Σημείωση για την ιατρική αμέλεια σε περιπτώσεις θνησιγένειας

ultrasonic portrait of the fetus and cardiogram results

Στις περιπτώσεις όπου το έμβρυο εξάγεται από σώμα της κυοφορούσας χωρίς ζωτικά σημεία, δηλαδή στις περιπτώσεις όπου υπάρχει θνησογονία ή θνησιγένεια (“stillbirth”), το δίκαιό μας δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη «προσώπου που απεβίωσε». Αυτή η παραδοχή μπορεί να φαντάζει ή και να είναι πράγματι “σκληρή”, για διάφορους, ανεξάντλητους, ηθικονομικούς λόγους. Γενικά, το παραδοσιακό κοινοδίκαιο (ίσως διαφορετικά από ότι οι τάσεις του ηπειρωτικού δικαίου) έχει αναπτύξει μια μάλλον ρεαλιστική προσέγγιση των ζητημάτων έναρξης της ανθρώπινης ζωής, ούτε άκρως εγωϊστική, μα ούτε και αδιάφορη ως προς την αξία της αγέννητης ανθρώπινης ζωής.

Οι περισσότεροι μπορεί να γνωρίζουν με λεπτομέρεια την διαδικασία της γονιμοποίησης και δημιουργίας του ανθρώπινου εμβρύου εντός ή εκτός της μήτρας, ανάπτυξης και σταδιακής εξέλιξης του εμβρύου, που σε κάποιο στάδιο μπορούν να συγκρίνουν, ακόμα και με βάση και τα βιολογικά, μορφολογικά χαρακτηριστικά, με έναν τελικά διαμορφωμένο άνθρωπο. Το ζήτημα όμως δεν είναι η άσκηση πειθούς ως προς το ότι κυοφορείται ένα ανθρώπινο ον. Αναμφίβολα, το έμβρυο που προέρχεται από την γονιμοποίηση των γαμετών ενός άνδρα και μίας γυναίκας, αποτελεί, λόγω καταγωγής, ανθρώπινο ον, με διάφορες συναφείς ευαίσθητες προοπτικές.

Η θνησιγένεια είναι ένα δυσάρεστο γεγονός αναπαραγωγικής απώλειας, που ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ηθικονομική θεώρηση του εμβρύου, σε διάφορα δικαιϊκά συστήματα, συνήθως, επηρεάζει αρνητικά την ψυχολογία του ζευγαριού. Η κυοφορούσα γυναίκα και ο σύντροφός της, όταν μπαίνουν στην διαδικασία αναμονής απόκτησης τέκνου, συχνά δημιουργούν προγεννητικούς δεσμούς με αυτό[1], του δίνουν εξωτερικευμένες διαστάσεις κοινωνικής ύπαρξης[2] (όνομα, δωμάτιο στο σπίτι τους, ρουχισμό, παιχνίδια και φανταστικές συνήθειες, μερικές φορές και άλλου είδους περιουσία ή ακόμα και μελλοντικό επάγγελμα, κλπ)· πλάθουν μια ειδική κοινωνική ταυτότητα για το έμβρυο, που ανεξάρτητα από την έλλειψη της ευθείας νομικοκοινωνικής του υπόστασης, οι ίδιοι, έχουν την ανάγκη να συντηρούν αυτή την ταυτότητα μετά θάνατον, να της δίνουν διάρκεια[3], ως το νεκρό έμβρυο να είχε υπάρξει, πράγματι, ως μέλος της οικογένειάς τους. Μετά την απώλειά τους βιώνουν συχνά μια μορφή περιγεννητικού πένθους[4], αναφορικά με το οποίο, η έλλειψη κοινωνικής αναγνώρισης ή ευρύτερης κοινωνικής αποδοχής, συγκριτικά με το κοινό πένθος (δεν ευδοκιμεί ο χαρακτηρισμός για άλλου είδους αναφορά), μπορούν να οδηγούν σε επιδείνωση της ψυχοπνευματικής υγείας[5]. Η θέση στην οποία βρίσκεται μια κυοφορούσα γυναίκα, η κύηση της οποίας καταλήγει σε θνησιγένεια, είναι μια θέση μετέωρη, συγκεχυμένης ιδιότητας, δεν είναι ούτε μητέρα ούτε ασθενής, αισθάνεται συχνά «εκτός τόπου και χρόνου»[6], ενώ ο σύντροφός της συνήθως είναι μια ξεχασμένη φιγούρα πραγματικού πένθους σε μια τέτοια κατάληξη[7]. Η θνησιγένεια δεν αφήνει βέβαια ανεπηρέαστη την ψυχολογία και των ιδίων των ιατρών[8].

