Δικηγορική αμέλεια: Υπόθεση Hirtenstein – Μέρος ΙΙ: Ο υπολογισμός των αποζημιώσεων

burn$

Η Hirtenstein and another v Hill Dickinson LLP [2014] EWHC 2711 (Comm), ημερομηνίας 31/07/2014, σε σχέση με την οποία έγινε και παλαιότερη αναφορά, σε σχέση με την αιτιώδη συνάφεια, παρουσιάζει ενδιαφέρον και σε σχέση με τον υπολογισμό των αποζημιώσεων, ειδικά στο πέρασμα που θεωρεί το ταχύπλοο σκάφος ως ιδιαίτερο αγαθό, και σχεδόν το ταυτίζει, σε ιδιαιτερότητα, με το ακίνητο, και προς περαιτέρω ερμηνεία της έννοιας της “διαθέσιμης αγοράς”, απαντώντας στα σημεία του ζητήματος του μετριασμού της ζημιάς.

Ο μετριασμός της ζημιάς ή της απώλειας (mitigation of loss), στο αστικό δίκαιο, εκφράζει μια από τις παλαιές[1] περιοριστικές αρχές ότι, ένας διάδικος που υπέστη ζημιά ή απώλεια, από ένα αστικό αδίκημα ή από μια παράβαση σύμβασης, πρέπει να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για να ελαχιστοποιήσει το μέγεθος της ζημιάς ή απώλειας αυτής[2]. Η αρχή αυτή βαίνει, όχι άκριτα, ούτε χωρίς θεωρητική πολυπλοκότητα, πέρα από το αξίωμα ότι ο ζημιωθείς θα πρέπει να αποκαθίσταται επανερχόμενος στην πραγματική θέση που θα ήταν εάν δεν εμφιλοχωρούσε η παράβαση. Η αρχή αυτή, με εργαλείο τη λογική, την κοινή λογική, αυτή του μέσου συνετού ατόμου στη θέση του ζημιωθέντος, επιχειρεί να σφυγμομετρήσει την πραγματική ζημιά με μεγαλύτερη ακρίβεια, αλλά, τελικά, και με περισσή πολυπλοκότητα. Ο εναγόμενος παραβάτης δεν θα πρέπει να καλείται να πληρώσει ζημιά ή απώλεια που θα μπορούσε να αποφευχθεί, και ο ενάγων ζημιωθείς δεν θα πρέπει να αφήνει παράλογα τη ζημιά ή απώλεια του να μεγεθύνεται, προκειμένου να διευρύνει το πλαίσιο της διεκδικούμενης αποζημίωσης. Το βάρος απόδειξης ότι ο ενάγων ζημιωθείς απέτυχε να μετριάσει τη ζημιά ή απώλεια του βρίσκεται στους ώμους του εναγόμενου παραβάτη[3]. Η επίκληση της λογικής, σε κάθε περίπτωση, αποτελεί οδό και για διεύρυνση των εξαιρέσεων, από την εν λόγω αρχή, αλλά και για γενικότερη αστάθεια της αρχής.

Ένα παράδειγμα, που χρησιμοποιείται συχνά, είναι αυτό του έφηβου μισθωτή, που συμβάλλεται για την μίσθωση ενός διαμερίσματος για χρονική διάρκεια ενός χρόνου, και στον ένα μήνα εγκαταλείπει το μίσθιο. Ο ιδιοκτήτης, που γνωρίζει το γεγονός αυτό, θα πρέπει να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τη ζημιά που προκαλεί η παραβατική συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του, παρά να αναμένει την πλήρωση του έτους, για να διεκδικήσει από αυτόν το σύνολο των μισθωμάτων που άλλως πώς θα μπορούσε να εισπράξει από έναν άλλο διαθέσιμο μισθωτή. Όταν υπάρχει διαθέσιμη αγορά, το ευλόγως αναμενόμενο, είναι, ο ζημιωθείς, από παράβαση σύμβασης, ενάγων, να αποταθεί σε αυτήν, ως μια άμεση απάντηση σε αυτή την παράβαση. Για να κριθεί ότι υπάρχει παράλειψη μετριασμού, το κρίσιμο σημείο είναι, κατά πόσο η απόφαση χρησιμοποίησης της διαθέσιμης αγοράς, από μέρους του ενάγοντος, εξέφραζε ή όχι μια οικειοθελή επιλογή, που παρενέβη στην αλυσίδα των γεγονότων και των στοιχείων που συνθέτει την αιτιώδη συνάφεια, σε σχέση με την παραβατική συμπεριφορά του εναγόμενου[4]. Θα ήταν λογικό, έτσι, να υπολογίσει, κανείς, τη ζημιά, που είναι άμεση και προκύπτουσα φυσιολογικά, εκ της συνήθους ροής των γεγονότων, από το χρονικό σημείο της παράβασης, εάν ο λόγος γίνεται για παράβαση διαβεβαίωσης από μέρους του πωλητή, σαν να είχε ο αγοραστής, άμεσα, προβεί στην αγορά των αγαθών από αλλού, και εάν ο αγοραστής επέλεξε να μην προβεί στην αγορά των αγαθών από αλλού, οι συνέπειες της επιλογής του, θετικές ή αρνητικές, θα αφορούν τον ίδιο τον αγοραστή. Ομοίως, θεωρείται, γενικά, εύλογο, να αναμένεται από έναν αγοραστή στον οποίον έχουν παραδοθεί ελαττωματικά αγαθά, να τα επιστρέψει το συντομότερο δυνατόν, κι αν δεν το πράξει, να υπολογίσει τη ζημιά του, σα να το είχε πράξει, χειριζόμενος οποιαδήποτε μεταγενέστερη απώλεια ή κέρδος, ως συνέπεια αυτής της επιλογής του[5].

