσταται, νομοθετικά, όριο επιβάρυνσης, με βάση την έκταση ή την αξία της επιβαρυνόμενης περιουσίας, φαίνεται και μέσα από τις λοιπές διατάξεις του Μέρους V. Το άρθρο 62 του Κεφ.6 ορίζει τον τρόπο διάθεσης του υπολοίπου από την εκποίηση της ακίνητης ιδιοκτησίας, που σαφώς, τις περισσότερες φορές αναμένεται να υπάρχει. Το άρθρο 63 του Κεφ.6 επεκτείνει το δικαίωμα του πιστωτή να εκτελέσει την απόφαση του και επί ακίνητης περιουσίας στην οποία ο οφειλέτης δεν είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, αλλά έχει συμφέρον, ζητώντας εγγραφή αυτής της ιδιοκτησίας στο όνομα του οφειλέτη, η οποία μπορεί να διενεργηθεί, μάλιστα, ανεξάρτητα από το εάν ο οφειλέτης χρέους ζει ή απεβίωσε.

Δίδεται έμφαση στο ότι, η αναφορά του άρθρου 53 του Κεφ.6 στη δημιουργία «εγγύησης για την πληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους» δεν αποτελεί αναφορά σε κάποιου είδους συμβατική εγγύηση, με την έννοια της ανάληψης υπόσχεσης εκπλήρωσης απέναντι στον πιστωτή, ούτε η έκταση της κάλυψης της είναι έκταση εγγυητικής ευθύνης, που υπολογίζεται ή περιορίζεται με βάση την έκταση της υποχρέωσης πληρωμής. Η έννοια της «εγγύησης» του άρθρου 53 του Κεφ.6 έχει την έννοια της διασφάλισης της προνομιακής ικανοποίησης του συγκεκριμένου πιστωτή από την πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας του και την έννοια της διασφάλισης πώλησης του ακινήτου σε ελεγχόμενη και αποδεκτή τιμή που να ανταποκρίνεται στην αγοραία αξία του ακινήτου, και έχει και όλα τα υπόλοιπα συστατικά του μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης, πέρα από τον ακούσιο χαρακτήρα που έχει η σύσταση της για τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη. Αυτή η εγγύηση δεν είναι η φύση της επιβάρυνσης, η επιβάρυνση δεν «είναι» εγγύηση, αλλά η δημιουργία εγγύησης, με την έννοια που δόθηκε ανωτέρω, είναι το συνυφασμένο, με τη φύση του εμπραγμάτου βάρους, νομικό αποτέλεσμά στο οποίο σκοπεί (ή ορθότερα απολήγει) η λήψη του συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης, και η οποία, με τη σειρά της, σκοπεί στον εξαναγκασμό του οφειλέτη χρέους σε ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους[17].

Ο οφειλέτης, καθ’ ου η εκτέλεση, ευθύνεται, κατ’ αρχήν, με το σύνολο της μεταβιβαστής περιουσίας του έναντι του πιστωτή του. Συνακόλουθα, και σε αυτή την εξουσίαση των εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτών υπόκειται, κατ’ αρχήν, το σύνολο της μεταβιβαστής περιουσίας του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη. Σε ένα επίπεδο παράλληλης προστασίας, είναι μεμπτή και έχει ποινικοποιηθεί και η συμπεριφορά της μεταβίβασης ή επιβάρυνσης προς όφελος τρίτου, ή η μετακίνηση ή αποξένωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, περιλαμβανομένης της ακίνητης περιουσίας του, με σκοπό την παρεμπόδιση ή την καθυστέρηση της ικανοποίησης των εκ δικαστικής αποφάσεως χρεών του [άρθρο 3 §§ 1α και 3 του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60(I)/2008], όπου μάλιστα, αυτές οι ενέργειες συναντούν μαχητό τεκμήριο υπέρ της ύπαρξης καταδολίευσης. Η διαδικασία ακύρωσης καταδολιευτικής μεταβίβασης προβλέπεται στα μέρη V III και IX του Κεφ. 6 και σκοπός της είναι, ως επιβεβαιώνει η Χριστόφορος Χριστοφόρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ακακίου, (2008) 1Α Α.Α.Δ. 708 στη σελ.712:

η διασφάλιση της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, ύψιστο βέβαια ζήτημα που αφορά καίρια την απονομή της δικαιοσύνης γιατί αν οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν εκτελούνται τότε η δικαιοσύνη θα απονέμεται επί ματαίω.

Η αναφορά στο άρθρο 56 του Κεφ.6, στην υποπαραγράφου (δ) της παραγράφου (1) σε «μη δυσμενή επηρεασμό» του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου πιστωτή, είναι εντός των προϋποθέσεων, τη συνδρομή των οποίων διερευνά το δικαστήριο, προκειμένου να επιτρέψει την παράταση της εγγραφής μιας δικαστικής απόφασης (ανανέωση ΜΕΜΟ). Αυτό επιβεβαιώνοντας την αναγκαιότητα η εκτέλεση να τελεί υπό το δικαστικό έλεγχο. Δεν σημαίνει όμως ότι η διάταξη αυτή του άρθρου 56 του Κεφ.6 παρέχει στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη δικαίωμα, μέσω του άρθρου 71 του Κεφ.6, κατά τη διάρκεια της πρώτης εγγραφής, να αιτηθεί ακύρωση κάποιας εγγραφής απλά λόγω «δυσμενούς επηρεασμού» του. Περαιτέρω, η προϋπόθεση του «μη δυσμενούς επηρεασμού» δεν αφορά μόνο στον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη, και δεν σχετίζεται, κατ’ ανάγκην, με τη διαφορά μεταξύ του ύψους της απαίτησης της δικαστικής απόφασης και της αξίας της επιβαρυνόμενης περιουσίας, που είναι αναμενόμενο να υπάρχει, σχεδόν σε κάθε περίπτωση. Δηλαδή, δεν υπάρχει, ούτε δια μέσου του άρθρου 56 του Κεφ.6, νομοθετικό έρεισμα, ώστε ένα ΜΕΜΟ να μην ανανεωθεί για τον αποκλειστικό λόγο ότι επιβαρύνει περιουσία μεγαλύτερης αξίας από ότι η απαίτηση της απόφασης κατά το δεδομένο χρόνο της ανανέωσης ή, άλλως πώς, ο λόγος αυτός δεν είναι, από μόνος του, επαρκής για να μπορέσει να δημιουργήσει τον «δυσμενή επηρεασμό» του άρθρου 56 του Κεφ.6. Θα πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι, όσο αφορά στον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη, η περιουσία του οποίου υπόκειται σε εκτέλεση, πάντα υφίσταται κάποιου βαθμού «δυσμενής επηρεασμός». Παρόλο που η έννοια είναι γενική, και τίθεται με αρνητική διατύπωση για να μπορεί να αποδειχθεί με θετική μαρτυρία (με την έννοια ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί κάτι που δεν υπάρχει), σαφώς, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει, προκειμένου να αποκλειστεί η ύπαρξη «δυσμενούς επηρεασμού», να υφίσταται κάποιου είδους «ευμενής επηρεασμός» από την εξακολούθηση ισχύος της εγγραφής, κάτι το οποίο θα ήταν εξ’ ορισμού αντιφατικό.

