Παρένθετη μητρότητα: Διαδικασία, νομικό αποτέλεσμα και ζητήματα νομικής ψυχολογίας

24786-surrogacy-1415703886-651-640x480

Ο ορισμός του Κυπριακού νόμου

«Παρένθετη μητρότητα», σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμου του 2015, Ν.69(Ι)/2015, είναι η περίπτωση όπου μία γυναίκα κυοφορεί και γεννά (φέρουσα ή κυοφόρος), ύστερα από εξωσωματική γονιμοποίηση μαι μεταφορά εμβρύων, με χρήση γενετικού υλικού ξένου προς την ίδια, για λογαριασμό ενός ζευγαριού, το οποίο επιθυμεί να αποκτήσει παιδί αλλά αδυνατεί για ιατρικούς λόγους.

Ο ορισμός αυτός είναι κατά γράμμα ίδιος με τον ορισμό της «παρένθετης μητρότητας» που εισήχθη στον ελλαδικό Ν. 3305/2005 (ΦΕΚ Α΄17 27.1.2005) (άρθρο 3 παρ. 9), ο οποίος για την περαιτέρω ρύθμιση της παρένθετης μητρότητας, με το άρθρο 13 παραπέμπει στον Αστικό Κώδικα, στο άρθρο 1458 ΑΚ και στο όγδοο κεφάλαιο που εισήχθη με το Ν. 3089/2002 (ΦΕΚ Α’ 327 23.12.2002).

Βέβαια, ο Κύπριος νομοθέτης, ενδεχομένως σε μια προσπάθεια να μην αφήσει οτιδήποτε να αιωρείται ερμηνευτικά, εισήγαγε αρκετά περισσότερους ορισμούς από ότι ο ελλαδικός νόμος, ως ένα σημείο, δημιουρώντας έναν αχρείαστο ερμηνευτικό όγκο, πέρα από την ανάγκη της πολλαπλής αναγωγής στην ερμηνευτική διάταξη. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να ενδεικνύει και τη δυσκολία που προηγήθηκε της ψήφισης του Νόμου. Ενδεχομένως για τους ίδιους λόγους ο νομοθέτης να προαναγγέλλει τους σκοπούς του Νόμου στο άρθρο 3, μη αφήνοντας τον εφαρμοστή του να τους συνάγει ερμηνευτικά με βάση το περιεχόμενο των νομοθετικών διατάξεων.

Η εμβέλεια του ορισμού αυτού της παρένθετης μητρότητας

Όσα δεν καλύπτονται από αυτό τον ορισμό του νόμου δεν εμπίπτουν στη νομοθετικά ρυθμισμένη περίπτωση «παρένθετης μητρότητας», επομένως δεν αποτελούν περίπτωση νόμιμης «παρένθετης μητρότητας». Αυτό δεν σημαίνει ότι βρίσκονται σε νομοθετικό κενό, αλλά ότι είναι παράνομα, δηλαδή μη νόμιμα. Αυτός ο οριμός έχει μια διπλή λειτουργία: ρυθμιστική και οριοθετική ταυτόχρονα. Προσδιορίζει ρυθμιστικά τι είναι «παρένθετη μητρότητα» σύμφωνα με το νόμο και οριοθετεί τη νομιμότητα σε ό,τι ακριβώς προσδιορίζει.

Οι περιορισμοί που προκύπτουν από τον ορισμό και άλλοι περιορισμοί

Ήδη μόνο από το νομικό ορισμό προκύπτουν τα εξής:

(α) Επίτευξη κυοφορίας με τη χρήση εξωσωματικής γονιμοποίησης και μεταφοράς εμβρύου

Η κυοφορία θα πρέπει να επιτευχθεί αναγκαστικά και μόνο με την εφαρμογή της «εξωσωματικής γονιμοποίησης και μεταφοράς εμβρύων», η οποία, σύμφωνα με την ίδια ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του νόμου, είναι η εκτός του σώματος της γυναίκας γονιμοποίηση ωαρίων και η μεταφορά ενός ή περισσότερων εμβρύων (που προκύπτουν από την εν λόγω in vitro γονιμοποίηση) στην ενδομήτρια κοιλότητα εν προκειμένω της κυοφόρου. Άλλως πώς θα πρέπει να υπάρχει εξωσωματικά δημιουργημένο έμβρυο (in vitro). Συνακόλουθα, ισχύουν και για την παρένθετη μητρότητα όλοι οι περιορισμοί του νόμου που ισχύουν για την εφαρμογή της εξωσωματικής γονιμοποίησης και μεταφοράς εμβρύων γιατί την περιλαμβάνει ως διαδικασία.

(β) Απαγόρευση γενετικής παρένθετης μητρότητας

Δεν καλύπτεται από τον ορισμό του νόμου και άρα δεν είναι επιτρεπτή η χρήση ωαρίων της ίδιας της κυοφόρου, δηλαδή η γενετική παρένθετη μητρότητα. Η γενετική παρένθετη μητρότητα ή η πλήρης υποκατάσταση, δηλαδή η χρήση, από την παρένθετη μητέρα, των δικών της ωαρίων και γενικά η γενετική εμπλοκή της παρένθετης μητέρας επιτρέπεται σε κάποια κράτη, χωρίς να προτιμάται ιδιαίτερα (Bernstein, 2013).

Υπάρχει η πεποίθηση ότι η γενετική ή πλήρης παρένθετη μητρότητα ενέχει περισσότερους κινδύνους επηρεασμού της ψυχολογίας της παρένθετης μητέρας, συγκριτικά με ό,τι συμβαίνει στη μερική παρένθετη μητρότητα, σε σχέση με την υποχρέωση της παρένθετης μητέρας να παραδώσει το παιδί που θα γεννηθεί στους κατά νόμο γονείς (Trowse, 2011· American Society for Reproductive Medicine, 2012· Bernstein, 2013). Δεν υποστηρίζεται εμπειρικά τέτοιο ενδεχόμενο. Ούτε υπάρχει επαρκές έδαφος για να υποστηριχθεί ότι η γενετική εμπλοκή της παρένθετης μητέρας δημιουργεί πιο δυνατό ψυχολογικό σύνδεσμο ή ενισχύει κάποιο δεδομένο ψυχολογικό σύνδεσμο με το κυοφορούμενο και ότι η πηγή κάποιας τυχόν αναπτυχθείσας ψυχοπαθολογίας της παρένθετης μητέρας κατά τη διάρκεια της κύησης ή κατά ή μετά την αποχώρησής της από το παιδί που θα γεννηθεί είναι αυτή η γενετική της εμπλοκή και όχι άλλη. Στην Κυπριακή Re SVETLANA BEZPIATAIA VLADIMIROVNA, Πολιτική Αίτηση 87/2015, ημερομηνίας 07/07/2015, η παρένθετη μητέρα είχε αρνηθεί να δώσει το παιδί στους κατά νόμο γονείς, χωρίς να είναι γενετικά εμπλεκόμενη, όπως συνέβη και σε άλλες περιπτώσεις που απασχόλησαν ξένη νομολογία δεκαετίες προηγουμένως.

Να μπει κάποιος στη διαδικασία να διαχωρίσει ποιος σύνδεσμος, ο γενετικός ή ο βιολογικός, είναι η μεγαλύτερη βάση δεδομένων και γέφυρα μετάδοσης πληροφοριών στο κυοφορούμενο, δεν είναι επακριβώς το ζητούμενο, στην προκειμένη περίπτωση. Ο κάθε σύνδεσμος, γενετικός, βιολογικός, κοινωνικός, διαδραματίζει το δικό του ρόλο, μεγάλο ή μικρό. Στην κοινωνική πραγματικότητα, που είναι το απτό αντικείμενο της ηθικής των νόμων ή της νομικής ηθικής, ο άξονας του συλλογισμού είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων προσώπων, της παρένθετης μητέρας, των κατά νόμο γονέων και βέβαια του παιδιού που γεννιέται με τη χρήση της μεθόδου, οι αρχές που πηγάζουν από αυτά και η εξισορρόπησή τους σε μια κατάσταση πραγματικής σύγκρουσης.

Είναι, βέβαια, αξιοσημείωτο, ως βάση για τα επιμέρους κοινωνικοηθικά διλήμματα, που εστιάζουν σε φόβους συναφείς με τον ψυχολογικό παράγοντα που απορρέει από το γενετικό σύνδεσμο, ότι δεν απαγορεύει ο Κυπριακός Νόμος την χρήση σπέρματος από άνδρα που είναι σύζυγος ή σύντροφος της παρένθετης μητέρας και βιώνει σε πραγματικό χρόνο και τη διαδικασία της κύησης, δεν αποκλείει δηλαδή την δική του γενετική εμπλοκή, ως δότη σπέρματος (ενώ η έννοια της φράσης «ξένο προς την ίδια γενετικό υλικό», που περιέχεται στον ορισμό της παρένθετης μητρότητας, δεν φαίνεται να αποκλείει την περίπτωση). Αυτό παρόλο που δίνει στον σύζυγο της προτιθέμενης παρένθετης μητέρας, την ύπαρξη του οποίου δεν αγνοεί, συμβατική εμπλοκή. Εν πάση περιπτώσει, οι «δαίμονες» περί παθολογικών σχέσεων, απορρεόντων από τη γενετική σχέση ή τη γενετική σχέση σε συνδυασμό με κάτι άλλο, στον βαθμό που δεν θεμελιώνονται εμπειρικά, αλλά και που αντίκεινται, κάπου, στον ίδιο τον θεσμό της δωρεάς γαμετών, θα πρέπει να παρακάμπτονται, τουλάχιστον για τη διατήρηση της λογικής συνοχής της βιοηθικής θεώρησης.

Βέβαια, ο μεγαλύτερος βαθμός ιδιωτικότητας της συμφωνίας με την παρένθετη μητέρα στις περιπτώσεις της γενετικής παρένθετης μητρότητας όπου δεν ακολουθείται η αναγκαστική τεχνητή γονιμοποίηση και η εμπλοκή κάποιας ιατρικής μονάδας (και που δεν είναι κατ’ακρίβειαν «μεθόδοι ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής» και που ίσως όντως να εφαρμόζονταν ως μορφή συμβατικής σχέσης από την αρχαιότητα), δεν αποκλείεται να δημιουργεί ενός είδους αντικειμενική ανασφάλεια σε ορισμένους υποψήφιους γονείς (Balen & Hayden, 1998· FIGO Committee Report, 2008· Edelman, 2014), η οποία, με την σειρά της, να επιδρά η ίδια στην ποιότητα της σχέσης.

Ωστόσο, αυτό που θα πρέπει να συγκρατήσει κανείς από τον όλο προβληματισμό είναι ότι ο τύπος της υποκατάστατης μητρότητας, όπως κατέδειξαν οι μέχρι σήμερα έρευνες που έγιναν, σε άλλο χωρόχρονο, δεν επηρεάζει το επίπεδο της ικανοποίησης της παρένθετης μητέρας, σε σχέση με την όλη εμπειρία της παρένθετης μητρότητας, ούτε την ποιότητα της δημιουργηθείσας σχέσης με τους κατά νόμο γονείς, ενώ ελάχιστες είναι οι παρένθετες μητέρες που μετανιώνουν για την απόφασή τους να προχωρήσουν με αυτή τη δοκιμασία (Blyth, 1994· Ciccarelli, 1997· Jadva, 2003· van den Akker, 2003· Imrie & Jadva, 2014).

(γ) Απαγόρευση χρήσης μεθόδου από μονήρες άτομο ή ζευγάρι σε ελεύθερη συμβίωση

Δεν καλύπτεται από τον ορισμό του νόμου και άρα δεν είναι επιτρεπτή η χρήση της μεθόδου από μονήρες άτομο, παρά μόνο από «ζευγάρι». Ως «ζευγάρι» ορίζεται στο άρθρο 2 ο άντρας και η γυναίκα που έχουν τελέσει νόμιμα γάμο ή διατηρούν σταθερή και μόνιμη σχέση, σε αντιπαραβολή με την έννοια «μονήρες άτομο» που σημαίνει το πρόσωπο που δεν βρίσκεται σε σταθερή και μόνιμη σχέση με άλλο πρόσωπο. Βέβαια, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, στις επιμέρους ρυθμίσεις του, ο νόμος, χρησιμοποιεί περιορισμένα την έννοια «ζευγάρι» με αναφορά μόνο σε άνδρα και γυναίκα που έχουν τελέσει «νόμιμα» γάμο, αποκλείοντας την εφαρμογή της μεθόδου σε ζευγάρι που τελεί σε μόνιμη και σταθερή σχέση. Ενώ επιτρέπει την χρήση άλλων μεθόδων Ι.Υ.Α. από ζευγάρι που τελεί σε μόνιμη και σταθερή σχέση στην περίπτωση της παρένθετης μητρότητας ο κλειός φαίνεται να στενεύει και ο νομοθέτης να προϋποαπαιτεί «νόμιμο» γάμο.

Εάν η λογική βέβαια είναι ότι ο γάμος και δη η «νομιμότητα» του γάμου δημιουργεί διασφάλιση μεγαλύτερης μονιμότητας και σταθερότητας από ό,τι η ελεύθερη συμβίωση και τέτοιος βαθμός ή «ποιότητες» χρειάζονται προκειμένου να χρησιμοποιηθεί η μήτρα μιας άλλης γυναίκας, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο ο νομοθέτης να υιοθετεί στερεοτυπικές αντιλήψεις, που όμως δεν εκφράζουν τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Έπειτα, επιμέρους ζητήματα δημιουργεί και η ίδια η χρήση της έννοιας «νόμιμος γάμος», πέρα από το ότι η διάγνωση της «νομιμότητας» του γάμου κατά το χρόνο εφαρμογής μιας μεθόδου Ι.Υ.Α. δεν μπορεί παρά να περιοριστεί στον έλεγχο εάν αυτός τελέστηκε σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του περί Γάμου νόμου, Ν. 104(Ι)/2003, δηλαδή εάν υπάρχει εκδομένο πιστοποιητικό γάμου, χωρίς να υπεισέρχεται κανείς σε διάγνωση τυχόν ελαττωματικότητας. Ειδικότερα, στον Ν. 104(Ι)/2003 δεν γίνεται λόγος για «νόμιμο γάμο», αλλά για μη ελαττωματικό γάμο, ενώ προβλέπονται διάφορα είδη ελαττωμάτων σε σχέση με την υπόσταση (ανυπόστατος γάμος) και το κύρος (άκυρος εξ αρχής ή ακυρώσιμος, που λειτουργεί και υφίσταται μέχρι να ακυρωθεί ή και θεραπεύεται).

