Δυνατότητα διαχειριστή διοριζόμενου με βάση ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης να ενάγεται από την Τράπεζα που τον διόρισε

Με το διορισμό ενός «διοικητικού διαχειριστή[1]», δηλαδή, παραλήπτη-διαχειριστή που διορίζεται με βάση ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ή άλλο έγγραφο, εκτός Δικαστηρίου, η εταιρεία δεν χάνει τη νομική προσωπικότητά της, ούτε οι αξιωματούχοι της απεκδύονται τις εξουσίες τους, ως τέτοιοι (εκτός από αυτές που αφορούν τη διαχείριση της υπό εξασφάλιση περιουσίας). Σαφώς, η ιδιότητά του, δεν μπορεί να συγκριθεί με την ιδιότητα ενός εκκαθαριστή, που διορίζεται από το Δικαστήριο. Η εταιρεία υπό καθεστώς διαχείρισης, λόγω κυμαινόμενης επιβάρυνσης, δεν είναι εταιρεία υπό εκκαθάριση. Είναι μόνο μέσα στις εξουσίες του «εκκαθαριστή» να εγείρει ή και να υπερασπίζεται αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία στο όνομα και εκ μέρους της εταιρείας (βλ. άρθρο 233 Κεφ. 133), και είναι μια εξουσία που συνυφαίνεται με αυτά τα αποτελέσματα της έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης και το σκοπό της διαδικασίας της εκκαθάρισης. Συνάγεται, κατά απόλυτο τρόπο, ότι, δεν είναι μέσα στις εξουσίες του διοικητικού διαχειριστή να ενάγει ή ενάγεται για την εταιρεία με όμοιο τρόπο.

Νοουμένου ότι συστάθηκε νόμιμα και έγκυρα η κυμαινόμενη επιβάρυνση, με βάση το άρθρο 90 του Κεφ. 133, μπορεί να διοριστεί, με βάση αυτήν, παραλήπτης ή διαχειριστής, ανάλογα με τις πρόνοιες του εγγράφου. Τι κάνει ένας διοικητικός διαχειριστής στην εταιρεία;

(α) Έχει έναν ελεγκτικό και ενημερωτικό ρόλο

Μόλις διορίζεται, αποστέλλει ειδοποίηση στην εταιρεία για το διορισμό του, και μέσα σε 14 ημέρες μετά τη λήψη της ειδοποίησης, ή τέτοιας μεγαλύτερης περιόδου που δύναται να επιτραπεί από τον παραλήπτη, η εταιρεία (δια των αξιωματούχων της, που εξακολουθούν να έχουν ρόλους) πρέπει να ετοιμάζει και να υποβάλλει σε αυτόν έκθεση περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας. Παραλαμβάνει την έκθεση περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας, και μέσα σε 2 μήνες από την παραλαβή της αποστέλλει στον έφορο εταιρειών αντίγραφό της, μαζί με οποιαδήποτε σχόλια θεωρεί σκόπιμο να κάνει, και στην εταιρεία αντίγραφο οποιωνδήποτε τέτοιων σχολίων του, ή ειδοποίηση για μη ύπαρξη σχολίων, και σε οποιουσδήποτε επιτρόπους εμπιστεύματος για τους κατόχους χρεωστικών ομολόγων για λογαριασμό των οποίων διορίστηκε και (στην έκταση που είναι ενήμερος των διευθύνσεων τους), σε όλους αυτούς τους κατόχους χρεωστικών ομολόγων, αντίγραφο της περίληψης που αναφέρθηκε. Ανατρέχει στις πράξεις εισπράξεων και πληρωμών της εταιρείας, που διενεργήθηκαν πριν το διορισμό του, σε τακτές περιόδους, που προβλέπονται στο νόμο.

(β) Πράξεις διαχείρισης σε σχέση με την υπό διαχείριση περιουσία

Έπειτα, εκτός από τις προαναφερόμενες ελεγκτικές και ενημερωτικές αρμοδιότητες, που προκύπτουν από τα άρθρα 340 και 342 του Κεφ. 133, ως εκ της ιδιότητας του, μπορεί να συνάπτει συμβάσεις, σε σχέση με την υπό εξασφάλιση περιουσία (όχι άλλη), και να ενεργεί οποιεσδήποτε άλλες πράξεις διαχείρισης ή διοίκησης της εν λόγω επιβαρυνόμενης περιουσίας. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 337 του Κεφ. 133, ο παραλήπτης ή διαχειριστής είναι στην ίδια έκταση, όπως αν είχε διοριστεί με διάταγμα Δικαστηρίου, προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε σύμβαση που έγινε από αυτόν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εκτός αν η σύμβαση προβλέπει διαφορετικά, κλπ.