Σε ηθικονομικό επίπεδο, ο ψυχοκοινωνικός επηρεασμός τείνει να γίνεται και μια περαιτέρω επιστημονική ένδειξη της αναγκαστικά αναγνωρίσιμης αυθύπαρκτης αξίας της δημιουργίας, εξέλιξης και προοπτικής της γέννησης του ανθρώπινου όντος, η διακοπή της δρομολογημένης πορείας της οποίας (εκούσια ή ακούσια) έχει, πάντως, κάποια (μικρή ή μεγάλη) κοινωνική αντανάκλαση. Το δίκαιο[9], ως ένα εργαλείο κοινωνικής εξισορρόπησης, οφείλει κοινωνική απάντηση, και δίνοντάς την μετρημένα, αυτή την αξία δεν την εξισώνει με οποιαδήποτε άλλη αξία διαφορετικής ποιότητας, δεν καθιστά φορέα ανθρωπίνων δικαιωμάτων τον αγέννητο άνθρωπο, με τον ίδιο τρόπο που το πράττει στην περίπτωση του γεννημένου ζωνταντού ανθρώπου, μα ούτε και την εκμηδενίζει.

Πέρα από τη νομολογία του κοινοδικαίου, που ακολουθεί διαχρονικά συγκεκριμένη γραμμή για τη νομική θεώρηση του εμβρύου[10], στους εγχώριους Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμους του 2002 έως 2015 (Ν. 141(I)/2002)[11], ορίζεται ρητά, στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2, ότι «αποβιώσας» σημαίνει πρόσωπο που γεννήθηκε ζωντανό και απεβίωσε και δεν περιλαμβάνει θνησιγονία. «Θνησιγονία», κατά το νόμο, σημαίνει την γέννηση παιδιού μετά την εικοστή όγδοη εβδομάδα της κύησης ή ελάχιστου βάρους 500 γραμμαρίων, το οποίο δεν ανέπνευσε μετά την πλήρη εκβολή ή απόσπασή του από τη μητέρα του.  «Γέννηση ζώντος», σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, σημαίνει τη γέννηση παιδιού που ανέπνευσε μετά την πλήρη εκβολή ή απόσπαση του από τη μητέρα του και «Γέννηση παιδιού» σημαίνει την πλήρη εκβολή ή απόσπαση από τη μητέρα του.

Σε περίπτωση θνησιγένειας, για την οποία διεξάγεται ιατροδικαστική έρευνα[12], το πόρισμα της τελευταίας δεν θα καταδείξει την ύπαρξη ή όχι αμέλειας κάποιου προσώπου· η τελευταία είναι νομική κατάσταση που υπάρχει υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που πρέπει να αποδεικνύονται με συγκεκριμένο τρόπο. Κατά πάσαν πιθανότητα θα καταδείξει τα αίτια που οδήγησαν στον θάνατο του εμβρύου, τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτός συνέβη (π.χ. εντός της μήτρας, κλπ), στο μέτρο του εφικτού, και κατά πάσα πιθανότητα τα αίτια θα είναι παθολογικά. Αυτή η προοπτική δεν θα πρέπει να δημιουργεί σύγχυση, επειδή δεν θα υπάρχει ένα πόρισμα που να καταλογίζει, ωσάν Δικαστήριο, κάπου, αμέλεια.

Είναι εξαιρετικά και καθοριστικά σημαντικό να δοθεί έμφαση στο ότι, στην περίπτωση της θνησιγένειας, μια αστική αγωγή για διεκδίκηση αποζημιώσεων (από οποιονδήποτε θεωρεί ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να το πράξει) δεν μπορεί να βασιστεί σε πρόκληση θανάτου από αμελή πράξη ή παράλειψη και να αξιώνονται σχετικές αποζημιώσεις ή το λεγόμενο “bereavement” (σταθερού ύψους προβλεπόμενη αποζημίωση, λόγω απώλειας και πένθους).