Περιττό να αναφερθεί ότι ο αποκλεισμός της χρήσης της μεθόδου από μονήρη άτομα αλλά και η περιορισμένη έννοια και χρήση της έννοιας του ζευγαριού αποκλείει την εφαρμογή της μεθόδου από άτομα με ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις.

(δ) Επίτρεψη μόνο της θεραπευτικής παρένθετης μητρότητας

Δεν καλύπτεται από τον ορισμό του νόμου και άρα δεν είναι επιτρεπτή η χρήση της μεθόδου από το ζευγάρι για λόγους άλλους από την ύπαρξη αδυναμίας απόκτησης τέκνου για ιατρικούς λόγους. Στο πλαίσιο της γενικής απαγόρευσης της μη θεραπευτικής χρήσης της παρένθετης μητρότητας αλλά και των μεθόδων Ι.Υ.Α., δεν μπορεί μία γυναίκα που μπορεί η ίδια της να κυοφορήσει ένα παιδί, προκειμένου να αποκτήσει τέκνο, να υποβάλει τη μήτρα μιας άλλης γυναίκας στη δοκιμασία της κυοφορίας, απλά προς αποφυγή της δύσκολης διαδικασίας, για συναισθηματικούς, επαγγελματικούς, αισθητικούς ή άλλους λόγους. Η παράμετρος αυτή συνδέεται με την επιθυμία του νομοθέτη να αποφύγει την εργαλειοποίηση και εμπορευματοποίηση της χρήσης της μήτρας και την θεώρηση της χρήσης της ως αγαθό προς ελεύθερη κατανάλωση.

Βέβαια, σε αυτό το σημείο υπάρχει κάτι που προβληματίζει: Εάν το ζευγάρι είναι γόνιμο, η γυναίκα μπορεί να συλλάβει με φυσικό τρόπο, να κυοφορήσει και να γεννήσει ένα παιδί, ωστόσο ενδέχεται να μεταδώσει στο τέκνο σοβαρή ασθένεια, μπορεί να χρησιμοποιήσει την μέθοδο αυτή της παρένθετης μητρότητας;

Το άρθρο 4 του νόμου που ρυθμίζει το πεδίο εφαρμογής του νόμου προβλέπει ότι ο νόμος αυτός εφαρμόζεται για να αντιμετωπίζεται η αδυναμία απόκτησης τέκνου με φυσικό τρόπο ή για να αποφεύγεται η μετάδοση στο τέκνο σοβαρής ασθένειας. Ομοίως, το άρθρο 16(1) προβλέποντας τις γενικές αρχές του νόμου ορίζει ότι η ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή επιτρέπεται για αυτούς τους δύο λόγους.

Ωστόσο, ο ορισμός της «παρένθετης μητρότητας» είναι περιοριστικός ως προς την εφαρμογή της μεθόδου για λόγους άλλους από αδυναμία απόκτησης τέκνου με φυσικό τρόπο.  Ενδεχομένως να ακολουθηθεί στην πράξη κάποια διασταλτική ερμηνεία, ώστε στην «αδυναμία για ιατρικούς λόγους» να εντάσσεται και το ενδεχόμενο μετάδοσης ασθένειας, ως ιατρικός λόγος που  δημιουργεί αδυναμία.

(ε) Άλλοι περιορισμοί

Αναφέρθηκε προηγουμένως ότι η παρένθετη μητρότητα, εφόσον περιλαμβάνει την εφαρμογή της εξωσωματικής γονιμοποίησης, αναγκαστικά διέπεται και από τις αρχές που εφαρμόζονται αναφορικά με τις Ι.Υ.Α., αλλά και στον βαθμό που ο ορισμός της Ι.Υ.Α. είναι γενικός στο νόμο, κατά μία έννοια, είναι και η ίδια μέθοδος Ι.Υ.Α.

Οι προϋποθέσεις του άρθρου 21

Πέρα από τις γενικές αρχές και τους προαναγγελθέντες σκοπούς του νόμου, το άρθρο 21 προβλέπει κάποιες προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να μπορεί να εφαρμοστεί μια μέθοδος Ι.Υ.Α., κατά συνέπεια και η μέθοδος της παρένθετης μητρότητας. Μεταξύ άλλων:

Τα υποβοηθούμενα πρόσωπα πρέπει να είναι ενήλικα πρόσωπα: Στο Νόμο, στην ερμηνευτική διάταξη, δίνεται η έννοια του «ανηλίκου» αντί αυτή του «ενηλίκου».  Ανήλικος είναι πρόσωπο κάτω των 18 ετών, επομένως πρόσωπο άνω των 18 ετών θεωρείται ότι βρίσκεται σε ενηλικίωση. Ο Νόμος για τον περαιτέρω ορισμού του «ανηλίκου» παραπέμπει στον περί της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικό) Νόμο, περιττά ίσως, αφού ούτως ή άλλως προβλέπει ρητά το όριο των 18 ετών.

Βέβαια, στην περίπτωση της παρένθετης μητρότητας, θα μπορούσε να διερωτηθεί κάποιος ποιο είναι το «υποβοηθούμενο πρόσωπο»; Τα πρόσωπα που συνιστούν το ενδιαφερόμενο ζευγάρι ή η παρένθετη μητέρα; Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι καί η παρένθετη μητέρα καί τα πρόσωπα που συνιστούν το ζευγάρι θεωρούνται «υποβοηθούμενα πρόσωπα», σύμφωνα με την θεώρηση της μεθόδου της παρένθετης μητρότητας ως μεθόδου Ι.Υ.Α., επομένως θα πρέπει να έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος κατά το χρόνο εφαρμογής της μεθόδου. Διαφορετικά, η ενηλικότητα δεν δημιουργεί πάντοτε ελάττωμα στο γάμο του ενδιαφερόμενου ζευγαριού, ώστε η πρόνοια περί «νόμιμου γάμου» να μπορέσει να λειτουργήσει ως δικλείδα ασφαλείας σε σχέση με το ενδιαφερόμενο ζευγάρι, λαμβάνομένων υπόψη και των διατάξεων του άρθρου 15 του περί Γάμου νόμου, Ν.104(Ι)/2003.

Τα υποβοηθούμενα πρόσωπα θα πρέπει να βρίσκονται σε ηλικία φυσικής αναπαραγωγής, που κατά το νόμο ορίζεται το 50ο έτος της ηλικίας, με δυνατότητα του Συμβουλίου να επιτρέψει εξαίρεση. Συνεπώς, δεν μπορεί κατ’αρχάς να χρησιμοποιήσει την μέθοδο της παρένθετης μητρότητας μία γυναίκα που έχει υπερβεί το 50ο ηλικιακό έτος, είτε για να λειτουργήσει ως παρένθετη μητέρα είτε για ως ενδιαφερόμενη κατά νόμο μητέρα. Ωστόσο το Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα εξετάζοντας συγκεκριμένη περίπτωση να εισάγει εξαίρεση σε σχέση με το ανώτατο ηλικιακό όριο. Εξάλλου, η ηλικία φυσικής αναπαραγωγής δεν είναι απόλυτα ίδια σε κάθε γυναίκα. Βέβαια, διεγείρουν την περιέργεια οι λόγοι για τους οποίους το Συμβούλιο θα μπορούσε να εισάγει εξαίρεση, σε σχέση με το ανώτατο ηλικιακό όριο.

Οι ειδικές διατάξεις για την παρένθετη μητρότητα

Τόσο η παρένθετη μητέρα όσο και οι κατά νόμο γονείς θα πρέπει να έχουν μόνιμη κατοικία ή συνήθη διαμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία. Επομένως, αποκλείεται το φαινόμενο του ιατρικού τουρισμού προς την Κύπρο, με σκοπό την εφαρμογή μιας τέτοιας μεθόδου, η οποία καθίσταται πλέον ενδοσυνοριακή υπόθεση. Η κατοικία ή συνήθης διαμονή είναι νομικές έννοιες, ωστόσο πότε υπάρχει κατοικία ή συνήθης διαμονή ενός προσώπου στην Κυπριακή Δημοκρατία κρίνεται με κριτήρια πραγματικά. Το βάρος της σχετικής απόφασης φαίνεται να πέφτει στο Συμβούλιο Ι.Υ.Α., εφόσον από τη στιγμή που εκδίδεται η γραπτή έγκριση του Συμβουλίου, διαδικασία ως προς την οποία απαιτείται να συντρέξει η προϋπόθεση της κατοικίας ή συνήθους διαμονή, είναι κάπως αμφίβολο εάν το Δικαστήριο θα υπεισέλθει σε έλεγχο της διαδικασίας έκδοσης έγκρισης, κατά το στάδιο έκδοσης του διατάγματος παρένθετης μητρότητας. Επομένως, γεννάται και το ερώτημα, τι γίνεται εάν μέχρι την εξασφάλιση του σχετικού διατάγματος παύσει να συντρέχει αυτή η προϋπόθεση. Σημειωτέον ότι η έννοια της κατοικίας ή συνήθους διαμονής δεν σχετίζεται με την έννοια της ιθαγένειας ή υπηκοότητας, δεν απαγορεύεται η χρήση της μεθόδου από υπήκοους άλλων κρατών που κατοικούν ή έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Κύπρο. Εάν βέβαια η πρόθεση του νομοθέτη είναι να διασφαλίσει ότι η παρένθετη μητέρα δεν θα εγκαταλείψει τη χώρα με το παιδί που οφείλει να παραδώσει ή ότι οι κατά νόμο γονείς δεν θα πράξουν ομοίως με το παιδί που οφείλουν να παραλάβουν και θα διασφαλιστεί σε κάθε περίπτωση το συμφέρον του παιδιού, στην πραγματικότητα δεν αποκλείεται η ξαφνική μετακόμιση οποιουδήποτε, εάν ο σκοπός εξ αρχής αυτός είναι, ασχέτως του τόπου της κατοικίας. Γίνεται πρακτικά ίσως απλά πιο δύσκολη η περίπτωση αυτή.

Θα πρέπει να ακολουθηθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις, που θα συζητηθούν στη συνέχεια (έγκριση του Συμβουλίου Ι.Υ.Α., δικαστική διαδικασία, κατάρτιση γραπτής σύμβασης κλπ).

Απαγορεύεται η εμπορική παρένθετη μητρότητα, δηλαδή η διαπραγμάτευση ή διευθέτηση παρένθετης μητρότητας έναντι «ανταλλάγματος», καθώς και η σχετική διαφήμιση.

Η έννοια του «ανταλλάγματος»

Είναι αξιοσημείωτο πως, ενώ ο νόμος περιέχει σωρεία αχρείαστων εννοιών, διαφόρων μη βασικών όρων, δεν ορίζει την έννοια «αντάλλαγμα», που είναι πρώτιστης σημασίας για το διαχωρισμό της εμπορικής από τη μη εμπορική διευθέτηση παρένθετης μητρότητας, παρά αρκείται να διευκρινίσει τι δεν είναι «αντάλλαγμα».  Όμως με την αφαιρετική νοηματοδότηση δεν σημαίνει πως οτιδήποτε άλλο πέραν των τάδε συνιστά όντως «αντάλλαγμα», εάν δεν δίνεται  συγκεκριμένη κατεύθυνση, ότι δηλαδή πρόκειται για «οικονομικό αντάλλαγμα». Η μόνη αναφορά που γίνεται σε «οικονομικό αντάλλαγμα» είναι στην υποπαράγραφο 23(3)(δ). Σε κάθε κοινωνική συναλλαγή υπάρχει ούτως ή άλλως ενός είδους συναισθηματική ανταπόδοση, με την έννοια ότι οι άνθρωποι δεν τείνουν να κάνουν οικειοθελώς πράγματα που τους δυσαρεστούν ή που δεν τους ευχαριστούν. Ακόμα και σε αυτή την έννοια του αλτρουϊσμού εμπεριέχεται η έννοια της ανταπόδοσης με μη οικονομικό τρόπο.

Με την έννοια «αντάλλαγμα» ο νομοθέτης προφανώς ήθελε να εννοήσει την απόδοση άμεσου ή έμμεσου οικονομικού οφέλους προς την παρένθετη μητέρα, έναντι στην από μέρους της αποδοχή κυοφορίας για λογαριασμό του ενδιαφερόμενου ζευγαριού. Το «οικονομικό όφελος» δεν υπάρχει εκεί όπου τίθεται ζήτημα κάλυψης εξόδων και οικονομικής ζημιάς, ενώ δεν αποκλείεται η έννοια του «οικονομικού ανταλλάγματος» να μην περιλαμβάνει μόνο τα χρήματα ως αντικείμενο αξίας, αλλά οποιοδήποτε αντικείμενο ή υπηρεσία φέρει χρηματική αξία ή στα οποία μπορεί να δοθεί χρηματική αξία και δίδεται ή προσφέρεται στην κυοφόρο λόγω αυτής, μα και με την αναγκαία αιτιώδη διασύνδεση με το σκοπό πρόκλησης σε αυτήν της απόφασης να προχωρήσει στη διευθέτηση παρένθετης μητρότητας και προς αναμενόμενη ικανοποίησής της για την αποδοχή της να υποβληθεί στη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας. Δηλαδή, εάν το ζευγάρι υποσχεθεί στην παρένθετη μητέρα ένα αυτοκίνητο, προκειμένου η τελευταία να αποδεχθεί να υποβληθεί στη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας, η πράξη αυτή εμπίπτει μάλλον στην έννοια της παροχής «οικονομικού ανταλλάγματος». Συμβαίνει, άραγε, το ίδιο εάν το ζευγάρι φιλοξενήσει στο σπίτι του την κυοφόρο ενόσω διαρκεί η κύηση, εάν στη φιλοξενία μπορεί να δοθεί χρηματική αξία που υπερβαίνει την αξία του μεγέθους των εξόδων παρακολούθησης της εγκυμοσύνης ή εάν μετά το πέρας της διαδικασίας προσφέρει εργασία στη γυναίκα που βοήθηκε στο να αποκτήσουν παιδί (και κατέληξε άνεργη) ή της κάνουν δώρο ένα δαχτυλίδι, που η ίδια δεν αναμένει, για την ευχαριστήσουν; Είναι ζητήματα που δεν αποκλείεται να απασχολήσουν στην πράξη και που θα προσεγγιστούν με τον παραδοσιακό τρόπο νομολογιακής προσέγγισης του «ανταλλάγματος», που τόσο σε νομολογιακό όσο και σε θεωρητικό επίπεδο έχει δημιουργήσει μεγάλο βάθος. Αυτή η σκέψη συνοδεύεται και από τη σκέψη ότι ο νομοθέτης ίσως και εσκεμμένα παρέκαμψε την απόδοση της έννοιας νομοθετικά για να ρίξει το ερμηνευτικό βάρος στον εφαρμοστή του δικαίου, εκεί που το αποτρέπει σε όλες τις άλλες ασήμαντες περιπτώσεις (π.χ. δίνοντας ερμηνείες του ποιος είναι σύζυγος και ποιος είναι σύντροφος ή τι νοείται ως κράτος-μέλος). Στο βιοηθικό προβληματισμό μπορεί και να μην υπάρχει δυνατότητα πλήρους ελέγχου της έλλειψης ανταλλάγματος.