(γ) Αίτηση στο δικαστήριο

Σύμφωνα με το άρθρο 337 παρ. 1 του Κεφ.133, παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας εταιρείας που διορίζεται με βάση τις εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο, δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για οδηγίες σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που εγείρεται αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του. Δεν έχει οποιαδήποτε άλλη εξουσία να αιτείται στο δικαστήριο για την εταιρεία ή να την εκπροσωπεί δικαστηριακά. Μια τέτοια αίτηση θα μπορούσε να περιέχει αξίωση για έκδοση διατάγματος που να διατάζει τους αξιωματούχους της εταιρείας να υποβάλουν την προβλεπόμενη, στο νόμο, έκθεση περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας, ή άλλων διαταγμάτων που σχετίζονται με τα καθήκοντά του αυτά, που εν γένει είναι να προστατεύσει τα δικαιώματα της εταιρείας, αλλά και της Τράπεζας, αποφεύγοντας, ταυτόχρονα, τον επηρεασμό των δικαιωμάτων των υπολοίπων πιστωτών.

(δ) Φαίνεται αλλά δεν αναιρεί την ύπαρξη της εταιρείας

Η ύπαρξη του διοικητικού διαχειριστή πρέπει να φαίνεται σε κάθε τιμολόγιο, παραγγελία, εμπορική επιστολή, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας (άρθρο 338 παρ. 1). Αυτό για να δηλώνεται η ειλικρινής εικόνα της εταιρείας δημόσια. Ο διοικητικός διαχειριστής δεν υποκαθιστά την ίδια την εταιρεία οπουδήποτε και σε οτιδήποτε.

Ο ρόλος και η έκταση των καθηκόντων ενός διοικητικού διαχειριστή, που διορίζεται με βάση έγγραφο, εκτός Δικαστηρίου, είναι θέμα διαχρονικά αμφισβητούμενο ή και παρεξηγημένο. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην Re Νίνου Α. Χατζηρούσου (υπό την ιδιότητά του ως παραλήπτης της εταιρείας Y. Liasides Developers Ltd)[2] στην οποία ο αιτητής είχε διοριστεί με βάση ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης από την Alpha Bank Cyprus Ltd, ειρήσθω εν παρόδω, σε πρωτόδικη δικαιοδοσία του, ανέφερε τα ακόλουθα, που παραθέτω:

«Παρόλο που δεν προσφέρεται η επίδικη αίτηση για μια σε βάθος ανάλυση επί των εξουσιών του παραλήπτη-διαχειριστή, μπορεί να λεχθεί ότι  σύμφωνα με τα συγγράμματα Pennington: Company Law, 3η έκδ. σελ. 427 και 435 και Ranking & Spicer´s Company Law 11η έκδ. σελ. 219, ένας παραλήπτης ο οποίος διορίζεται δυνάμει εγγράφου εκτός Δικαστηρίου θεωρείται αντιπρόσωπος («agent») των κατόχων των ομολόγων και κατά συνέπεια αυτοί ως αντιπροσωπευόμενοι («principals») είναι και οι υπεύθυνοι για τις ενέργειες αυτού.  Ο ρόλος του παραλήπτη-διαχειριστή, όπως υποδεικνύει ο Pennington στη σελ. 427, δεν έχει το συνήθη ρόλο που είναι γνωστός στη σχέση «principal-agent», όπως δε αναφέρεται επί λέξει:

«But such a receiver does not owe the duties of a real agent to the company, and so the company cannot give him instructions as to the way he shall exercise his powers and he is not liable in damages to the company for exercising them negligently.»

Όπως υπέδειξε επίσης η απόφαση στην Gomba Holdings Uk Ltd v. Homan (1986) 3 All E.R. 94:

«Although nominally the agent of the company, his primary duty is to realise the assets in the interests of the debenture holder and his powers of management are really ancillary to that duty.»

Τα πιο πάνω είναι σύμφωνα και με τη γενικότερη αρχή ότι με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας.  (Moss Steamship Co. V. Whinney (1912) AC 254).  Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητα της.