Η αρχή της αναλογικότητας στο δίκαιο της εκτέλεσης

Οι περιορισμοί των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που εγγυάται το Σύνταγμα δεν υπόκεινται σε οποιοδήποτε άλλο όρο, δέσμευση ή περιορισμό, εκτός από αυτούς που ορίζονται από το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, και, σαφώς, δεν επιβάλλονται μέσω διασταλτικής ή αναλογικής ερμηνείας, αλλά πρέπει προκύπτουν από σαφή συνταγματική διάταξη, η οποία να ερμηνεύεται στενά (βλ. άρθρο 33 Σ). Παρόλο που στο Ελλαδικό Συνταγματικό Δίκαιο η αρχή της αναλογικότητας προβλέφθηκε ρητά από το Σύνταγμα, ως ένας από τους βασικότερους περιορισμούς των περιορισμών των δικαιωμάτων, στο δικό μας κείμενο Συντάγματος η αρχή της αναλογικότητας δεν προβλέπεται ρητά ως γενικός περιορισμός των περιορισμών των δικαιωμάτων. Ωστόσο, παρά την απουσία άμεσης συνταγματικής έμφασης, χρησιμοποιείται ως κριτήριο αξιολόγησης της έκτασης του περιορισμού ενός δικαιώματος. Εξάλλου, το άρθρο 52 § 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προνοείται ρητά η αρχή της αναλογικότητας, ως ακολούθως:

52.1. Κάθε περιορισμός στην άσκηση δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να τηρεί το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

Περαιτέρω, το ΔΕΕ εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας[18], όπως και η νομολογία του ΕΔΔΑ[19]. Η αρχή της αναλογικότητας δεν είναι συνταγματικός κανόνας με αυτοτελές περιεχόμενο και δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της κριτήριο ελέγχου νομοθετικών επιλογών, αλλά χρησιμεύει για τον καθορισμό του επιτρεπτού ορίου περιορισμών των κατ’ ιδίαν συνταγματικών δικαιωμάτων, σε συνάρτηση και αναφορά προς τα οποία μπορεί μόνο να εφαρμοσθεί.

Η αρχή της αναλογικότητας (principle of proportionality) αποτελεί την παλαιά εκφρασμένη φιλοσοφική σύλληψης της μαθηματικής αρχής της αναλογίας, η οποία δηλώνει ορισμένη μαθηματική σχέση μεταξύ δύο «λόγων»[20].  Στο Αριστοτελικό έργο και στην ιδέα της αρετής στη δικαιοσύνη εντοπίζεται ως μεσότητα προς έτερον[21]. Στο χώρο της διανεμητικής δικαιοσύνης αποτελεί εκδήλωση ηθικοκοινωνικής έμφασης, ότι αυτό που είναι «δυσανάλογο» είναι «άδικο», επί της οποίας εδράζει μια απαίτηση «δικαιοσύνης»[22]. Η κλασσική αντίληψη της αναλογικότητας στο διοικητικό δίκαιο του 19ου αιώνα συνυφαίνεται με την αντίληψη του χρηστικού δικαίου, και με την αντίληψη ότι το δίκαιο πρέπει να ανταποκρίνεται σε μια ποσοτικά μετρήσιμη αναλογία μέσων και αποτελεσμάτων σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, οπότε και στο διοικητικό δίκαιο αναδείχτηκε ως βασική αρχή. Η σύγχρονη αντίληψη της αναλογικότητας που γεννήθηκε μετά τη μετεξέλιξη του Φιλελεύθερου Κράτους σε Παρεμβατικό Κράτος, Κράτος Πρόνοιας, και Κράτος Δικαίου, εστιάζει στην εύλογη (ορθή) σχέση και συνάφεια μεταξύ πολιτειακών μέσων, των επιδιωκόμενων σκοπών, και της υπάρχουσας πραγματικής κατάστασης. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι περιορισμοί που τίθενται στα ατομικά δικαιώματα πρέπει να είναι μόνον οι εκάστοτε αναγκαίοι για την εξυπηρέτηση ενός συνταγματικά αναγνωρισμένου επιδιωκόμενου σκοπού.

Σύμφωνα με την απόλυτη θεωρία κάθε δικαίωμα έχει ένα «σκληρό πυρήνα», ο οποίος είναι απροσπέλαστος οποιωνδήποτε παρεμβάσεων, για την προστασία κάποιου άλλου εννόμου αγαθού, ενώ επεμβάσεις που πλήττουν τον «σκληρό πυρήνα» εξισώνονται με ουσιαστική κατάργηση του δικαιώματος. Ωστόσο, αυτός ο «σκληρός πυρήνας» δύσκολα μπορεί να προσδιοριστεί για κάθε δικαίωμα, με σταθερά, προσχεδιασμένα κριτήρια προσδιορισμού, ενώ η θεωρία αυτή έχει επικριθεί για την αοριστία και γενικότητα της. Περαιτέρω, δεν αποκλείεται ένα μέτρο να είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας αλλά να πλήττει αυτό τον «σκληρό πυρήνα» του δικαιώματος. Η αρχή της αναλογικότητας, ριζωμένη από πάντα στους κόρφους του δικαίου, και κατά βάση του δημοσίου δικαίου, αποτελεί πάντως ένα σπουδαίο μεθοδολογικό εργαλείο, με τη χρήση του οποίου ελέγχονται οι προϋποθέσεις περιορισμού ενός δικαιώματος.

Η αρχή της αναλογικότητας στο νομοθετικό επίπεδο

Ο νομοθέτης είναι αυτός που δεσμεύεται πρώτιστα από την αρχή της αναλογικότητας, ως προς τη μη επιβολή «δυσανάλογων» περιορισμών στα ατομικά δικαιώματα για χάρη του δημοσίου συμφέροντος, καθώς και ως προς τη στάθμιση μεταξύ συγκρουόμενων ιδιωτικών συμφερόντων με συνταγματική κάλυψη. Συνακόλουθα, εμπίπτει στο έργο του νομοθέτη να ρυθμίσει τον τρόπο απονομής και εφαρμογής του δικαιώματος εκτέλεσης, και οι διατυπώσεις που θέτει, να είναι τέτοιας δευτερεύουσας σημασίας, ώστε να αφήνουν άθικτη την «ουσία» του δικαιώματος, δηλαδή την πραγμάτωση, ως το τελικό στάδιο, της απονομής της δικαιοσύνης.

