Κρίση Δημοκρατίας;

Προ ημερών το Ανώτατο Δικαστήριο, συνεδριάζοντας στην Ολομέλειά του ως ‘Συμβούλιο’ υπό το άρθρο 153 παρ. 8 εδ. (1) του Συντάγματος, αποδέχθηκε την ενεργητική νομιμοποίηση του Γενικού Εισαγγελέα να αιτείται απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, που επίσης διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (ΠτΔ). Δηλαδή αναγνώρισε ότι δεν είναι ο ΠτΔ που έχει την αποκλειστική εξουσία (ως το διορίζον όργανο) να κινεί αυτή τη διαδικασία (παρόλο που, όπως ορθά κατά τη γνώμη μου λέχθηκε, είναι το όργανο που ενεργεί για την παύση υποχρεωτικά σύμφωνα με την ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου).

Στον προβληματισμό, εάν τέτοια προσέγγιση ανοίγει τους ‘ασκούς του Αιόλου’, το οποιοδήποτε πρόσωπο, απλός πολίτης του Κράτους, να αιτείται απόλυση ανεξάρτητων κρατικών αξιωματούχων[1] (προβληματισμός που σχετίζεται με τα όρια της ενεργητικής νομιμοποίησης), υπήρξε απάντηση αφενός ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είναι το ‘οποιοδήποτε πρόσωπο’ και ο προβληματισμός τι γίνεται στην περίπτωση που ο ΠτΔ δεν αντιδρά σε ένα φαινόμενο ‘πασιφανούς διαφθοράς’.

Το ζήτημα ως προς τα όρια της ενεργητικής νομιμοποίησης δεν απαντήθηκε με σαφήνεια, αφήνοντας να νοηθεί ότι νομιμοποιείται μεν ο Γενικός Εισαγγελέας να αιτηθεί (και το Συμβούλιο να συγκληθεί κατόπιν της δικής του αίτησης λαμβάνοντας σχετική δικαιοδοσία), επειδή δεν είναι ‘οποιοδήποτε πρόσωπο’, αλλά δεν είναι και ο μόνος που θα μπορούσε να νομιμοποιείται επειδή δεν είναι ‘οποιοδήποτε πρόσωπο’. Ο ίδιος ο ΠτΔ νομιμοποιείται μεν να ενεργοποιήσει τη διαδικασία, αλλά δεν θα πρέπει να είναι ο μόνος που να νομιμοποιείται, αφού έτσι δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί κάποιο φαινόμενο αδράνειάς του.

Η ‘εύκολη’ άντληση δικαιοδοσίας στη βάση της αίτησης του Γενικού Εισαγγελέα σε συνδυασμό με τον έκτακτα εκδοθέντα διαδικαστικό κανονισμό και το περιεχόμενό του[2] δημιούργησαν την εντύπωση πως η δικαστική εξουσία επιχειρεί παρέμβαση με σκοπό να τακτοποιήσει μια εκλαμβανόμενη θεσμική εκτροπή που υποτίθεται συμβαίνει με την ανοχή του ΠτΔ ή και να εκφράσει μια πολιτικής φύσης άποψη.

Έπειτα, παρόλο που, όντως, η αναφορά σε ‘πασιφανή διαφθορά’ εμπεριέχει στατιστική εκτίμηση που αναφέρεται σε όλους[3] τους πολίτες ενός κράτους, η αλήθεια είναι ότι δεν προβλέπεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας κάποιος απλός μηχανισμός εξαναγκασμού του ΠτΔ να πράξει κάτι που μια μερίδα πολιτών (αξιωματούχοι ή μη) πιστεύει ότι αυτός οφείλει να πράξει γιατί εκλαμβάνει ότι υπάρχει ‘πασιφανής διαφθορά’. Θεωρώ απόλυτα λογικό να μην προβλέπεται κάτι τέτοιο, εφόσον το αντίθετο θα σήμαινε ένα ρήγμα τριγμών μέσα στο ίδιο το Συνταγματικό κείμενο, στον σκληρό πυρήνα του οποίου είναι η προστασία του πολιτεύματος της Προεδρικής Δημοκρατίας (άρθρα 1 και 182 παρ. 1 Σ), ενός πολιτεύματος στο οποίο είναι εξ ορισμού δύσκολο να απομακρυνθεί ο ΠτΔ από το αξίωμά του και αυτό είναι υποτίθεται ό,τι προσδίδει σταθερότητα σε ένα τέτοιο σύστημα[4].

Ο ΠτΔ εκλέγεται από τον λαό με άμεση και καθολική ψηφοφορία (άρθρο 39 παρ. 1 Σ)[5], είναι ο Αρχηγός της Πολιτείας και προηγείται πάντων στη Δημοκρατία (άρθρο 36 παρ. 1 Σ), επομένως δεν μπορεί μια μερίδα πληθυσμού, που δεν συνιστά με βεβαιότητα την λαϊκή πλειοψηφία, η οποία διαφωνεί με τον ΠτΔ για πολιτικούς, κομματικούς ή άλλους λόγους να επιβάλει την δική της βούληση στον τρόπο λειτουργίας του ΠτΔ. Από την άλλη, το ότι ένας ΠτΔ έχει την ισχυρότερη δυνατή νομιμοποίηση (λαϊκή εντολή), δεν σημαίνει ότι μετά από την εκλογή του μπορεί να δρα ανενόχλητος και να καταστρατηγεί τους θεσμούς. Όμως η αντιμετώπιση του ενός ζητήματος δεν δίνει απάντηση στο άλλο· δηλαδή το να επιτραπεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο (ακόμα κι αν ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είναι το ‘οποιοδήποτε πρόσωπο’[6]) να υποβάλλει αιτήσεις για απόλυση κάποιου κρατικού αξιωματούχου δεν είναι τρόπος αντιμετώπισης κάποιας υποτιθέμενης έλλειψης μηχανισμού εξαναγκασμού του ΠτΔ να δράσει με συγκεκριμένο τρόπο. Αν και τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να θεωρείται ότι υφίσταται μέσα από το πλέγμα των διατάξεων του Συντάγματος που ρυθμίζουν το θεσμικό ρόλο του ΠτΔ και αυτό το πολίτευμα.

