Χαμένοι στη μετάφραση

Friendly-Planet-Travel-Friday-Friendly-Funny-Una-Flambe

Μετά τη χθεσινή απόφαση του Δ.Ε.Ε. στην Alpha Bank Cyprus Ltd v Senh Dau Si, C-159/13, ECLI:EU:C:2015:33 (στο εξής «η C-159/13») δεν είναι με ιδιαίτερη έκπληξη που αντικρίζει, κανείς, βαρύγδουπα δημοσιεύματα στον ημερήσιο κυπριακό τύπο περί υποτιθέμενης «δικαίωσης» των «βρετανών αγοραστών ακινήτων». Είναι και αυτό μέσα στο πλαίσιο της επίπλαστης θριαμβολογίας, που αρέσκεται στο να διασκεδάζει τις δημόσιες εντυπώσεις.

Η πρώτη σκληρή αλήθεια είναι ότι δεν «δικαιώθηκε» οποιοσδήποτε. Όχι απλά γιατί η διαδικασία στο Δ.Ε.Ε. ήταν διαδικασία προδικαστικής παραπομπής, που ενεργοποίησε το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου. Οι χρεώστες εναγόμενοι, από τη μια, ζητούσαν και ζητούν ακόμα την ακύρωση των διενεργούμενων επιδόσεων σε αυτούς εκτός δικαιοδοσίας (γενικά την εκθεμελίωση της όλης διαδικασίας, και ακόμα την δια μαγείας εξαφάνιση των χρεών τους, αν είναι κι αυτό δυνατόν) και το Δ.Ε.Ε. ήρθε και είπε ότι η παράλειψη χρήσης του εντύπου της βεβαίωσης του άρθρου 8 παρ. 1 του Κανονισμού (Ε.Ε.) 1393/07, που εμφαίνεται στο Παράρτημα ΙΙ του Κανονισμού, δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της διαδικασίας της επίδοσης, η ακύρωση της οποίας θα ήταν ενάντια στο πνεύμα του ίδιου του Κανονισμού. Από την άλλη, οι πιστωτές έλεγαν πως δεν θα έπρεπε να γίνει χρήση του εντύπου αυτού, εφόσον υπήρχε μετάφραση, αλλά και σε περίπτωση που θα διαπιστώνονταν παρατυπία, λόγω τέτοιας παράλειψης, πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, και το Δ.Ε.Ε. ήρθε και είπε πως πρέπει να χρησιμοποιείται σε κάθε περίπτωση η εν λόγω βεβαίωση, αλλά η μη χρήση της, όντως, αποτελεί θεραπεύσιμη παράλειψη. Η δεύτερη σκληρή αλήθεια είναι ότι τα πράγματα περιπλέκονται κάπως περισσότερο από ό,τι, εάν αναγνώριζε το Δ.Ε.Ε. ως άκυρη τέτοια επίδοση, περίπτωση όπου τότε θα’ταν πολύ πιο σαφείς και οι διαθέσιμες κατευθύνσεις.

Όπως είχε αναφερθεί και στις σελίδες 182 – 186 του βιβλίου “Δικαιοδοσία και επίδοση Κλητηρίου Εντάλματος Αγωγής εκτός Κύπρου”, που εξέδωσαν η Εταιρεία Συνεχούς Επιμόρφωσης Νομικών Δημοσθένης και ο Δικηγορικός Σύλλογος Πάφου, δεν αναμενόταν η C-519/13 να ξεφύγει από το πνεύμα, τουλάχιστον, της Götz Leffler vBerlin Chemie AG., C-443/03, ECLI:EU:C:2005:665 και της  Ingenieurbüro Michael Weiss und Partner GbR v Industrieund Handelskammer Berlin, C-14/07, ECLI:EU:C:2008:264, μα και από τη γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα του Δ.Ε.Ε. που είχε αγγίξει εύστοχα το χάσμα των διαφόρων προσεγγίσεων, καθιστώντας τα πράγματα αρκετά προβλέψιμα και αναμενόμενα, από νομικής άποψης.