Στην Hirtenstein αυτές οι αρχές δεν θα μπορούσαν να έχουν εφαρμογή, γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμη αγορά για μεταχειρισμένα πολυτελή σκάφη· τέτοια είδη, δεν έχουν την κινητικότητα των αξιογράφων ή και των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, μα είναι τόσο ιδιαίτερα, το καθένα τους, ως προς τα χαρακτηριστικά τους, ώστε ενώ μπορεί να υπάρχουν παρόμοια, σε μεγάλο βαθμό, σκάφη αναψυχής, σε μια αγορά, να μην μπορούν να υπάρξουν δύο σκάφη αναψυχής που να είναι απόλυτα όμοια, αλλά και ο κάθε ένας που παραγγέλνει την κατασκευή ενός τέτοιου σκάφους, εισάγει, σε αυτό, το προσωπικό του γούστο. Οπότε, στην Hirtenstein, το Δικαστήριο θεώρησε ότι ο αγοραστής του ελαττωματικού σκάφους δεν μπορούσε να καταφύγει άμεσα στην αγορά για να το υποκαταστήσει, με κάποιο τρόπο. Ομοίως, το Δικαστήριο, δεν θεώρησε λογικό να προσεγγίσει τη ζημιά του ενάγοντος βασιζόμενο στην υπόθεση ότι θα μπορούσε να πωληθεί άμεσα το ελαττωματικό σκάφος στην κατάστασή του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των ειδικών εκτιμητών, ο μόνος πιθανός αγοραστής θα ήταν κάποιος επαγγελματίας αγοραστής, που θα σκοπούσε στην επιδιόρθωση του γιοτ για να το μεταπωλήσει και να κερδίσει από τη μεταπώληση, όπου ο παράγοντας των αναγκαίων επιδιορθώσεων θα έπρεπε να επιδράσει στην προσφερόμενη τιμή πώλησης, αλλά και ένας λογικός ιδιοκτήτης θα επισκέυαζε, ο ίδιος, το γιοτ, πριν την πώληση του, οπότε, θα υπόκειτο ο ίδιο περαιτέρω κόστος. Ακόμα και σε περίπτωση που το σκάφος προσφερόταν σε εξαιρετικά μειωμένη τιμή, ως ελαττωματικό, δεν θα ήταν εύκολο να βρεθεί άμεσα αγοραστής, οι εκτιμητές υπολόγιζαν ότι, εάν η προώθηση του στην αγορά γινόταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, θα χρειάζονταν τουλάχιστον 18 μήνες. Το Δικαστήριο, ως μέτρο ζημιάς, θεώρησε ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσει το κόστος επισκευής του ταχύπλοου από τον ενάγοντα, προκειμένου, αυτό, να έρθει στην εγγυημένη κατάστασή του.