Στο πλαίσιο αυτής του της δράσης, ο νομοθέτης, που θέσπισε τις επιμέρους διατάξεις του δικαίου της εκτέλεσης, σε κάθε κρίσιμη περίπτωση, επέλεξε να προστατευθεί πρωταρχικά η μία ή η άλλη πλευρά, με την παράλληλη θέσπιση αντίθετων κανόνων, που σκοπεύουν στην άμβλυνση αυτής της οξύτητας. Έτσι, για την προστασία των δικαιωμάτων του οφειλέτη, όσο αφορά την εκτέλεση της κινητής περιουσίας του οφειλέτη, εντοπίζουμε αυτούς τους περιορισμούς στο άρθρο 16 του Κεφ.6 με βάση τους οποίους επιτρέπεται η κατάσχεση κάθε αντικειμένου της κινητής περιουσίας του, αλλά με εξαίρεση εκείνων που είναι απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες της διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειας του, όπως επίσης εκείνων που είναι απαραίτητα για τη στοιχειώδη άσκηση του βιοπορισμού του. Επίσης, στην περίπτωση της εκτέλεσης επί κινητής περιουσίας, το άρθρο 17 του Κεφ.6 θέτει περιορισμό ως προς τον τρόπο εκτέλεσης, με βάση τον οποίο θεσμοθετείται μια τέτοια αναλογία, να κατάσχονται και να λαμβάνονται τόσα από τα κινητά του οφειλέτη χρέους όσα ο αρμόδιος λειτουργός που εκτελεί ήθελε θεωρήσει αναγκαία προς ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, εφόσον αυτό είναι πρακτικά δυνατόν. Ο θεσμός των ακατάσχετων από πτυχή ανθρωπισμού τείνει να ανυψώνεται σε επέκταση της αρχής του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου. Όσο αφορά την εκτέλεση των ακινήτων, υπάρχουν επίσης διασφαλίσεις, όπως η πρόνοια του άρθρου 23 του Κεφ.6, σε περίπτωση πώλησης ακίνητης περιουσίας, να αφήνεται ή να παρέχεται στον οφειλέτη η απόλυτη αναγκαία, για τον ίδιο και την οικογένειά του, στέγαση, ή η εξαίρεση από την πώληση της γης γεωργού, που είναι απολύτως απαραίτητη για τη συντήρηση του ιδίου και της οικογένειας του. Το μέσο της προσωπικής κράτησης για αστικά χρέη έχει αδρανήσει, ενώ παρέχονται στον οφειλέτη ένδικα βοηθήματα μέσω των οποίων μπορεί να αμυνθεί κατά παράνομων ή καταχρηστικών ενεργειών του πιστωτή. Προκύπτει επομένως και ο ίδιος ο νομοθέτης φρόντισε η εγωιστική αξίωση του πιστωτή να μην οδηγεί στην οικονομική ή κοινωνική εξόντωση του οφειλέτη, θεσπίζοντας ρητά συγκεκριμένες διατάξεις, κάτι το οποίο δεν έπραξε όσο αφορά την εγγραφή ΜΕΜΟ.

Θεωρώντας αυτό το νομοθετικό επίπεδο, η επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης, δεν επιφέρει εξουθένωση του δικαιώματος διάθεσης της ακίνητης περιουσίας, εφόσον ο οφειλέτης είναι ελεύθερος να συμβληθεί για τη διάθεση της περιουσίας του με τρίτο πρόσωπο, αναλαμβάνοντας σχετική υπόσχεση, αλλά και να υλοποιήσει την υπόσχεσή του, κάνοντας χρήση των διατάξεων του άρθρου 12Α του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965), οι οποίες παρέχουν και τις ανάλογες διασφαλίσεις στους πιστωτές του.

Στη βάση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, το σεβαστό Δικαστήριο δεν μπορεί, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο, να θεσπίσει κανόνα δικαίου, δια του οποίου να ρυθμίζει περαιτέρω τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος εκτέλεσης δια εγγραφής ΜΕΜΟ, με την εισαγωγή γενικεύσιμου περιορισμού ως προς την έκταση και αξία της επιβαρυνόμενης ακίνητης περιουσίας, καθώς κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε αντίθεση με τις αρχές της νομιμότητας και τυπικότητας, που διέπουν το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, γενικότερα. Περαιτέρω, φρονώ ότι, αποτελεί θεμελιώδη κανόνα δικαίου ότι, μια ερμηνεία δεν μπορεί να μειώνει το επίπεδο της παρεχόμενης, από την ερμηνευτική διάταξη, προστασίας[23], θα πρέπει στο δικανικό συλλογισμό να υπαχθούν οι συνταγματικές δυνατότητες.

Το δικαστήριο, σε σχέση με το νομοθετικό έργο, διαθέτει ένα ρόλο δευτερογενή, αφού καλείται, όχι να εφαρμόσει το ίδιο την αρχή της αναλογικότητας, αλλά να ελέγξει την πιστή τήρησή της από το νομοθέτη, στο πλαίσιο προσβολής μιας διάταξης ως αντισυνταγματικής. Είναι σημαντικό, εν προκειμένω, να διαχωριστεί αυτός ο δευτερεύων ρόλος του δικαστηρίου όταν ασκεί νομοθετικό έλεγχο και έλεγχο συνταγματικότητας, από τον ρόλο του ως ισορροπιστή ανταγωνιζόμενων ατομικών δικαιωμάτων σε ιδιωτικό επίπεδο. Δηλαδή, εάν η νομοθετικά επιτρεπόμενη δέσμευση ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη, που υπερβαίνει την αξία της απαίτησης του πιστωτή, η οποία είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο, συνιστά «υπέρμετρη» παραβίαση του δικαιώματος της ελεύθερης διάθεσης της περιουσίας του οφειλέτη, σε τέτοιο βαθμό που να επεμβαίνει στον «σκληρό πυρήνα» του δικαιώματος ιδιοκτησίας, καταργώντας το, είναι ένα ζήτημα. Άλλο ζήτημα είναι εάν, κάτω από συγκεκριμένο πλέγμα πραγματικών δεδομένων, σε συγκεκριμένη περίπτωση, μπορεί να δικαιολογηθεί εξισορροπητική παρέμβαση του δικαστηρίου, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, όπου η αρχή της αναλογικότητας εκεί, παίρνει άλλη μορφή, διαστάσεις, και όρια.

Στην ελλαδική αρεοπαγίτικη νομολογία καταδείχθηκε ότι:

η αρχή της αναλογικότητας οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο. Ακολουθεί εντεύθεν ότι η τήρησή της εναπόκειται στο νομοθέτη. Η διοίκηση και ο δικαστής μπορούν και οφείλουν να ελέγχουν απτώς αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση να αρνούνται την εφαρμογή νόμου που ενέχει δυσανάλογο περιορισμό του ατομικού δικαιώματος. Η αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται απ’ ευθείας από τα δικαστήρια παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν τα δικαιώματα του ανθρώπου» [ΑΠ 1670/2006, ΝοΒ, 48, 2007, σελ. 730-732]

και ότι

[η] ως άνω τιθέμενη αρχή της αναλογικότητας διαθέτει δεοντολογικό περιεχόμενο και απευθύνεται αποκλειστικά στο νομοθέτη [AΠ 304/2008, Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου, 1/2008, σελ. 97-98 (97), ΑΠ 348/2009, δημοσιευμένη σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ].