Στο πλέγμα διατάξεων που αφορούν στον θεσμικό ρόλο του ΠτΔ βλέπουμε τη Βουλή να έχει έναν εξέχοντα ρόλο, που λειτουργεί εξισορροπητικά. Ειδικότερα, στο σύστημα της Προεδρικής Δημοκρατίας είναι χαρακτηριστικό η εκτελεστική εξουσία και η νομοθετική εξουσία να βρίσκονται σε ένα διαρκή αλληλοέλεγχο (στον βαθμό εκείνο που υπαγορεύει το είδος του πολιτεύματος), που ακριβώς εξυπηρετεί την αποτροπή της κατάχρησης εξουσίας από οποιονδήποτε. Υπό της Βουλής εγκαθίσταται ο εκλελεγμένος ΠτΔ στο αξίωμά του και ενώπιον αυτής δίδει τη νενομισμένη διαβεβαίωσή του (άρθρο 42 παρ. 1 Σ)[7], εφόσον η Βουλή είναι η εκπρόσωπος της λαϊκής εντολής. Από τον Πρόεδρο της Βουλής (ΠτΒ) αντικαθίσταται ο ΠτΔ σε περίπτωση προσωρινής απουσίας ή προσωρινού κωλύματός του (άρθρο 36 παρ. 1, 2 Σ)[8], στην Βουλή δίνει ο ΠτΔ τυχόν παραίτησή του (άρθρο 44 παρ. 1 εδ. β Σ). Η Βουλή κινεί τη διαδικασία έκπτωσης του ΠτΔ σε περίπτωση εσχάτης προδοσίας (άρθρο 44 παρ. 1 εδ. γ Σ) ή διαρκούς σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος ή λόγω απουσίας μη προσωρινής που καθιστά αδύνατη την ενεργή εκπλήρωση των καθηκόντων του (άρθρο 44 παρ. 1 εδ. δ Σ). Ειδικότερα, σε περίπτωση σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος του ΠτΔ ή λόγω απουσίας μη προσωρινής που καθιστά αδύνατη την ενεργή εκπλήρωση των καθηκόντων του ΠτΔ, προβλέπεται μεν στο άρθρο 44 παρ. 3 Σ δυνατότητα αίτησης από τον Γενικό Εισαγγελέα ή τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (όπου έχουν εκχωρηθεί οι εξουσίες του), αλλά μόνον κατόπιν ψηφίσματος της Βουλής, με απλή πλειοψηφία, και μόνον εάν τέτοιο ψήφισμα υπογράφεται από τουλάχιστον 1/5 του όλου αριθμού βουλευτών. Ομοίως, σε περίπτωση που ο ΠτΔ πρέπει να διωχθεί για εσχάτη προδοσία, για να εισαχθεί η κατηγορία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου από τον Γενικό Εισαγγελέα και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα χρειάζεται ψήφισμα της Βουλής που να έχει εγκριθεί από τουλάχιστον τα 3/4 του όλου αριθμού των βουλευτών ενώ η πρόταση του εν λόγω ψηφίσματος θα πρέπει να έχει υπογραφεί από τουλάχιστον το 1/5 του όλου αριθμού των βουλευτών (άρθρο 45 παρ. 2 Σ). Για δίωξη του ΠτΔ για αδίκημα ‘ατιμωτικό ή ηθικής αισχρότητος’ (άρθρο 44 παρ. 1 εδ. γ Σ) η Βουλή δεν έχει λόγο, αλλά πρέπει να προηγηθεί άδεια του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να εισαχθεί κατηγορία από τον Γενικό Εισαγγελά και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα (άρθρο 45 παρ. 3 Σ).

Σε όλες τις περιπτώσεις ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας δεν έχουν δικαίωμα, από μόνοι τους, απλά επειδή δεν είναι ‘οποιοδήποτε πρόσωπο’ (αλλά θεσμικά ‘κάποιοι’) να εγείρουν διαδικασίες παύσης είτε εναντίον του ιδίου του ΠτΔ ή των προσώπων που διορίζει ο ΠτΔ (επειδή διαφωνούν με τις επιλογές ή τις εν γένει ενέργειές του είτε επειδή τον θέλουν να δρα άμεσα επί ζητημάτων που τους απασχολούν). Χρειάζονται συγκεκριμένες αναλογίες της λαϊκής εντολής (δια της Βουλής) και στην περίπτωση της διάπραξης αδικήματος ‘ατιμωτικού ή ηθικής αισχρότητος’ του ΠτΔ, η άδεια του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου[9]. Ο ΠτΔ δεν διώκεται για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα τέλεσε κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, μπορεί όμως να διωχθεί γι’αυτό μετά την λήξη της θητείας του (άρθρο 45 παρ. 5 Σ). Επίσης, δεν μπορεί να ενάγεται για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την εκτέλεση του λειτουργήματός του χωρίς να επηρεάζεται το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου να ενάγει τη Δημοκρατία όπως προβλέπει ο Νόμος (άρθρο 45 παρ. 6 Σ). Νοείται ότι δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα, άμεσα τουλάχιστον, λόγος έκπτωσης του ΠτΔ που να σχετίζεται με τη ‘μη ορθή εκπλήρωση των καθηκόντων του’ ή με την ‘παράλειψη εκτέλεσης συγκεκριμένου καθήκοντος’, εφόσον δεν έχει ‘οποιοδήποτε πρόσωπο’ περιθώριο εκτίμησης σε σχέση με την ορθότητα ή πληρότητα εκπλήρωσης των καθηκόντων του. Έμμεσοι οδοί θα μπορούσαν να προταθούν διάφοροι, με το κέντρο βάρους, να πέφτει στη λαϊκή εντολή, όπως εκπροσωπείται δια της Βουλής, παρά στις εξουσίες οποιουδήποτε άλλου θεσμικού οργάνου.