Συνήθως, η αρχή του μετριασμού της ζημιάς ή της απώλειας, διατυπώνεται ως “καθήκον”, κι αυτό είναι κάπως παραπλανητικό[6], γιατί, στην πραγματικότητα, ένας ζημιωθείς, που δεν προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες μετριασμού της ζημιάς του, δεν κάνει κάτι μεμπτό, με τον ίδιο τρόπο που υφίσταται γνήσια παράβαση καθήκοντος. Η αρχή είναι ότι, όπου υπάρχουν περισσότερες από μία ευλόγως διαθέσιμες λύσεις προς απάντηση στις συνέπειες της παραβατικής συμπεριφοράς, ο ενάγων, μπορεί να ανακτήσει, ως ζημιά του, το κόστος της λιγότερο ακριβής ή φθηνότερης λύσης. Εάν ο ζημιωθείς επιλέξει την ακριβότερη λύση, δεν πράττει κάτι αναγκαστικά παράλογο ή κακό, γιατί μπορεί, απλά, να προτιμά την ακριβότερη λύση, σύμφωνα με τα προσωπικά του ιδιοσυγκρασία, γούστο, ή επίπεδο ζωής. Απλά, σε αυτή την περίπτωση, το επιπρόσθετο κόστος, πρέπει να καταλογιστεί ως συνέπεια της επιλογής του ιδίου του ζημιωθέντος, και όχι ως συνέπεια της παραβατικής συμπεριφοράς του εναγόμενου. Στην Darbishire v Warran [1963] 1 WLR 1067, που ο ενάγων είχε επιδιορθώσει το όχημα του, που είχε υποστεί ζημιά, με τρόπο που υπερέβαινε την αγοραία του αξία, το Court of Appeal ανέφερε ότι, μπορεί η επιλογή του ενάγοντος να ήταν λογική, σύμφωνα με τα δεδομένα που τον αφορούν, αλλά, ο ενάγων, δεν κατάφερε να μετριάσει τη ζημιά του, διότι υπήρχε μια διαθέσιμη επιλογή που ήταν φθηνότερη, αυτή της διαγραφής και αντικατάστασης του οχήματος, οπότε, και η ζημιά περιορίστηκε στην αγοραία αξία του αυτοκινήτου χωρίς τη ζημιά. Ένας ενάγων μπορεί, επίσης, να ανακτήσει το κόστος της αντικατάστασης ενός παλαιού με ένα νέο αντικείμενο, εάν δεν υπάρχει εύλογη εναλλακτική λύση[7]. Έτσι και στην Hirtenstein, ο ενάγων, που επιδιορθώνοντας το σκάφος του το αναβάθμισε, δεν θα μπορούσε να ανακτήσει από τον εναγόμενο το επιπλέον ποσό.

Πέρα από αυτή την περιοριστική αρχή του μετριασμού της ζημιάς ή της απώλειας, είναι σημαντικός ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζονται οι αποζημιώσεις στο δίκαιο της δικηγορικής αμέλειας, γενικά. Στις υποθέσεις που αποκτάται περιουσία, ως συνέπεια δικηγορικής αμέλειας, συνήθως, εφαρμόζεται ο κανόνας της μείωσης της αξίας (diminution of value), που παρά την ονομασία που φέρει, εκφράζει τη διαφορά μεταξύ της τιμής που πληρώθηκε για την περιουσία, και της αγοραίας αξίας της περιουσίας κατά το χρόνο της αγοράς[8]. Δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο κανόνας έχει πλήρως αναλυθεί, ωστόσο, στο βαθμό που πρόκειται για μια προσέγγιση επί μεταβλητών στοιχείων, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται μηχανικά, ακόμα κι εκεί που δεν αρμόζει[9], ενώ υπάρχουν, σαφώς, εναλλακτικές προσεγγίσεις[10]. Ο υπολογισμός της ζημιάς είναι μια πρακτική άσκηση, κατασκευασμένη για να αποζημιώνει τον ενάγοντα για ένα αστικό αδίκημα που υπέστη, αλλά όχι για να τον υπερ-αποζημιώνει. Οι κανόνες, που υφίστανται, πρέπει να βασίζονται στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, αλλά και να μην επιτρέπουν στο Δικαστήριο, να απομακρύνεται από τις νομικές αρχές και να προβαίνει σε ad hoc εκτιμήσεις. Οι υποθέσεις που αφορούν σε απόκτηση ακίνητης περιουσίας, συνεπεία αμέλειας, όπως και η Hirtenstein, που αφορούσε σε απόκτηση πολυτελούς ταχύπλοου σκάφους συνεπεία αμέλειας, έχουν το κοινό ότι, και στις δύο περιπτώσεις, τα αποκτηθέντα αγαθά, τείνουν να είναι ιδιαίτερα, ώστε, να μην μπορούν να πωληθούν άμεσα. Επίσης, η διαπίστωση του ελαττώματος, πολλές φορές, μπορεί να τοποθετείται σε αρκετά μεταγενέστερο χρόνο από αυτό της αγοράς, παρά το ότι στην Hirtenstein έτυχε και ο ενάγων διαπίστωσε το ελάττωμα στη θάλασσα σχεδόν άμεσα.