Ο κανόνας της αναλογικότητας ως εργαλείο δικαστικής κρίσης

Το ιδιωτικό δίκαιο προστατεύει ιδιωτικά δικαιώματα, συμφέροντα και αξιώσεις, των οποίων η σημαντικότερη διαφορά σε σχέση με τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα είναι ότι δεν συνιστούν αρχές αλλά απορρέουν από αρχές και ότι δεν διαθέτουν ηθικό, πρωτίστως, αλλά οικονομικό, ενοχικό, συμβατικό ή συναλλακτικό περιεχόμενο[24].

Στο ιδιωτικό πεδίο έντασης που δημιουργείται με την επέμβαση, μέσω της λήψης ενός μέτρου αναγκαστικής εκτέλεση δικαστικής απόφασης, στην ιδιωτική σφαίρα του οφειλέτη, κατά την επικρατέστερη άποψη, ο βαθμός της έντασης κρίνεται και πάλι με τα εργαλεία της αρχής της αναλογικότητας, η οποία μεταφέρεται από τη σχέση κράτους – πολίτη στη σχέση των ιδιωτών (πιστωτή – δανειστή), τριτενεργεί, μέσα από ρήτρες ιδιωτικού δικαίου. Και αυτή η τριτενέργεια της, λόγω και της κρατικής επιβολής στη διαδικασία εκτέλεσης, έχει χαρακτηριστεί ως προνομιακά αναγκαία, αλλά όχι υποχρεωτική, και χωρίς να διακυβεύει την αυτοτέλεια του ιδιωτικού δικαίου. Όμως, η αρχή της αναλογικότητας, επειδή είναι από τη φύση της σχεδιασμένη και προσανατολισμένη στην προστασία ενός μόνο περιορισμένου δικαιώματος, ενώ ο λόγος, στην αναγκαστική εκτέλεση ή στο ιδιωτικό δίκαιο, ευρύτερα, γίνεται για δύο, τουλάχιστον, ανταγωνιζόμενα δικαιώματα, δεν μεταφέρεται στη σχέση των ιδιωτών με την αμιγή μορφή της, αλλά με τη μορφή της αρχής της πρακτικής εναρμόνισης όταν υφίσταται πραγματική σύγκρουση που εκφεύγει των προβλέψεων του νομοθέτη. Το δικαστήριο των ιδιωτικών διαφορών δεν χρησιμοποιεί την αρχή της αναλογικότητας ως τέτοια συνταγματική αρχή για να σταθμίσει τα ανταγωνιζόμενα δικαιώματα, στο νομικό επίπεδο της ύπαρξης και λειτουργίας τους, αλλά ως μορφή συλλογισμού, συλλογιστική τεχνική και εργαλείο στάθμισης των ιδιωτικών συμφερόντων και αξιώσεων που προκύπτουν μέσα από την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων, σε πραγματικό χωρόχρονο. Δεν αναιρεί το έργο του νομοθέτη, αλλά το προσανατολίζει προς τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αξίες και αρχές που απορρέουν από τα συνταγματικά δικαιώματα σε συγκεκριμένη πραγματική κατάσταση[25]. Περαιτέρω, προσαρμόζει την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στις ιδιαιτερότητες, τα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες του ιδιωτικού δικαίου και των διαπροσωπικών, ιδιωτικών διαφορών, ώστε από αρχή της αναλογικότητας, ουσιαστικά να γίνεται ένας κανόνας πρακτικής αναλογικότητας, ο οποίος, όχι μόνο να μην απειλεί την αυτοτέλεια του ιδιωτικού δικαίου, αλλά να ισχυροποιεί τα αξιακά του θεμέλια. Ως λέχθηκε[26]:

….στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, η σημασία της στάθμισης έχει λιγότερο ως επίκεντρό της την αξιολόγηση μεταξύ ανταγωνιστικών αρχών, και περισσότερο την αποτίμηση του κόστους και της ωφέλειας από την απόλαυση ή τη μη ικανοποίησή τους. Η αναζήτηση μιας τέτοιας προσαρμογής καλεί τον εφαρμοστή του δικαίου, τον πολιτικό δικαστή, να ανασύρει τις θεμελιώδεις αρχές του ιδιωτικού δικαίου, την αρχή της καλής πίστης, της ασφάλειας των συναλλαγών αλλά και τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές που εξυπηρετούν τη δικαστική προστασία των διαδίκων (π.χ. προσωπικότητα, αξία του ανθρώπου κλπ) και να τις θέσει στο υπόβαθρο των σταθμιστικών, αναλογικών του κρίσεων. Στο πλαίσιο αυτό, το ερώτημα δεν είναι αν η αρχή της αναλογικότητας είναι ή μπορεί να γίνει “μια νέα αρχή του ιδιωτικού δικαίου”, αλλά αν οι αρχές, οι ρήτρες του ιδιωτικού δικαίου οι οποίες εκφράζουν την ορθολογικότητα, το εύλογο μέτρο, την επιείκεια, τη στάθμιση και τη δικαιοσύνη, μπορούν να γίνουν “αναλογικότητα”.

Το Δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, εξετάζοντας περί της εγγραφής δικαστικής απόφασης σε ακίνητη περιουσία, δεν ελέγχει εάν ο νομοθέτης, καλώς ή κακώς, δεν προβλέπει όπως η επιβάρυνση ακίνητης ιδιοκτησίας με εγγραφή δικαστικής απόφασης γίνεται σε τόση έκταση και αξία ακίνητης ιδιοκτησίας, όση είναι η αξία της απαίτησης. Αυτό που μπορεί να ελέγξει, διαπερνώντας το στάδιο του ελέγχου της νομιμότητας της άσκησης του δικαιώματος των πιστωτών, είναι εάν, με την άσκηση αυτού του δικαιώματος εκτέλεσης από τους πιστωτές, σε πραγματικό χρόνο, στην περίπτωση του συγκεκριμένου οφειλέτη, δημιουργήθηκε «πραγματική δυσαναλογία», σε σχέση με τον σκοπό εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης εναντίον του οφειλέτη. Στο πλαίσιο ενός παρόμοιου εξισορροπητικού ρόλου τα δικαστήρια επισήμαναν και τα όρια της αξίωσης αναγκαστικής εκτέλεσης, δια της αίτησης για έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων, εκεί όπου αρχίζουν τα όρια του βιοπορισμού και της κοινωνικής υπόστασης του οφειλέτη, ως ατόμου, έχοντας όμως ήδη προς αυτό τις υφιστάμενες ηθικές και νομικές συντεταγμένες, που εκτέθηκαν ανωτέρω. Έτσι, ασκώντας τέτοιο εξισορροπητικό ρόλο, το δικαστήριο, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Μαρίας Κωνσταντίνου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1034, η οποία υιοθετήθηκε από τις Γιαννάκης Κλεοβούλου ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2005) 1Α.Α.Α.Δ 207, και Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες (Ομόρρυθμη Εταιρεία) v. Άβιβου Βασιλαρά κ.ά. (2008) 1 ΑΑΔ 830, τόνισε ότι:- (στις σελ. 1038, 1039)

Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συνάπτεται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Με αυτά θέλουμε να τονίσουμε ότι τα προβλεπόμενα από το νόμο μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα, εκτός στις απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις. Πρέπει να εξισορροπείται η ανάγκη εκτέλεσης με την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου στο πλαίσιο του κράτους δικαίου….