Το είδος παρένθετης μητρότητας που εισάγει ο Κυπριακός νόμος

Έχοντας δει όλες αυτές τις απαγορεύσεις που απορρέουν από το νομοθετικό ορισμό και τις ειδικότερες διατάξεις που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των Ι.Υ.Α. και ειδικότερα τη χρήση της παρένθετης μητρότητας, γίνεται αντιληπτό πως ό,τι εισάγει ο Κυπριακός νόμος είναι την επίτρεψη της μερικής αλτρουϊστικής παρένθετης μητρότητας, ως μέθοδος Ι.Υ.Α. για την αντιμετώπιση της υπογονιμότητας, με χρήση ξένων, για την κυοφόρο γυναίκα, ωαρίων, αδιάφορα εάν τα ωάρια ανήκουν στην προσδοκόμενη νομική μητέρα ή είναι ωάρια άλλης γυναίκας, που αποκτήθηκαν δια δωρεάς.

Επιπρόσθετα, ο Κύπριος νομοθέτης έχει κλείσει το δρόμο για οποιεσδήποτε διασυνοριακές διευθετήσεις παρένθετης μητρότητας, επιβάλλοντας, κατά κάποιο τρόπο, τη χωρική εγγύητητα της παρένθετης μητέρας με το ζεύγος και το παιδί. Νοείται ότι ο νομοθέτης, προνοώντας για τη δυνατότητα ζευγαριού να κάνει χρήση της μεθόδου και εισάγοντας επιπρόσθετα την υποχρέωση τέλεσης και ύπαρξης «νόμιμου γάμου», δημιουργεί ένα ακόμα πιο στενό κλοιό προσώπων δικαιούμενων να καταφύγουν στη μέθοδο. Επομένως, ο Κύπριος νομοθέτης κινείται σε συνταγματικά ασφαλές πλαίσιο, κατά το ελλαδικό πρότυπο, και δια της νομιμοποίησης του συγκεκριμένου είδους παρένθετης μητρότητας, με αυστηρές προϋποθέσεις, επιχειρεί να επιλύσει ταυτόχρονα ένα κοινωνικό πρόβλημα που πριν την 15/05/2015 προσέκρουε σε νομικό κενό (πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις «ενδοοικογενειακής» εφαρμογής της μεθόδου, π.χ. αδερφή που θέλει να κυοφορήσει το παιδί της άτεκνης αδερφής της, κλπ), μα και να οριοθετήσει την εφαρμογή της μεθόδου.

Σε συζήτηση με Κύπριους αυτής της νομοθετικής επιλογής υπήρξε η εκφρασμένη απορία, γιατί ποια άλλη γυναίκα (εκτός από αυτή που τελεί σε σχέση συγγένειας ή φιλίας) θα ενδιαφερόταν να γίνει παρένθετη μητέρα, χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα, σε μη εμπορική βάση; Χωρίς να υπάρχει, επίσης, ένδειξη για τα επίπεδα και την πηγή προέλευσης του αλτρουϊσμού της Κυπριακής κοινωνίας σε διάφορους τομείς της κοινωνικής δράσης, είναι ένα ερωτηματικό που δεν μπορεί να τοποθετηθεί εύκολα, συσχετιζόμενο με το μέγεθος ή τα άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κοινωνίας. Θα συζητηθεί όμως στη συνέχεια.

Ο Κυπριακός νόμος δεν είναι ίδιος με τον Ελλαδικό, παρά τις κάποιες ομοιότητες. Φαίνεται ότι ο Κύπριος νομοθέτης μελέτησε τα διάφορα βιοηθικά διλήμματα που τέθηκαν με την εφαρμογή του Ελλαδικού νόμου και επιχείρησε να τα απαντήσει νομοθετικά, χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι τα έχει όντως απαντήσει και ότι δεν έχει δημιουργήσει βάση για νέα ηθικονομικά διλήμματα.

Η διαδικασία της παρένθετης μητρότητας

Η διαδικασία απόκτησης παιδιού με τη χρήση της μεθόδου της παρένθετης μητρότητας ρυθμίζεται στα άρθρα 22 έως και 27 του Νόμου, τα οποία εντάσσονται στο Μέρος IV του Νόμου, που ρυθμίζει τις μεθόδους και προϋποθέσεις εφαρμογής ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Η παρένθετη μητρότητα δεν αποτελεί αυτοτελές κεφάλαιο στον Κυπριακό νόμο.

(α) Εύρεση προτιθέμενης κυοφόρου με ενέργειες του ενδιαφερόμενου ζευγαριού

Το πρώτο βήμα που θα πρέπει να γίνει είναι να βρει τη γυναίκα που θα ήταν διατεθειμένη να αναλάβει αυτό το ρόλο της παρένθετης μητέρας. Δεν υπάρχει κάποιο αρχείο γυναικών προτιθέμενων να ενεργήσουν ως παρένθετες μητέρες, που πληρούν τις προϋποθέσεις, όπου μπορεί να καταφύγει με ευκολία ένα ενδιαφερόμενο ζευγάρι. Στην ουσία πρόκειται για μια επώνυμη διαδικασία που κινητοποιείται λίγο πολύ καί από το ζευγάρι αλλά καί από τη γυναίκα που θα λειτουργήσει ως παρένθετη μητέρα, αφού θα πρέπει να συντρέχουν προϋποθέσεις που αφορούν καί στις δύο πλευρές. Όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα θα πρέπει να απευθυνθούν κατά πρώτο σε μία Μ.Ι.Υ.Α., η οποία θα αναλάβει την εξωσωματική γονιμοποίηση.

(β) Ενέργειες πριν την αίτηση στο Συμβούλιο Ι.Υ.Α.

Πριν υποβληθεί αίτηση στο Συμβούλιο Ι.Υ.Α. που εγκαθιδρύει ο Νόμος για την εξασφάλιση έγκρισης προώθησης της διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου, θα πρέπει να προβεί σε ορισμένες άλλες ενέργειες, που δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι προβλέπονται με επαρκή νομοτεχνική σαφήνεια:

-Εξασφαλίζεται κάποια απόδειξη (ιατρικό πιστοποιητικό) ότι η γυναίκα στο ζευγάρι είναι ιατρικώς αδύνατο να κυοφορήσει·

-Εξασφαλίζεται κάποια απόδειξη (ιατρικό πιστοποιητικό) ότι η προτιθέμενη κυοφόρος είναι σε γενική κατάσταση υγείας κατάλληλη για κυοφορία·

-Εξασφαλίζονται πιστοποιητικά ότι τόσο η γυναίκα του ζευγαριού όσο και η προτιθέμενη κυοφόρος είναι μόνιμοι κάτοικοι ή έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Κυπριακή Δημοκρατία.

-Όλα τα «εμπλεκόμενα πρόσωπα» (η κυοφόρος, ο σύζυγος της κυοφόρου εάν είναι έγγαμη και οι προτιθέμενοι κατά νόμο γονείς) υπογράφουν δήλωση, η οποία εμπεριέχει και τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Κατά πόσο τα ωάρια που θα χρησιμοποιηθούν είναι της γυναίκας του ζευγαριού ή τρίτης δότριας·
  • Αποδοχή εφαρμογής της μεθόδου χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα.

-Τόσο η κυοφόρος όσο και το ενδιαφερόμενο ζευγάρι υποβάλλονται σε ψυχολογική εξέταση και αξιολόγηση και ετοιμάζεται έκθεση ειδικού συνεργάτη της Μ.Ι.Υ.Α.

-Συμπληρώνεται καθορισμένος τύπος αίτησης στον οποίο επισυνάπτονται όλα τα αναγκαία αποδεικτικά.

(γ) Υποβολή αίτησης στο Συμβούλιο Ι.Υ.Α.

Έπειτα, θα πρέπει να υποβληθεί αίτηση προς το Συμβούλιο Ι.Υ.Α. με βάση συγκεκριμένο τύπο που πρέπει να καθορίσει το Συμβούλιο, προσκομίζοντας τα αναγκαία αποδεικτικά, ιατρικά πιστοποιητικά και εκθέσεις και την προαπαιτούμενη δήλωση των ενδιαφερομένων με τα συγκεκριμένα στοιχεία. Το Συμβούλιο μπορεί να καθορίσει περαιτέρω εξετάσεις στις οποίες θα πρέπει να υποβληθεί η προτιθέμενη κυοφόρος ή και το ενδιαφερόμενο ζευγάρι. Αφήνεται να νοηθεί ότι το Συμβούλιο έχει διακριτική ευχέρεια να χειριστεί την κάθε περίπτωση ανάλογα με τα ιδιαίτερα της χαρακτηριστικά, μέσα στο συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο.

Εφόσον το Συμβούλιο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει ο Νόμος για την εφαρμογή της μεθόδου της παρένθετης μητρότητας, εκδίδει γραπτή έγκριση.

(δ) Δικαστική διαδικασία

Εφόσον ληφθεί η γραπτή έγκριση του Συμβουλίου το ζευγάρι μπορεί να αιτηθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος παρένθετης μητρότητας που είναι πρωτογενής διαδικασία (originating summons).  Η παράγραφος (2) του άρθρου 24 δίνει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εισάγει στο Διάταγμα που εκδίδει όρους ή να δώσει οδηγίες, που κατά την κρίση του είναι αναγκαία για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του διατάγματος και την επίτευξη των σκοπών έκδοσής του. Η εμπλοκή του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο έχει περισσότερο ελεγκτικό ρόλο, παρά επιλύνει κάποια προκύπτουσα διαφορά. Το διάταγμα του Δικαστηρίου δεν διατάσσει κάποιο πρόσωπο να προβεί σε συγκεκριμένη πράξη, παρά εξουσιοδοτεί συγκεκριμένη ενέργεια. Έπειτα οι πιθανότητες να ενστεί στη διαδικασία έκδοσης του διατάγματος η παρένθετη μητέρα (που έχει υπογράψει ούτως ή άλλως δήλωση αποδοχής της διαδικασίας, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η γραπτή έγκριση του Συμβουλίου) ή η Μ.Ι.Υ.Α. ή άλλο επηρεαζόμενο πρόσωπο δεν προβλέπονται συχνές, ειδικά εάν δεν υπήρξε αλλαγή σε σχέση με τα γεγονότα σε χρόνο που τυχόν μεσολάβησε από την εξασφάλιση της έγκρισης του Συμβουλίου.

Όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο προχωρεί στην έκδοση του δικαστικού διατάγματος εφόσον υπάρχει τέλεση νόμιμου γάμου και έχει εκδοθεί έγκριση από το Συμβούλιο. Σε ό,τι αφορά την προϋπόθεση της τέλεσης νόμιμου γάμου, στην πράξη η διαδικασία θα αρκείται στην ύπαρξη εντός πιστοποιητικού γάμου και σε δήλωση ότι ο γάμος δεν έχει διαλυθεί ή ακυρωθεί, παρά το ότι η αναφορά σε «τέλεση», αυστηρά ομιλούντες, δεν εμπερικλείει και τα μεταγενέστερα γεγονότα, σε σχέση με την ισχύ του γάμου.

Το ερώτημα κατά πόσο σε περίπτωση που έχουν παύσει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις στη βάση των οποίων εκδόθηκε η γραπτή έγκριση του Συμβουλίου μπορεί να μην εκδοθεί δικαστικό διάταγμα, ενόσω δεν έχει ανακληθεί η έγκριση του Συμβουλίου, είναι από αυτά που ενδεχομένως να απασχολήσουν, γι’αυτό ενδεχομένως να είναι χρήσιμη η επίδοση της αίτησης καί στο Συμβούλιο. Από την άλλη ο κρίσιμος χρόνος φαίνεται να είναι αυτός της έκδοσης του διατάγματος και όχι της υποβολής της αίτησης, ενώ η ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιβάλλει όρους ή να εκδίδει οδηγίες για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του Νόμου είναι αρκετά χρήσιμη.

(ε) Έκδοση εγγυητικής επιστολής

Μετά την εξασφάλιση καί του δικαστικού διατάγματος και πριν από τη σύναψη της προβλεπόμενης γραπτής Συμφωνίας με την παρένθετη μητέρα (στον βαθμό που θα πρέπει η ύπαρξή της να προνοείται στη Συμφωνία και να αποτελεί μέρος της), θα πρέπει να εκδοθεί εγγυητική επιστολή με χρονική διάρκεια 11 μηνών, που να καλύπτει τουλάχιστον τα έξοδα εγκυμοσύνης, τοκετού και λοχείας.

Ο ρόλος της προβλεπόμενης, σε χρόνο παρακείμενο, στην υποπαράγραφο (2)(δ) του άρθρου 25 εγγυητικής επιστολής είναι περίεργος και φαίνεται ότι δεν προβλέπεται για να διασφαλίζει τόσο τη θέση της παρένθετης μητέρας έναντι στην εμπλεκόμενη Μ.Ι.Υ.Α., αλλά την τελική πληρωμή της εμπλεκόμενης Μ.Ι.Υ.Α. και προκειμένου να αποκλείσει το ενδεχόμενο να παραμείνει σε εκκρεμότητα το οικονομικό ζήτημα, να το καταστήσει εξ αρχής ξεκαθαρισμένο ώστε να μην κινδυνεύει να περιπέσει στην πολυπλοκότητα της σχέσης που δημιουργείται μεταξύ των εμπλεκομένων μερών.