Ό,τι έκρινε, λοιπόν, το Δ.Ε.Ε. είναι ότι η υπηρεσία παραλαβής (στην προκειμένη περίπτωση ήταν η υπηρεσία παραλαβής της Αγγλίας) δεν μπορεί να έχει το περιθώριο εκτίμησης, εάν τα προς επίδοση έγγραφα συνοδεύονται από μετάφραση στη γλώσσα του κράτους-μέλους παράδοσης ή σε γλώσσα που κατανοεί ο εναγόμενος, αφενός, δεν έχουν την πρακτική δυνατότητα και τεχνογνωσία ελέγχου των μεταφράσεων (που μπορεί απλά να φαίνεται ότι υπάρχουν), αφετέρου δεν γνωρίζουν τις γλωσσικές ικανότητες του εναγομένου. Ο εναγόμενος, λοιπόν, θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να γνωρίζει ότι έχει δικαίωμα άρνησης της παραλαβής στη βάση των ζητημάτων της μετάφρασης, και να έχει διαθέσιμο μέσο, να ασκήσει το δικαίωμα άρνησης της παραλαβής στη βάση των ζητημάτων της μετάφρασης, ακόμα κι αν επί της ουσίας δεν μπορεί να το ασκήσει (γιατί υπάρχει μετάφραση ή κατανοεί τη γλώσσα των εγγράφων) ή εάν η άσκησή του θα λογίζονταν καταχρηστική. Η ύπαρξη της δυνατότητας αυτής ανάγεται σε δικαίωμά του, διακριτό από το ουσιαστικό δικαίωμά του για άρνηση. Αρμόδιο να αποφανθεί επί ζητημάτων διαφωνίας μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου, σε σχέση με τη μετάφραση, είναι το εθνικό δικαστήριο, που θα εξετάσει την περίπτωση με βαθμό εξατομίκευσης.

Το Δ.Ε.Ε. αναλύει περαιτέρω τις δύο πτυχές του άρθρου 8 παρ. 1., που, όπως αναφέρει, συνδέονται μεταξύ τους, πλην όμως είναι διακριτές, χωρίς βέβαια να παρουσιάζει με λεπτομέρεια όλο τον αλληλοσυσχετισμό τους. Αφενός, υπάρχει το ουσιαστικό δικαίωμα του παραλήπτη της πράξης να αρνηθεί να την παραλάβει, απλώς και μόνον επειδή δεν έχει καταρτιστεί ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα την οποία τεκμαίρεται ότι κατανοεί, και, αφετέρου, υπάρχει το δικαίωμά του να τύχει επίσημης γνωστοποίησης, από την υπηρεσία παραλαβής, για την ύπαρξη του εν λόγω δικαιώματος άρνησης. Σε κάθε περίπτωση, όπως ανέφερε, η άσκηση του δικαιώματος άρνησης, του ουσιαστικού δικαιώματος, προϋποθέτει ότι ο παραλήπτης της πράξης έχει επαρκώς ενημερωθεί, εκ των προτέρων και εγγράφως, για την ύπαρξη του δικαιώματός του. Εξ ου και η υποχρέωση της υπηρεσίας παραλαβής να προβεί στην γνωστοποίηση, με την επίδοση της εν λόγω βεβαίωσης.

service-rights

Η ταύτιση της παραλαβής της βεβαίωσης του άρθρου 8 παρ. 1 από τον παραλήπτη σε δικαίωμα του παραλήπτη να γνωρίζει για την ύπαρξη του δικαιώματος άρνησης, προκειμένου να το ασκήσει, μπορεί να ξενίζει κάποιους ή να δημιουργεί περαιτέρω ερωτηματικά, γιατί ο λόγος γίνεται, σε κάθε περίπτωση, για ένα δικαίωμα (δικαίωμα άρνησης) που προβλέπει ένας Κανονισμός με άμεση και ευθεία ισχύ. Επομένως, η βεβαίωση δεν μπορεί να λογίζεται ως μέσο άρσης κάποιας (εκλαμβανόμενης) κατά τα λοιπά δικαιολογημένης νομικής άγνοιας. Μπορεί εύκολα να παρασυρθεί και να διερωτηθεί, κανείς: δεν μπορεί να εκτυπώσει μόνος του ο παραλήπτης τη βεβαίωση του άρθρου 8 και να ασκήσει το δικαίωμά του, εάν το επιθυμεί; Γιατί να πρέπει ο ενάγων, ουσιαστικά, να ενημερώνει τον δικονομικό του αντίπαλο για τα δικαιώματά του; Ό,τι εξυπηρετεί η παράδοση της βεβαίωσης, εάν ειδωθεί απομονωμένα, είναι τι ακριβώς; Τη νομική πληροφόρηση (που ούτως ή άλλως απαιτείται γνώση σε σχέση με το περιεχόμενο του Κανονισμού) ή την πρακτική διευκόλυνση της άσκησης του εν λόγω δικαιώματος (εάν μπορεί να θεωρηθεί τέτοια, στη σύγχρονη εποχή) ή και τα δύο, και γιατί;