Ο ΠτΔ διασφαλίζει την εκτελεστική εξουσία διορίζοντας το Υπουργικό Συμβούλιο δια του οποίου ασκείται η εκτελεστική εξουσία (άρθρο 46 Σ). Το Υπουργικό Συμβούλιο ασκεί όλες τις πράξεις εκτελεστικής εξουσίας (άρθρο 54 Σ), εκτός από αυτές που το Σύνταγμα προβλέπει ότι ασκούνται αποκλειστικά από τον ΠτΔ (άρθρα 47 – 53 Σ)[10]. Ανάμεσα σε αυτές τις αποκλειστικές εκτελεστικές εξουσίες του ΠτΔ είναι να διορίζει τον Γενικό Εισαγγελέα και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα (άρθρο 47 εδ. στ και άρθρο 112 Σ) και η εξουσία που ορίζει το άρθρο 48 εδ. ιβ Σ, όπως ο ΠτΔ προσφεύγει στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (όπου έχουν εκχωρηθεί οι εξουσίες του) σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα αφορά σε σύγκρουση ή αμφισβήτηση εξουσίας ή αρμοδιότητος μεταξύ οποιωνδήποτε οργάνων της Δημοκρατίας ή Αρχών εντός αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 139 Σ.

Το άρθρο 139 Σ που περιέχεται στο κεφάλαιο που ρυθμίζει τις εξουσίες του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου (όπου έχουν εκχωρηθεί οι εξουσίες του) δίνει την αρμοδιότητα στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο να αποφασίζει οριστικά και αμετάκλητα επί προσφυγής που αφορά σε σύγκρουση ή αμφισβήτηση εξουσίας ή αρμοδιότητος μεταξύ οποιωνδήποτε οργάνων ή Αρχών της Δημοκρατίας (πλέον καί των Δικαστηρίων καί των Δικαστικών Αρχών). Το άρθρο 139 παρ. 3 του Σ δίνει δικαίωμα ενεργητικής νομιμοποίησης καί στον φορέα της (αποκλειστικής) εκτελεστικής εξουσίας, δηλαδή στον ΠτΔ, αλλά όχι μόνον. Δίνει δικαίωμα ενεργητικής νομιμοποίησης καί στη Βουλή καί σε οποιοδήποτε άλλο όργανο της Δημοκρατίας ή Αρχή εντός αυτής, εφόσον είναι ενδιαφερόμενα μέρη στην ανακύπτουσα σύγκρουση ή αμφισβήτηση. Το άρθρο 139 Σ κάνει λόγο για προσφυγή προς επίλυση σύγκρουσης ή αμφισβήτησης εξουσίας ή αρμοδιότητος και γι’αυτό τον σκοπό είναι που δίδει ευρεία ενεργητική νομιμοποίηση καί στην εκτελεστική εξουσία καί στη νομοθετική εξουσία καί στα ενδιαφερόμενα μέρη. Μέσα από το άρθρο 139 Σ δεν ανοίγεται θεσμικός διάλογος, αλλά επιλύεται συγκεκριμένο ζήτημα και στα συστήματα Προεδρικής Δημοκρατίας οι διαφορές σχετικά με τη διάκριση των εξουσιών είναι συχνές, ειδικότερα μεταξύ της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας. Το άρθρο 139 Σ όμως δεν κάνει λόγο για παύση οργάνου ή Αρχής της Δημοκρατίας (η εξουσία ή αρμοδιότητα του οποίου αμφισβητείται), δηλαδή το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δεν μπορεί να αντλήσει δικαιοδοσία δια του άρθρου 139 Σ για να επιλύσει με τέτοιο τρόπο μια σύγκρουση ή αμφισβήτηση εξουσίας μεταξύ οργάνων της Δημοκρατίας, με το να τερματίσει τη θητεία του ενός εξ αυτών. Με άλλα λόγια το άρθρο 139 Σ (που υφίσταται για την επίλυση των διαφορών που σχετίζονται με τη διάκριση των εξουσιών) δεν μπορεί να καθίσταται το ίδιο μέσο για παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Με βάση το άρθρο αυτό, ο Γενικός Εισαγγελέας θα μπορούσε, εάν θεωρούνταν ενδιαφερόμενο μέρος στη σύγκρουση ή αμφισβήτηση, να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο μόνον για να αρθεί η αμφισβήτηση και να καθοριστεί σε ποιον ανήκει η εξουσία ενεργοποίησης της διαδικασίας παύσης του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, αλλά όχι για να διεκδικήσει συγκεκριμένη θεραπεία παύσης του εν λόγω οργάνου, αφού τέτοια δυνατότητά του δεν προβλέπεται ρητά, ενώ το άρθρο 139 δεν του την δίνει και δεν είναι και ένδικο μέσο για να παραχθεί η συγκεκριμένη έννομη συνέπεια. Η δικαστική εξουσία, δεν μπορεί να υπερβαίνει το Συνταγματικό κείμενο και να προσδίδει σε πρόσωπα εξουσίες που δεν τους έχουν ανατεθεί από το Συνταγματικό νομοθέτη (ακόμα κι αν αυτός ήταν ο κακός νομοθέτης της αποαποικιοκρατίας) ή που έχουν ανατεθεί, εμμέσως πλην σαφώς, σε άλλα πρόσωπα. Από την άλλη, η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδιαφέρουσα γιατί ουσιαστικά λέει ότι, ανεξάρτητα από το πώς και από ποιόν θα αχθεί η ενώπιόν του διαδικασία (εάν ο Γενικός Εισαγγελέας θα εγείρει μια διαδικασία εκπροσωπώντας τον ΠτΔ ή το Κράτος ή τον εαυτό του), αλλά εφόσον αχθεί, η δικαστική εξουσία πλέον μπορεί να ασκήσει το δικό της (ελεγκτικό) δικαστικό έργο (όπου μπορεί να το πράξει).

