Το καθήκον επιμέλειας του ιατρού σε σχέση με την ενημέρωση του ασθενούς

Η Montgomery v Lanarkshire Health Board [2015] UKSC 11 (11/03/2015) αποτελεί ίσως την πιο σημαντική απόφαση στο χώρο του ιατρικού δικαίου τα τελευταία τριάντα χρόνια, η οποία, ακολουθώντας τη γραμμή της μειοψηφίας της Sidaway v Board of Governors of the Bethlem Royal Hospital and the Maudsley Hospital [1985] AC 871, και κρίνοντας το νομικό λόγο των διακριτών σχολών σκέψης της Sidaway, ως μη ικανοποιητικό, στα σημεία, φαίνεται ότι, έστειλε μια, κατά τα λοιπά, διαχρονική απόφαση, ευγενικά, στο χρονοντούλαπο της νομολογιακής ιστορίας. Η Montgomery εκσυγχρονίζει, μα και διασαφηνίζει, τον τρόπο θεώρησης του καθήκοντος επιμέλειας ενός ιατρού, σε σχέση με την ενημέρωση του ασθενούς, για τους κινδύνους που ενέχει μια σκοπούμενη θεραπεία, συντονίζοντας το με τη δυνατότητα αλλά και το δικαίωμα του ασθενούς να γνωρίζει, αλλά και να λαμβάνει, ο ίδιος, τις αποφάσεις για την υγεία του.

Η υπόθεση

Η ασθενής, προερχόμενη από οικογένεια ιατρών, η ίδια με ειδικές σπουδές στη μοριακή βιολογία, συναφή εργασιακή πείρα, και υψηλό δείκτη μόρφωσης και νοημοσύνης, είχε γεννήσει το πρώτο της παιδί στο νοσοκομείο Bellshill Maternity Hospital, στο Lanarkshire, της Σκωτίας, με ένα, μάλλον, επεισοδιακό τρόπο. Κατά τη διάρκεια της κύησης της, αντιμετώπιζε διαβήτη, κατάσταση που, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία που δόθηκε επ’ ακροατηρίω, μπορεί να προκαλέσει, σε κάποιες περιπτώσεις, μεγέθυνση των διαστάσεων του κυοφορούμενου, με συγκέντρωση βάρους στους ώμους του, οπότε, κατά τον φυσιολογικό τοκετό, να μπορεί να υπάρξει ενσφήνωση των ώμων, να προκληθεί δυστοκία ώμων. Λόγω της κατάστασης της, η ασθενής, παρακολουθούνταν στενά καθ όλη τη διάρκεια της κύησης, ωστόσο, παρόλο που ήταν γνωστό ότι το κυοφορούμενο είχε γενικά μεγάλες διαστάσεις, δεν είχε ενημερωθεί, από την ιατρό της, για τον κίνδυνο της δυστοκίας ώμων και τις συνέπειες του, ή για την εναλλακτική επιλογή του τοκετού δια καισαρικής τομής. Λόγω των επιπλοκών που υπήρξαν κατά τον τοκετό, λόγω της δυστοκίας ώμων, το παιδί είχε γεννηθεί με σοβαρές αναπηρίες.

