Ο προσωποπαγής χαρακτήρας της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα

000923455222

Περίπτωση

Η σύζυγος αποβιώσαντος προσώπου ανησυχεί ότι, μετά το θάνατο του συζύγου της, τα τέκνα του συζύγου της, από τον προηγούμενο του γάμο, θα διεκδικήσουν και από τη δική της περιουσία, ως συνεισφορά του αποβιώσαντος.

Δεν είναι ασυνήθιστη μια τέτοια προσπάθεια, ιδίως, σε καιρούς κρίσης, παντών των ειδών. Είναι ένα φαινόμενο που τείνει να ενδημεί, και να δημιουργεί έντονη ψυχική αναστάτωση σε ανθρώπους, που μέσα στο πένθος τους, θα πρέπει να υποστούν, επιπρόσθετα, το φόβο και την απειλή ότι θα απωλέσουν, μετά την απώλεια του συντρόφου τους, και την περιουσία τους. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος, κατά κανόνα, δεν έχουν δικαίωμα να διεκδικήσουν τη συμμετοχή του αποβιώσαντος στα κοινά αποκτήματα του γάμου του, ακριβέστερα, δεν δικαιούνται τη συνεισφορά του αποβιώσαντος στην αύξηση της περιουσίας της επιζούσης συζύγου του.

Στο Κυπριακό δίκαιο, όπως και στο ελλαδικό, ο γάμος, δεν μεταβάλλει την περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων[1] (βλ. άρθρο 13 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, Ν.232/91) («ο Νόμος»). Αυτό είναι το εκ του νόμου σύστημα ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων. Αυτό σημαίνει ότι, οι σύζυγοι, και μετά το γάμο, είναι οικονομικά ανεξάρτητοι, μπορεί, ο καθένας, να αποκτά, να διοικεί, και να διαθέτει τη δική του περιουσία. Βέβαια, ο γάμος, επιφέρει, μεταξύ άλλων ειδών «κοινωνίας», και ενότητα με οικονομικές συνέπειες, οπότε, περιουσία μπορεί να αποκτάται από κοινού, ο ένας σύζυγος μπορεί να συνεισφέρει με την εργασία του, ο άλλος τη φροντίδα της εστίας ή των μελών της οικογένειας, ο άλλος με άλλο τρόπο· καθίσταται, συνήθως, πολύπλοκος ο διαχωρισμός, του τι, ακριβώς, ανήκει στον καθένα από τους συζύγους.

Προς αποφυγή αδικιών, που μπορεί να δημιουργεί το σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας, και προς ενθάρρυνση της συντροφικότητας και της ισονομίας των φύλων και των ρόλων μέσα στο γάμο, υπάρχει και ο θεσμός της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα ή άλλως πώς, η δυνατότητα του ενός συζύγου, σε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου, να αξιώνει τη συμμετοχή του στην αύξηση της περιουσίας του άλλου. Αυτός ο θεσμός συμπληρώνει και εξισορροπεί το σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας. Ειδικότερα, το άρθρο 14 του Νόμου προνοεί ότι, σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί[2], ο άλλος σύζυγος, εφόσο συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία, ή με διάθεση περιουσίας που αποκτήθηκε με τις αιτίες αυτές.

Η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου είναι, μεταξύ άλλων που χαρακτηρίζουν τη φύση της, και προσωποπαγής, αφού απορρέει από τον προσωπικό δεσμό των συζύγων. Αυτό σημαίνει ότι, δεν μπορεί να ασκηθεί από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, είναι ανεκχώρητη και ακληρονόμητη. Αυτό προβλέπει ρητά το άρθρο 15(β) και (γ) του Νόμου, που ορίζει ότι, η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα δεν γεννιέται σε περίπτωση θανάτου του συζύγου, στο πρόσωπο των κληρονόμων του αποβιώσαντος, και δεν κληρονομείται. Σε περίπτωση θανάτου του ενός συζύγου, οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος (π.χ. τέκνα από προηγούμενο γάμο), δεν μπορούν να στραφούν εναντίον της επιζούσης συζύγου του αποβιώσαντος και να διεκδικήσουν συνεισφορά του αποβιώσαντος στην αύξηση της περιουσίας της, δεν μπορεί να γεννηθεί στο πρόσωπο τους η αξίωση αυτή, και εάν δημιουργήθηκε ήδη, δεν μπορεί να κληρονομηθεί.