Βέβαια, η διάταξη του άρθρου 25(2)(δ) δεν είναι και ενδεικτική της συνταντικής τελειότητας του Νόμου, εφόσον δεν διασαφηνίζει επαρκώς κατά πόσο η υπογραφή της εγγυητικής (προς διασφάλιση της πληρωμής των εξόδων) είναι αναγκαστική και πρέπει να εκδίδεται σε κάθε περίπτωση, ως αναγκαίο μέρος της Συμφωνίας με την παρένθετη μητέρα, ή εάν αυτή πρέπει να εκδίδεται και να καθίσταται μέρος της Συμφωνίας μόνο σε περίπτωση που δεν υπάρχει εκ των προτέρων ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής των εν λόγω εξόδων από το ζευγάρι προς την εμπλεκόμενη Μ.Ι.Υ.Α..

Έπειτα, ενώ μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι θα είναι μια εγγυητική επιστολή που θα εκδοθεί προς όφελος της εμπλεκόμενης Μ.Ι.Υ.Α. εάν δεν υπάρχει ξεκάθαρη ανάληψη υποχρέωσης του ζευγαριού έναντι στη Μ.Ι.Υ.Α. και που εμμέσως διασφαλίζει την παρένθετη μητέρα ότι δεν θα υποχρεωθεί η ίδια από την Μ.Ι.Υ.Α. να πληρώσει (με κάποια στενή ή διαφορετική θεώρηση ότι εκείνη είναι το πρόσωπο προς το οποίο προσφέρθηκαν οι υπηρεσίες), ο λόγος γίνεται για ένα ποσό που δεν απευθύνεται αποκλειστικά στη Μ.Ι.Υ.Α. αλλά και στην ίδια την παρένθετη μητέρα, εφόσον μπορεί να αφορά τους μισθούς που θα’χει απωλέσει από την εργασία της ή άλλη ζημιά της που δεν σχετίζεται με την λειτουργία κάποιας εμπλεκόμενης Μ.Ι.Υ.Α.

Σε μια προσπάθεια ο νομοθέτης να δημιουργήσει δικλείδα ασφαλείας ότι η οδός της κάλυψης των εξόδων δεν θα χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά ή προς καταστρατήγηση του μη εμπορικού χαρακτήρα της διαδικασίας, προβλέπει ότι το μέγιστο ποσό των καλυπτόμενων δαπανών και η χρονική περίοδος καταβολής των αποζημιώσεων καθορίζονται με διάταγμα του Υπουργού που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Συμβουλίου. Το ανώτατο ποσό που καθορίζεται με τέτοιο διάταγμα δεν καλύπτει έξοδα τυχόν επιλόχειων επιπλοκών που θα καλύπτονται από το ζευγάρι αφού τεκμηριωθούν κατάλληλα από τους παροχής των σχετικών ιατρικών υπηρεσιών. Δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής αυτή η πρόνοια, ειδικά εάν θα αναφέρεται μόνο στις δαπάνες της εμπλεκόμενης Μ.Ι.Υ.Α. και στις αποζημιώσεις που μπορούν να υπολογιστούν με κάποιο σταθερό άξονα και στις οποίες δεν παρεμβάλλονται προσωπικές ή ιδιαίτερες ανάγκες κάθε παρένθετης μητέρας.

Στο Νόμο δεν προβλέπεται χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα πρέπει να καταρτιστεί η Συμφωνία και να εφαρμοστεί η μέθοδος από το χρόνο έκδοσης του δικαστικού διατάγματος, αλλά και η δυνατότητα καθορισμού χρόνου δια υπουργικού διατάγματος δίνεται μόνο όσον αφορά στο χρόνο πληρωμής των αποζημιώσεων. Η χρονική διάρκεια της εγγυητικής επιστολής προβλέφθηκε στους 11 μήνες, ωστόσο για να μπορεί να συμβεί αυτό, θα πρέπει αυτή να έχει εκδοθεί αμέσως πριν από την επιχείρηση πρόκλησης της σύλληψης και πάντως όχι σε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους 2 μήνες. Ενδεχομένως, η έλλειψη χρονικών περιθωρίων μεταξύ των διαφόρων ενεργειών που πρέπει να γίνουν να πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης δια του δικαστικού διατάγματος, εφόσον υπάρχει και η γενική δυνατότητα θέσης όρων ή έκδοσης οδηγιών από το Δικαστήριο.

(στ) Κατάρτιση γραπτής συμφωνίας

Πριν την εφαρμογή της μεθόδου θα πρέπει να καταρτιστεί γραπτή συμφωνία μεταξύ της προτιθέμενης παρένθετης μητέρας και του συζύγου της εάν είναι έγγαμη, από τη μια πλευρά, και του ενδιαφερόμενου ζευγαριού, από την άλλη (ο γάμος του οποίου μάλλον θα πρέπει να εξακολουθήσει να είναι εν ισχύ, όπως προκύπτει εμμέσως από την επανάληψη της φράσης «ζευγαριού που έχει τελέσει νόμιμα γάμο», παρά το ότι θα ήταν σαφώς πιο ασφαλές και αποτελεσματικό να μην γίνεται μεμονωμένη αναφορά στην τέλεση αλλά και στην εξακολούθηση της ισχύος). Παρά την έγκριση του Συμβουλίου και την εξασφάλιση του δικαστικού διατάγματος, ουσιαστικά η κατάρτιση της Συμφωνίας είναι αυτή που διασφαλίζει τα μέρη, ιδίως τους ενδιαφερόμενους γονείς, ρυθμίζοντας τις μεταξύ τους σχέσεις. Αυτό γιατί ενώ ο Νόμος προβλέπει το πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις των εμπλεκομένων μερών μετά την εφαρμογή της μεθόδου ποινικοποιεί (άρ. 22(3)(4)) μόνο τη συμπεριφορά των κατά νόμο γονέων που δεν παραλαμβάνουν ή εγκαταλείπουν το παιδί που γεννήθηκε με την εφαρμογή της μεθόδου αυτής και όχι τη συμπεριφορά της παρένθετης μητέρας που δεν το παραδίδει, η οποία θα εξακολουθήσει να κινείται σε συμβατικό πλαίσιο με την επίκληση των διατάξεων του Νόμου. Άλλως πώς η παρένθετη μητέρα είναι συμβατικά που θα αναλάβει την υποχρέωση παράδοσης του παιδιού στους κατά νόμο γονείς ή επειδή οι τελευταίοι αποτελούν γονείς σύμφωνα με το νόμο. Υπάρχουν βέβαια και οι διατάξεις περί προσβολής της μητρότητας, που κινούνται σε διαφορετική βάση και θα συζητηθούν στη συνέχεια. Μάλιστα, το άρθρο 22(2)(α) ορίζει ότι η παρένθετη μητέρα δεν είναι γονέας του παιδιού τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 25(5), δηλαδή της κατάρτισης Συμφωνίας που να το ορίζει ότι αυτή δεν είναι μητέρα. Αυτή η ερμηνευτική διασύνδεση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μια «επικίνδυνη» επιφύλαξη υπέρ της ύπαρξης νόμιμης Συμφωνίας ή ότι ελλείψει τέτοιας νόμιμης Συμφωνίας δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί τεκμήριο υπέρ των κατά νόμο γονέων, παρά το ότι δεν συνοδεύεται από ίδια επιφύλαξη και η παράγραφος (β) του άρθρου 22 που ορίζει τα δικαιώματα των κατά νόμο γονέων.

Η Συμφωνία του άρθρου 25 όμως, εν πάση περιπτώσει, φαίνεται να είναι και το πιο καίριο σημείο της όλης διαδικασίας και ότι από αυτήν εξαρτάται και το πλήρες νομικό αποτέλεσμα. Η Συμφωνία αυτή θα πρέπει να είναι γραπτή και να περιέχει τουλάχιστον τα συγκεκριμένα στοιχεία που προβλέπει ο Νόμος, τα οποία ανάγονται σε στοιχεία νομιμότητάς της:

  • Ότι η παρένθετη μητέρα δεν θα είναι γονέας του παιδιού
  • Ότι η παρένθετη μητέρα, με τη γέννηση του παιδιού, θα το παραδώσει αμέσως στο συμβαλλόμενο ζευγάρι
  • Ότι το συμβαλλόμενο ζευγάρι θα είναι οι γονείς του παιδιού
  • Ότι έχει εκδοθεί εγγυητική επιστολη 11 μηνών για τα έξοδα ή ότι το ζευγάρι πλήρωσε ήδη ή ανέλαβε συμβατική υποχρέωση έναντι στην εμλεκόμενη Μ.Ι.Υ.Α. για τα έξοδα παρακολούθησης της εγκυμοσύνης, τοκετού, λοχείας και τυχόν επιλόχειων επιπλοκών.
  • Ότι κατά τη διάρκεια της κύησης θα καλύπτονται τα έξοδα παρακολούθησης της (επιπρόσθετη συμβατική ανάληψη της υποχρέωσης έναντι στην παρένθετη μητέρα) και ότι μετά από τη γέννηση του παιδιού το ζευγάρι που υπέγραψε θα αναλάβει αμέσως τη φροντίδα του παιδιού και τα έξοδα του τοκετού.

Το νομικό αποτέλεσμα, οι εκτροπές και η προσβολή της μητρότητας

(α) Εφόσον η μέθοδος εφαρμοστεί όπως προβλέπει ο νόμος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ο άνδρας και η γυναίκα που συνιστούν το ενδιαφερόμενο ζευγάρι καθίστανται οι κατά νόμο γονείς ή άλλως πώς οι κοινωνικοί γονείς του παιδιού που θα γεννηθεί, ενώ η κυοφορούσα δεν θεωρείται γονέας του παιδιού. Το νομικό αυτό αποτέλεσμα φρόντισε να διασφαλίσει ο νομοθέτης δια της παραγράφου (2) του άρθρου 22. Οι κατά νόμο γονείς του παιδιού έχουν όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που σχετίζονται με αυτή τους την ιδιότητα, μεταξύ άλλων, να παραλάβουν το παιδί, να μην το εγκαταλείψουν, υπό την απειλή διάπραξης ποινικού αδικήματος. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση σε σχέση με τη συμπεριφορά της παρένθετης μητέρας μετά την γέννηση του παιδιού, ο νομοθέτης αφήνει αυτή την προοπτική στην διακριτική ευχέρεια των εμπλεκομένων μερών, αρκούμενος στην αφαίρεση οποιουδήποτε γονικού δικαιώματος της παρένθετης μητέρας με το παιδί που θα γεννήσει.

(β) Έγινε όμως αναφορά στη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ποια είναι η ασυνήθης πορεία τους; Ο Νόμος προβλέπει την περίπτωση κατά την οποία ο ένας από το ζευγάρι αποβιώσει (άρ. 25(3)) και την περίπτωση κατά την οποία μετά τη σύναψη της Συμφωνίας αποβιώσουν και τα δύο πρόσωπα που συνιστούν το ζευγάρι.

Θάνατος του ενός εκ των προσώπων του ζευγαριού: Ο Νόμος παραπέμπει στο άρθρο 5(1) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν. 216/1990. Δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο χρόνο που ενδέχεται να επισυμβεί θάνατος ενός εκ των προσώπων του ζευγαριού, το εύλογο ωστόσο είναι να ρυθμίζεται η περίπτωση μετά την σύλληψη, ωστόσο αυτή αποτελεί απλά μια άποψη που μπορεί να συναντήσει και διαφορετική άποψη ότι θα πρέπει η περίπτωση να αφορά μετά τον τοκετό, όπου υπάρχει πρόσωπο, σύμφωνα με το δίκαι και άρα ενεργό τεκμήριο υπέρ της κατά νόμο μητέρας (που μέχρι τη γέννηση είναι αδρανές). Η παραπομπή του Νόμου στο άρθρο 5(1) του Ν. 216/1990 είναι ίσως κάπως ατυχής, εφόσον είναι το άρθρο 5(2) του Ν. 216/1990 που ρυθμίζει την περίπτωση παύσης της γονικής μέριμνας σε περίπτωση (μεταξύ άλλων) θανάτου, προβλέποντας ότι αυτή ασκείται από τον άλλο γονέα.

Θάνατος και των δύο προσώπων του ζευγαριού μετά τη σύλληση: Είναι ενδιαφέρουσα η πρόβλεψη αυτής της περίπτωσης στην οποία δεν επιτρέπεται αναβίωση κάποιου τεκμηρίου προς όφελος της παρένθετης μητέρας, αλλά εφαρμόζεται το άρθρο 5(4) του Ν. 216/1990 και τη γονική μέριμνα ασκούν οι πλησιέστεροι ανιόντες από κοινού (με αναφορά στους ανιόντες των κατά νόμο γονέων) και σε περίπτωση που αυτοί δεν είναι σε θέση για οποιοδήποτε λόγο να ασκήσουν τη γονική μέριμνα, τότε εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 216/1990 που προνοούν για την ανάθεση της γονικής μέριμνας σε επίτροπο.

Προσβολή της μητρότητας από την κυοφόρο: Στη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας συναντά κανείς και μια ιδιαίτερη διαδικασία που λέγεται «προσβολή της μητρότητας», ενώ συνήθης στο οικογενειακό δίκαιο είναι η «προσβολή της πατρότητας» λόγω του κατά τα λοιπά αμάχητου τεκμηρίου που υπάρχει ότι μια γυναίκα που γεννά ένα παιδί είναι και η μητέρα του. Στην παρένθετη μητρότητα, λοιπόν, αυτό το τεκμήριο δεν υπάρχει. Υπάρχει αντίστροφο τεκμήριο, ότι η παρένθετη μητέρα, που γεννά το παιδί, δεν είναι η μητέρα του (νοουμένου ότι έχει ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία).