Η μητέρα του, προσέφυγε στη δικαιοσύνη, εξ ονόματος του υιού της, ισχυριζόμενη αμέλεια της ιατρού, που είχε την ευθύνη του τοκετού, και διεκδικώντας αποζημιώσεις. Μία από τις ισχυριζόμενες βάσεις αμέλειας ήταν κι αυτή, στο προγεννητικό στάδιο, η παράλειψη της ιατρού να την συμβουλεύσει για τον κίνδυνο της δυστοκίας ώμων, και του ενδεχομένου της σοβαρής βλάβης, ως συνέπεια αυτής, σε περίπτωση φυσιολογικού τοκετού, και για την ύπαρξη της εναλλακτικής λύσης, της διενέργειας καισαρικής τομής. Η θέση της ιατρού ήταν ότι, δεν είναι συνήθης η ενημέρωση των ασθενών για το ενδεχόμενο δυστοκίας ώμων, και η δημιουργία αχρείαστων φόβων, γιατί, κατά τις εκτιμήσεις της, δεν πρόκειται για μια κατάσταση που καταλήγει πάντα σε βλάβη του νεογνού, παρά τα υφιστάμενα ποσοστά, ούτε και μια κατάσταση που θα πρέπει να ωθεί τις κυοφορούσες, οπωσδήποτε, να επιλέγουν να υποβάλουν τον εαυτό τους σε καισαρική τομή. Η ασθενής είχε εκφράσει ανησυχίες, παρακολουθώντας τις διαστάσεις του εμβρύου, προς το τέλος της κύησης της, κατά πόσο θα ανταπεξέρχονταν σε φυσιολογικό τοκετό, και έγιναν οι απαραίτητοι υπολογισμοί. Έπειτα, η θέση της ιατρού ήταν ότι, η ασθενής, δεν ρώτησε, η ίδια, για συγκεκριμένους κινδύνους, πέρα από το ότι εξέφρασε τις γενικές ανησυχίες της, οπότε και δεν έκρινε σκόπιμο να αρχίσει να της λέει, από μόνη της, τα ιατρικά ενδεχόμενα, της είχε πει, όμως, γενικά, ότι, εάν αντιμετώπιζαν δυσκολίες κατά τον τοκετό, θα προχωρούσαν με καισαρική τομή. Βέβαια, εάν η ασθενής ζητούσε εκ των προτέρων, κατ’επιλογή της, τη διενέργεια καισαρικής τομής, δεν θα της την αρνούνταν. Από την άλλη, η ασθενής, από τη δική της πλευρά, έλεγε ότι, εάν γνώριζε, ακριβώς, όλα αυτά που, τελικά, έμαθε εκ των υστέρων, για την δυστοκία ώμων και τις συνέπειες της, και ήθελε, την ιατρό της, να την ενημερώσει γι’αυτά, σαφώς, θα επέλεγε, η ίδια της, την καισαρική τομή.

Το Δικαστήριο, αρχικά, είχε απορρίψει την απαίτηση ([2010] CSOH 104), σε σχέση με αυτή τη βάση αμέλειας, παραπέμποντας στην διαχρονική Sidaway (ανωτέρω), καταλήγοντας ότι, ακόμα κι αν η ιατρός συμβούλευσε την ασθενή σε σχέση με τον κίνδυνο της δυστοκίας ώμων, και τις συνέπειες της, η ασθενής, δεν θα επέλεγε, εν πάση περιπτώσει, να προχωρήσει με τη διενέργεια καισαρικής τομής, απόφαση που επικυρώθηκε και από το Σκωτικό Inner House ([2013] CSIH 3; 2013 SC 245). Το Supreme Court, με 7μελή σύνθεση, κλήθηκε, αφενός, να αναθεωρήσει το λόγο της Sidaway, σε σχέση με το καθήκον ενός ιατρού να ενημερώνει τον ασθενή του για τη θεραπεία του, αφετέρου, να επανεξετάσει την ορθότητα χρήσης του υποθετικού «but for test» για την θεμελίωση της αιτιώδους συνάφειας, αντί του συστήματος ελέγχου της  Chester v Afshar [2004] UKHL 41; [2005] 1 AC 134.