Η πλήρης αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει να υπάρχει, μεταξύ του μέτρου και του σκοπού, «εύλογη» σχέση, ενόψει της συγκεκριμένης πραγματικής κατάστασης, στην οποία εφαρμόζεται το μέτρο, και προς τις συνέπειες προκύπτουν από αυτό. Για την αναλογία της σχέσης μεταξύ μέτρου – σκοπού, θα πρέπει το μέτρο να είναι αναγκαίο, κατάλληλο, και ορθολογικό. Εκεί συναντιούνται τα επιμέρους στοιχεία της αρχής της αναλογικότητας, ήτοι, η αναγκαιότητα, η καταλληλότητα, και η ορθολογικότητα (ή αναλογικότητα υπό στενή έννοια, stricto sensu).

i. Η αναγκαιότητα επιτάσσει όπως το λαμβανόμενο μέτρο να μην είναι επαχθέστερο, σε ένταση, έκταση ή διάρκεια, από το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού. Ο έλεγχος της αναγκαιότητας του επιλεγόμενου μέτρου προηγείται εκείνου της προσφορότητας (καταλληλότητας) και αναλογίας του. Αναγκαίο είναι το μέτρο όταν δεν θα μπορούσε να επιλεγεί άλλο μέτρο, εξίσου αποτελεσματικό, το οποίο δεν θα περιόριζε ή θα περιόριζε λιγότερο αισθητά, το ατομικό δικαίωμα.

ii. Η καταλληλότητα επιτάσσει το μέτρο που λαμβάνεται να είναι πρόσφορο, δηλαδή ικανό να οδηγήσει στην πραγματοποίηση του σκοπού της δημιουργίας εγγύησης ή τουλάχιστον για τον προωθήσει σημαντικά.

iii. Η ορθολογικότητα ή αναλογικότητα με τη στενή έννοια επιβάλλει την ύπαρξη εύλογης σχέσης μεταξύ του μέτρου εκτέλεσης και του σκοπού. Αυτή η σχέση υπάρχει όταν το μέτρο είναι κατάλληλο για την επίτευξη του σκοπού, συνεπάγεται, κατ’ ένταση και διάρκεια, τα λιγότερα δυνατά μειονεκτήματα για τον οφειλέτη, και, τέλος, όταν τα συνεπαγόμενα μειονεκτήματα δεν υπερσκελίζουν τα πλεονεκτήματα. Η αρχή της ορθολογικότητας διακρίνεται, περαιτέρω, στις επιμέρους αρχές, της ελάχιστης δυνατής προσβολής ή του ηπιότερου μέσου, στην αρχή της αποφυγής ασύμμετρων ή δυσανάλογων συνεπειών, και στην αρχή της απαγόρευσης της χρονικής ασυνέπειας ή υπερβολής.

iii.a. Η αρχή της ελάχιστης δυνατής προσβολής ή του ηπιότερου μέσου επιτάσσει από τα περισσότερα δυνατά και κατάλληλα μέτρα εκτέλεσης να επιλέγεται το ηπιότερο, δηλαδή εκείνο που θα επιφέρει τη μικρότερη επιβάρυνση.

iii.b. Η αρχή της αποφυγής των ασύμμετρων ή δυσανάλογων συνεπειών παραπέμπει στη στάθμιση κόστους – οφέλους και εξετάζει την προσφορότητα στη σχέση μέσου – σκοπού, βάσει της οποίας, ένα μέτρο εκτέλεσης που είναι δυνατό, κατάλληλο, ηπιότερο, και ίσως μοναδικό, δεν επιτρέπεται να ληφθεί, εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση, in concreto, κριθεί ότι οι συνέπειες του βρίσκονται σε εμφανώς δυσανάλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, εάν δηλαδή οι αναμενόμενες δυσμενείς συνέπειες του, συγκρινόμενες με το σκοπό, δεν τελούν σε σχέση λογικής αναλογίας, αλλά τον υπερακοντίζουν κατάδηλα. Έτσι, εάν οι συνέπειες του μέτρου είναι, για παράδειγμα, η αδυναμία βιοπορισμού και η εξαθλίωση του ατόμου, σαφώς δεν θα πρέπει να ληφθεί ένα τέτοιο μέτρο εκτέλεσης.

iii.c. Η αρχή της απαγόρευσης της χρονικής ασυνέπειας ή υπερβολής, επιτάσσει όπως ο περιορισμός που τίθεται να είναι τέτοιας χρονικής διάρκειας όσο απαιτείται για την επέλευση των νομικών συνεπειών του, μέχρις ότου, δηλαδή, επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός ή να γίνει εμφανής η αδυναμία πραγματοποίησης του.

Η αρχή της αναλογικότητας με τη μορφή της αρχής της πρακτικής εναρμόνισης προσαρμοσμένη στις ιδιαιτερότητες του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης λειτουργεί στη βάση του ιδίου τριαδικού συστήματος, μέτρο – σκοπός – πραγματική κατάσταση, αλλά με πιο απλοποιημένο τρόπο, περιοριζόμενο μάλλον στην αρχή της αναλογικότητας υπό στενή έννοια, άλλως, ορθολογικότητας. Με την μορφή της πρακτικής εναρμόνισης επιδιώκεται η αναλογική οριοθέτηση, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε και τα δυο ανταγωνιζόμενα δικαιώματα να αναπτύξουν σε μια πραγματική κατάσταση το καλύτερο δυνατό περιεχόμενο τους. Νοείται ότι, εφόσον η οριοθέτηση αυτή δεν χρειάζεται για την ύπαρξη και λειτουργία αμφότερων των δικαιωμάτων, δεν ενεργοποιείται αυτή η διαδικασία της πρακτικής εναρμόνισης. Περαιτέρω, υπάρχουν περιπτώσεις, όπου το ένα δικαίωμα, ενόψει της βαρύτητας του άλλου για τη συγκεκριμένη περίπωση, θα υποχωρήσει τελείως για χάρη του «βαρύτερου». Ο συλλογισμός δεν είναι συλλογισμός περί «πραγματικής δυσαναλογίας», αλλά, εφόσον εντοπιστεί πραγματική ανάγκη για οριοθέτηση, ο συλλογισμός έχει αφετηρία θετική, στην αναζήτηση χώρου και για τα δύο δικαιώματα, με αποτέλεσμα τη δημιουργία εναλλακτικών λύσεων. Τέτοιος συλλογισμός περιφέρεται γύρω από τον άξονα της επιείκειας, της δικαιοσύνης, και του ευλόγου μέτρου, όπως αυτός υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, και δεν αποτελεί σταθερό ή στατικό συλλογισμό.