Στην Byrne v Pain & Foster [1999] 1 WLR 1849, το Court of Appeal είχε αποφασίσει ότι, μια αγωγή βάσει αστικού αδικήματος που προέκυψε όταν οι ενάγοντες, βασιζόμενοι σε αμελή εκτίμηση, συμβλήθηκαν για αφορά ακινήτου, η αξία του οποίου ήταν χαμηλότερη από αυτήν που πίστευαν, εφαρμόστηκε η αρχή της Forster v Outred [1982] 1 WLR 86, και άλλων, ότι, ένα πρόσωπο υφίσταται “πραγματική ζημιά” από τη στιγμή που εκτίθεται σε μια ευθύνη ή ενδεχόμενη ευθύνη, που μειώνει την οικονομική αξία της περιουσίας του, και όχι απλά όταν προβαίνει, πράγματι, σε πληρωμή χρημάτων. Στις περισσότερες περιπτώσεις που ένας ενάγων αποκτά ελαττωματική περιουσία, συνεπεία αμελούς συμβουλής, ο ενάγων, αφού ανακαλύψει το ελάττωμα, μπορεί να επιλέξει να απαλλάξει τον εαυτό του από το πρόβλημα διενεργώντας πώληση του ακινήτου, είτε να το κρατήσει το ακίνητο (και να επιδιορθώσει και τη ζημιά). Εάν ο ενάγων επιλέξει να πωλήσει το ακίνητο, από ότι να το κρατήσει και να το επιδιορθώσει, λόγω ταλαιπωρίας και κόστους, θα ήταν δύσκολο για τον εναγόμενο να ισχυριστεί ότι, ευλόγως, θα αναμενόταν από τον ενάγοντα να κρατήσει και να επιδιορθώσει το ακίνητο, ακόμα κι αν, ως επιλογή, εκείνη, θα μπορούσε να ήταν και φθηνότερη. Από την άλλη, εάν ο ενάγων επιλέξει να κρατήσει το ακίνητο, η πώληση του ακινήτου μπορεί να ειδωθεί ως επιλογή που θα μπορούσε, ευλόγως, να αναμένεται να κάνει ο ενάγων, εάν το κόστος επισκευής του ελαττώματος θα υπερέβαινε το κόστος της απώλεια σε περίπτωση τέτοιας πώλησης.

Στην περίπτωση της Hirtenstein, εάν ο ενάγων επέλεγε να προβεί στην πώληση του σκάφους, θα μπορούσε να μετρηθεί το όφελος που θα λάμβανε από το καθαρό προϊόν της πώλησης. Ωστόσο, ο ενάγων είχε αποφασίσει να κρατήσει το σκάφος. Εξάλλου, η μαρτυρία ήταν ότι, το σκάφος θα μπορούσε να πωληθεί μόνο στην ελαττωματική κατάστασή του, με σημαντική έκπτωση, ενώ κόστιζε, γι’αυτόν, λιγότερα η επισκευή του. Θα ήταν λάθος να υπολογιστεί το όφελος που έλαβε ο ενάγων από την απόκτηση του σκάφους, με αναφορά στο προϊόν μιας υποθετικής πώλησης, που δεν έκανε ο ενάγων, γιατί επέλεξε μια φθηνότερη εναλλακτική λύση. Βέβαια, το γεγονός ότι, ο ενάγων δεν επιδιόρθωσε απλά το σκάφος, αλλά το αναβάθμισε κιόλας, το επιπρόσθετο κόστος, δεν υπολογίζεται ως αύξηση της αξίας του σκάφους, μα με την εφαρμογή της αρχής του μετριασμού της ζημιάς, το επιπρόσθετο κόστος αποδίδεται στην επιλογή του ενάγοντος παρά στην παραβατική συμπεριφορά του εναγόμενου. Με δεδομένη την επιδιόρθωση αυτή, θα μπορούσε, ο ενάγων, να πωλήσει το σκάφος σε πλέον καλή κατάσταση, οπότε, το Δικαστήριο, θεώρησε λογικό να υπολογίσει το όφελος που έλαβε ο ενάγων, με αναφορά, μεν, στην υποθετική πώληση, αλλά και χειρισμό της μεταγενέστερης μείωσης ή επαύξησης της αγοραίας αξίας, ως συνέπειας της επιλογής του ενάγοντος να κρατήσει το σκάφος. Οπότε, στα €4.500.000, που ήταν η (χαμηλή) τιμή αγοράς του σκάφους, το Δικαστήριο πρόσθεσε τις €550.000 που χρειάστηκαν για την επιδιόρθωση, τις €250.000 για την αποθήκευση και συντήρηση μέχρι την επιδιόρθωση, και προέκυψε ένα ποσό €5.300.000. Τότε, η αξία του σκάφους υπολογίστηκε με βάση το ποσό που θα λάμβανε ο ενάγων εάν πωλούσε το σκάφος μετά την επισκευή του, σύμφωνα με τους χρονικούς υπολογισμούς, αρχές του 2012, που με βάση τη μαρτυρία που δέχθηκε, υπολόγισε στα €4.850.000, υπολογίζοντας την οικονομική ζημιά που υπέστη ο ενάγων από την αγορά του σκάφους στις €450.000.

