Υπόθεση Lambert: Η απόσυρση της τεχνητής θρεπτικής υποστήριξης και το περιθώριο εκτίμησης

2014-06-25t064120z-1007180001-lynxmpea5o08c-rtroptp-3-ofrtp-france-euthanasie-lambert-cedh-0

Το ΕΔΔΑ αντιμετωπίζει τις περιπτώσεις που σχετίζονται με την αρχή και το τέλος της ανθρώπινης ζωής με μια περίτεχνη ουδετερότητα. Δεν αγγίζει τις εσωτερικές ηθικονομικές θεωρήσεις των κρατών-μελών ούτε επιχειρεί να τις ισοπεδώσει με το να επιβάλει συγκεκριμένη γραμμή αντιμετώπισης. Ευλόγως, στον βαθμό που γύρω από κάθε ηθικονομική θεώρηση υπάρχει μια ιστορία και μέσα από αυτήν μια διαμορφωμένη μαλακή κοινωνική νοοτροπία. Ωστόσο, δεν αφήνει και ανέλεγκτη τη δράση των κρατών-μελών και αυτή δεν είναι απεριόριστη, στον βαθμό που δίνει αναφορά στην ύπαρξη, το περιεχόμενο και τον τρόπο λειτουργίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η παρέμβαση του ΕΔΔΑ, λοιπόν, γίνεται με το γάντι. Ο έλεγχος που εσκεί είναι στην περίμετρο του κάθε ηθικονομικού ζητήματος και αυτός συνάδει με την επικουρικότητά του.

O Vincent Lambert που απασχόλησε στη Lambert and Others v. France (αρ. αίτησης 46043/14) γεννήθηκε το 1976. Το 2008, υπέστη ένα τροχαίο ατύχημα και λόγω των σοβαρών τραυματισμών που προκλήθηκαν στο κεφάλι παρέμεινε τετραπληγικός και σε καθεστώς πλήρους εξάρτησης. Από την κατάσταση της ελάχιστης συνείδησης, στο οποίο αρχικά βρισκόταν, και παρόλες τις εξειδικευμένες θεραπείες που είχε δεχθεί, περιήλθε σταδιακά σε χρόνια φυτική κατάσταση και οι ιατροί δεν έδιναν οποιαδήποτε ελπίδα για επάνοδο.

Ο Vincent, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της συζύγου του, που επιβεβαιώνονταν και από έναν εκ των αδελφών του, ενόσω ήταν υγιής, είχε εκφράσει σε αυτούς την άποψη ή επιθυμία ότι ο ίδιος δεν θα ήθελε οποτεδήποτε να καταντήσει έτσι πλήρως εξαρτώμενος. Νοείται ότι η κατάσταση στην οποία περιήλθε άμεσα μετά το ατύχημα δεν επέτρεψε να αφήσει σχετικές οδηγίες ούτε και να διορίσει πρόσωπο εμπιστοσύνης για την περίσταση.

Στην απέναντι πλευρά ήταν οι γονείς του Vincent, άνθρωποι που ήταν πιο κοντά στη θρησκεία, με τους οποίους ο Vincent ήταν σε μια διαχρονικά συγκρουσιακή κατάσταση και διαφωνία απόψεων και στάσεων. Ήταν, επίσης, κάποια άλλα αδέλφια του που επιθυμούσαν να εξακολουθήσει η τεχνητή θρεπτική υποστήριξη, πιστεύοντας μάλλον σε ένα θαύμα ή τέλος πάντων βλέποντας από τη δική τους σκοπιά τα πράγματα πιο αισιόδοξα. Ποιος μπορεί να αρνηθεί το δικαίωμα ενός γονέα (που αγαπά το παιδί του με την πιο αυθεντική αγάπη) να αισιοδοξεί. Και πού είναι το όριο, αν τέτοιο λογικό όριο μπορεί να υπάρξει, για να πει κανείς ότι τώρα η στάση ενός γονέα αρχίζει να γίνεται  «παράλογο πείσμα» (βλ. Γαλλικό δίκαιο).