Σημαντικό για να καταλήξει κανείς στις ορθές σταθμίσεις συμφερόντων και αξιώσεων, πριν διεισδύσει στα φίλτρα των επιμέρους αρχών, είναι να προσδιορίσει εξ’ αρχής ποιο είναι το μέτρο, ποιος είναι ο σκοπός, ποιο είναι το περιοριζόμενο δικαίωμα, και ποια είναι η πραγματική κατάσταση. Η επιβάρυνση ακίνητης ιδιοκτησίας με εγγραφή δικαστικής απόφασης (ΜΕΜΟ), σε επίπεδο αναλογικότητας μεταξύ ασκηθέντων δικαιωμάτων ιδιωτών, το μέτρο συνυφαίνεται με το δικαίωμα των πιστωτών σε εκτέλεση. Οι πιστωτές ασκούν ένα δικαίωμα του το οποίο ανταγωνίζεται σε νομικό και πραγματικό χρόνο το δικαίωμα του οφειλέτη. Οπότε, ο λόγος, σε επίπεδο ελέγχου της αναλογικότητας, γίνεται για το συγκεκριμένο μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άσκηση του δικαιώματος εκτέλεσης, την εγγραφή ΜΕΜΟ. Ο σκοπός του μέτρου αυτού, επί του οποίου κρίνεται η αναλογικότητα, δεν είναι η «εγγύηση» του άρθρου 53 Κεφ.6, επειδή αυτό αναφέρεται στο άρθρο αυτό. Η «εγγύηση» του άρθρου 53 Κεφ.6 είναι μεν το νομικό αποτέλεσμα στο οποίο σκοπεί η εγγραφή ΜΕΜΟ ή ο ενδιάμεσος σκοπός ή ο σκοπός θεωρούμενος σε αυτό το πλαίσιο του άρθρου 53 του Κεφ.6, αλλά, αναγόμενο το θέμα σε επίπεδο συνταγματικών δικαιωμάτων, για σκοπούς ελέγχου αναλογικότητας, η εγγραφή ΜΕΜΟ, ως μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του οφειλέτη σε ικανοποίηση της αξίωσης των πιστωτών. Συνεπώς, για τους σκοπούς του ελέγχου της αναλογικότητας, ο σκοπός είναι ο εξαναγκασμός σε ικανοποίηση της αξίωσης των εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτών, και η εγγύηση, ως τέτοιο νομικό αποτέλεσμα και συνέπεια, (ως ενδιάμεσος σκοπός για τους σκοπούς του άρθρου 53 του Κεφ.6), είναι περιγραφικό στοιχείο που περιέχεται στην πραγματική κατάσταση. Το περιοριζόμενο δικαίωμα είναι το δικαίωμα ιδιοκτησίας, και ειδικότερα, η πτυχή του, που αναφέρεται στην ελευθερία διάθεσης της ιδιοκτησίας του οφειλέτη. Οπότε, το τρίπτυχο είναι εγγραφή ΜΕΜΟ – εξαναγκασμός σε ικανοποίηση της αξίωσης του πιστωτή – πραγματική κατάσταση.

Η διαφορά μεταξύ της αξίας της επιβαρυνόμενης περιουσίας και του ύψους της απαίτησης, δεν συνιστά από μόνη της «δυσαναλογία», κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, δεν δημιουργεί «υπερβολική εγγύηση». Εάν δεχόμασταν ότι μια εγγραφή δικαστικής απόφασης παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας επειδή αφορά σε περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας, το ίδιο θα έπρεπε να δεχόμασταν εάν μία εγγραφή δικαστικής απόφασης αφορά σε περιουσία πολύ μικρότερης αξίας που δεν μπορεί να ικανοποιήσει την αξίωση του πιστωτή. Νοείται ότι, εάν κινούμασταν με βάση αυτή την τελευταία παράμετρο, η ουσία του μέτρου εκτέλεσης της εγγραφής ΜΕΜΟ θα έχανε τη χρηστικότητά της, σε περιπτώσεις δικαστικών αποφάσεων που περιέχουν μικρού ύψους χρηματικές απαιτήσεις, με τρόπο ώστε, το δικαίωμα εκτέλεσης αυτών των πιστωτών θα εκμηδενιζόταν. Η αρχή ή ο κανόνας της αναλογικότητας, ως δικαιολόγηση μιας νομικής, δικαστικής κρίσης οδηγεί στην εξαγωγή ενός νομικού, κανονιστικού, αντικειμενικού και δυνάμει γενικεύσιμου συμπεράσματος, μέσα από τον έλεγχο συγκεκριμένων και ειδικών, πραγματικών-εμπειρικών γεγονότων. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει μια δικαστική κρίση, έχοντας εφαρμόσει την αρχή της αναλογικότητας, συνιστά έναν κανόνα, όχι τόσο απρόσωπο, ώστε να υπερβαίνει τον ειδικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης διαφοράς, αρκετά γενικεύσιμο όμως, ώστε να μην παύει να λειτουργεί ως κανόνας. Ένας νομολογιακός κανόνας ότι η εγγραφή ΜΕΜΟ επί ακίνητης περιουσίας με αξία που υπερβαίνει το ύψος της απαίτησης είναι δυσανάλογη υπό συγκεκριμένες πραγματικές περιστάσεις, θα σήμαινε, με όλες τις πρακτικές προεκτάσεις που μπορούν να προβλεφθούν, χωρίς άλλο, δραστικό περιορισμό του δικαιώματος εκτέλεσης των εκ δικαστικών αποφάσεων πιστωτών, ο οποίος, όχι μόνο δεν βρίσκει νομοθετικό έρεισμα, αλλά αντίκειται και στις αρχές που έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Σε πρακτικό επίπεδο, κάθε φορά που ο πιστωτής θέλει να εγγράψει ΜΕΜΟ, θα πρέπει να συμβουλεύεται ειδικό εκτιμητή ακινήτων, ενώ θα πρέπει να παρακολουθεί την πορεία τυχόν άλλων εμπράγματων βαρών, ώστε να προσαρμόζει ανάλογα τη δέσμευσή του, διατηρώντας επίπεδο ισαξίας.

Η αναλογικότητα αποτελεί τον εξορθολογισμό της προσφυγής στα «διδάγματα της κοινής πείρας». Παρέχει μια τεχνική, ένα συλλογιστικό πλαίσιο ελέγχου των ιδιόμορφων χαρακτηριστικών μιας υπόθεσης για την εξεύρεση μιας κανονιστικής, δίκαιης και κυρίως δικαιολογημένης κρίσης. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε τέτοια αρχή δικαίου ότι εάν το Δικαστήριο κληθεί, μέσα από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, να εξισορροπήσει ανταγωνιζόμενα δικαιώματα, τότε πρέπει να προτιμά το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, και όχι το δικαίωμα της εκτέλεσης.