Η Sidaway

Στη Sidaway ήταν ο, τότε, αρκετά καινοτόμος λόγος του Lord Scarman, που υποστήριζε, μειοψηφώντας, ότι, το δικαίωμα του ασθενούς να γνωρίζει και να λαμβάνει τις δικές του αποφάσεις, είναι βασικό του ανθρώπινο δικαίωμα, οπότε και η παράλειψη ενημέρωσης του σε σχέση με τους κινδύνους που ενέχει μια επέμβαση, συνιστά παράβαση ενός τέτοιου δικαιώματός του. Οπότε, εάν ο ασθενής (α) υποστεί ζημιά, (β) ως αποτέλεσμα ενός κινδύνου για τον οποίο δεν ενημερώθηκε, (γ) για τον οποίο θα ενημέρωνε ο μέσος ιατρός που ασκεί εύλογη επιμέλεια, σεβόμενος το δικαίωμα του ασθενούς του να αποφασίσει ο ίδιος, εάν θέλει να υποβάλει τον εαυτό του στον κίνδυνο, (δ) και ο ασθενής δεν θα είχε υποστεί τη ζημιά εάν γνώριζε τον κίνδυνο, τότε μπορεί να γίνει λόγος για αιτία αγωγής βάσει αμέλειας. Ο Lord Scarman είχε υποστηρίξει, επίσης, ότι η απόφαση συναίνεσης σε μια σκοπούμενη θεραπεία δεν βασίζεται μόνο σε ιατρικές πληροφορίες και δεδομένα, που γνωρίζει ένας ιατρός, ο ασθενής μπορεί να λαμβάνει υπόψη του δεδομένα από τη ζωή του, γενικά, που ένας ιατρός, μπορεί να μην έχει διαθέσιμα, εξάλλου, είναι γι’αυτό που οι αποφάσεις, από ασθενή σε ασθενή, μπορούν να διαφέρουν. Ο ασθενής, σε κάθε περίπτωση, είναι ο καλύτερος κριτής, στην υπόθεσή του. Σύμφωνα με τη θεώρηση του Lord Scarman, με συλλογιστική αφετηρία, αυτό το δικαίωμα του ασθενούς, το αντίστοιχο καθήκον του ιατρού είναι να ενημερώνει τον ασθενή για όλους τους ουσιώδεις κινδύνους που θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του ασθενούς, και ο «ουσιώδης κίνδυνος», έννοια που περιορίζει το καθήκον, είναι αυτός που ο μέσος συνετός άνθρωπος στη θέση του ασθενούς θα λογάριαζε, κατά τη λήψη της απόφασής του. Ωστόσο, ο ιατρός μπορεί να αποδράσει από την ευθύνη εάν αποδείξει (με σχετική ιατρική μαρτυρία) ότι, μια τέτοια επικοινωνία με τον ασθενή, θα μπορούσε να επιδράσει αρνητικά στη ψυχοπνευματική του υγεία, οπότε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, θα έπρεπε να κατακρατηθεί η, κατ’αρχήν οφειλόμενη, πληροφόρηση.

Στην ίδια υπόθεση, ο Lord Bridge και ο Lord Keith είχαν συμφωνήσει μεν ότι ένας ενήλικας ασθενής με σώας τας φρένας μπορεί να λάβει απόφαση για τον εαυτό του, ωστόσο, και παρ όλες τις φιλελεύθερες τάσεις που είχε υποδείξει, ήδη από τον καιρό εκείνο, το Supreme Court του Καναδά, στην Reibl v Hughes [1980] 2 SCR 880, υποστήριξαν ότι, στην πράξη, αυτό είναι ανεφάρμοστο, παρασυρόμενοι από τον πιο συντηρητικό λόγο του Lord Diplock ότι, ένας άνθρωπος, στη θέση του ασθενούς, δεν έχει την ιατρική κατάρτιση, ούτε τη ψυχραιμία, στην ευάλωτη θέση που είναι, επιρρεπής σε παρορμητικές ή παράλογες αποφάσεις, να προβεί σε μια ορθή απόφαση, αλλά είναι και μια «κλινική απόφαση», το τι ποιότητας επικοινωνία μπορεί να υπάρξει μεταξύ ιατρού και ασθενούς, και κατά πόσο και ποιες σημαντικές πληροφορίες μπορούν να δοθούν σε αυτόν, να περάσουν στη συνείδησή του, για να τον οδηγήσουν σε μια, πράγματι, ενημερωμένη απόφαση. O Lord Templeman σημείωσε, όπως και οι Lord Bridge και Lord Diplock, την ανισορροπία που υπάρχει, μεταξύ, αφενός, της γνώσης και αντικειμενικότητας ενός ιατρού, και της άγνοιας και υποκειμενικότητας ενός ασθενούς, μα μιλώντας και με τη γλώσσα του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως ο Lord Scarman, μέσω μιας διαφορετικής συλλογιστικής διαδρομής, δέχθηκε, όπως ο Lord Scarman, ότι, είναι δικαίωμα του ασθενούς να αποφασίζει, ακόμα κι αν η απόφαση που θα λάβει είναι «ιατρικά» παράλογη.