Το άρθρο 15 του Νόμου, περιέχει, δύο πολύ συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Για να υπάρχει αξίωση για συμμεχοτή του αποβιώσαντος στην αύξηση της περιουσίας της επιζούσης συζύγου, θα πρέπει να είχε ασκηθεί και επιδοθεί, ήδη, η σχετική αγωγή από τον ίδιο τον αποβιώσαντα, ενόσω ήταν εν ζωή, οπότε, κάποιο ασκηθέν αγώγιμο δικαίωμα να θεωρείται, πλέον, περιουσία, εμπίπτουσα στην κληρονομιαία περιουσία. Επίσης, εάν έχει αναγνωριστεί δια συμφωνίας, μεταξύ των συζύγων, αυτή η δυνατότητα[3], οπότε και η αξίωση απεκδύθηκε, επίσης, του προσωποπαγούς της χαρακτήρα.

Βέβαια, σε περίπτωση θανάτου του ενός συζύγου, η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα μπορεί να ασκηθεί από τον επιζώντα σύζυγο εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντος, δηλαδή, επιβιώνει εις βάρος της περιουσίας του αποβιώσαντος. Ειδικότερα, η σύζυγος που επιζεί μπορεί να ασκήσει αγωγή εναντίον των κληρονόμων του αποβιώσαντος (π.χ. τέκνων από προηγούμενο γάμο)[4] για να διεκδικήσει μέρος της αύξησης της περιουσίας του αποβιώσαντος, στο οποίο συνεισέφερε η ίδια, ώστε να το εισάγει στη δική της κληρονομιαία περιουσία. Εάν αποβιώσουν ταυτόχρονα και οι δύο σύζυγοι, η αξίωση συνεισφοράς στην περιουσία εντός εκάστου δεν επιβιώνει, προς όφελος οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Το να υπάρχει υποχρέωση της περιουσίας του αποβιώσαντος, αλλά όχι δικαίωμα, μπορεί να φαντάζει ανεπιεικές, γι’αυτό, γίνεται δεκτό ότι, σε περίπτωση τέτοιας αξίωσης της συζύγου έναντι της κληρονομιαίας περιουσίας, για απόδοση της συμμετοχής της στην αύξηση της, οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος, μπορούν να προβάλουν ανταξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό, σε σχέση με το μέρος της αύξησης της περιουσίας της συζύγου που προέρχεται από την συμμετοχή του αποβιώσαντος, χωρίς να αποκλείεται δυνατότητα τους να επικαλεστούν κατάχρηση δικαιώματος.

—————————————-

[1] Στην Ελλάδα, υπάρχει, επιπρόσθετα με το νόμιμο σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας, το «σύστημα κοινοκτημοσύνης», δηλαδή, οι σύζυγοι να συνάπτουν γραπτή σύμβαση, ενώπιον συμβολαιογράφου, που καταχωρείται σε δημόσιο βιβλίο, όπως με το γάμο συνενώνονται οι περιουσίες τους (πριν και μετά το γάμο) και θεωρούνται «κοινή περιουσία», σύστημα που στην πράξη, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, απέτυχε, και που στην περίπτωση του, θεωρητικά, ο θάνατος του ενός συζύγου να επιφέρει λύση της κοινοκτημοσύνης και μέρος της κοινής περιουσίας να περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία. Αυτό δεν ισχύει στην Κύπρο.

[2] Συχνά, υπάρχει η παρανόηση ότι, το αντικείμενο υπό διεκδίκηση είναι αυτή η περιουσία (π.χ. σπίτι, αυτοκίνητο, κλπ), όμως το αντικείμενο της αξίωσης είναι η αποτιμητή σε χρήμα αύξηση της περιουσίας, που πρέπει να αποδεικνύεται ότι υπάρχει, με μαθηματικό υπολογισμό του ενεργητικού και παθητικού, και λαμβανομένων υπόψη των προνοιών του νόμου, έπειτα, η συνεισφορά του αιτητή σε αυτήν, και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δύο (αύξησης και συνεισφοράς).

[3] Μετά τη λύση ή ακύρωση του γάμου τους, και εν πάση περιπτώσει, εφόσον παύσει η προστατευτική ισχύς του νόμου, και δημιουργείται ήδη αυτή η αξίωση, μπορεί να συμφωνηθεί ο τρόπος διευθέτησης ή ικανοποίησης της, αλλά όχι πριν ή κατά τη διάρκεια του γάμου, ούτε και μετά τη νόμιμη παραγραφή της.

[4] Νοείται, μετά που θα αφαιρεθεί από το ενεργητικό της περιουσίας η νόμιμη της μοίρα, αφού, ως κληρονόμος και η ίδια, δεν μπορεί να ενάγει εαυτόν.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s