Και στη γνωστοποίηση κάποιας διοικητικής πράξης θα πρέπει να αναγράφεται το δικαίωμα και η προθεσμίας προσβολής της, όχι γιατί δεν προβλέπονται σε κάποιο συναφή νόμο ή ρύθμιση (και ο παραλήπτης μπορεί να γνωρίζει ότι μπορεί να προσβάλει την πράξη εντός ορισμένης προθεσμίας), αλλά στην ευρύτερη βάση της θεώρησης του παραλήπτη ορισμένων πράξεων, του διοικούμενου ή εν προκειμένω του εναγόμενου παραλήπτη εισαγωγικού της δίκης μέσου, ως ευάλωτου μέρους, στον οποίο η επιδιδόμενη πράξη, που ταυτίζεται και με πράξη άσκησης εξουσίας, «επιτίθεται». Έπειτα, και ένας ύποπτος για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, που συλλαμβάνεται από τις αστυνομικές αρχές, μπορεί να γνωρίζει τα δικαιώματά του καλύτερα από τον καθένα, αλλά θα πρέπει να πληροφορηθεί γι’αυτά και η πληροφόρησή του ανάγεται σε αυτοτελές δικαίωμά του. Η αφαίρεση του περιθωρίου εκτίμησης από το επιτιθέμενο μέρος είναι όλη η ουσία, το εργαλείο της δικονομικής εξισορρόπησης, σε εκείνο το στάδιο της γνωστοποίησης, και κατ’ επέκταση, της άσκησης μιας πράξης εξουσίας ή απλά μιας πράξης επίθεσης.

Η υποχρέωση γνωστοποίησης των δικαιωμάτων του εναγόμενου μπορεί, στην προκειμένη περίπτωση, να έπρεπε να γίνει από την υπηρεσία παραλαβής, αλλά θα πρέπει να γίνεται και στις περιπτώσεις που η επίδοση γίνεται με άλλο τρόπο, δυνάμει του ίδιου Κανονισμού, που προβλέπει κι άλλους τρόπους επίδοσης. Έπειτα, η αναφορά σε «πράξη εξουσίας» δεν είναι απόλυτη. Γιατί το όλο ζήτημα σχετίζεται μεν με την θεώρηση του εισαγωγικού της δίκης μέσου, του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής ή της ειδοποίησής του, ως πράξη εξουσίας, αλλά και πέρα από αυτό το πεπαλαιωμένο σχήμα, κυρίως, εκφράζει τη σύγχρονη μορφή της «καλής δικονομικής συμπεριφοράς» που κινείται σε ένα συναφές πρότυπο.

Μερικές φορές, η παράλειψη γνωστοποίησης της ύπαρξης δικαιωμάτων άμυνας (όποια κι αν είναι αυτά), μπορεί να επιδρά στο κύρος μιας πράξης αυτόματα, ανεξάρτητα από την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δ.Ε.Ε. απείχε από αυτή την αυτόματη τυπολατρική λογική και είναι και γι’ αυτό, μεταξύ άλλων, που οι εναγόμενοι ουσιαστικά δεν «δικαιώθηκαν».

Εάν δώσει, η υπηρεσία παραλαβής, αυτό το έντυπο της βεβαίωσης στον εναγόμενο, τότε του έδωσε, κατά το Δ.Ε.Ε., και τη δυνατότητα, πρακτικά, να ασκήσει το δικαίωμα άρνησης, και αυτή η επίδοση της βεβαίωσης είναι η «προϋπόθεση» άσκησης του δικαιώματος άρνησης παραλαβής για λόγους μετάφρασης. Μπορεί στην ίδια βάση, να διερωτηθεί, κανείς, εφόσον δεν δόθηκε τέτοια βεβαίωση σε κάποια περίπτωση, τυχόν ασκηθέν, από μέρους του εναγόμενου, δικαίωμα άρνησης για λόγους μετάφρασης, χωρίς να έχει συντρέξει η προαναφερόμενη «προϋπόθεση», είναι πρόωρο; Η «προϋπόθεση» που αναγνωρίζει το Δ.Ε.Ε. στο ρόλο της παραλαβής της βεβαίωσης του άρθρου 8 παρ. 1, παρόλο που είναι διαδικαστικής φύσης στο στάδιο της επίδοσής της, λόγω ή με την έννοια του απαιτούμενου τυπικού συστηματικού χαρακτήρα της επίδοσης της βεβαίωσης, ως προς τις έννομες συνέπειές της είναι ουσιαστικής φύσης, που πρέπει να συνδέεται με τη λογική συσχέτιση της δυνατότητας άσκησης του δικαιώματος άρνησης, σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση. Αυτή τελικά η ζωντάνια του ρυθμιστικού πλαισίου της διαδικασίας επίδοσης της βεβαίωσης, που δίνει τη δυνατότητα να ελίσσεται, η θεώρηση της ύπαρξης της βεβαίωσης, μεταξύ τυπικότητας (δικονομικής ανύψωσης και εξίσωσης) και ουσιαστικότητας έχει ενδιαφέρον, όπως και η όλη θεωρία του αυτοτελούς τυπικού δικαιώματος γνώσης του ουσιαστικού δικαιώματος.