Σημειωτέον ότι, η Sidaway δεν τοποθετήθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ της χρησιμοποίησης του Bolam test, για τη θεμελίωση του καθήκοντος ενημέρωσης, αντίθετα, έθετε επιφυλάξεις, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε λογικό αδιέξοδο (ειδικά με τη συσχέτιση αυτού του καθήκοντος επιμέλειας με την θέση ερωτήσεων από τον ασθενή στον ιατρό), και ίσως γι’αυτό, στην πράξη, η δυσκολία επίκλησης και χρήσης της, να οδήγησε, σιωπηρά, σε αποφυγή της, από τα αγγλικά δικαστήρια, και σε διχασμό της πρακτικής, σε σχέση με την αντιμετώπιση του ζητήματος από τα σκωτικά δικαστήρια.

Η απόκλιση

Το Supreme Court, μεταξύ άλλων σημαντικών ερμηνευτικών παρεμβάσεων, σε σχέση με το λόγο της Sidaway, αναγνώρισε πως, από τη Sidaway μέχρι σήμερα, έχει γίνει, πλέον, σαφές ότι, εκείνο το πατερναλιστικό πρότυπο της σχέσης ιατρού-ασθενούς, που εκφράζονταν και στον τότε δικαστικό λόγο, έπαυσε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά και στην πολυπλοκότητα με την οποία παρέχονται σήμερα οι υπηρεσίες υγείας, ή στον τρόπο με τον οποίο οι παροχείς και λήπτες υπηρεσιών υγείας αντιμετωπίζουν τη μεταξύ τους σχέση. Σήμερα, οι ασθενείς, πλέον, είναι άτομα με δικαιώματα, παρά παθητικές μονάδες που αφήνονται στα χέρια του ιατρού τους για να λάβουν θεραπεία. Αλλά και η θεραπεία που μπορούν να προσφέρουν, σήμερα, οι παροχείς υγείας, δεν εξαρτάται απλά και μόνο από την κλινική απόφαση, μα και από παράγοντες που δεν εμπίπτουν στην κλινική απόφαση (π.χ. γραφειοκρατία, διαθεσιμότητα, κόστος, διοικητικοί λόγοι, κλπ). Είναι και ένα σωρό άλλες αλλαγές, κοινωνικές, και σε σχέση με την παροχή των υπηρεσιών υγείας, που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Έπειτα, είναι αρκετά πιο εύκολο και σύνηθες, για το κοινό, να λαμβάνει πληροφορίες για τα συμπτώματα του, τις απαραίτητες εξετάσεις, τις επιλογές θεραπείας, τους κινδύνους και τις παρενέργειες, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπως είναι το διαδίκτυο, από ομάδες υποστήριξης ασθενών, ενημερωτικά φυλλάδια που εκδίδονται από παροχείς υγείας, κλπ. Η θέση ετικετών και ενημερωτικών φυλλαδίων στα φαρμακευτικά προϊόντα είναι ένα επιπρόσθετο παράδειγμα. Επομένως, θα ήταν λάθος να θεωρούνται οι ασθενείς ως μη ενημερωμένοι, ανίκανοι να κατανοήσουν τα ιατρικά ζητήματα, ή πλήρως εξαρτώμενοι από τις πληροφορίες που τους δίνει ο ιατρός τους. Οι κοινωνικές εξελίξεις έχουν εισαχθεί και στην ιατρική πρακτική αλλά και στο δίκαιο, που σήμερα διέπεται από το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η νομική προσέγγιση πρέπει να είναι αυτή που βλέπει τους ασθενείς ως ενήλικες, ικανούς να κατανοήσουν ότι μια θεραπεία είναι αβέβαιο ότι θα επιτύχει και μπορεί να εμπεριέχει κινδύνους, που αναλαμβάνουν τον κίνδυνο που σχετίζεται με τις ζωές τους, και ζουν με τις συνέπειες των επιλογών τους.