Οι τελευταίοι ήταν αυτοί που ήγειραν και τις δικαστικές διαδικασίες και το διάβημά τους, υπό τις περιστάσεις, ευλόγως, σκόνταψε στο θέμα της ενεργητικής νομιμοποίησης τους (σύμφωνα και με συναφές προηγούμενο), σφραγίζοντας το αποτέλεσμα της προσφυγής τους. Το σημαντικό όμως είναι άλλο. Ότι το ΕΔΔΑ (Grand Chamber) είχε μια από τις μη συχνές ευκαιρίες να τοποθετηθεί επί ενός ζητήματος που απασχολεί διαχρονικά το διάλογο περί ενεργητικής και παθητικής ευθανασίας, υποβοηθούμενης αυτοκτονίας κ.λ.π. Η στάση του ήταν η μάλλον αναμενόμενη, αλλά και πάλι ήταν μια σημαντικά σταθερή στάση.

Οι πρωτόδικες διαδικασίες

Όταν οι ιατροί είχαν αποφασίσει να διακόψουν τη θρεπτική υποστήριξη του Vincent, οι γονείς και κάποια από τα αδέλφια του προσέφυγαν στο διοικητικό δικαστήριο  Châlons‑en‑Champagne, με επείγουσα διαδικασία, εξασφαλίζοντας διάταγμα που να υποχρεώνει τους γιατρούς να εξακολουθούν να παρέχουν τη θρεπτική υποστήριξη. Λίγες ημέρες μετά λήφθηκε νέα ιατρική απόφαση για διακοπή της θρεπτικής υποστήριξης με διαδικαστικά ορθό τρόπο και υποβλήθηκε ξανά από τα ίδια άτομα προσφυγή στο Châlons‑en‑Champagne με επείγουσα διαδικασία, με αίτημα να παρεμποδίζονται οι ιατροί να εκτελέσουν μια τέτοια απόφαση και να μεταφερθεί ο ασθενής σε άλλη μονάδα.

Το διοικητικό δικαστήριο, συνεδριάζοντας σε ολομέλεια 9 δικαστών, ανέστειλε την ιατρική απόφαση, δένοντας τα χέρια των ιατρών, στη βάση του ότι λανθασμένα εκτιμήθηκαν από τους ιατρούς οι επιθυμίες του Vincent, που υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν θα μπορούσαν να εξαχθούν. Έπειτα, στη βάση του ότι ο ασθενής βρισκόταν σε κατάσταση ελάχιστης συνείδησης, που υποδήλωνε την παρουσία συναισθηματικής αντίληψης και την ύπαρξη πιθανών απαντήσεων, επομένως δεν θα μπορούσε απόλυτα να θεωρηθεί ότι η εξακολούθηση της θεραπείας της θρεπτικής υποστήριξης ήταν για τη διατήρηση της ζωής του με τεχνητά μέσα, ενώ ενόσω η θεραπεία αυτή δεν προκαλούσε πρόβλημα δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ανώφελη ή δυσανάλογη.  

Η δευτεροβάθμια διαδικασία

Η υπόθεση οδηγήθηκε κετ’ έφεση στο Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) που αποφάσισε την παραπομπή της υπόθεσης σε Ολομέλεια, λόγω της κρισιμότητας του ζητήματος, που στο μεταξύ προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις και παρεμβάσεις στη Γαλλία. Το Conseil d’État διευκρίνισε ότι το έργο του είναι να βεβαιωθεί, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, κατά πόσον έχουν εκπληρωθεί οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο Γαλλικός νόμος και που διέπουν οποιαδήποτε απόφασή απόσυρσης της αγωγής, η συνέχιση της οποίας θα ανέρχονταν σε «παράλογο πείσμα».