Πέραν των πιο πάνω, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου απορρίπτοντας την αίτηση αναστολής αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του Derek French: «Applications to Wind up Companies» 2η έκδ. σελ. 270, σε σχέση με τα καθήκοντα του παραλήπτη μιας εταιρείας. Παραμένει υπό αμφισβήτηση κατά πόσο σε αίτηση διάλυσης της εταιρείας αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα της ίδιας της εταιρείας ή τα συμφέροντα των πιστωτών που διόρισαν τον παραλήπτη.  Γίνεται αναφορά σε δύο αποφάσεις τις οποίες χρησιμοποίησε το Δικαστήριο, τις Bank of New Zealand v. Essington Developmetns Ptd Ltd (1991) 5 ACSR 86  και  In Re Thames Freightlines Ltd (1981) NZCLC 98, 112, από τις δικαιοδοσίες της Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας αντίστοιχα, όπου εξετάστηκε η εξουσία παραληπτών υπό τέτοιες συνθήκες.

Φαίνεται ότι η δυνατότητα του παραλήπτη-διαχειριστή δεν επεκτείνεται στην αμφισβήτηση της αίτησης διάλυσης εκ μέρους της ίδιας της εταιρείας, διότι αυτό θα σήμαινε την υπερκάλυψη των εξουσιών των ιδίων των διευθυντών να ενστούν στη διάλυση της εταιρείας τους.  Παρουσιάζεται δε ότι σε περίπτωση που ο παραλήπτης επιθυμεί να αμφισβητήσει την αίτηση διάλυσης της εταιρείας, εκείνος που πρέπει να το πράξει είναι ο πιστωτής που τον διόρισε και όχι ο ίδιος ο παραλήπτης.  Στη δεύτερη των πιο πάνω υποθέσεων παρατηρήθηκε  μάλιστα ότι ένας παραλήπτης ο οποίος εμφανίζεται προς αμφισβήτηση της αίτησης διάλυσης χωρίς να έχει προς τούτο εκ του νόμου εξουσία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είτε αντιπροσωπεύει τον πιστωτή που τον διόρισε ή ότι ενεργεί ο ίδιος ως πιστωτής για τα έξοδα της εκκαθάρισης της εταιρείας,  («receivership»).

Τα πιο πάνω πρέπει λοιπόν να ιδωθούν υπό το φως της πραγματικής υπόστασης του παραλήπτη-διαχειριστή που πρωτίστως επιδιώκει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πιστωτών που τον διόρισαν, (δέστε Brenda Hannigan: Company Law σελ. 732-733).  Οι διευθυντές διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας που περιλαμβάνει και τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή εναντίον των  κατόχων ομολόγων που διόρισαν τον παραλήπτη-διαχειριστή (Newhart Developments Ltd v. Co-op Commercial Bank Ltd (1978) 2 All E.R. 896).»

Με αυτή τη θεώρηση του έντιμου δικαστή Ναθαναήλ (με την οποία συμφωνώ σε πολλά σημεία), μπορεί να πει, κανείς, ότι, εάν ο διοικητικός διαχειριστής τελεί σε σχέση αντιπροσώπευσης με την Τράπεζα, που τον διορίζει, και η Τράπεζα τον ενάγει (με την πεποίθηση ότι ενάγει την εταιρεία), η Τράπεζα είναι σα να ενάγει εαυτόν. Γενικά, όμως, το αγώγιμο δικαίωμα της Τράπεζας εναντίον του διοικητικού διαχειριστή, που η ίδια διορίζει, φαίνεται να είναι περιορισμένο, ακόμα και μέσα σε αυτή τη σχέση αντιπροσώπευσης που υπάρχει.