Η μόνη περίπτωση στην οποία ο Νόμος δίνει λόγο στην κυοφόρο μετά την γέννηση του παιδιού είναι η περίπτωση στην οποία αυτή αποδεικνύει ότι το παιδί που γέννησε «κατάγεται βιολογικά» από την ίδια. Ο Νόμος, στο άρθρο 25(5) στο δεύτερο εφάδιο της παραγράφου υποπαραγράφου (α) αναφέρεται σε «βιολογική καταγωγή» εννοώντας τη γενετική καταγωγή, δηλαδή το παιδί να προέρχεται από γομιμοποιημένο ωάριο της ίδιας της παρένθετης μητέρας. Έπειτα η αναφορά του εδαφίου «από την τελευταία» ορθότερα θα ήταν εάν ήταν αναφορά «από την ίδια» αφού το συγκεκριμένο εφάδιο κάνει λόγο για την κυοφόρο μόνο και δεν υπάρχει κατά σειρά άλλο πρόσωπο. Δηλαδή η περίπτωση είναι αυτή στην οποία η κυοφόρος αποδεικνύει ότι το παιδί που γεννήθηκε είναι τελικά γενετικά δικό της παιδί (προήλθε από δικό της γονιμοποιημένο ωάριο) και όχι παιδί που προήλθε από τους γαμέτες του ενδιαφερόμενου ζευγαριού ή τρίτων, κάτι που αποδεικνύεται σαφώς με εξέταση DNA. Βασικά θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς, γιατί να μην διακόπτεται αυτή η προοπτική προσβολής της μητρότητας από την παρένθετη μητέρα, με βάση τη βιολογική καταγωγή, με διενέργεια εξέτασης DNA ούτως ή άλλως μετά τον τοκετό;

Αντίστοιχο δικαίωμα προσβολής της μητρότητας έχει και η τεκμαιρόμενη μητέρα, δηλαδή η γυναίκα του ζευγαριού, χωρίς περιορισμό ως προς το λόγο προσβολής της μητρότητας. Το δικαίωμα της τεκμαιρόμενης μητέρας συνηθέστερα ασκείται σε περίπτωση που η παρένθετη μητέρα παραλείπει να παραδώσει το παιδί που γεννιέται στο ζευγάρι και το «κατακρατεί» ως δικό της παιδί. Επιπρόσθετα, λοιπόν, με το (υποτιθέμενο) συμβατικό δικαίωμα (που είναι αμφίβολο εάν μπορεί να θεωρείται ξεχωριστή βάση αγωγής), η τεκμαιρόμενη μητέρα έχει δικαίωμα και με βάση το νόμο να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία προσβολής της μητρότητας.

Και στις δύο περιπτώσεις ενεργητικής νομιμοποίησης, το δικαίωμα αυτό ασκείται εντός ορισμένης αποσβεστικής προθεσμίας 6 μηνών από την ημερομηνία του τοκετού και μόνον αφού προηγηθεί διαδικασία λήψης δικαστικής άδειας για καταχώρηση αίτησης προσβολής της μητρότητας. Δεν επιτρέπεται η διασάλευση της διαδικασίας απλά χάριν της διαδικασίας.

Βέβαια το αντίστροφο τεκμήριο που υπάρχει στην παρένθετη μητρότητα ενεργοποιείται μόνον εφόρον η διαδικασία της παρένθετης μητρότητας ακολουθήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Διαφορετικά, σε περίπτωση που η εφαρμογή της μεθόδου πάσχει από ελάττωμα, εξακολουθεί να λειτουργεί το συνήθες τεκμήριο ότι η γυναίκα που γεννά το παιδί είναι και η μητέρα του, είναι δε αμφίβολο τότε εάν υφίσταται ιδιότητα «τεκμαιρόμενης μητέρας» για να έχει λόγο (locus standi) σε διαδικασία προσβολής της μητρότητας. Σε τέτοια περίπτωση βέβαια και νοουμένου ότι η κυοφόρος επιθυμεί να παραδώσει το παιδί, η λύση είναι αυτή της υιοθεσίας του παιδιού από τους γενετικούς του γονείς, που δεν είναι γνήσια λύση, εφόσον δημιουργεί μεν νομικά την ιδιότητα των κατά νόμο γονέων αλλά δεν διασπά το τεκμήριο της γενετικής ή βιολογικής καταγωγής από την γυναίκα που γεννά το παιδί.

Η διαδικασία προσβολής της μητρότητας χρήζει περαιτέρω εμβάθυνσης. Ο Κυπριακός νόμος δεν προβλέπει εναντίον ποιων θα στραφεί η αγωγή προσβολής της μητρότητας. Εναντίον της κυοφόρου ή τεκμαιρόμενης μητέρας, ανάλογα με το ποια ασκεί το αγώγιμο δικαίωμα ή εναντίον και των συζύγων τους που έχουν συμβληθεί τη διαδικασία; Στην αγωγή περιλαμβάνεται και το παιδί; Θα ήταν ασφαλέστερο ο νόμος να προέβλεπε και την παθητική νομιμοποίηση, και αυτό είναι το ελάχιστο. Εάν οι συμβαλλόμενοι σύζυγοι ενεργοποιούνται παθητικά γιατί όχι και ενεργητικά; Δεν προβλέπεται ιδιαίτερη περίπτωση προσβολής της πατρότητας σε περίπτωση παρένθετης μητρότητας, αλλά δεν αδρανοποιούνται και οι διατάξεις άλλων νόμων, ενώ σε κάθε περίπτωση ενδεχομένως να μπορεί να εγερθεί αγωγή δυνάμει σύμβασης. Και στην τελευταία αυτή περίπτωση όμως, θα πρέπει να διερωτηθεί κανείς, μπορεί η δυνατότητα έγερσης αγωγής με βάση τη σύμβαση σε Επαρχιακό Δικαστήριο και χωρίς εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία ή προϋπόθεση προηγούμενης λήψης δικαστικής άδειας να λειτουργήσει ως οδός παρέκκλισης από την προβλεπόμενη ειδική διαδικασία της προσβολής της μητρότητας; Εάν όχι ποιος είναι ο ρόλος υπογραφής μιας τέτοιας Σύμβασης η ειδική εκτέλεση της οποίας δεν θα μπορεί να αξιωθεί; Επομένως, η νομική ανάλυση που χρειάζεται είναι βαθύτερη από ότι μπορεί να φαντάζει σε μια πρώτη ανάγνωση. Επιπρόσθετα και με την παράμετρο της διαμόρφωσης του συμφέροντος του παιδιού που στο μεταξύ, μέχρι να ενεργοποιηθεί η διαδικασία και ενδεχομένως να εκδικαστεί, θα βιώνει με την παρένθετη μητέρα.

Έπειτα το όλο θέμα θα πρέπει να ειδωθεί παράλληλα με τις δυνατότητες που ενδεχομένως να υπάρχουν υποβολής αίτησης για ακύρωση του διατάγματος παρένθετης μητρότητας ή για ακύρωση της Συμφωνίας παρένθετης μητρότητας μετά από τον τοκετό. Εάν διαπιστωθεί ελάττωμα στη διαδικασία μετά την ενεργοποίηση του τεκμηρίου υπέρ της κοινωνικής μητέρας, αυτό ανακαλείται; Ποιο ρόλο παίζει τότε το συμφέρον του παιδιού;

Νομικές εκτροπές μπορεί να προκύψουν και για άλλους λόγους. Εάν η παρένθετη μητέρα, κατά παράβαση της Συμφωνίας της με το ενδιαφερόμενο ζευγάρι, τερματίσει την κύηση ή ακολουθεί τρόπο ζωής που δημιουργεί βλάβη στο κυοφορούμενο και κατά συνέπεια στο παιδί που προκύπτει. Πώς διαμορφώνονται τα διάφορα δικαιώματα;

Η νομική ψυχολογία

Από τη στιγμή που η παρένθετη μητρότητα είναι, πλέον, μια ρυθμισμένη νομική και δικαστική διαδικασία, ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα νομικά χαρακτηριστικά της, η ψυχοπνευματική κατάσταση και η συμπεριφορά των προσώπων που συμμετέχουν στη διαδικασία αρχίζει να απασχολεί τον ευρύτερο τομέα της νομικής ψυχολογίας. Καί με τον παραδοσιακό τρόπο, που εστιάζει στις πτυχές της ποινικοποιημένης και άρα παραβατικής συμπεριφοράς, αλλά καί με τον σύγχρονο τρόπο που, ξεπερνώντας το μονοπώλιο του ποινικού δικαίου, επεκτείνεται και στους λοιπούς κλάδους δικαίου (π.χ. δίκαιο των συμβάσεων, οικογενειακό δίκαιο, κλπ). Αρχίζει να απασχολεί τη νομική ψυχολογία με ένα πολυσύνθετο τρόπο, σε διάφορα στάδια της διαδικασίας απόκτησης τέκνου με την χρήση παρένθετης μητέρας και βάσει των μέχρι σήμερα ευρημάτων της κλινικής ψυχολογίας.

Η εφαρμογή μεθόδων όπως αυτή της παρένθετης μητρότητας δημιουργεί νέους και πολύπλοκους τύπους κοινωνικών σχέσεων, στις οποίες είναι δυνατός ο διαχωρισμός της γενετικής καταγωγής από την βιολογική καταγωγή και από την κοινωνική καταγωγή. Δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι υπάρχει συστηματική εμπειρική έρευνα για την επίδραση της υποκατάστασης στην διαμόρφωση των οικογενειακών σχέσεων. Οι περισσότερες έρευνες έχουν εστιάσει με μεγαλύτερη έμφαση στα κίνητρα και χαρακτηριστικά της παρένθετης μητέρας ή στη ψυχολογία της παρένθετης μητέρας μέσα στο χρόνο, ασχολούνται με μικρά δείγματα, μη αντιπροσωπευτικά του συνόλου, με ποιοτικά δεδομένα (Blyth, 1994· Ciccarelli, 1997· Hohman & Hagan, 2001· Migdal, 1989· Preisinger, 1998· Ragone, 1996· and Roher, 1988· Jadva & Imre, 2013· Imrie & Jadva, 2014). Κάποιες έρευνες εστίασαν σε χαρακτηριστικά της προσωπικότητας της παρένθετης μητέρας (Einwohner, 1989; Fischer & Gillman, 1991; Hanafin, 1984; Parker, 1983). Άλλες έρευνες εξετάζουν τα χαρακτηριστικά και τις αλληλεπιδράσεις των προτιθέμενων γονιών με άλλους (Blyth, 1995; Hughes, 1990; Kleinpeter, 2002; Ragone, 1996) ή συγκρίνουν τις παρένθετες μητέρες με άλλα ελεγχόμενα σύνολα (Fischer & Gillman, 1991 ; Hanafin, 1984; Resnick, 1990).

(α) Γιατί μια γυναίκα θέλει να γίνει παρένθετη μητέρα; Υπάρχει «τυπική παρένθετη μητέρα»;

Το ερωτηματικό γιατί μια γυναίκα να επιλέξει να λειτουργήσει ως παρένθετη μητέρα δεν είναι πρωτοφανές. Πιο ευκολονόητη είναι η απάντηση στο ερώτημα γιατί μια γυναίκα να επιλέξει να αποζητήσει μια παρένθετη μητέρα. Παρόλες τις δημοφιλείς κοινωνικές αντιλήψεις ότι το χρήμα είναι ένα σπουδαίο κίνητρο για να γίνει μια γυναίκα παρένθετη μητέρα, συνηθέστερο κίνητρο καταδεικνύεται ο αλτρουϊσμός (Ciccarelli, 1997· Hanafin, 1984· van den Akker, 2003), χωρίς να απεκδύεται της σημασίας της και αυτή η χρηματική ανάγκη (Hanafin, 1984· Hohman & Hagan, 2001· Migdal, 1989· Einwohner, 1989).

Στον αμερικανικό και βρετανικό πληθυσμό οι έρευνες που έγιναν κατέδειξαν ότι οι άγνωστες γυναίκες που αιτούνται να γίνουν παρένθετες μητέρες σε αλτρουιστική βάση, δηλαδή χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα, δεν φέρουν ενδείξεις ψυχοπαθολογίας (Braverman & Corson, 1992), ακόμα και στις περιπτώσεις συμμετοχής τους σε επαναλαμβανόμενες διευθετήσεις παρένθετης μητρότητας (Imrie & Jadva, 2014), ενώ τα επίπεδα άγχους και έντασής τους είναι και χαμηλότερα και οι αντιστάσεις τους στο άγχος υψηλότερες, σε σχέση με τυχαίο δείγμα θηλυκού πληθυσμού, ενδέχεται δηλαδή να είναι ψυχολογικά πιο ανθεκτικές (Pizitz, McCullaugh & Rabin, 2013· Lorenceau, Mazzucca, Tisseron, & Pizitz, 2015).

Κάποιες ενδείξεις είναι ότι η θετική εμπειρία μητρότητας, που έχουν οι ίδιες οι γυναίκες που επιλέγουν να ενεργήσουν ως παρένθετες μητέρες, μπορεί να δημιουργεί σε αυτές την ανάγκη προσφοράς της μητρότητας, θεωρούμενης ως κοινωνικό αγαθό, σε γυναίκες που δεν μπορούν να το αποκτήσουν, προσφορά που μπορεί να ενισχύει και την δική τους προσωπική αυτοπεποίθηση (Hanafin, 1984· Ragoné, 1994· Blyth, 1994· Ciccarelli, 1997· Hohman & Hagan, 2001· Jadva et al., 2003· van den Akker, 2003), όπως θα συνέβαινε ενδεχομένως εάν προσέφεραν άλλου είδους κοινωνικά αγαθά σε άπορα άτομα, και αυτή η κατά τρόπον τινά ιδιαίτερη προσφορά να μην εξαντλείται στη μία φορά (Imrie & Jadva, 2014). Βέβαια, ο Κυπριακός νόμος δεν προϋποθέτει οι γυναίκες που θα ενεργήσουν ως παρένθετες μητέρες να έχουν ήδη δικά τους παιδιά, θα ήταν ενδεχομένως, από νομικής άποψης, ένας υπερβολικός περιορισμός.