Δυνατότητα έγερσης αγωγής υπάρχει μεν, αλλά μόνο για την ζημιά στο πρόσωπο της ιδίας της ενάγουσας ή του ιδίου του ενάγοντος, που προκλήθηκε από αμελή πράξη ή παράλειψη. Για τους σκοπούς τέτοιου εγχειρήματος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θνησιγένεια είναι διαφορετικό γεγονός από την πρόκληση θανάτου στο έμβρυο εντός της μήτρας, και αμφότερα, σαφώς, διακριτά από τυχόν αμελή ιατρική διάγνωση. Η επικαλούμενη ζημιά, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να προκύπτει αιτιωδώς από την επικαλούμενη αμελή συμπεριφορά, ενώ το επίπεδο επιμέλειας καθορίζεται με βάση τις υφιστάμενες νομολογιακές αρχές, για κάθε περίπτωση.

Συνήθως, ο ισχυρισμός ζημιάς είναι περί (διαγνώσιμου) ψυχικού τραύματος, που επήλθε συνεπεία του γεγονότος της θανάτωσης του εμβρύου στην μήτρα ή της θνησιγένειας ή άλλου γεγονότος, χωρίς να αποκλείεται η συνύπαρξη φυσικού τραύματος. Τα πράγματα είναι μεν δύσκολα, σε κάθε περίπτωση που ο λόγος γίνεται αποκλειστικά για ψυχικό τραύμα, αλλά εφικτά.[13] Χρειάζεται βέβαια μεγάλη προσοχή, ειδικά στις περιπτώσεις όπου έχει τραβηχθεί κάπως το χαλί για την εύκολη στοιχειοθέτηση της ύπαρξης ψυχικού τραύματος (π.χ. έχει προβληθεί άγνοια των γονέων περί της κύησης του υπό αναφορά εμβρύου, επομένως έλλειψη βιώματος και δεσμού και περαιτέρω κοινωνικής προσδοκίας, υπήρξε επιτυχής μητρότητα δια της γέννησης άλλου έμβρυου, και η πληροφόρηση περί της ύπαρξης δεύτερου εμβρύου έγινε υπό συγκεκριμένες ιδιόμορφες περιστάσεις, κλπ).

Η δικογράφηση δεν θα πρέπει να αποτελεί ένα κατάλογο από λάθη που οδήγησαν στον θάνατο του εμβρύου ή στην θνησιγένεια, όπως συχνά παρατηρείται να συμβαίνει στην πράξη (και δημιουργεί, όντως, ενός είδους δικογραφική εκτόνωση, που όμως δεν επαρκεί). Θα πρέπει να αφορά σε ζημιά της ενάγουσας / του ενάγοντος ως πρωτογενές θύμα[14] με πολύ σαφή τρόπο, αφετέρου θα πρέπει να δικογραφείται με επαρκή λεπτομέρεια η ιατρική πράξη ή παράλειψη, και να δημιουργείται η βάση για την στοιχειοθέτηση της αιτιώδους συνάφειας. Νοείται ότι, χρειάζεται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων για την απόδειξη της ύπαρξης της συγκεκριμένης ψυχικής πάθησης (ζημιάς) καί της αιτιώδους συνάφειάς της με την συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Η περιπλοκή που μπορεί να προκύψει στην εκδίκαση μιας τέτοιας υπόθεσης ήταν εμφανής στην πρόσφατη Wild and another v Southend University Hospital NHS Foundation Trust [2014] EWHC 4053 (QB) όπου αφορούσε σε αμελή διάγνωση (κακός υπολογισμός της ημερομηνίας τοκετού) που οδήγησε σε θάνατο του (γνωστά υπαρκτού) εμβρύου εντός της μήτρας, και ακολούθως σε θνησιγένεια.

——————————-

[1] Sandelowski, M. (1994) Separate, but less unequal: fetal ultasonogaphy and the transformation of expectant motherhood/fatherhood’, Gender and Society, 8(2), 23-245.

[2] Turton, P., Badenhorst, W., Hughes, P., Ward, J., Riches, S. & White, S. (2006). Psychological impact of stillbirth on fathers in the subsequent pregnancy and puerperium. The British Journal of Psychiatry, 188 (2), 165-172. Η ίδια, ως γεγονός, καθιστά ψυχολογικά ευάλωτη την γυναίκα και σε περίπτωση επακόλουθης νέας εγκυμοσύνης, βλ. Turton, P., Hughes, P., Evans, C.D.H. & Fainman, D. (2001). Incidence, correlates and predictors of post-traumatic stress disorder in the pregnancy after stillbirth. The British Journal of Psychiatry, 178(6), 556-560 και Sheehan, J.D. (2001). PTSD and stillbirth. The British Journal of Psychiatry, 179(4), 368 επ. και Turton, P., Evans, C. & Hughes, P. (2009). Long-term psychological sequelae of stillbirth: phase II of a nested case-control cohort study. Archives of Women’s Mental Health, 12, 35-41.