Στο δίκαιο της αμέλειας, αυτή η προσέγγιση, επιβάλλει ένα καθήκον, από πλευράς των ιατρών, να λαμβάνουν εύλογα μέτρα, για να βεβαιώνουν ότι ο ασθενής είναι ενήμερος για τους ουσιώδεις κινδύνους που ενυπάρχουν σε μια θεραπεία. Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό μέσα στο παραδοσιακό πλαίσιο της αμέλειας, ως ένα καθήκον επιμέλειας, ο ιατρός, να αποφεύγει να θέτει τον ασθενή σε κίνδυνο ή βλάβη, που θα μπορούσε άλλως πώς να αποφευχθεί, αλλά είναι επίσης το δικαίωμα του ασθενούς να αποφασίζει κατά πόσο θα υποστεί ή όχι τον κίνδυνο. Η ύπαρξη αυτού του δικαιώματος και το γεγονός ότι η άσκηση του δεν εξαρτάται μόνο από ιατρικούς παράγοντες, καταλήγουν σε μια ουσιώδη διάκριση, αφενός, του ρόλου του ιατρού όταν υπολογίζει πιθανές επιλογές διάγνωσης ή θεραπείας, αφετέρου, του ρόλου του όταν συζητά με τον ασθενή κάθε προτεινόμενη θεραπεία και εναλλακτική λύση, και τους κινδύνους που ενέχονται, σε κάθε περίπτωση. Ο ρόλος του γιατρού όταν υπολογίζει πιθανές επιλογές διάγνωσης ή θεραπείας αποτελεί άσκηση επαγγελματικής δεξιότητας και απόφασης, οπότε, εκεί εφαρμόζεται το Bolam test. Όμως, ο συμβουλευτικός ρόλος του ιατρού, δεν μπορεί να θεωρηθεί αποκλειστικά ως άσκηση επαγγελματικής δεξιότητας, με δεδομένο το δικαίωμα του ασθενούς να αποφασίζει για τους κινδύνους που σχετίζονται με την υγεία του, κατά πόσο θέλει να τους υποστεί ή όχι, στη βάση μη αμιγώς ή μη αποκλειστικά ιατρικών παραγόντων. Η ευθύνη για τον καθορισμό της φύσης και της έκτασης των δικαιωμάτων του ατόμου είναι έργο του δικαστηρίου, όχι της ιατρικής πρακτικής ή γνώμης.