Μια άλλη σκέψη είναι ότι η εξουσία παύσης ενός οργάνου ή μιας Αρχής της Δημοκρατίας είναι φύσει πράξη εκτελεστικής εξουσίας, όπως και η πράξη του διορισμού του (που όσον αφορά τον Γενικό Εισαγγελέα και Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα ασκείται αποκλειστικά από τον ΠτΔ). Ενώ ο ΠτΔ έχει αποκλειστική (εκτελεστική) εξουσία παύσης των προσώπων που διορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 131 Σ (στοιχείο που τονίζει την σχέση εγγύτητας και ελέγχου του ΠτΔ με τις ένοπλες δυνάμεις που είθισται σε αυτού του είδους το πολίτευμα[11]), δεν έχει ρητά ή ξεκάθαρα προβλεπόμενη αποκλειστική εξουσία παύσης των υπόλοιπων διοριζομένων, υπό αυτού, προσώπων. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει αυτή την εξουσία ή ότι την εξουσία αυτή ασκεί ‘οποιοδήποτε πρόσωπο’ ή πρόσωπο που δεν είναι ‘οποιοδήποτε πρόσωπο’ μα έχει έναν οποιοδήποτε άλλο θεσμικό ρόλο. Τα ενδεχόμενα που προκύπτουν είναι: (α) Αυτή την εξουσία, παύσης οργάνων ή Αρχών της Δημοκρατίας, στον βαθμό που είναι φύσει πράξη εκτελεστικής εξουσίας και δεν διαφυλάττεται υπό του Συντάγματος υπέρ του ΠτΔ, να εξακολουθεί να φέρει ο φορέας άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας, κατά το Σύνταγμα, δηλαδή, το Υπουργικό Συμβούλιο (άρθρο 54 Σ) περίπτωση όπου θα δημιουργούνταν βέβαια άλλα θεωρητικά προβλήματα θεσμικής σημασίας[12] ή (β) Αυτή την εξουσία να την έχει το διορίζον όργανο (ΠτΔ) ως λογικό επακόλουθο της δυνατότητάς του αυτής αλλά και της θέσης του ως Αρχηγός της Πολιτείας καί της Κυβέρνησης (γ) Να προβλέπεται κάτι άλλο ρητά από το Σύνταγμα σε σχέση με την παύση των συγκεκριμένων προσώπων.

Πρώτα θα πρέπει να διερευνηθεί η τρίτη περίπτωση. Ο Γενικός Εισαγγελέας (ΓΕ) και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας (ΒΓΕ) διορίζονται από τον ΠτΔ (άρθρο 112 Σ) και έχουν τις εξουσίες που προβλέπει το Σύνταγμα. Παραδόξως, ενώ μετά τα γεγονότα του 1963 και κατ’ επέκταση την εγκατάλειψη των θέσεων του Τουρκοκυπρίων από τις Συνταγματικές τους θέσεις, έγιναν ανάλογες νομοθετικές διαμορφώσεις, με την επίκληση του δικαίου της ανάγκης, ο θεσμός του ΒΓΕ εξακολουθεί να υφίσταται και να λειτουργεί, παρόλο που σύμφωνα με τη ρητή επιταγή του άρθρου 112 Σ ο ΒΓΕ πρέπει να ανήκει σε διαφορετική ‘κοινότητα’ από τον ΓΕ. Εν πάση περιπτώσει, οι εξουσίες του ΓΕ και ΒΓΕ, που ασκούνται αποκλειστικά ή από κοινού, δεν είναι έτσι προβλεπόμενες ώστε ο ένας να μπορεί να ενεργοποιεί τις διαδικασίες παύσης του άλλου. Ο ΓΕ προΐσταται μιας ανεξάρτητης υπηρεσίας, που δεν υπάγεται σε κάποιο υπουργείο, της νομικής υπηρεσίας, και ο ΒΓΕ έπεται αυτού μέσα στους κόλπους της νομικής υπηρεσίας. Αμφότεροι έχουν το δικαίωμα ακρόασης ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, κατά ιεραρχική προτεραιότητα (όσον αφορά το δικαίωμα ακρόασης) σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και μεταξύ τους ιεραρχική προτεραιότητα έχει ο ΓΕ. Ο ΓΕ και ο ΒΓΕ είναι μέλη της μονίμου νομικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας και υπηρετούν υπό τους όρους που υπηρετούν και οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου πλην του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου και δεν απολύονται, εκτός υπό τους όρους και με τον τρόπο που απολύονται οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου (άρθρο 12 παρ. 3 Σ). Ο ΓΕ, βοηθούμενος από τον ΒΓΕ, είναι ο νομικός σύμβουλος της Δημοκρατίας, του ΠτΔ, του Υπουργικού Συμβουλίου και των υπουργών (άρθρο 113 παρ. 1 Σ). Ο ΓΕ έχει εξουσία, κατά την κρίση του προς το δημόσιον συμφέρον να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνεται και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασία ή διατάσσει δίωξη οποιουδήποτε προσώπου στη Δημοκρατία για οποιοδήποτε αδίκημα. Η εξουσία αυτή δύναται να ασκείται υπό του ΓΕ είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ υπαλλήλων υπαγομένων σε αυτόν ενεργούντων υπό και σύμφωνα με τις οδηγίες του (άρθρο 113 παρ. 2 Σ). Το άρθρο 114 Σ προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι ο ΒΓΕ μπορεί να ασκεί κάθε εξουσία και να εκτελεί κάθε υπηρεσία ή καθήκον εμπεπιστευμένο στον ΓΕ δυνάμει του Συντάγματος ή των νόμων υποκείμενος στις οδηγίες του ΓΕ.