[3] Valentine, C. (2008). Bereavement Narratives: Continuing Bonds in the Twenty-first Century. London: Routledge. Και Martin, D.D. (2010). Identity management of the dead: Contests in the construction of murdered children. Symbolic Interation, 33(1), 18-40. Και Walter, T. (1999). On bereavement: The culture of grief. Maidenhead: Open University Press. Και Exley, C. (1999). Testaments and memories: negotiating after death-identities. Mortality, 4(3), 226-249. Και Murphy, S. & Thomas, H. (2013). Stillbirth and loss: Family practices and display. Sociological Research Online, 18(1), 16.

[4] Peppers, L.G.  & Knapp, R. J. (1980). Motherhood and mourning. New York: Praeger.

[5] Rajan, L. & Oakley, A. (1993) No pills for heartache: The importance of social support for women who suffer pregnancy loss. Journal of Reproductive and Infant Psychology, 11(2), 75-87. Και Malacrida, C. (1999). Complicating mourning: The social economy of perinatal death. Qualitative Health Research, 9(4), 504-519.

[6] Lovell, A. (1983). Some questions of identity: Late miscarriage, stillbirth and neonatal loss. Social Science and Medicine, 17(11), 755-61.  Και Lovell, A. (1997). Death at the beginning of life. στο D., Field, J., Hockey & N., Small (Εκδ.) Death, Gender and Ethnicity, London: Routledge.

[7] McCreight, B.S. (2004). A grief ignored: Narratives of pregnancy loss from a male perspective. Sociology of Health and Illness, 26(3), 326-350.

[8] Nuzum, D., Meaney, S. & O’Donoqhue, K. (2014). The impact of stillbirth on consultant obstetrician gynaecologists: a qualitative study. BJOG: An International Journal of Obstetrics & Gynaecology, 121, 1020–1028.

[9] Νοείται, όχι σε όλα τα δικαιϊκά στυστήματα. Σε ορισμένα δικαιϊκά συστήματα, ιδίως Αμερικανικής προέλευσης, υπάρχει σαφής αναγνώριση των εμβρυϊκών δικαιωμάτων, ενδεχομένως και από την στιγμή της σύλληψης· το έμβρυο μπορεί να καταστεί, διακριτά από την μητέρα, θύμα ποινικού αδικήματος, να υπάρχει η λεγόμενη «εμβρυοκτονία», να είναι υποκείμενο ασφαλιστικής κάλυψης ή κληρονόμος περιουσίας. Cook, R.J. & Dickens, B.M. (1988). International developments in abortion laws: 1977–88. American Journal of Public Health, 78, 1305επ. και Dickens, B.M. (1989). Abortion and distortion of justice in the law. Law, Medicine and Health Care, 17, 395επ.

[10] Βλ. Re MB (An Adult: Medical Treatment) [1997] 2 FCR 541, [1997] 2 FLR 426 έως και την πρόσφατη CP (A Child) v. First-tier Tribunal (Criminal Injuries Compensation), [2014] EWCA CIV 1554. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) παρέχει ευρύ περιθώριο εκτίμησης στα κράτη – μέλη να ρυθμίσουν το ζήτημα της έναρξης του δικαιώματος στη ζωή, χωρίς να επιχειρεί να επιβάλει συγκεκριμένη ηθική προσέγγιση, βλ. Vo v France (2004) 40 EHRR 259, [2004] 2 FCR 577.

[11] Ο νόμος αυτός, με την θέση σε ισχύ του, κατήργησε σειρά προγενέστερων νομοθετημάτων.

[12] Στην Ιρλανδία αμφισβητήθηκε τέτοια δικαιοδοσία του ιατροδικαστή, αλλά το ζήτημα ξεπεράστηκε με ερμηνευτική διεύρυνση του οικείου νόμου, σε σχέση με τα έμβρυα.

[13] Βλ. Tan v East London and City Health Authority[1999] Lloyd’s Rep Med 389.                                                                   

[14] Παρά ως δευτερογενές θύμα στη βάση των κριτηρίων της Alcock v. Chief Constable of South Yorkshire Police, [1992] 1 AC 310 HL.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s