Η Τράπεζα, δια του διαχειριστή, που διορίζει, διαχειρίζεται συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας ή το όλο ενεργητικό της (ανάλογα με την εμβέλεια της επιβάρυνσης), και ο σκοπός είναι, όχι να κινεί αγωγές εναντίον της εταιρείας ή του εν λόγω διαχειριστή, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν και «κακή διαχείριση», υπό συγκεκριμένες περιστάσεις (δίνοντας, ενδεχομένως, και δικαιώματα στους αξιωματούχους), αλλά να συνάπτει συμβάσεις με τρίτα πρόσωπα για τα περιουσιακά αυτά στοιχεία, ή να ενεργεί άλλως πώς, με σκοπό τη ρευστοποίησή τους και την εξόφληση των χρεών της εταιρείας, και δη αυτών της διορίζουσας Τράπεζας. Ο σκοπός αυτής της εξασφάλισης είναι η Τράπεζα να μπορεί να έχει πρόσβαση (μέσω διαχειριστή που διορίζει) στα της διοίκησης της εταιρείας, και να διασφαλίζει, με τέτοιο έμμεσο τρόπο, την καλή διοίκηση της εταιρείας, προς διατήρηση της ικανότητας λειτουργίας, και άρα αποπληρωμής των χρεών της, αλλά και να μπορεί να αποκτά έλεγχο και κατοχή της εξασφαλιζόμενης περιουσίας της εταιρείας, και μέσω αυτών, να εξοφλείται το χρέος.

Ο ορθός τρόπος, κατά τη γνώμη μου, είναι να ενάγεται μόνον η εταιρεία, και μόνο όταν τα διεκδικούμενα, δια της αγωγής, περιουσιακά στοιχεία, δεν είναι αυτά που περιλαμβάνονται ήδη στα καθήκοντα διαχείρισης του διορισμένου διαχειριστή.

Εάν πρόκειται για περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στα καθήκοντα του διορισμένου διαχειριστή, δεν ενάγεται από την Τράπεζα ο διαχειριστής, εκτός εάν ενήργησε αμελώς, σε σχέση με τα καθήκοντα διαχείρισης. Εάν εναχθεί η εταιρεία σε σχέση με αυτά, ο διαχειριστής, έχει μεν λόγο σε σχέση με τις αποφάσεις που θα λάβει η εταιρεία σε σχέση με τη δικαστική διαδικασία (στα βαθμό που αυτή αφορά την υπό διαχείριση περιουσία) (σε αυτή τη βάση μπορεί να προστεθεί ως αναγκαίος διάδικος), αλλά ούτε τη νομική εκπροσώπηση της εταιρείας μπορεί να αποφασίζει, ούτε να πράττει οτιδήποτε άλλο σχετικό, σε επίπεδο δικαστικής εκπροσώπησης. Και με δεδομένο τον κίνδυνο, η κίνηση της Τράπεζας, ταυτόχρονα, να διορίζει διαχειριστή για συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και να ενάγει γι’αυτά, να θεωρηθεί αντιφατική ή καταχρηστική (μιλώ για κίνδυνο, όχι για δεδομένη κατάσταση).

Άλλως πώς, το να διορίσει διαχειριστή η Τράπεζα, με βάση ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης, που κατέχει, θα μπορούσε να ειδωθεί ως ένα μέτρο προς αποφυγή της αγωγής, μέσα από το οποίο, η Τράπεζα, προσπαθεί να επιλύσει το πρόβλημα της μη εξυπηρέτησης ενός δανείου, μπαίνοντας μέσα στη διαχείριση της εταιρείας, δηλαδή, μέσα στην καρδιά του προβλήματος, ενέργεια που την βοηθά να αντιληφθεί γιατί η εταιρεία δυσκολεύεται, και να προσπαθήσει να επιλύσει το πρόβλημα, να πάρει στα χέρια της την κατάσταση, είτε διασώζοντας την κυρίως συμβατική σχέση, είτε άλλως πώς, μετριάζοντας και τη δική της ζημιά, στο μέτρο του εφικτού.

Σε πιο πρακτικό επίπεδο, εάν ο διαχειριστής θέλει, καθηκόντως (εφόσον η συγκεκριμένη περιουσία είναι μέσα στο πλαίσιο των καθηκόντων του), να αποσύρει από το Κτηματολόγιο ένα αγοραπωλητήριο έγγραφο και να καταθέσει ένα άλλο, επ’ ονόματι της Τράπεζας ή τρίτου προσώπου στο οποίο έχει πωλήσει το ακίνητο (που μπορεί να το πράξει, εφόσον θεωρεί, ο ίδιος, ότι αυτό πρέπει να γίνει ως πράξη διαχείρισης για την εταιρεία), μπορεί να πάει ο ίδιος στο Κτηματολόγιο και να ενεργήσει ανάλογα, υπό αυτή την ιδιότητα του, ως διαχειριστής, και εάν συναντήσει κώλυμα, να αιτηθεί ο ίδιος, με βάση το άρθρο 337 παρ. 1 του Κεφ. 133, στο Δικαστήριο, για διάταγμα σχετικό με αυτό το καθήκον του. Δια του διαχειριστή είναι σα να το πράττει η Τράπεζα, χωρίς βέβαια να φαίνεται η Τράπεζα στον τίτλο κάποιας αίτησης, αντίθετα, τα έξοδα το διαχειριστή για το δικαστικό διάβημα τα εισπράττει από το ενεργητικό της εταιρείας. Το δικαστήριο, σε σχέση με τα καθήκοντα του διαχειριστή (κατοχή, διαχείριση, ρευστοποίηση, άλλη χρήση, υπό εξασφάλιση περιουσίας) είναι από το άρθρο 337 παρ. 1 του Κεφ. 133 που αντλεί δικαιοδοσία, και ο δικονομικός τρόπος επίκλησης του είναι αίτηση, με βάση το άρθρο αυτό, που υποβάλλει ο διαχειριστής.