Όπως λέχθηκε τόσο ο ΓΕ όσο και ο ΒΓΕ υπηρετούν υπό τους όρους που υπηρετούν και οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου και δεν απολύονται, εκτός υπό τους όρους και με τον τρόπο που απολύονται οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου. ‘Όροι υπηρεσίας’ νοούνται οι όροι υπό τους οποίους ασκεί κάποιο πρόσωπο την υπηρεσία στην οποία διορίζεται και που θα πρέπει να συντρέχουν ώστε να νομιμοποιείται, το συγκεκριμένο πρόσωπο, στην άσκηση της εν λόγω υπηρεσίας. Στο άρθρο 153 παρ. 7 εδ. (1) Σ υπάρχει πρόνοια σχετική με την ηλικία (μέχρι τη συμπλήρωση του 68 έτους). Στο εδάφιο (2) της ιδίας παραγράφου του ιδίου άρθρου προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής ιδιόγραφης παραίτησης στον ΠτΔ. Στο εδάφιο (3) της ιδίας παραγράφου του ιδίου άρθρου προβλέπεται η δυνατότητα αποχώρησης από την υπηρεσία λόγω πνευματικής ή σωματικής ανικανότητος ή αναπηρίας, που δημιουργεί ανικανότητα θα εκπλήρωσης καθηκόντων είτε μόνιμα είτε επί τόσο χρόνο, ώστε να καθίσταται ανέφικτη η συνέχιση της υπηρεσίας. Στο εδάφιο (4) της ιδίας παραγράφου του ιδίου άρθρου προβλέπεται η δυνατότητα απόλυσης λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς.  Την αποκλειστική αποφασιστική αρμοδιότητα σε σχέση με την αποχώρηση ή την απόλυση για τους λόγους που αναφέρονται στα εδάφια (3) και (4) έχει το Συμβούλιο του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, που καθιδρύεται με το άρθρο 153 παρ. 8 εδ. 1 Σ και προβλέπεται ως τριμελές. Σύμφωνα με την παρ. 10 του ιδίου άρθρου αποκλείεται οιαδήποτε αγωγή κατά κατά οποιουδήποτε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (στον βαθμό που συνιστά όρο υπηρεσία ισχύει και στην περίπτωση του ΓΕ ή του ΒΓΕ) για οποιαδήποτε πράξη που έγινε ή οποιαδήποτε γνώμη εκφράστηκε κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους. H αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνεπώς και του ΓΕ και ΒΓΕ, καθορίζονται δια νόμου και δεν δύναται να μεταβληθούν δυσμενώς γι’αυτούς μετά τον διορισμό τους.

Σε σχέση με την εξουσία του ΓΕ να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνεται και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασία ή διατάσσει δίωξη οποιουδήποτε προσώπου στη Δημοκρατία για οποιοδήποτε αδίκημα, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς, κινούμενος από το γράμμα του άρθρου 113 παρ. 2 Σ, ότι από την εξουσία του ΓΕ και από την αναφορά σε ‘οποιοδήποτε πρόσωπο στη Δημοκρατία’ δεν εξαιρείται ο ΒΓΕ και η δυνατότητα του ΓΕ να κινεί ποινική δίωξη εναντίον του ΒΓΕ (εάν και εφόσον θα μπορούσε να ασκείται ποινική δίωξη και εναντίον ενός Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου για πράξεις ή παραλείψεις κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του). Έπειτα, μπορεί να περιλαμβάνεται στην αναφορά ‘οποιαδήποτε διαδικασία’ και η διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου με σκοπό την παύση του ΒΓΕ. Όμως, στο Συνταγματικό κείμενο θεωρείται δεδομένη η συνεργασία του ΓΕ και του ΒΓΕ, που λόγω της πρόνοιας αυτοί να ανήκουν σε διαφορετική ‘κοινότητα’, το αντίθετο θα σήμαινε παράλληλα και δικοινοτική διαφωνία. Εφόσον το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει ότι καί ο ΒΓΕ υπηρετεί υπό τους όρους υπηρεσίας των Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αυτό από μόνο του θα έπρεπε να είναι δηλωτικό της συστατικής θέσης μεταξύ των δύο οργάνων, πέραν από την μεταξύ τους λειτουργική σχέση. Μια διαφορετική προσέγγιση θα ήταν ότι στον βαθμό που ο ΓΕ δεν μπορεί να ενεργοποιήσει τη διαδικασία απόλυσης ενός Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν μπορεί να ενεργοποιήσει και τη διαδικασία απόλυσης του ΒΓΕ, ενώ το γεγονός ότι ο ΒΓΕ είναι ιεραρχικά υφιστάμενος του ΓΕ στους κόλπους της νομικής υπηρεσίας δεν τον καθιστά υπάλληλό του, με τη συνήθη έννοια, υποκείμενο σε πειθαρχικό έλεγχο, αφού δεν παύει ο ρόλος του ΒΓΕ, συνταγματικά, να είναι ο ρόλος ενός ανεξάρτητου αξιωματούχου του Κράτους.