έννοια της κατάχρησης δικαιώματος

Η έννοια της «κατάχρηση δικαιώματος» δεν θα πρέπει να προβάλλεται λογοτεχνικά. Σε συνταγματικό επίπεδο, μπορεί να αντληθεί από το άρθρο 33 § 2 Σ, ότι η κατάχρηση δικαιώματος υπάρχει όπου το δικαίωμα ασκείται για σκοπό πρόδηλα διαφορετικό από εκείνο για τον οποίο έχει θεσπιστεί[27]. Ο αλλότριος σκοπός πρέπει να καθίσταται εμφανής από εξωτερικά υπαρκτά γεγονότα και να μην βασίζεται σε ψυχολογικές κρίσεις και διαγνώσεις[28]. Τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα αποτελούν αυτοσκοπούς, εκτός αν ρητά η συνταγματική διάταξη, η οποία κατοχυρώνει το δικαίωμα, το συνδέει με συγκεκριμένους σκοπούς ή έστω αποκλείει άλλους[29]. Οπότε, στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα η έννοια της «κατάχρησης» εμπεριέχεται στην έννοια της αναλογικότητας και εξετάζεται δι’ αυτής, παρά ανεξάρτητα, χρησιμοποιείται δε ευρύτερα η θέση ότι υπάρχει κατάχρηση στην άσκηση ενός δικαιώματος όταν ουσιαστικά η άσκηση του δικαιώματος παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας. Από την άλλη, η απλή ύπαρξη «δυσαναλογίας» μεταξύ της δέσμευσης της ακίνητης ιδιοκτησίας και του ύψους της ασφαλιζόμενης απαίτησης δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτής «καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος» εκτέλεσης, με τον ίδιο τρόπο που, όταν ασκεί κάποιος το δικαίωμα απεργίας, η δυσαναλογία των αιτημάτων του με την απειλούμενη ζημιά του εργοδότη δεν συνεπάγεται καταχρηστικότητα της απεργίας αυτής. «Καταχρηστική» είναι μόνο η δέσμευση ακίνητης ιδιοκτησίας όταν η άσκηση του δικαιώματος εκτέλεσης, δια τη δέσμευσης ακίνητης ιδιοκτησίας, έγινε για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους έχει θεσπιστεί το δικαίωμα αυτό, δηλαδή για εξωσυνταγματικούς ή για ευθέως αντισυνταγματικούς σκοπούς. Η έννοια της «κατάχρησης», ωστόσο, δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί σε πολλαπλασιαστή περιορισμών άλλων συνταγματικών δικαιωμάτων, αφού αυτά αποτελούν αυτοσκοπούς, και άρα δεν θα ήταν πρέπον να τίθενται υπό αυτό το φακό της κατάχρησης[30]. Νοείται ότι, όταν υφίσταται «πραγματική σύγκρουση» συνταγματικών δικαιωμάτων, η έννοια της κατάχρησης, ως τέτοια, δεν χρησιμεύει για την επίλυση αυτής. Συνεπώς, θα διαφωνούσα με την θέση ότι, στην περίπτωση των πολλών ΜΕΜΟ, τίθεται ζήτημα «κατάχρησης δικαιώματος», από πλευράς των πιστωτών. Το ζήτημα, εάν η άσκηση του δικαιώματος εκτέλεσης από μέρους των πιστωτών παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, με τρόπο ώστε να απολήγει σε κατάχρηση, είναι διαφορετικό, και θα πρέπει να τεθούν όλα εκείνα τα στοιχεία, και πραγματικές βάσεις, που να μπορούν να δρομολήσουν μια τέτοια κρίση.

Στην Kleopas Panaou v. Chrysanthos Hajichristofi (1963) 2 CLR 19, 23 γενικά για το θέμα εκτέλεσης μιας απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 The execution of a judgment is a matter under the Court’s supervision and control, and cannot be allowed to be used for purposes of unnecessary oppression as the circumstances of the present case would seem to suggest, or, indeed, for any purpose, other than the proper satisfaction of the Court’s judgment, under the Court’s control.

Στην Kleopas Panaou v. Chrysanthos Hajichristofi (ανωτέρω) υπήρχε ουσιαστικά τέτοια πολλαπλότητα εκκρεμών μέτρων εκτέλεσης, που έθετε, με πρόδηλο τρόπο, την διαδικασία εκτέλεσης εκτός του θεσμοθετημένου σκοπού της, ήτοι του εξαναγκασμού του οφειλέτη σε ικανοποίηση της εκ δικαστικής αποφάσεως αξίωσης του πιστωτή, αλλά εκφράζοντας, μάλλον με μανιώδη τρόπο, αλλότριο σκοπό, ο οποίος άγγιζε τα όρια της κοινωνικής και οικονομικής εξόντωσης του οφειλέτη, ο οποίος, στο μεταξύ, κατέβαλλε και προσπάθειες εξόφλησης.

Η δέσμευση μεγάλης αξίας ακίνητης περιουσίας του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη, που υπερβαίνει το ύψος του χρέους, δεν εξυπακούεται, χωρίς άλλο, ότι γίνεται για σκοπό άλλο από αυτόν της εκτέλεσης της απόφασης, και άρα είναι καταχρηστική.

Το γεγονός ότι οι πιστωτές δεν προχωρούν συχνά με αίτηση για εκποίηση των εμπραγμάτων βαρών που ενέγραψαν δεν σημαίνει ότι η λήψη του συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης της εγγραφής ΜΕΜΟ είναι «καταχρηστική», ούτε συνεπάγεται αδικαιολόγητη «αδράνεια» από μέρους των πιστωτών. Η εγγραφή ΜΕΜΟ προβλέπεται ως αυτοτελές μέτρο εκτέλεσης, διακριτό από την αίτηση για πώληση ακινήτου, και έχει αυτή τη συγκεκριμένη εκτελεστική δράση, που περιορίζεται στο αποτέλεσμα της δέσμευσης, και που εξυπηρετεί τους σκοπούς που έχουν αναφερθεί. Η εγγραφή ΜΕΜΟ δεν γίνεται με σκοπό την πώληση, αλλά τη διασφάλιση σε περίπτωση πώλησης, η οποία πώληση μπορεί να πραγματοποιηθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο, περιλαμβανομένου και του ιδίου του οφειλέτη. Η αδράνεια και η προτεραιότητα, είναι, κατ’ αρχήν, δυναμικές που και ο ίδιος ο νομοθέτης προέβλεψε να λειτουργούν και καθορίζουν τις καταστάσεις, είτε στις σχέσεις μεταξύ των περισσοτέρων πιστωτών του ιδίου οφειλέτη που έχουν εγγράψει τις δικαστικές τους αποφάσεις επί της ίδιας ακίνητης περιουσίας (βλ. και άρθρο 61 του Κεφ.6), είτε προς όφελος του οφειλέτη (π.χ. χρονική διάρκεια εκτελεστότητας μίας απόφασης, δικαστικός έλεγχος εκτέλεσης μετά την πάροδο 10 ετών κλπ).