Για το σκοπό αυτό επισήμανε ότι χρειάζεται να έχει την πληρέστερη δυνατή διαθέσιμη πληροφόρηση, ιδίως καθ’ όσον αφορά την κατάσταση της υγείας του Vincent. Κατά συνέπεια, έκρινε αναγκαίο, προτού αποφανθεί επί της αίτησης, να αναθέσει τη διεξαγωγή ανεξάρτητης εμπειρογνωμοσύνης σε ένα πάνελ από τρεις ιατρούς, ειδικούς στις νευροεπιστήμες, που διορίστηκαν από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου μετά από προτάσεις σχετικών φορέων.

Περαιτέρω, έκρινε αναγκαίο, ενόψει της κλίμακας και της δυσκολίας των επιστημονικών, ηθικών και δεοντολογικών ζητημάτων που τίθονταν στην υπόθεση, να αιτηθεί προς την Εθνική Ιατρική Ακαδημία, την Εθνική Συμβουλευτική Επιτροπή Ηθικής και το Εθνικό Ιατρικό Συμβούλιο, μαζί με το Jean Leonetti, που ήταν ο εισηγητής του Γαλλικού νόμου του 2005 (γνωστός ως «νόμος του Leonetti»), να υποβάλουν γενικές γραπτές παρατηρήσεις με σκοπό την αποσαφήνιση των εννοιών «παράλογο πείσμα» και «διατήρηση της ζωής τεχνητά» για τους σκοπούς του νόμου, ιδίως όσον αφορά τα άτομα που, όπως ο Vincent, ήταν σε ελάχιστα συνειδητή κατάσταση.

Τέλος, το Conseil d’État απέρριψε το αίτημα των προσφευγόντων για τον Vincent να μεταφερθεί σε άλλη εξειδικευμένη μονάδα φροντίδας. Η εμπειρογνωμοσύνη διεξήχθη σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, ο Vincent βρισκόταν, πλέον, σε φυτική κατάσταση, η βλάβη στον εγκέφαλό του ήταν μη αναστρέψιμη και η όλη κατάσταση του είχε επιδεινωθεί από τον προηγούμενο ιατρικό έλεγχο. Λήφθηκαν, επίσης, οι γραπτές παρατηρήσεις από του φορείς στους οποίους αποτάθηκε το Δικαστήριο.

Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε τη συμβατότητα των εγχώριων διατάξεων με την ΕΣΔΑ, προχώρησε στην απόφασή του ότι η διαδικασία που προηγήθηκε της έκδοσης της ιατρικής απόφασης δεν έπασχε διαδικαστικά ή ουσιαστικά και ήταν κατ’ αρχάς μια νόμιμη απόφαση, επομένως αναίρεσε την απόφαση του πρωτόδικου διοικητικού δικαστηρίου και απέρριψε τους ισχυρισμούς των αιτητών, ανοίγοντας το δρόμο για απόσυρση της τεχνητής θρεπτικής υποστήριξης του Vincent.

Το ΕΔΔΑ

Το ΕΔΔΑ εξέτασε το δίκαιο της Γαλλίας, σχετικά με τη δυνατότητα διακοπής της τεχνητής θρεπτικής υποστήριξης, το Ευρωπαϊκό πλαίσιο (βλ. Σύμβαση του Οβιέδο κ.α.) και προέβη σε μια χρήσιμη συγκριτική επισκόπηση για το τι ισχύει, ειδικά στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Έπειτα, επεσήμανε την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης των προσφευγόντων (locus standi). Περαιτέρω, δεν μπόρεσε να δεχθεί και την παρέμβαση της συζύγου με σκοπό να εκπροσωπήσει άλλο πρόσωπο. Παρόλα αυτά όμως το ΕΔΔΑ δεν έχασε την ευκαιρία να θίξει επί της ουσίας της υπόθεσης, αφήνοντας για ακόμα μια φορά το ουδέτερο στίγμα του.