Σε σχέση με την διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Ανωτάτου Δικαστηρίου προβλέπεται ότι είναι δικαστικής φύσης, επομένως ο υπό κρίση δικαστής δικαιούται να ακουστεί και να υποστηρίξει την υπόθεσή του. Εξάλλου γι’αυτό η αποκλειστική εξουσία της κατ’ουσίαν διάγνωσης της συνδρομής των προϋποθέσεων παύσης ή απόλυσης αφήνεται στη δικαστική εξουσία. Η απόφαση του Συμβουλίου, λαμβανομένη κατά πλειοψηφία, είναι δεσμευτική για τον ΠτΔ, που προβαίνει στις δέουσες ενέργειες σύμφωνα με την απόφαση αυτή (άρθρο 153 παρ. 8 εδ. (3) (4)). Παρόλο που υπάρχει πρόνοια ότι ο ΠτΔ προβαίνει σε ενέργειες μετά την έκδοση της απόφασης του Συμβουλίου, δέσμια σύμφωνα με την ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, δεν υπάρχει πρόνοια για το ποιος ενεργοποιεί τη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου για παύση ενός Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (συνεπώς και του ΓΕ ή ΒΓΕ), αφήνοντας να νοηθεί όμως, δια του άρθρου 153 παρ. 8 εδ. (4), ότι, εφόσον ο ΠτΔ έχει δέσμια αρμοδιότητα να ενεργήσει σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου περί παύσης ή απόλυσης, εκ του ελάσσονος εις το μείζον, θα πρέπει να την ενεργοποιήσει κιόλας (και είναι μόνον ως προς το περιεχόμενο της απόφασης του που δεσμεύεται). Ειδικότερα, η εξασφάλιση απόφασης του Συμβουλίου είναι ένα μέρος της όλης διαδικασίας παύσης ή απόλυσης (μια εσωτερική δικαστική διαδικασία για τη διαπίστωση της ουσίας), όχι κάποια ανεξάρτητη (εξωτερική) δικαστική διαδικασία που κινείται από άλλον και καταλήγει στον ΠτΔ απλά για να περατώσει γραμματειακά το αποτέλεσμα. Το Συμβούλιο του άρθρου 153 παρ. 8 έχει την αρμοδιότητα να παύει και άλλους κρατικούς αξιωματούχους, όπως τον διοικητή και τον υποδιοικητή της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας (άρθρο 118 παρ. 4 Σ) επί των οποίων ασκεί και πειθαρχική δικαιοδοσία (άρθρο 118 παρ. 6 Σ). Πειθαρχική δικαιοδοσία όμως δεν ασκεί επί του ΓΕ ή του ΒΓΕ για να ειπωθεί τουλάχιστον ότι το Συμβούλιο διεξάγει αυτή τη στιγμή μια πειθαρχική δίκη που εγέρθηκε από τη νομική υπηρεσία δια του ΓΕ, με επαπειλούμενη ποινή την απόλυση.

Ειρήσθω εν παρόδω ότι με τον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμο του 1964, Ν. 33/1964 που επακολούθησε τα γεγονότα του 1963 καθιδρύθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο, που ασκεί τις εξουσίες του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανώτατου Δικαστηρίου (High Court).  Με το άρθρο 9 εδ. (β) οι εξουσίες του Συμβουλίου περιέχονται στο Ανώτατο Δικαστήριο και σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1, υπό την επιφύλαξη οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού ορίζει αλλιώς, από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επομένως όταν ο λόγος γίνεται για το Συμβούλιο η αναφορά είναι για την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο συνίσταται από Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, μα το τελευταίο είναι σώμα με συγκεκριμένες εξουσίες και αρμοδιότητες που θα μπορούσαν να εκληφθούν άλλες από αυτές της Ολομέλειας ως σύνθεση (παρά σώμα) για σκοπούς δικαστικής διαδικασίας. Το άρθρο 4 του νόμου αυτού προβλέπει ότι σε περίπτωση ‘χηρείας θέσης’ Δικαστή, o ΠτΔ την πληροί με διορισμό νέου Δικαστή, ενώ ‘χηρεία θέσης’ περιλαμβάνει μεταξύ άλλων (αφυπηρέτηση, παραίτηση, απόλυση κλπ) καί την άρνηση του κατέχοντος το αξίωμα του Δικαστή να εκτελέσει τα καθήκοντά του. Βέβαια, γύρω από τον ίδιο άξονα κινούμενοι, για να περιπέσει η θέση ενός Δικαστή, κατ’ επέκταση και ενός ΓΕ ή ΒΓΕ, σε κατάσταση ‘χηρείας’, μπορεί να μην απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια άλλου προσώπου (π.χ. αφυπηρέτηση, παραίτηση κλπ) ή να απαιτείται τέτοια ενέργεια (βλ. εισαγωγή υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου / Ολομέλειας για λήψη απόφασης). Το ποιος εισάγει την υπόθεση στο Δικαστήριο, εκεί όπου χρειάζεται, είναι το θέμα, ένα θέμα όμως που δεν ρυθμίζεται με διαδικαστικό κανονισμό, αφού είναι θέμα ουσιαστικό, ζήτημα ενεργητικής νομιμοποίησης μεν, μα που αγγίζει ενδότερες πτυχές του ισχύοντος πολιτεύματος.

Όσον αφορά τους λοιπούς όρους υπηρεσίας των Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε σχέση με τη ρύθμιση των οποίων το Σύνταγμα επιφυλάσσεται υπέρ του νόμου, συναφής για τους Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου[13] είναι ο Περί Δικαστηρίων Νόμος, Ν. 14/60 που με το άρθρο 8 παρ. 4 παραπέμπει, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Συvτάγματoς και τoυ εν λόγω νόμου, στους νόμους και κανονισμούς που ρυθμίζουν τα ζητήματα υπηρεσίας τωv μελώv της δημoσίας υπηρεσίας της Δημoκρατίας. Αυτή η παραπομπή και η αναλογία που επιβάλλει με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δημοσίων υπαλλήλων (που συνιστούν τους όρους υπηρεσίας) είναι αρκετά συγκεχυμένη και δεν υπάρχει ένα ασφαλές μέτρο άντλησης ρυθμίσεων από τους νόμους που συνθέτουν το λεγόμενο δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων, όπως διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του 60’ και έως σήμερα.