Ένας ασθενής μπορεί, ασφαλώς, να αποφασίσει ότι δεν επιθυμεί να ενημερωθεί για τους κινδύνους, ο γιατρός, στην περίπτωση αυτή, δεν είναι υποχρεωμένος να συζητήσει αυτούς τους κινδύνους με τον ασθενή που έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θέλει να προβεί σε αυτή τη συζήτηση. Το να αποφασιστεί κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι τόσο απρόθυμο για συζήτηση, σημαίνει ότι, ο ιατρός, θα σχηματίσει μια απόφαση, αλλά δεν θα είναι μια απόφαση που εξαρτάται από την επαγγελματική του κατάρτιση. Είναι, επίσης, αλήθεια ότι, ο γιατρός πρέπει να αποφασίσει, αναγκαστικά, ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα εξηγήσει καλύτερα στον ασθενή, και το να προβεί, κανείς, σε αποτελεσματική εξήγηση, χρειάζεται δεξιότητα. Όμως, και πάλι, τέτοια δεξιότητα και απόφαση δεν είναι του είδους που ενδιαφέρουν το Bolam test. Η εξαίρεση, της απόκρυψης πληροφοριών, ως θεραπευτική επιλογή, υφίσταται, αλλά δεν μπορεί να προβάλλει ως βάση στον γενικό κανόνα.

Η ορθή θέση, σε σχέση με τους κινδύνους που ενέχει μια θεραπεία, σήμερα, μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αυτή, που ουσιαστικά υιοθετήθηκε, μεταξύ άλλων, από τον Lord Scarman στην Sidaway, και ο Lorf Woolf MR στην Pearce v United Bristol Healthcare NHS Trust ([1999] PIQR P 53), υπό την επιφύλαξη που έκανε και το Αυστραλιανό δικαστήριο στην Rogers v Whitaker (1992) 175 CLR 479.

Ένας ενήλικας με σώας τας φρένας δικαιούται να αποφασίζει ποια, εάν υπάρχει οποιαδήποτε, από τις διαθέσιμες θεραπείες θα ακολουθήσει, και η συναίνεσή του θα πρέπει να ληφθεί πριν από την ακολούθηση της θεραπείας. Ο ιατρός έχει το καθήκον να λάβει εύλογα μέτρα για να διαβεβαιώσει ότι ο ασθενής είναι ενήμερος οποιωνδήποτε ουσιωδών κινδύνων ενέχονται σε μια προτεινόμενη θεραπεία, και οποιωνδήποτε εναλλακτικών επιλογών. Το σύστημα ελέγχου του «ουσιώδους» (materiality test) είναι κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις μιας συγκεκριμένης υπόθεσης, ο λογικός άνθρωπος που βρίσκεται στη θέση του ασθενούς, θα έδινε σημασία στον κίνδυνο, ή ο ιατρός είναι ή εύλογα θα έπρεπε να είναι ενήμερος ότι ο συγκεκριμένος ασθενής θα έδινε σε αυτό τον κίνδυνο σημασία. Ωστόσο, ο ιατρός δικαιούται να αποκρύψει από τον ασθενή πληροφορία σε σχέση με τέτοιο κίνδυνο, εάν εύλογα θεωρεί ότι η αποκάλυψή του, θα έβλαπτε σοβαρά την υγεία του ασθενούς. Ο ιατρός, επίσης, απαλλάσσεται από αυτό το καθήκον, συνδιάσκεψης με τον ασθενή, σε περιπτώσεις ανάγκης, όπως, για παράδειγμα, όταν ο ασθενής χρήζει κατεπείγουσας θεραπείας αλλά δεν έχει τις αισθήσεις του ή είναι άλλως πώς μη ικανός να προβεί σε απόφαση.