Στην μια ομάδα υποθέσεων που απασχόλησαν μέχρι σήμερα το ΕΔΔΑ περιλαμβάνονται οι υποθέσεις της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας, όπως στη Sanles Sanles ν. Spain (αίτηση αρ. 48335/99) όπου απασχόλησε προσφυγή του αδελφού του ασθενούς, που ήταν τετραπληγικός, με αίτημα να επιτραπεί σε αυτόν να υποβοηθηθεί το θάνατο του αδελφού του με αξιοπρέπεια, που όμως κρίθηκε απαράδεκτη. Στη Pretty v. The United Kingdom, (αίτηση αρ. 2346/02), ο προσφεύγων, σε τελικά στάδια της ασθένειάς του, δεν μπορούσε να υποβοηθηθεί από τη σύζυγο του να πεθάνει, χωρίς να προέκυπτε καταδίκη για ποινικό αδίκημα και στην οποία κρίθηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση της ΕΣΔΑ. Στη Haas v. Switzerland, (αίτηση αρ. 31322/07) και στη Koch v. Germany  (αίτηση αρ. 497/09) οι οποίες, επίσης, αφορούσαν σε υποβοηθούμενη αυτοκτονία, δεν εντοπίστηκαν ουσιαστικές παραβάσεις της ΕΣΔΑ από τις στάσεις των κρατών-μελών, με εξαίρεση τις διαδικαστικές παραβάσεις στη Koch.

Στη δεύτερη ομάδα υποθέσεων που απασχόλησαν μέχρι σήμερα το ΕΔΔΑ είναι υποθέσεις που αφορούν σε απόσυρση ή διακοπή θεραπείας και περιλαμβάνουν την Glass v. the United Kingdom ((dec.), (αίτηση αρ. 61827/00), στην οποία οι γονείς είχαν παραπονεθεί για την χορήγηση διαμορφίνης στο άρρωστο παιδί τους χωρίς τη συγκατάθεσή τους και για την εντολή για μη ανάνηψη, που καταχωρήθηκε στο ιατρικό φάκελο, προσφυγή που απορρίφθηκε. Στην Burke v. the United Kingdom (dec.), (αίτηση αρ. 19807/06), η οποία κρίθηκε απαράδεκτη και στην Ada Rossi and Others v. Italy (dec.), (αίτηση αρ. 55185/08), που αφορούσε τη διακοπή τεχνητής θρεπτικής υποστήριξης σε νεαρό κορίτσι και που την προσφυγή καταχώρησαν οργανισμοί και φορείς, επομένως και πάλι κρίθηκε απαράδεκτη. Με εξαίρεση τη διαδικαστική παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ στην Koch, σε όλες τις υποθέσεις που οδηγήθηκαν ενώπιον του ΕΔΔΑ, σχετικά με αυτά τα ζητήματα, της ιατρικής διαχείρισης του τέλους της ζωής ενός ασθενούς, δεν εντοπίστηκαν ουσιαστικές παραβάσεις, ενώ κάποιες υποβλήθηκαν χωρίς ενεργητική νομιμοποίηση (θέμα μάλλον ευρύτερα προβληματικό σε αυτές τις περιπτώσεις).