Έπειτα, η πώληση δεν είναι ηπιότερο μέτρο, σε σχέση με τη δέσμευση, ούτε και κατ’ ανάγκην αποτελεσματικότερο για το σκοπό της εκτέλεσης, ειδικά εάν υπάρχουν προγενέστερα εμπράγματα βάρη, που κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχαν. Ένας οφειλέτης δεν μπορεί να θεωρεί «επαρκώς εγγυημένους» του πιστωτές του εάν περιοριστούν σε x ακίνητα, και βασικά εάν υπάρχουν στη ζωή του, χωρίς να τους αντιλαμβάνεται, σαν ένα απόστημα που το απομονώνει για να μην το αντιμετωπίσει. Ούτε και θα συμφωνούσε με κάποια έννοια δικαίου, η παράλειψη του οφειλέτη να ικανοποιήσει την εκ δικαστικής αποφάσεως αξίωση των πιστωτών του, να μεταφράζεται σε παράλειψη των πιστωτών να εξαναγκάσουν τον οφειλέτη σε συμμόρφωση με τη λήψη περαιτέρω μέτρων εκτέλεσης (π.χ. αίτηση πώλησης ακινήτου) ή σε παράλειψη των πιστωτών να εκποιήσουν περιουσία του οφειλέτη με σκοπό να εξαλειφθεί η εκ δικαστικής αποφάσεως υποχρέωση του.

Με βάση όλα τα πιο πάνω, δεν θα συμφωνούσα σε ένα γενικό κανόνα ότι, η εγγραφή δικαστικής απόφασης επί ακίνητης περιουσίας, θα πρέπει να περιορίζεται σε τέτοια περιουσία που να επαρκεί για την ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Βέβαια, ανεξάρτητα από τις προσωπικές απόψεις, που όλοι κουβαλάμε μία ή περισσότερες, κάποια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά, θα ήταν άκρως διαφωτιστική επί του ζητήματος.

———————————

[1] Δαγτόγλου, 1991, «Ατομικά Δικαιώματα, Β’», σελ.1209επ και Μπέης, 1998, «Το ελληνικό έλλειμμα κράτους δικαίου», σελ.203επ.

[2] Μπέης, 1980, «Αντισυνταγματικότητα και εξάρτηση της αναστολής διοικητικής εκτέλεσης από προηγούμενη καταβολή μέρους της εκτελούμενης αξίωσης», σελ.422

[3] Μανιτάκης, 1994, «Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας», σελ.376.

[4] Γέσιου-Φαλτσή, 1998, «Αναγκαστική Εκτέλεση», Γενικό Μέρος, σελ.2.

[5] Τεγόπουλος-Φυτράκης «Ελληνικό Λεξικό», 13η έκδοση, σελ.253.

[6] Χρυσόγονος, 2002, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, σελ.421.

[7] Τσάτσος, 1988, Συνταγματικό Δίκαιο, Γ’, σελ.263-4.

[8] Μπουτόπουλος, 1996, «Ο νομοθέτης, ο δικαστής, και η συνταγματική προστασία της αναγκαστικής εκτέλεσης», Δίκη, τ.27, σελ.623.

[9] Hengel, 1986, «Grundlinien der Philosophie des Rechts», 1832-1845, σελ.102 § 41.

[10] Βενιζέλος, 1990, «Το γενικό συμφέρον και οι περιορισμοί των συνταγματικών δικαιωμάτων», σελ.57.

[11] Χρυσόγονος, 2002, «Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα», σελ.338.

[12] ΣτΕ 13/1994 ΕλλΔνη 1994, 873, ΑΠ 309/1994, ΝοΒ 1995, 237, ΑΠ 534/1993, ΕλλΔνη 1994, 1088, ΑΠ 295/1997, ΝοΒ 1998, 1239.

[13] Χρυσόγονος, 2002, «Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα», σελ.338, παραπέμποντας σε συναφή νομολογία.

[14] Μανιτάκης, 1994, «Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας», σελ.184.

[15] Δεληγιάννης, 1990, «Ο νόμος ή η εύλογη κρίση του δικαστή ως εγγύηση των ατομικών δικαιωμάτων», ΤοΣ, σελ.12

[16] Σταμάτης, 1997, «Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων», σελ.375.

[17] Βλ. σχετικά και στην Afroditi N. Vasiliadou v. Charilaos Eracli Harikli, (1964) CLR 274, όπου λέχθηκε ότι η εγγραφή Δικαστικής απόφασης δυνάμει του Άρθρου 53 του Κεφ.6, αποτελεί μέτρο εκτέλεσης σε ακίνητη ιδιοκτησία και όχι απλή ασφάλεια – security- για την πληρωμή εξ’ αποφάσεως χρέους. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να γίνει εγγραφή χωρίς η απόφαση να είναι εκτελεστή. Σχετική και η M.D.M. Estate Developments Ltd V. N.P. Lanitis Co. Ltd, (1985) 2 J.S.C. 503

[18] C-359/92 απόφαση της 09/08/1994, ΝοΒ 1996, 110, βλ. και Πρεβεδούρου, 1997, Η αρχή της αναλογικότητας στη νομολογία του ΔΕΚ, ΕΕΕυρΔ, 1επ. και 247επ.

[19] Eissen, 1993, «The principle of proportionality in the case law of the European Court of Human Rights», στο Macdonald, Matscher, & Petzold (επιμ.) «The European System for the Protection of Human Rights», σελ.125.

[20] Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, 1989, «Η αρχή της αναλογικότητος στο Εσωτερικό Δημόσιο Δίκαιο», σελ.11.

[21] Αριστοτέλους, «Ηθικά Νικομάχεια, Ε», 1131α 35 «…η γαρ αναλογία ισότης εστί λόγων…», 1131 β 13 «…το εν διανομή δίκαιον εστί, και μέσον το δίκαιον τουτ’ εστίν του παρά το ανάλογον۠ το γαρ ανάλογον μέσον, το δε δίκαιον ανάλογον, Καλούσι δε την τοιαύτην αναλογίαν γεωμετρικήν οι μαθηματικοί…»)

[22] Μπέης, 1999, «Η αρχή της αναλογικότητας – από το δημόσιο στο αστικό και διοικητικό δικονομικό και ιδιωτικό δίκαιο», Δίκη τ.30, τευχ.5, σελ.469 και Αριστοτέλους, «Ηθικά Νικομάχεια, Ε», 1130 β 34 επ

[23] Μπουτόπουλος, 1999, «Ο νομοθέτης, ο δικαστής, και η συνταγματική προστασία της αναγκαστικής εκτέλεσης», Δίκη, τ.27, σελ.619.

[24] Ακριβοπούλου, 2006, «Η διαπροσωπική ενέργεια των συνταγματικών δικαιωμάτων και η δικαστική προστασία τους (άρθρο 25 § 1, εδ. γ΄ Σ)», ΔτΑ, 30/2006, σελ.502.

[25] Δώρης, 1992, «Ερμηνεία των νόμων με αναγωγή σε συνταγματικές διατάξεις στη νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων», Χαριστήρια Ιωάννη Δεληγιάννη – Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματος Νομικής της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ, σελ. 65-89

[26] Τόμος τιμητικός Πέτρου Ι. Παραρά

[27] Χρυσόγονος, 2002, «Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα», σελ.72.

[28] Τσάτσος, 1988, «Συνταγματικό Δίκαιο, Γ’», σελ.281.

[29] Χρυσόγονος, 2002, «Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα», σελ.72

[30] Χρυσόγονος, 2002, «Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα», σελ.73.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.