Βασικά, το άρθρο 337 του Κεφ. 133, θεωρούμενο στο σύνολό του, ρυθμίζει ακριβώς, τη δυνατότητα ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης του διαχειριστή που διορίζεται εκτός Δικαστηρίου, με βάση έγγραφο.

Ενάγει: Δια αίτησης με σκοπό την άσκηση των καθηκόντων του και το Δικαστήριο έχει ευρεία αρμοδιότητα «να δώσει τέτοιες οδηγίες, ή δύναται να εκδώσει τέτοια διαταγή που να δηλώνει τα δικαιώματα προσώπων ενώπιον του Δικαστηρίου ή διαφορετικά, όπως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο». – παρ. 1.

Ενάγεται: Προσωπικά, μόνον εφόσον υπέχει προσωπική ευθύνη για οποιαδήποτε σύμβαση έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση). Για τέτοια ευθύνη μπορεί να διεκδικήσει, ο ίδιος, αποζημιώσεις, είτε από το ενεργητικό της εταιρείας, είτε από άλλο πρόσωπο (π.χ. Τράπεζα) –παρ.2.

Και εξ αυτού, συνάγεται ότι, δεν ενάγεται, ο διαχειριστής, προσωπικά, σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση. Εάν εναχθεί, προσωπικά, από την Τράπεζα, θα πρέπει να είχε πράξει καθ’υπέρβαση των καθηκόντων δια τα οποία διορίστηκε, χωρίς να σημαίνει, όμως, ότι, και η Τράπεζα μπορεί να καθοδηγεί, τον διαχειριστή, στο τι θα πράττει και πώς (αφού, όπως λέχθηκε, πρόκειται για ιδιαίτερη περίπτωση αντιπροσώπευσης). Το να περιληφθεί ως αναγκαίος διάδικος σε αγωγή εναντίον της εταιρείας, δεν σημαίνει, βέβαια, ότι ενάγεται (δηλαδή, ότι διεκδικείται εναντίον του θεραπεία), παρόλο που, ορθότερα, θα πρέπει να διενεργείται απλά επίδοση της αγωγής στον διοικητικό διαχειριστή εναντίον του οποίου δεν ασκείται αγώγιμο δικαίωμα για τους προαναφερόμενους λόγους, χωρίς να περιλαμβάνεται στον τίτλο της αγωγής, είτε ως συνενάγων είτε ως συνεναγόμενος.

Παρά τη διάταξη αυτή του εγχώριου νόμου, σε άλλες δικαιοδοσίες (π.χ. Σκωτία), μπορεί να εντοπιστεί πρόνοια ή θεωρία ότι, μέσα στη διαχειριστική του δράστη, ο διοικητικός διαχειριστής, ενεργώντας και για την εταιρεία ως αντιπρόσωπος, μπορεί να ενάγει τρίτα πρόσωπα, στο όνομα και για σκοπούς της εταιρείας. Δεν συναντάται, όμως, οπουδήποτε, περίπτωση στην οποία να ενάγεται ο ίδιος, προσωπικά, από το διορίζον όργανο, ως να’ταν η εταιρεία.

——————————————

[1] Προς διάκριση με οποιοδήποτε άλλο «διαχειριστή», και έμφαση στο ότι, οι αρμοδιότητές του, σε σχέση με την εταιρεία, είνα διοικητικής φύσης.

[2] Πολιτική Αίτηση 116 / 2011, ημερομηνίας 06.10.2011.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s