Το εύρος αυτών των εξαιρέσεων δεν προκαθορίζεται, μα είναι κάτι που θα ειδωθεί μέσα από συγκεκριμένες υποθέσεις, που θα απασχολήσουν.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, η αξιολόγηση του κατά πόσο ένας κίνδυνος είναι ουσιώδης, δεν μπορεί να μειωθεί κατά ποσοστά. Η αξιολόγηση ενός κινδύνου μπορεί να περιλαμβάνει τη φύση του κινδύνου, την επίδραση που θα έχει κατά τη διάρκεια της ζωής του ασθενούς, τη σημασία για τον ασθενή των οφελών που θα επιτευχθούν με τη θεραπεία, τις διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις, καθώς και τους κινδύνους που εμπλέκονται σε αυτές τις εναλλακτικές λύσεις. Οπότε, ο λόγος γίνεται για αξιολόγηση ευαίσθητη στις πραγματικές περιστάσεις και τα χαρακτηριστικά του εκάστοτε ασθενούς. Έπειτα, ο συμβουλευτικός ρόλος του ιατρού εμπεριέχει ένα διάλογο, που σκοπεί στο να διαβεβαιώσει ότι ο ασθενής αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης του, τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της σκοπούμενης θεραπείας, και οποιωνδήποτε εναλλακτικών επιλογών, οπότε και είναι σε θέση να προβεί σε μια πληροφορημένη απόφαση. Αυτός ο ρόλος εκτελείται επιτυχώς εάν οι πληροφορίες που παρέχονται είναι κατανοητές. Ο ιατρός δεν έχει καθήκον να «βομβαρδίζει» τον ασθενή με τεχνικούς όρους, που, ευλόγως, δεν αναμένεται να αντιληφθεί, ούτε βέβαια και να εξασφαλίζει απλά ρουτινωδώς τις υπογραφές του ασθενούς, ως συγκαταθέσεις. Όσο για την εξαίρεση, της θεραπευτικής ανάγκης, δεν είναι επιδεκτική κατάχρησης. Είναι μια περιορισμένη εξαίρεση στο γενικό κανόνα ότι, ο ασθενής, θα πρέπει να αποφασίζει κατά πόσο θα ακολουθήσει μια σκοπούμενη θεραπεία, ο δε σκοπός της δεν είναι να υποκαταστήσει την αρχή αυτή, επιτρέποντας στον ιατρό να αποτρέψει τον ασθενή από το να προβεί σε μια πληροφορημένη επιλογή. Έπειτα, ο ασθενής, φέρει ιδία ευθύνη εάν επιλέξει κάτι που ο ιατρός θεωρεί ενάντια στα καλύτερα συμφέροντά του.

Η κατάληξη

Σε σχέση με την υπόθεση, το Supreme Court έκρινε ότι, η ιατρός, αναμφίβολα, όφειλε να συμβουλεύσει την ασθενή σχετικά με τον κίνδυνο της δυστοκίας ώμων και να συζητήσει μαζί της την εναλλακτική επιλογή, του να φέρει στον κόσμο το παιδί της με καισαρική τομή. Σε σχέση με την αιτιώδη συνάφεια, το «but for test» ορθά εφαρμόστηκε, χωρίς να αποκλειόταν η εφαρμογή άλλου, μα λανθασμένα εφαρμόστηκε με βάση τον κίνδυνο βλάβης του παιδιού, γιατί ο κίνδυνος που ήταν ουσιώδης και θα έπρεπε να αποκαλυφθεί ήταν η δυστοκία ώμων, με ό,τι αυτή μπορεί να συνεπάγεται και να χαρακτηρίζει αυτό τον κίνδυνο. Προέκυπτε και από την ίδια τη μαρτυρία της ιατρού ότι, ήταν και δική της πεποίθηση πως, η αποκάλυψη του κινδύνου της δυστοκίας ώμων στην ασθενή, ενδεχομένως, να ωθούσε την ασθενή στην επιλογή της καισαρικής τομής. Δεν τέθηκε το ζήτημα κατά πόσο η αποκάλυψη αυτή θα έβλαπτε σοβαρά την υγεία της ασθενούς. Ήταν, όμως, ευθύνη της ιατρού να εξηγήσει στην ασθενή της γιατί θεωρεί ότι η μια επιλογή είναι καλύτερη από την άλλη, ιατρικά, διαβεβαιώνοντας ότι, η ασθενής, είναι ενήμερη για τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της κάθε μίας. Κυρίως, ήταν δικαίωμα της ασθενούς να αποφασίσει, στη βάση μια πλήρως πληροφορημένης απόφασης.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.