Εν πάση περιπτώσει η θεώρηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι την ενώπιόν του διαδικασία για απόλυση λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς του ΒΓΕ μπορεί να ενεργοποιήσει καί ο ΓΕ είναι μια ερμηνευτική προσθήκη στο Συνταγματικό πεδίο, που δεν αντλείται από το κείμενο, και η κρισιμότητα της οποίας δύσκολα θα μείνει δίχως επιστημονική κριτική, ιδιαίτερα λόγω του σύντομου και μάλλον ex tempore χαρακτήρα της απόφασης και χωρίς κάποια Συνταγματική εμβάθυνση. Δεν μπορεί να εναντιωθεί εύκολα κανείς στο ότι το Συνταγματικό κείμενο, έχοντας συνταχθεί για να λειτουργήσει κάτω από συγκεκριμένες προδιαγραφές και προϋποθέσεις συνύπαρξης με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, σήμερα καθίσταται προβληματικό, ως κείμενο, μα οι Συνταγματικές αρχές (αρχής της δημοκρατίας, αρχή της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών, αρχή της νομιμότητας, κλπ) δεν αλλοιώνονται και είναι έμφυτες σε αυτή την ύπαρξη του Συντάγματος, ακόμα κι αν αυτό χρήζει μιας νέας θεώρησης.

Στην βάση αυτής της ερμηνευτικής προσέγγισης του Ανωτάτου Δικαστικού μια επανατοποθέτηση θα ήταν ότι ‘ο ρόλος του Δικαστή στη σημερινή δύσκολη εποχή’, δεν είναι ούτε ρόλος ‘διακυβέρνησης’  προς ‘διάσωση των λοιπών θεσμών’ ούτε οτιδήποτε άλλο βαρύγδουπο έχει διακηρυχθεί από τα ΜΜΕ και προκαλεί ενός είδους δημοκρατικό τρόμο. Ο ρόλος του Δικαστή είναι ο ίδιος σε οποιαδήποτε εποχή, είτε αυτή είναι εύκολη είτε αυτή είναι δύσκολη και δεν προσαρμόζεται ανάλογα με τις εποχές, τις θερμοκρασίες και τα χρώματα[14]. Ο ρόλος του Δικαστή, σε κάθε εποχή, είναι να αποφασίζει και να απονέμει το Δίκαιο. Η αντίληψη,  η εν τοις πράγμασι απονομή, η συνείδηση και  ο σεβασμός του Δικαίου είναι που γίνονται πιο δύσκολα σε συνθήκες θεσμικά αντίξοες, όπου η εμπιστοσύνη του κόσμου στην ίδια την ιδέα της ‘Δικαιοσύνης’ έχει κλονιστεί βαθύτατα (όχι για λόγους που αφορούν αυτή τη δικαστική εξουσία, μα αναγκαστικά μέσα από το βίωμα μιας γενικότερης κατάστασης αδικίας, που έτεινε στην εναπόθεση μιας ελπίδας που πνέει τα λοίσθια στη Δικαιοσύνη), και όπου κυριαρχεί οργή και θολότητα. Η ίδια η αξία της Δημοκρατίας δεν επιτρέπει να αλλάζει με οποιοδήποτε τρόπο ο ρόλος του Δικαστή και μια από τις κρατικές λειτουργίες να επικρατεί ευκαιριακά επί των άλλων, πόσο μάλλον αυτή που δεν φέρει αναλογίες λαϊκής εντολής και πόσο μάλλον ενεργοποιούμενη υπό του ΓΕ ή του ΒΓΕ, και για λόγους κάποιας εκλαμβανόμενης αδράνειας της εκτελεστικής εξουσίας.

Ο προβληματισμός του Ανωτάτου Δικαστηρίου όμως ‘τι γίνεται σε περίπτωση πασιφανούς διαφθοράς όπου δεν ενεργεί ο ΠτΔ’ (περίπτωση ‘immobilism’[15]) ανεξάρτητα από την νομική του τεκμηρίωση, έχει τέτοιο βάθος που αγγίζει τις ρίζες του πολιτεύματος και δημιουργεί ένα επακόλουθο ερώτημα: Αυτό που βιώνουμε σήμερα και έχουμε ονομάσει κρίση αξιών, μήπως πηγάζει από την γενικότερη ‘κρίση Δημοκρατίας’; Μήπως ό,τι χρειάζεται για να βγούμε από αυτό το φαύλο κύκλο του ποιος είναι ο πιο διεφθαρμένος και ποιος ο πιο τίμιος, θα πρέπει να αναλογιστούμε μια πολύ βαθύτερη (ή και ριζική) αλλαγή;

————————-

[1] Ή και Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου εφόσον ο διάλογος γίνεται επί αναλογίας.

[2] Που προϊδέαζε ήδη μεταξύ άλλων ότι το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης θα απαντάτο με τον συγκεκριμένο τρόπο.

[3] Πασιφανής είναι ο φανερός σε όλους, ο ολοφάνερος βλ. πᾶσι (δοτ. πληθ. του πᾶς).

[4] Παρόλο που ένα τέτοιο σύστημα (Προεδρικής Δημοκρατίας) είναι πιο αποτελεσματικό σε μεγάλα κράτη και παρόλο που ο ‘Προεδρισμός’ έχει αρκετά μειονεκτήματα, πόσο μάλλον σε μια σχετικά νεοσύστατη Δημοκρατία. Η Κύπρος μετά την αποικιοκράτησή της εφάρμοσε ένα τέτοιο σύστημα πολιτεύματος (παρόλη την σύνθετη εθνική της σύσταση και την έλλειψη πληθυσμιακής ομοιογένειας), ενδεχομένως χωρίς επαρκείς εγγυήσεις δημοκρατικής ποιότητας και σταθερότητας, ενώ οι περισσότερες βρετανικές αποικίες είχαν εφαρμόσει το σύστημα της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Σήμερα η Κύπρος είναι το μόνο Ευρωπαϊκό Κράτος που εξακολουθεί να έχει αυτό το πολίτευμα. Συνηθέστερα συστήματα Προεδρικής Δημοκρατίας εντοπίζονται σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, που όμως υπάρχουν σοβαρά προβλήματα Δημοκρατίας. Σοβαρές συνταγματικές κρίσεις που ενέπλεκαν το είδος του πολιτεύματος της Προεδρικής Δημοκρατίας είχαν στο παρελθόν η Ουγγαρία και η Σλοβακία. Βλ. Mainwaring, S. & Shugart, M.S. (1997). Juan Linz, Presidentialism, and Democracy: A Critical Appraisal. Comparative Politics, 29 (4), 449-471.