Η θεώρηση της μητρότητας ως «κοινωνικό αγαθό», που μπορεί να μετέχει στην κοινωνική πραγματικότητα στο πλαίσιο της προσφοράς και της ζήτησης, δίνει έδαφος για περαιτέρω ηθικονομικό προβληματισμό. Μπορεί να δοθεί, όντως, τέτοια διάσταση στη μητρότητα με τις ίδιες ηθικοκοινωνικές αναλογίες που αντιστοιχούν στη δωρεά αίματος ή οργάνου ή μήπως το αποτέλεσμα (η κοινωνική εμβέλεια του αποτελέσματος) της μιας και της άλλης περίπτωσης δημιουργεί κάποια διάσταση; Η δωρεά αίματος ή οργάνου καταλήγουν στην αποκατάσταση της υγείας ενός ζώντος προσώπου. Η «δωρεά μητρότητας» δεν περιορίζεται μόνο στο πρόσωπο και τη ζωή και την κοινωνική πραγματικότητα του δέκτη ή δωρεοδόχου, αλλά εμπλέκει ένα άλλο άνθρωπο και τελικά πρόσωπο και δημιουργεί μια παράλληλη μα ανεξάρτητη κοινωνική πραγματικότητα, την κοινωνική πραγματικότητα του παιδιού. Απορρέει η θεώρηση της μητρότητας ως «κοινωνικού αγαθού» από μια εγωϊστική στάση απέναντι στο σκοπό της τεκνοποίησης ή από υπερ-έμφαση στο δικαίωμα της αναπαραγωγικής αυτονομίας; Αφήνω ανοιχτό το ερωτηματικό.

Δεν αποκλείονται και άλλου είδους κίνητρα, με το ενδιαφέρον να ανατρέχει στα παλαιά ευρήματα του Parker (1983) όπου ένα μικρό ποσοστό γυναικών που είχαν ενεργήσει ως παρένθετες μητέρες είχαν προηγούμενο οικειοθελούς αποβολής ή είχαν δώσει παιδί για υιοθεσία.

Ως προς τα λοιπά προσωπικά χαρακτηριστικά η παρένθετη μητέρα δεν διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη μητέρα, με αναφορά στο ιστορικό οικογενειακής προσκόλλησης (Resnick, 1990) ενώ δεν αποκλείεται να διακατέχεται από φιλελεύθερες αντιλήψεις, ανεξάρτητο πνεύμα και να τηρεί μια στάση από την παραδοσιακή ηθική (Migdal, 1989).

Ως προς τα κοινωνικά χαρακτηριστικά μιας γυναίκας που επιλέγει να γίνει παρένθετη μητέρα, η εικόνα ή το στερεότυπο της πτωχής, νεαρής, αλλοδαπής γυναίκας που χρησιμοποιεί το σώμα της για να βρει χρήματα δεν υποστηρίζεται εμπειρικά. Στις περισσότερες έρευνες απασχόλησαν γυναίκες μεταξύ των ηλικιών 20-30, λευκού χρώματος, Χριστιανές, παντρεμένες με δικά τους παιδιά (Baslington, 2002· Ciccarelli, 1997· Kleinpeter & Hohman, 2000· Ragone, 1996· van den Akker, 2003). Ωστόσο, αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να προκύπτει από μια ρυθμισμένη και ελεγχόμενη διαδικασία και την πολυπλοκότητα των σταδίων της. Όσον αφορά την κοινωνική και οικονομική τάξη της μέσης παρένθετης μητέρας δεν υπάρχουν εμπειρικά ευρήματα ότι αυτή ανήκει σε κατώτατα στρώματα, ενώ πιθανότερο είναι να ανήκει στα μεσαία στρώματα (Ciccarelli, 1997).

(β) Σχέσεις παρένθετης μητέρας με τους κατά νόμο γονείς και ικανοποίηση της παρένθετης μητέρας από την εμπειρία

Όσον αφορά την σχέση μεταξύ της παρένθετης μητέρας με το ενδιαφερόμενο ζευγάρι, ένα από τα ευρήματα που είναι πιο σταθερά είναι ότι η ποιότητα της σχέσης αυτής, ειδικότερα η σχέση της παρένθετης μητέρας με την κοινωνική μητέρα, περισσότερο από ότι η σχέση της με το ίδιο το παιδί και τον κοινωνικό πατέρα, είναι σημαντική για το επίπεδο ικανοποίησης της παρένθετης μητέρας από το όλο βίωμα (Braveman & Corson, 1992· Ragoné, 1994· Ciccarelli, 1997· Roberts, 1998· Hohman & Hagan, 2001· Baslington, 2002· MacCallum, Lycett, Murray, Jadva, & Golombok, 2003· Teman, 2010· Fisher, 2013·). Είναι γι’αυτό που θεωρείται και σκόπιμο να υπάρχει εστίαση και να γίνεται δουλειά πάνω σε αυτή τη σχέση και την ποιότητά της, κατά την διάρκεια της όλης διαδικασίας και στον χρόνο που αμέσως ακολουθεί.

Συνηθίζεται καί στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ η συνέχιση της επαφής της παρένθετης μητέρας με τους κατά νόμο γονείς και με το παιδί που προκύπτει, σε χρονική περίοδο μετά τον τοκετό, που ποικίλει, μεταξύ 1 μηνός και 1 έτους, χωρίς να αποκλείεται η δημιουργία, μέσα από τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας, μιας διαρκέστερης κοινωνικής σχέσης (Blyth, 1994· Hohman & Hagan, 2001· Braveram & Corson, 2002· Jadva et al., 2003). Η διατήρηση σχέσεων (ρυθμισμένα ή ελεύθερα) ή απλά επαφής με την κοινωνική μητέρα και λιγότερο με το παιδί και με τον κοινωνικό πατέρα, φαίνονται να είναι μια πιο συνήθης τάση (Imrie & Jadva, 2014). Όχι μόνο συνήθης τάση, αλλά ενδεχόμενα και ωφέλιμη, ειδικά τον πρώτο καιρό μετά τον τοκετό. Κατά πόσο η εξακολούθηση της σχέσης με την παρένθετη μητέρα επιδρά θετικά στην ψυχική υγεία του παιδιού είναι πεποίθηση που υποστηρίζεται στη Νέα Ζηλανδία (Anderson, Snelling & Tomlins-Jahnke, 2012) και τείνει να υποστηριχθεί και από το Ηνωμένο Βασίλειο (Imrie & Jadva, 2014).

Το επίπεδο ικανοποίησης της παρένθετης μητέρας που της επιτρέπεται να βλέπει και να κρατά το παιδί και δέχεται αντιμετώπιση σεβασμού παρά φόβου και απειλής δείχνει υψηλότερο (Hohman & Hagan, 2001). Στις υφιστάμενες έρευνες (Ciccarelli, 1997), στα μικρά δείγματα που αναλύουν, διαπιστώθηκε ότι μια μειοψηφία γυναικών που ενήργησαν ως παρένθετες μητέρες βίωσαν αρνητικά συναισθήματα με την κοινωνική αποστασιοποίηση σε χρονική διάρκεια 5 έως 10 έτη μετά την χρήση της μεθόδου, ενώ σε άλλες περιπτώσεις διαπιστώθηκε αρμονία σε εξακολουθούμενες σχέσεις σε χρονικό διάστημα έως και 10 ετών (Jadva, Blake, Casey & Golombok, 2012· Imrie & Jadva, 2014).

Συχνά υπάρχει ο φόβος ότι η παρένθετη μητέρα θα αρχίσει να βλέπει το παιδί σαν δικό της παιδί εάν εξακολουθήσει η επαφή με την οικογένεια των κοινωνικών γονιών κλπ. Η υποψία περί δημιουργίας αβεβαιότητας και ανασφάλειας στις ανθρώπινες σχέσεις, σίγουρα, δεν είναι ξένη (Brazier, Campbell & Golombok, 1998· Appleton, 2001), όπως και οι ανησυχίες σχετικά με τον βαθμό της ικανότητας των εμπλεκομένων να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν σαφή όρια (και ποια είναι αυτά; ), σε κάθε περίπτωση. Οι παρένθετες μητέρες που διερευνήθηκαν είχαν αναφέρει ότι δεν έβλεπαν το παιδί ως δικό τους παιδί (Jadva et al., 2003· Ragoné, 1996· Roberts, 1998) ή ήταν και λιγότερο συνδεδεμένες μαζί του ακόμα και κατά τη διάρκεια της κύησης, συγκριτικά με γυναίκες που συνέλαβαν φυσιολογικά (στο μέτρο που μεθολογικά μπορεί να αντέξει η σύγκριση) (Fischer & Gillman, 1991). Ένα ποσοστό 41% στην έρευνα των Jadva και άλλων (2003) να αναφέρει την ύπαρξη ξεχωριστών δεσμών με το παιδί κι αυτό ανεξαρτήτως του τύπου της παρένθετης μητρότητας. Βέβαια, δεν είναι επαρκώς εμπειρικά γνωστά τα αισθήματα των γυναικών που λειτουργούν ως παρένθετες μητέρες, όχι απλά σε μια διαρκέστερη χρονική περίοδο και καθώς το παιδί μεγαλώνει, αλλά και ανάλογα με τα δρώμενα στη δική τους ζωή ή στη ζωή του παιδιού. Ακόμα και η πιο πρόσφατη έρευνα των Jadva, Imrie και Golompok (2015) που επιβεβαιώνει τη διατήρηση της ομαλότητας στη ψυχολογία της παρένθετης μητέρας και στη σχέση της με το παιδί και την κοινωνική του οικογένεια σε διαρκή βάση 10ετίας, ήταν μέσα σε μια προσδοκώμενη βάση δεδομένων η όλη εξέλιξη της σχέσης, ενώ το δείγμα δεν ξεπερνούσε το μικρό μεθοδολογικό μέγεθος που διατίθεται συνήθως για αυτό το είδος έρευνας.

Τα κοινά κοινωνικά και ευρύτερα πολιτισμικά ιδεώδη για την οικογένεια, τα παιδιά και τους σκοπούς της τεκνοποίησης μπορεί να διαδραματίζουν, επίσης, σημαντικό ρόλο (Berend, 2010, 2012) στη διαμόρφωση της ποιότητας της σχέσης. Ίσως μια τέτοια βάση να χρησιμοποιεί και να υπεμεγεθύνει, μάλλον, ο εγχώριος νομοθέτης, επιλέγοντας να συγκρατήσει τις διευθετήσεις παρένθετης μητρότητας σε Κυπριακό έδαφος. Βέβαια, η διαμονή των εμπλεκομένων σε ίδιο έδαφος δεν εξυπακούει δίχως άλλο και την ύπαρξη κοινών θεωρήσεων και απόψεων σε σχέση με την οικογένεια και την τεκνοποίηση.

Η ήδη εγκαθιδρυμένη συγγενική ή φιλική σχέση, πριν από τις διευθετήσεις για χρησιμοποίηση της μεθόδου, που εξυπακούει κατά κάποιο τρόπο ή προδιαθέτει τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ότι θα εξακολουθήσει να υφίσταται σχέση και επαφή της παρένθετης μητέρας με τους γονείς και το παιδί, κατά πόσο θεωρείται θετικά και κατά πόσο η θετικότητα αυτή διατηρείται σε περίπτωση μεταγενέστερης κοινωνικής αλλοίωσης της σχέσης, και με αναφορά σε όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, δεν είναι ζητήματα επαρκώς διερευνημένα εμπειρικά. Και οι Golompok και άλλοι (2004) που κάνουν σχετική νύξη για τα ενδεχόμενα θετικά αποτελέσματα της εμπλοκής συγγενικού ή φιλικού προσώπου στη διαδικασία επιφυλάσσονται σε σχέση με την χρονική διάρκεια που παρακολούθησαν, δηλαδή μέχρι τον 1ο χρόνο. Μπορεί να υπάρχουν βέβαια άτομα που γνωρίζουν ή έχουν ακούσει ιστορίες, αληθινές ή κινηματογραφικά εμπνευσμένες, και βάσει αυτών μπορεί να έχουν διαμορφώσει συγκεκριμένη άποψη για το θέμα. Η αλήθεια είναι ότι δεν επαρκεί η ατομική άποψη, παρά τη χρησιμότητά της.

Κατά πόσο η προϋφιστάμενη ή μεταγενέστερη καλά θεμελιωμένη κοινωνική (συγγενική ή φιλική) σχέση μπορεί να λειτουργήσει και να διατηρηθεί ως παράμετρος αποδυνάμωσης της οποιασδήποτε εστίας δημιουργίας αρνητικών συναισθημάτων ή παρεμβατικά ισχυρών δεσμών της παρένθετης μητέρας με το παιδί ή το ίδιο δεδομένο να καθιστά, σε συγκεκριμένο κοινωνικόπολιτισμικό περιβάλλον, «φυσιολογικό» αυτό που σε μια οποιαδήποτε άλλη σχέση θα θεωρούνταν «παθολογικό» (π.χ. η θεία που λειτούργησε ως παρένθετη μητέρα να ενδιαφέρεται και ως μητέρα όταν τύχει), είναι τομέας που χρειάζεται περαιτέρω εμβάθυνση. Το ίδιο και οι ενδεχόμενες συνέπειες σε περίπτωση παύσης ή αλλοίωσης της υφιστάμενης κοινωνικής σχέσης ή των ατομικών συνθηκών των εμπλεκομένων προσώπων που συσχετίστηκαν με την επιλογή χρήσης της μεθόδου, κατά πόσο ανατρέχουν στο χρόνο και στο γεγονός της παρένθετης μητρότητας, και με ποιο τρόπο και κατά πόσο μπορεί να οδηγήσουν στην εκδήλωση παραβατικής ή αντικοινωνικής συμπεριφοράς.