Το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ απαιτεί από το κράτος να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για τη διαφύλαξη της ζωής των ατόμων εντός της δικαιοδοσίας του. Στον τομέα της δημόσιας υγείας αυτές οι θετικές υποχρεώσεις απαιτούν από τα κράτη να θεσπίζουν κανονισμούς ή άλλως πώς να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της ζωής των ασθενών (βλ. Calvelli and Ciglio v. Italy (αίτηση αρ. 32967/96), Glass (ανωτέρω), Vo v. Γαλλίας (αίτηση αρ. 53924/00), κ.α. Οι περιορισμοί του άρθρου αυτού προβλέπονται ρητά και ερμηνεύονται αυστηρά στενά. Το ΕΔΔΑ υπογράμμισε ότι το ζήτημα που τέθηκε ενώπιον του στη Lambert δεν είναι η «ευθανασία», αλλά η απόσυρση της θεραπευτικής υποστήριξης της ζωής. Στη Haas (ανωτέρω), το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η Σύμβαση πρέπει να διαβάζεται στο σύνολό της, τηρουμένων των αναλογιών (βλ. Verein gegen Tierfabriken Schweiz (VGT) v. Switzerland (αρ. 2) αίτηση αρ. 32772/02). Στη Pretty (ανωτέρω) το Δικαστήριο δεν ήταν διατεθειμένο να παρεκκλίνει από την αρχή ότι η νομική απαγόρευση άσκησης επιλογής ως προς το να αποφευχθεί από την προσφεύγουσα αυτό που η ίδια θεωρούσε αναξιοπρεπές και οδυνηρό τέλος στη ζωή της αποτελούσε παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, όπως διασφαλίζεται από το άρθρο 8 § 1 της Σύμβασης. Στη Haas (ανωτέρω) υποστηρίχθηκε ότι το δικαίωμα του ατόμου να αποφασίσει με ποιο τρόπο και σε ποιο χρόνο της ζωής του θα πρέπει να καταλήξει ήταν μία από τις πτυχές του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.

Το ΕΔΔΑ, με μια συγκριτική επισκόπηση, σημείωσε ότι δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών σε σχέση με την αντιμετώπιση του ζητήματος της απόσυρσης της τεχνητής υποστήριξης της ζωής, αν και η πλειοψηφία αυτών φαίνεται να την επιτρέπει. Υπάρχει βέβαια σύγκλιση όσον αφορά την επιλογή να δίνεται πρωταρχική σημασία στις επιθυμίες του ασθενούς κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, όταν αυτές οι επιθυμίες εκφράζονται. Το ΕΔΔΑ θεώηρησε ότι σε αυτόν τον τομέα που αφορά το τέλος της ζωής, όπως και εκείνο που αφορά την αρχή της ζωής, τα κράτη-μέλη πρέπει να έχουν ένα περιθώριο εκτίμησης, όχι μόνον ως προς το αν πρέπει ή όχι να είναι δυνατή η απόσυρση της θεραπείας τεχνητής διατήρηση της ζωής και τις λεπτομερείς ρυθμίσεις που διέπουν την εν λόγω απόσυρση, αλλά και όσον αφορά τα μέσα για την εξεύρεση ισορροπίας μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος των ασθενών στη ζωή, του δικαιώματός τους για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής τους και του δικαιώματος της προσωπικής τους αυτονομίας. Ωστόσο, αυτό το περιθώριο εκτίμησης δεν είναι απεριόριστο και το Δικαστήριο διατηρεί την αρμοδιότητα να εξετάσει κατά πόσον ή όχι το μέλος δεν έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που υπέχει υπό τη Σύμβαση.

Η έκφραση αυτή «περιθώριο εκτίμησης» (margin of appreciation) είναι μια έκφραση «κλειδί» στη δικαστική σκέψη και λόγο του ΕΔΔΑ, που τοποθετεί πολύ συγυρισμένα τα νοήματα και όλους τους συνειρμούς που αυτά δημιουργούν και εμπεριέχουν. Η χρήση της στη νομολογία του ΕΔΔΑ τείνει να τη μετατρέψει σε νομική έννοια ή δόγμα που δεν σχετίζεται, πάντως, με την έννοια της «διακριτικής ευχέρειας» ούτε εξυπηρετεί ίδιους σκοπούς.

A woman holds a placard reading

A woman holds a placard reading «I am Vincent Lambert» (a quadriplegic man who is currently on artificial life support in a hospital in France) as she takes part in a walk for life «Marche pour la vie», on January 25, 2015, in Paris. AFP PHOTO / BERTRAND GUAY

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s