——————-

[1] Harries v Edmonds (1845) 1 Car & Kir 686· Roper v Johnson  (1873) LR 8 CP 167, 181-182 (Brett J)· η British Westinghouse Electric & Manufacturing Co Ltd v Underground Electric Railways Co of London Ltd (No.2) [1912] AC673 (HL) 689 θεωρείται, ωστόσο, η πρωτότυπη πηγή διατύπωσης του κανόνα, που τον αντιμετώπισε, περισσότερο, ως εμπίπτουσα στο ευρύτερο κεφάλαιο της αιτιώδους συνάφειας, από την οπτική της ζημιάς που οφείλεται (is due to) σε ιδία συμπεριφορά.

[2] Άλλες περιοριστικές αρχές είναι όπως η ζημιά να απορρέει αιτιωδώς από τη συμπεριφορά του εναγόμενου (σχετικό), και να μην είναι απομακρυσμένη (remote), αρχές που μαζί με την αρχή του μετριασμού της ζημιάς, ειδώθηκαν ως τρίπτυχο αιτιώδους συνάφειας. Βλ. και Standard Chartered Bank v Pakistan National Shipping Corp [1999] 1 Lloyd’s Rep 747 (Com Ct) 758.

[3] Βλ. και Lombard North Central Plc v Automobile World (UK) Ltd [2010] EWCA Civ 20

[4] Koch Marine Inc v d’Amica Societa di Navigazione Arl (The Elena d’Amico) [1980] 1 Lloyd’s Rep 75 , 88· Blue Circle Industries Plc v Ministry of Defence [1999] Ch 289, 305–306, 316, 321–322· Dyson, Α. & Kramer, Α. (2014). There is no ‘Breach Date Rule’: Mitigation, difference in value and date of assessment. 130 LQR, 259.

[5] Βλ. και Κυπριακές Shacolas v Michaelides and Another (1967) 1 C.L.R. 290· Spyros Anastasiou v Apostolis Stylianou (1974) 1 C.L.R. 62· Photiades Takis v The Director of Ports and Marshal of the Admiralty Court (1982) 1 CLR 244· Γεώργιος Ταμπούρας v. Κυριακής Κολάνη άλλως Κίκας Κολάνη (2008) 1 ΑΑΔ 384· Polycast Panels Ltd ν Alpha Tράπεζα Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ. 1396· Muriel Beaumont κ.ά. ν Νίκος Παπακλεοβούλου, (2010) 1 Α.Α.Δ. 525, και άλλες. Σημειωτέον ότι, η υποχρέωση μετριασμού της ζημιάς σύμφωνα με το Άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου ισχύει σε περιπτώσεις αποζημιώσεων για αθέτηση συμφωνίας, αλλά δεν ισχύει στις περιπτώσεις που η απαίτηση βασίζεται σε δάνειο, βλ. Μαρκίδης Στέλιος ν Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2012) 1 Α.Α.Δ. 324.

[6] Darbishire v Warran [1963] 1 WLR 1067 (CA)· Sotiros Shipping Inc v Sameiet Solholt (The Solholt) [1983] 1 Lloyd’s Rep605 (CA) 608· Harvey McGregor, McGregor on Damages (18th edn, Sweet & Maxwell 2009)

[7]  Harbutt’s ‘Plasticine’ Ltd v Wayne Tank and Pump Co. Ltd [1970] 1 QB 477 σελ. 468, 472–3, 476· Bacon v Cooper (Metals) Ltd [1982] 1 All ER 397· Lagden v O’Conner [2004] 1 AC 1067, παρ. 34

[8] Oates v Anthony Pitman & Co [1998] PNLR 683

[9]  County Personnel (Employment Agency) Ltd v Alan R Pulver & Co [1987] 1 WLR 916, 925

[10] Jackson & Powell on Professional Liability (7th Edn), παρ. 11-288 – 11–295· Greymalkin Ltd v Copleys [2004] EWHC 1155 (Ch)· [2004] PNLR 44, παρ. 79-84· Reeves v Thrings & Long [1996] 1 PNLR 265 σελ. 278.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s