(γ) Οι σχέσεις των κατά νόμων γονέων με τα παιδιά εκ παρένθετης μητρότητας

Υπάρχουν έρευνες που επικεντρώθηκαν στην εφαρμογή άλλων μεθόδων Ι.Υ.Α. και οι οποίες δεν έδειξαν αρνητική επίδραση στη διαμόρφωση των οικογενειακών σχέσεων. Οι μητέρες που συνέλαβαν τα παιδιά τους με τη χρήση άλλων μεθόδων Ι.Υ.Α. και σχετίζονται μαζί τους γενετικά έχουν γενικά καλές σχέσεις μαζί τους (Golompok, 2002· McMahon, Ungerer, Beaurepaire, Tennant, & Saunders, 1995· van Balen, 1998), δηλαδή το γεγονός της ιατρικής υποβοήθησης της σύλληψης δεν είναι από μόνο του παράγοντας συναφής με τη διαμόρφωση κάποιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς, σχέσης ή κατάστασης. Εκεί όπου είχαν εντοπιστεί ορισμένες διαφορές σε σχέση με τις περιπτώσεις σύλληψης με φυσικό τρόπο αυτές οι διαφορές αντανακλούσαν κυρίως τα υψηλότερα επίπεδα άγχους στις μητέρες που συνέλαβαν μέσω Ι.Υ.Α., ιδίως στα στάδια της βρεφικής και προσχολικής ηλικία των παιδιών, ήταν πιο προστατευτικές ή υπερπροστατευτικές (Hahn & DiPietro, 2001· Weaver, Clifford, Gordon, Hay, & Robinson, 1993) ή πιο περιοριστικές της αυτονομίας των παιδιών τους, πιο αυστηρές (Colpin, Demyttenaere, & Vandemeulebroecke, 1995) ή θεωρούσαν τα παιδιά τους πιο ευάλωτα, ευαίσθητα ή ιδιαίτερα (Gibson, Ungerer, Tennant, & Saunders, 2000), κάποιες και τους εαυτούς τους λιγότερο αποτελεσματικές στο μητρικό ρόλο (McMahon, Ungerer, Tennant, & Saunders, 1997). Σε κάποιες περιπτώσεις οι γονείς παιδιών που προέκυψαν κατόπιν εφαρμογής άλλων μεθόδων Ι.Υ.Α. έδειξαν πιο συναισθηματικά δεμένοι με τα παιδιά τους, να έχουν καλύτερα επίπεδα συναισθηματικής επικοινωνίας ή να είναι πιο εκφραστικοί στα συναισθήματά τους και να εμπλέκονται περισσότερο στα ζητήματά τους και στα πρώτα χρόνια της σχολικής τους ζωή (Weaver et al., 1993· van Balen, 1996· Golombok, Brewaeys, Cook, Giavazzi, Crosignani, & Dexeus, 1996· Golombok, Cook, Bish, & Murray, 1995), ενώ κατά την εφηβεία, παρόλο που υπήρξε λιγότερη συναισθηματική εκδηλωτικότητα και εμπλοκή, οι σχέσεις των εν λόγω γονέων με τα παιδιά τους ήταν σε καλά επίπεδα. Μπορεί να θεμελιώνεται κατά κάποιο τρόπο η σκέψη ότι όταν πρόκειται για γονείς που θέλησαν και επεδίωξαν να γίνουν να γονείς, δυσκολεύτηκαν να το επιτύχουν αλλά μπήκαν στη διαδικασία πιο συνειδητοποιημένα ή πιο έτοιμοι από ότι ένα ποσοστό ζευγαριών που καθίστανται γονείς επειδή αυτό συμβαίνει σε ανυποψίαστο χρόνο. Ωστόσο, πρόκειται για ευρήματα που δεν συνηγορούν κατηγορηματικά ότι οι γονείς που συλλαμβάνουν με φυσικό τρόπο δεν είναι συναισθηματικά εκδηλωτικοί ή αυστηροί ή ότι δεν έχουν αυξημένη εμπλοκή στα θέματα των παιδιών τους. Μερικές φορές και η ίδια η διαδικασία της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής μπορεί να ενδυναμώσει την επιθυμία απόκτησης παιδιού, ειδικά μετά από κάποια αποτυχημένη προσπάθεια (Boivin, Takefman, Tulandi, & Brender, 1995· Leiblum, Kemmann, & Lane, 1987) ή και να διασφαλίζει ότι οι γονείς που εμπλέκονται σε αυτήν δεν έχουν ούτως ή άλλως ψυχολογικά προβλήματα, επομένως συγκριτικά με τυχαία πληθυσμιακά δείγματα που έχουν τεκνοποιήσει χωρίς προηγούμενο ψυχολογικό έλεγχο, μπορεί να οδηγεί στα προαναφερόμενα αποτελέσματα.

Λιγότερες είναι οι έρευνες για την διαμόρφωση των οικογενειακών σχέσεων στις περιπτώσεις όπου γίνεται χρήση δανεικών γαμετών, ωστόσο οι μέχρι σήμερα υφιστάμενες δεν ενδεικνύουν ότι η έλλειψη γενετικού συνδέσμου με τους κοινωνικούς γονείς επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα της σχέσης με το παιδί (Golombok et al., 1995, 1996· Golombok, Brewaeys, et al., 2002· Golombok, MacCallum, Goodman, & Rutter, 2002· Golombok, Murray, Brinsden, & Abdalla, 1999· Raoul-Duval, Bertrand-Servais, Letur-Konirsch, & Frydman, 1994· Soderstrom-Antilla, Sajaneimi, Tiitinen, & Hovatta, 1998), ενώ δεν υπάρχουν επαρκή ευρήματα για όλες τις ηλικιακές περιόδους της ζωής του παιδιού. Βέβαια, η ανωνυμία που διέπει τη δωρεά γαμετών έχει κεντρίσει το ερευνητικό ενδιαφέρον (Baran & Pannor, 1993· Daniels & Taylor, 1993· Landau, 1998· McWhinnie, 2001· Snowden, 1990). Φαίνεται ότι το ποσοστό των γονέων που ενημερώνουν το παιδί για τη γενετική του προέλευση δεν είναι μεγάλο (Brewaeys, 1996, 2001), παρόλα τα θεωρητικά πλάνα, ενώ δεν έχει μέχρι σήμερα αποκλειστεί η αντιμετώπιση δυσκολιών κατά τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει γνωστή γενετική προέλευση (Turner & Coyle, 2000).

Στην περίπτωση της παρένθετης μητρότητας, ενώ μπορεί να προβλεφθεί, στη βάση των προαναφερθέντων ερευνών, ότι, και πάλι, το γεγονός της υποκατάστασης ως προς τη διαδικασία της κύησης αφεαυτό ή σε ορισμένες περιπτώσεις και η έλλειψη γενετικού συνδέσμου με τους κοινωνικούς γονείς δεν επηρεάζουν την ποιότητα της σχέσης των κοινωνικών γονένων με το παιδί, η διαφορά στην παρένθετη μητρότητα είναι ότι στη διαδικασία εμπλέκεται και ένα τρίτο άτομο, η παρένθετη μητέρα, που είναι επώνυμο, γνωστό πρόσωπο και ενδεχομένως να έχει και διαρκέστερη παρουσία στη ζωή της οικογένειας που θα δημιουργηθεί. Συχνά γίνεται σύγκριση με την λογοτεχνία που υπάρχει σε σχέση με την υιοθεσία, ωστόσο, δεν είναι ασφαλής ο δανεισμός των ευρημάτων για να βασίσει την παρακολούθηση ή την παροχή συμβουλής στις περιπτώσεις της παρένθετης μητρότητας (Ciccarelli & Beckman, 2005· Hughes, 1990).

Έπειτα, ίσως και λόγω των ευρημάτων στις έρευνες που αφορούν την εφαρμογή άλλων μεθόδων Ι.Υ.Α η μέχρι σήμερα ψυχολογική έρευνα, σε σχέση με την παρένθετη μητρότητα, καθαρά κλινικής προέλευσης και προερχόμενη κυρίως από τον βρετανικό και αμερικανικό χώρο, εστιάζει περισσότερο στα κίνητρα, την εμπειρία και την ψυχική υγεία της παρένθετης μητέρας στο βίωμα αυτής της διαδικασίας (van den Akker, 2005· Jadva et al., 2013). Δεν έχει δοθεί ιδιαίτερη ερευνητική σημασία στο γεγονός της υποκατάστασης σε σχέση με τη σχέση μεταξύ κοινωνικών γονέων και παιδιού ή και τη διαμόρφωση της ψυχολογίας του παιδιού στη γνώση ότι για την κύησή του υπήρξε υποκατάσταση ή υποκατάσταση και άγνωστη γενετική καταγωγή στην περίπτωση χρησιμοποίησης και δανεικών γαμετών. Οι Jadva, Blake, Casey και Colompok (2012) ερευνώντας πολύ μικρό δείγμα παιδιών προεφηβικής ηλικίας, διαπίστωσαν μεταξύ άλλων ότι στην περίπτωση της παρένθετης μητρότητας η γνώση των παιδιών για το γεγονός της υποκατάστασης αντιμετωπίστηκε θετικά από τα παιδιά που το πληροφορήθηκαν, δηλαδή χωρίς αρνητικό αντίκτυπο, ήδη από την ηλικία των 7 ετών. Ωστόσο, δεν παύει να είναι ένα σημείο που θα πρέπει να απασχολεί βαθύτερα και τον τομέα των δικαιωμάτων του παιδιού, δηλαδή το δικαίωμά του να γνωρίζει για το πώς προέκυψε ή αναφορικά με τη γενετική του καταγωγή σε συνάρτηση με τις τάσεις ανακοίνωσης σε αυτό αυτής της ιστορικής προσωπικής αλήθειας. Είναι ένα ζήτημα που δεν περιορίζεται μόνο στην εφαρμογή της παρένθετης μητρότητας, αλλά ευρύτερα, εκτείνεται στον ίδιο τον θεσμό της δωρεάς γαμετών (Blake, Casey, Jadva, & Golombok, 2014) και δεν περιορίζεται στο ζήτημα της κατανόησης από μέρους του παιδιού της σχετικής ανακοίνωσης, αλλά της διαχείρισης της πληροφορίας ενόσω αναπτύσσεται και υπό διαφορετικές περιστάσεις.

Κάποιες υποθέσεις μπορούν να βασιστούν στα ευρήματα ότι το υψηλό ποσοστό άγχους και κατάθλιψης των γονέων καθώς και οι συγκρούσεις του ζευγαριού εντός γάμου είναι παράγοντες κινδύνου για τον επηρεασμό της ποιότητας της γονεϊκής φροντίδας και κατά συνέπεια της σχέσης γονέων και παιδιών (Downey & Coyne, 1990· Cummings & Davies, 1994· Grych & Fincham, 1990· Harold & Conger, 1997· Zahn-Waxler, Duggal, & Gruber, 2002) ή ότι η συμπεριφορά των παιδιών έναντι στους γονείς τους επηρεάζει τη συμπεριφορά των γονέων έναντι στα παιδιά τους (Bell, 1968· Collins, Maccoby, Steinberg, Hetherington, & Bornstein, 2000) ή ότι η σχέση των βρεφών με τις μητέρες τους επηρεάζεται και από τον βαθμό αυτοπεποίθησης των τελευταίων σε σχέση με τις ικανότητές τους ή την έλλειψη νευρικότητας (Putnam, Sanson, & Rothbart, 2002· Van den Boom & Hoeksma, 1994· Teti & Gelfand, 1991). Κάποιες έρευνες έδειξαν ότι η σχέση των γονέων με τα παιδιά τους μέχρι και 2 χρόνια μετά τον τοκετό δεν επηρεάζεται από το γεγονός της υποκατάστασης (Serafini, 2001) και ότι οι γονείς έχουν ως στόχο να αναφέρουν στα παιδιά τους, σε κατάλληλη ηλικία, για το γεγονός αυτό, καθώς και να διατηρήσουν σχέσεις με τις υποκατάστατες μητέρες, παρόλο το φόβο περί εμπλοκής των τελευταίων στον τρόπο ανατροφής των παιδιών και επηρεασμού των γονεϊκών σχέσεων με τα παιδιά τους (Blyth, 1995). Είναι σαφώς και η έρευνα των Golompok, Murray, Jadva, McCallum και Lycett (2004), που επαληθεύουν ότι το γεγονός της υποκατάστασης δεν επηρεάζει τη γονεϊκή σχέση και οι διαφορές που εντοπίζονται σε σχέση με τους γονείς που συλλαμβάνουν με φυσικό τρόπο τα παιδιά τους ή σε σχέση με τους γονείς που συλλαμβάνουν με τη χρήση άλλων μεθόδων Ι.Υ.Α. (που τείνουν προς το φυσιολογικό με αναφορά στον βαθμό ένταξής τους στην κοινωνική πραγματικότητα) μόνο θετικές μπορεί να είναι, τουλάχιστον μέχρι τον 1ο χρόνο ηλικίας των παιδιών, που είχαν ερευνήσει. Οι ίδιοι ερευνητές (Golompok et al, 2004) δεν εντόπισαν αλλαγή συναφή με την ύπαρξη ή απουσία γενετικού συνδέσμου. Ενδείξεις συναισθηματικής υπερμπλοκής ή υπερπροστατευτικότητας που παρουσίαστηκαν και σε άλλες έρευνες δεν έχουν παθολογική σημασία και οι εξηγήσεις αναφορικά με αυτές ποικίλουν.

Επίλογος

Η παρένθετη μητρότητα είναι διαχρονικά μια πολύπλοκη διαδικασία, νομικά και ψυχολογικά που δεν λογίζεται ανάμεσα στις δημοφιλείς μεθόδους αντιμετώπισης της υπογονιμότητας ενός ζευγαριού (van den Akker, 2007), παρόλο που γίνεται αρχίζει σιγά σιγά να εμπεδώνεται στην σύγχρονη εποχή (Crawshaw, Blyth & van de Akker, 2012). Η επισήμανση της ανάγκης για εμπειρική έρευνα συνοδεύεται από την θετική εκτίμηση ή ελπίδα ότι η νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος και ο έλεγχος από το Συμβούλιο, θα επιτρέψουν και θα ενεργοποιήσουν ελεγχόμενες ερευνητικές διαδικασίες.

———————————

Βιβλιογραφία / Αρθρογραφία

American Society for Reproductive Medicine. (2012). Third-party reproduction: a guide for patients. Διαθέσιμο:

http://www.reproductivefacts.org/uploadedFiles/ASRM_Content/Resources/Patient_Resources/Fact_Sheets_and_Info_Booklets/thirdparty.pdf

Anderson, L., Snelling, J. & Tomlins-Jahnke, H. (2012). The practice of surrogacy in New Zealand. Australian New Zealand Journal of Obstetric Gynaecology, 52, 253-257.

Appleton, T. (2001). Surrogacy. Current Obstetrics & Gynaecology, 11, 256-257.

Balen, A. H. & Hayden, C. A. (1998). British Fertility Society survey of all licensed clinics that perform surrogacy in the UK. Human Fertility, 1, 6-9.

Baran, A., & Pannor, R. (1993). Lethal secrets (2nd ed.). New York: Amistad.

Baslington, Η. (2002). The social organization of surrogacy: relinquishing a baby and the role of payment in the psychological detachment process. Journal of Health Psychology, 7, 57-71.

Bell, R. Q. (1968). A reinterpretation of the direction of effects in studies of socialization. Psychological Review, 75, 81–95.