[5] Η καθολικότητα της ψηφοφορίας εμπίπτει επίσης στο σκληρό πυρήνα του Συντάγματος που δεν υπόκειται σε τροποποίηση ή κατάργηση.

[6] Και ο Γενικός Ελεγκτής δεν είναι ‘οποιοδήποτε πρόσωπο’ ωστόσο δεν θα αναγνωρίζονταν σε αυτόν εξίσου εύκολα το δικαίωμα να εισάγει υπόθεση με αίτημα την παύση κάποιου άλλου κρατικού αξιωματούχου.

[7] Το άρθρο 42 παρ. 1 (δηλαδή το ότι ο ΠτΔ εγκαθίσταται υπό της Βουλής), εξαιρουμένου του κειμένου της διαβεβαίωσης, πλην της μνείας της πίστης στο Σύνταγμα και του σεβασμού προς τούτο, εμπίπτουν στον σκληρό πυρήνα του Συντάγματος.

[8] Η παράγραφος 2 του άρθρου 36 που προνοεί ότι σε περίπτωση προσωρινής απουσίας ή προσωρινού κωλύματος του ΠτΔ, και ενόσω διαρκούν, ο ΠτΒ και, σε περίπτωση απουσίας του ή εκκρεμούσης της πλήρωσης του αξιώματός του, ο αναπληρωτής βουλευτής σύμφωνα με το άρθρο 72 Σ ασκεί το λειτούργημα του ΠτΔ εμπίπτει στον σκληρό πυρήνα του Συντάγματος.

[9] Που δια της χορήγησής της θα προβεί ως εκ του αξιώματος και της κατάρτισής του σε μια πρώιμη κρίση που θα διασφαλίσει ότι μπορεί να υφίσταται σχετικό ζήτημα που να πρέπει να εξεταστεί, χωρίς να κρίνει κατ’ουσίαν.

[10] Παρακάμπτονται οι αναφορές στον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας.

[11] Και στοιχείο του συγκεκριμένου πολιτεύματος (military-presidential nexus) που κατατάσσεται σε αυτά που καθιστούν μια δημοκρατία εύθραυστη. Βέβαια, μπορεί να εξηγείται ιστορικά, λόγω του παρελθόντος των στρατιωτικών παρεμβάσεων στη χώρα. Βλ. και Cheibub, J. A. (2007). Presidentialism, Parliamentarism, and Democracy. USA: Cambridge University Press (σελ. 136επ.).

[12] Η λειτουργική ανεξαρτησία της νομικής υπηρεσίας δεν την αφαιρεί από τον κορμό της δημόσιας υπηρεσίας ή της «διοίκησης». Στο Αμερικανικό δίκαιο είναι πιο σαφές ότι ο ΠτΔ ως κύριος φορέας της εκτελεστικής εξουσίας ηγείται καί του Υπουργικού Συμβουλίου καί των Ανεξάρτητων Υπηρεσιών, με τη διαφορά ότι δεν ελέγχει επίσημα τις Ανεξάρτητες Υπηρεσίες (λόγω της λειτουργικής τους ανεξαρτησίας) και αυτές θεωρούνται ανεξάρτητες από κυβερνητικές επιρροές· είναι όμως στον τομέα της εκτελεστικής εξουσίας που υπάρχουν οι διάφορες διοικητικές υπηρεσιακές μονάδες (π.χ. CIA). Ουσιαστικά επικουρούν την εκτελεστική εξουσία και παρέχουν ειδικές υπηρεσίες. Στην Κύπρο το ‘ανεξάρτητο’ των Αρχών μάλλον έχει παρεξηγηθεί κάπως. Όμως ως μέρος της διοίκησης οι ανεξάρτητες Αρχές ασκούν εκτελεστική εξουσία παράλληλα προς την Κυβέρνηση καί προς τον ΠτΔ. Στο Ελλαδικό δίκαιο έχει διευκρινιστεί επίσης ότι «οι Ανεξάρτητες Αρχές απολαύουν λειτουργικής ανεξαρτησίας και δεν υπόκεινται σε εποπτεία και έλεγχο από Κυβερνητικά όργανα ή άλλες Διοικητικές Αρχές» με την διαφορά ότι στην Ελλάδα η Εισαγγελική Αρχή είναι ‘Δικαστική Αρχή’ ανεξάρτητη από τα δικαστήρια και την εκτελεστική εξουσία. Στην Κύπρο η νομική υπηρεσία είναι εξοπλισμένη με κανονιστικές αρμοδιότητες και εκδίδει εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Κατά συνέπεια, όπως ανέφερε κάποτε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, «κινδυνεύει απ’ όλη την παθογένεια της ενεργού διοίκησης…». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα διάφορα θεσμικά προβλήματα των τελευταίων χρόνων είναι από τη λειτουργία των ‘Ανεξάρτητων Αρχών’ που έχουν προκύψει, όπως αυτό μπορεί να ερμηνεύεται.

[13] Και για τους Δικαστές του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ο περί τoυ περί Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίoυ (Αvτιμισθία και λoιπoί Όρoι Υπηρεσίας τoυ Έλληvoς και τoυ Τoύρκoυ Δικαστoύ) Νόμoυ τoυ 1961.

[14] Ο τρόπος εκτέλεσης του ρόλου του Δικαστηρίου είναι που πρέπει ενδεχομένως να αλλάζει και να προσαρμόζεται με τις δύσκολες συνθήκες, να γίνεται πιο άμεσος, δραστικός, απλός, σαφής, κατανοητός· όχι το περιεχόμενο του ρόλου του.

[15] Που επίσης είναι συχνό φαινόμενο σε πολιτεύματα Προεδρικής Δημοκρατίας. Βλ. και Mainwaring, S. (1990). Presidentialism, multiparty systems, and Democracy: The difficult equation. Working paper #144 – The Helen Kellong Institute for International Studies.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.