Berend, Z. (2010). Surrogate losses: understanding of pregnancy loss and assisted reproduction among surrogate mothers. Medical Anthropology Quarterly, 24, 240-262.

Berend, Z. (2012). The romance of surrogacy. Sociological Forum, 27, 913-936.

Bernstein, G. (2013). Unintended consequences: prohibitions on gamete donor anonymity and the fragile practice of surrogacy. Indiana Health Law Review, 10, 291-324.

Blake, L., Casey, P., Jadva, V., & Golombok, S. (2014). ‘I Was Quite Amazed’: Donor Conception and Parent–Child Relationships from the Child’s Perspective. Children and Society, 28, 425-437.

Blyth, E (1994). “I wanted to be interesting. I wanted to be able to say ‘I’ve done something interesting with my life’: interviews with surrogate mothers in Britain. Journal of the Society for Reproduction and Infant Psychology, 12, 189-198.

Blyth, E. (1995). “Not a primrose path”: Commissioning parents’ experiences of surrogacy arrangements in Britain. Journal of Reproductive and Infant Psychology, 13, 185–196.

Boivin, J., Takefman, J. E., Tulandi, T., & Brender, W. (1995). Reactions to infertility based on extent of treatment failure. Fertility and Sterility, 63, 801–807.

Braveman, A. & Corson, S. (1992).  Characteristics of participants in a gestational carrier program. Journal of Assisted Reproduction and Genetics, 9, 353-357.

Brazier, M., Campbell, A. & Colombok, S. (1998). Review for health ministers of current arrangements for payments and regulation. Department of Health, London, Consultation Document.

Brewaeys, A. (1996). Donor insemination: The impact on family and child development. Journal of Psychosomatic Obstetrics and Gynecology, 17, 1–13.

Brewaeys, A. (2001). Review: Parent–child relationships and child development in donor insemination families. Human Reproduction Update, 7, 38–46.

Ciccarelli, J. (1997). The surrogate mother: a post-birth follow-up study (unpublished doctoral dissertation). California School of Professional Psychology: Los Angeles.

Ciccarelli, J., & Beckman, L. J. (2005). Navigating rough waters: an overview of psychological aspects of surrogacy. Journal of Social Issues, 61, 21-43.

Collins, W. A., Maccoby, E. E., Steinberg, L., Hetherington, E. M., & Bornstein, M. H. (2000). Contemporary research on parenting: The case for nature and nurture. American Psychologist, 55, 218–232.

Colpin, H., Demyttenaere, K., & Vandemeulebroecke, L. (1995). New reproductive technology and the family: The parent–child relationship following in vitro fertilization. Journal of Child Psychology and Psychiatry and Allied Disciplines, 36, 1429–1441.

Crawshaw, M., Blyth, E. & van de Akker, O. (2012). The changing profile of surrogacy in the UK – Implications for national and international policy and practice. Journal of Social Welfare Family Law, 34, 267-277.

Cummings, E. M., & Davies, P. T. (1994). Maternal depression and child development. Journal of Child Psychology and Psychiatry and Allied Disciplines, 35, 73–112.

Daniels, K., & Taylor, K. (1993). Secrecy and openness in donor insemination. Politics and Life Sciences, 12, 155–170.

Downey, G., & Coyne, J. C. (1990). Children of depressed parents: An integrative review. Psychological Bulletin, 108, 50–76.

Edelman, R. J. (2004). Surrogacy: the psychological issues. Journal of the Society for Reproduction and Infant Psychology, 22, 123-136.

Einwohner, J. (1989). Who becomes a surrogate: Personality characteristics. Στο: J. Offerman-Zuckerberg (Εκδ.), Gender in transition: A new frontier (σελ. 123-132). New York: Plenum.

FIGO Committee Report (2008). FIGO Committee Report: surrogacy. International Journal of Gynecology & Obstetrics, 102, 312-313.

Fischer, S., and Gillman, I. (1991). Surrogate motherhood: Attachment, attitudes and social support. Psychiatry, 54, 13-20.

Fisher, A. M. (2013). The journey of gestational surrogacy: religion, spirituality and assisted reproductive technologies. International Journal of Children’s Spirituality, July 2013, 1-12.

Gibson, F. L., Ungerer, J. A., Tennant, C. C., & Saunders, D. M. (2000). Parental adjustment and attitudes to parenting after in vitro fertilization. Fertility and Sterility, 73, 565–574.

Golompok, S. (2002). Parenting and contemporary technologies. Στο: M. H. Bornstein (Εκδ.), Handbook of parenting, (Τεύχος 3, σελ. 339–360). Mahwah, NJ: Erlbaum.

Golombok, S., Brewaeys, A., Giavazzi, M. T., Guerra, D., MacCallum, F., & Rust, J. (2002). The European Study of Assisted Reproduction Families: The transition to adolescence. Human Reproduction, 17, 830–840.

Golombok, S., Cook, R., Bish, A., & Murray, C. (1995). Families created by the new reproductive technologies: Quality of parenting and social and emotional development of the children. Child Development, 66, 285–298.

Golombok, S., Brewaeys, A., Cook, R., Giavazzi, M. T., Crosignani, P. G., & Dexeus, S. (1996). The European Study of Assisted Reproduction Families: Family functioning and child development. Human Reproduction, 11, 2324–2331.

Golombok, S., Murray, C., Brinsden, P., & Abdalla, H. (1999). Social versus biological parenting: Family functioning and the socioemotional development of children conceived by egg or sperm donation. Journal of Child Psychology and Psychiatry and Allied Disciplines, 40, 519–527.

Golompok, S., Murray, C., Jadva, V., McCallum, F. & Lycett, E. (2004) Families Created Through Surrogacy Arrangements: Parent–Child Relationships in the 1st Year of Life, Developmental Psychology, 40, 400–411.

Grych, J. H., & Fincham, F. D. (1990). Marital conflict and children’s adjustment: A cognitive–contextual framework. Psychological Bulletin, 108, 267–290.

Hahn, C., & DiPietro, J. A. (2001). In vitro fertilization and the family: Quality of parenting, family functioning, and child psychosocial adjustment. Developmental Psychology, 32, 37–48.

Hanafin, H. (1984). The surrogate mother: An exploratory study. (Doctoral dissertation, California School of Professional Psychology.) Dissertation Abstracts International, 45(10-B), 3335-3336.

Harold, G. T., & Conger, R. D. (1997). Marital conflict and adolescent distress: The role of adolescent awareness. Child Development, 68, 333–350.

Hohman, M. & Hagan, C. (2001). Satisfaction with surrogate mothering. Journal of Human Behavior in the Social Environment, 4, 61-84.

Hughes, N. J. (1990). Some characteristics of couples selecting different methods of assisted parenthood. Unpublished doctoral dissertation, University of Kansas.

Imrie, S. & Jadva, V. (2014). The long-term experiences of surrogates: relationships and contact with surrogacy families in genetic and gestational surrogacy arrangements. Reproductive BioMedicine Online, 29, 424-435.

Jadva, V., Murray, C., Lycett, E., MacCallum, F. & Golombok, S. (2003). Surrogacy: the experiences of surrogate mothers. Human Reproduction, 18, 2196-2204.

Jadva, V., Blake, L., Casey, P. & Golombok, S. (2012). Surrogacy families 10 years on: relationship with the surrogate, decisions over disclosure and children’s understanding of their surrogacy origins. Human Reproduction, 27, 3008-3014.

Jadva, V. & Imrie, S. (2013). Children of surrogate mothers: psychological well-being, bamily relationships and experiences of surrogacy. Human Reproduction, 29, 90-96.

Jadva, V., Imrie, S., & Golompok, S. (2015). Surrogate mothers 10 years on: a longitudinal study of psychological well-being and relationships with the parents and child. Human Reproduction, 30, 373-379.

Kleinpeter, C. B. (2002). Surrogacy: The parents’ story. Psychological Reports, 91, 135-145.

Kleinpeter, C. G., & Hohman, M. A. (2000). Surrogate motherhood: Personality traits and satisfaction with service providers. Psychological Reports, 87, 957-970.

Landau, R. (1998). Secrecy, anonymity, and deception in donor insemination: A genetic, psycho-social and ethical critique. Social Work and Health Care, 28, 75–89.

Leiblum, S. R., Kemmann, E., & Lane, M. K. (1987). The psychological concomitants of in vitro fertilization. Journal of Psychosomatic Obstetrics and Gynecology, 6, 165–178.

Lorenceau, E. S., Mazzucca, L., Tisseron, S., & Pizitz, T. D. (2015). A cross-cultural study on surrogate mother’s empathy and maternal–foetal attachment. Women & Birth 28, 154-159.

MacCallum, F., Lycett, E., Murray, C., Jadva, V. & Golombok, S. (2003). Surrogacy: the experience of commissioning couples. Human Reproduction, 18, 1334-1342.

McMahon, C. A., Ungerer, J. A., Beaurepaire, J., Tennant, C., & Saunders, D. (1995). Psychosocial outcomes for parents and children after in vitro fertilization: A review. Journal of Reproductive and Infant Psychology, 13, 1–16.

McMahon, C. A., Ungerer, J. A., Tennant, C., & Saunders, D. (1997). Psychosocial adjustment and the quality of the mother–child relationship at four months postpartum after conception by in vitro fertilization. Fertility and Sterility, 68, 492–500.

McWhinnie, A. (2001). Gamete donation and anonymity: Should offspring from donated gametes continue to be denied knowledge of their origins and antecedents? Human Reproduction, 16, 807–817.

Migdal, K. L. (1989). An exploratory, study of women’s attitudes after completion of a surrogate mother program. Dissertation Abstracts International, 49(12-A, Μέρος 1), 3628-3629.

Parker, P. J. (1983). Motivation of surrogate mothers: Initial findings. American Journal of Psychiatry, 140, 117-119.

Pizitz, T. D., McCullaugh, J., Rabin, A. (2013). Do women who choose to become surrogate mothers have different psychological profiles compared to a normative female sample? Women Birth, 26, e15-e20.

Preisinger, M. A. (1998). Surrogate mother, A phenomenological naming of who she is: Personal story, mythology and dance. (Doctoral dissertation, Pacifica Graduate Institute.) Dissertation Abstracts International, 59 (9-B), 5137.

Putnam, S. P., Sanson, A. V., & Rothbart, M. K. (2002). Child temperament and parenting. In M. H. Bornstein (Ed.), Handbook of parenting (Vol. 1, pp. 255–277). Mahwah, NJ: Erlbaum.

Ragoné, H. (1994). Surrogate motherhood: Conception in the heart. Boulder: Westview Press.

Ragoné, H. (1996). Chasing the blood tie: surrogate mother, adoptive mothers and fathers. American Ethnologist, 23, 352-365.

Raoul-Duval, A., Bertrand-Servais, M., Letur-Konirsch, H., & Frydman, R. (1994). Psychological follow-up of children born after in-vitro fertilization. Human Reproduction, 9, 1097–1101.

Resnick, R. F. (1990). Surrogate mothers: The relationship between early attachment and the relinquishing of a child. Dissertation Abstracts International, 51(3 -B), 1511-1512.

Roberts, E. (1998). ‘Native’ narratives of connectedness: surrogate motherhood and technology. Στο: R. Davis-Floyd, J. Dumit (Εκδ.) Cyborg Babies: From Techno-sex to Techno-tots (σελ.193-211). London: Routledge.

Serafini, P. (2001). Outcome and follow-up of children born after in vitro fertilization-surrogacy (IVF-surrogacy). Human Reproduction Update, 7, 23–27.

Snowden, R. (1990). The family and artificial reproduction. In E. A. Bromham (Ed.), Philosophical ethics in reproductive medicine. Manchester, England: Manchester University Press.

Soderstrom-Antilla, V., Sajaneimi, N., Tiitinen, A., & Hovatta, O. (1998). Health and development of children born after oocyte donation compared with that of those born after in-vitro fertilization, and parents’ attitudes regarding secrecy. Human Reproduction, 13, 2009–2015.

Teman, E. (2010). Birthing a mother: The surrogate body and the pregnant self. Princeton: Princeton University Press.

Teti, D. M., & Gelfand, D. M. (1991). Behavioral competence among mothers of infants in the first year: The mediational role of maternal self-efficacy. Child Development, 62, 918–929.

Trowse, P. (2011). Surrogacy: is it harder to relinquish genes? Journal of Law and Medicine, 18, 614-633.

Turner, A. J., & Coyle, A. (2000). What does it mean to be a donor offspring? The identity experiences of adults conceived by donor insemination and the implications for counselling and therapy. Human Reproduction, 15, 2041–2051.

Van Balen, F. (1996). Child-rearing following in vitro fertilization. Journal of Child Psychology and Psychiatry and Allied Disciplines, 37, 687–693.

Van Balen, F. (1998). Development of IVF children. Developmental Review, 18, 30–46.

Van den Akker, O. (2003). Genetic and gestational surrogate mothers’ experience of surrogacy. Journal of the Society for Reproduction and Infant Psychology, 21, 145-161.

Van den Akker, O. (2005). A longitudinal pre-pregnancy to post-delivery comparison of genetic and gestational surrogate and intended mothers: confidence gynecology. The Journal of Psychosomatic Obstetrics and Gynecology  26, 277-284.

Van den Akker, O. (2007). Psychosocial aspects of surrogate motherhood. Human Reproduction, 13, 53–62.

Van den Boom, D. C., & Hoeksma, J. B. (1994). The effect of infant irritability on mother–infant interaction: A growth-curve analysis. Developmental Psychology, 30, 581–590.

Weaver, S. M., Clifford, E., Gordon, A. G., Hay, D. M., & Robinson, J. (1993). A follow-up study of “successful” IVF/GIFT couples: Social–emotional well-being and adjustment to parenthood. Journal of Psychosomatic Obstetrics and Gynecology, 14, 5–16.

Zahn-Waxler, C., Duggal, S., & Gruber, R. (2002). Parental psychopathology. Στο: M. H. Bornstein (Εκδ.), Handbook of parenting (Τεύχος 4, σελ. 295–327). Mahwah, NJ: Erlbaum.

Advertisements

One thought on “Παρένθετη μητρότητα: Διαδικασία, νομικό αποτέλεσμα και ζητήματα νομικής ψυχολογίας

  1. Παράθεμα: Παρένθετη Μητρότητα: Ένα «εριζόμενο» δικαίωμα που προκαλεί διεθνή νομοθετική αμηχανία » Power Politics

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s