Ειδικότερα, ενώ το Δ.Ε.Ε θέτει ως προϋπόθεση άσκησης του ουσιαστικού δικαιώματος την ενημέρωση του εναγομένου για την ύπαρξή του, δια της συστηματικής επίδοσης της εν λόγω βεβαίωσης, ως προς τις έννομες συνέπειες της μη ενημέρωσης (που δεν προβλέπονται από τον Κανονισμό, ούτε και συνάγεται από αλλού ότι δημιουργείται ακυρότητα), δημιουργεί ένα ενδιαφέρον πλαίσιο, ζωντανό, αλληλεπίδρασης των δύο πτυχών του άρθρου 8 παρ. 1. Αν ελλείπει μετάφραση σε γλώσσα την οποία κατανοεί ο εναγόμενος ή σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής, ήταν ο λόγος της προαναφερόμενης Lefler (βλ. ανωτέρω), ερμηνεύοντας τον προϋφιστάμενο Κανονισμό, ότι δεν επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας, αλλ’ αντιθέτως, ο αποστολέας μπορεί να θεραπεύσει την έλλειψη του απαιτούμενου εγγράφου, αποστέλλοντας την αιτούμενη μετάφραση. Η αρχή της Lefler καθιερώθηκε στον Κανονισμό 1393/2007 με το άρθρο 8, παρ. 3. Εάν υπάρχει, λοιπόν, θεραπεία, σε σχέση με την παράλειψη που αφορά στο ουσιαστικό δικαίωμα, ως εκ του ελάσσονος εις το μείζον, πώς μπορεί να μην υπάρχει θεραπεία, σε σχέση με την παράλειψη που αφορά στο μέσο άσκησης του ουσιαστικού δικαιώματος; Στον βαθμό που η παράλειψη κοινοποίησης του εν λόγω τυποποιημένου εντύπου και η άρνηση παραλαβής πράξης ελλείψει κατάλληλης μετάφρασης είναι στενά συνδεδεμένες, ώστε σε αμφότερες τις περιπτώσεις να θίγεται η άσκηση, από τον παραλήπτη της εν λόγω πράξης, του δικαιώματός του να αρνηθεί την παραλαβή της, μπορεί ευλόγως, είπε το Δ.Ε.Ε., να γίνει δεκτό ότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, επέρχονται όμοιες έννομες συνέπειες. Δηλαδή, δεν δημιουργείται λόγος ακυρότητας αλλά υπάρχει η δυνατότητα θεραπείας, με βάση την προβλεπόμενη, από τον Κανονισμό διαδικασία. Εάν αυτό το σκεπτικό διασύνδεσης οδηγεί σε μια λογική απάτη, είναι ζήτημα που κινείται, όντως, σε λεπτές ράγες διανόησης, που δεν πιστεύεται να θέλησε να προκαλέσει το Δ.Ε.Ε.

Χρήσιμη είναι και η διακήρυξη του Δ.Ε.Ε. ότι «εξάλλου, το να κηρυχθεί άκυρη είτε η προς επίδοση ή κοινοποίηση πράξη είτε η διαδικασία επιδόσεως ή κοινοποιήσεως δεν θα συμβάδιζε με τον σκοπό του κανονισμού 1393/2007, ο οποίος προβλέπει την άμεση, ταχεία και αποτελεσματική διαβίβαση, μεταξύ των κρατών μελών σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις».

Ως προς το πιο πρακτικό σκέλος, το Δ.Ε.Ε. αποφάσισε ότι απόκειται στην υπηρεσία παραλαβής να γνωστοποιήσει αμέσως στους παραλήπτες των πράξεων στις υποθέσεις που είναι επίδικες, της Alpha Bank Cyprus Public Co Ltd, ότι έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν την παραλαβή των πράξεων, διαβιβάζοντάς τους, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8, παρ. 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 1393/2007, το τυποποιημένο έντυπο του παραρτήματος II του κανονισμού αυτού. Σε περίπτωση που, μετά τη γνωστοποίηση αυτή, οι παραλήπτες κάνουν χρήση του δικαιώματός τους και αρνηθούν την παραλαβή, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί, εάν η άρνηση αυτή είναι δικαιολογημένη, λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων της συγκεκριμένης υπόθεσης.  Εάν το εθνικό δικαστήριο κρίνει βάσιμη την άρνηση παραλαβής και πάλι δεν ακυρώνεται η επίδοση, μα απαιτείται κοινοποίηση μεταφρασμένου κειμένου της πράξης στους παραλήπτες της, κατά το άρθρο 8, παρ. 3. (Κι αν δεν το πράξει η αρχή παραλαβής γίνεται τι; )

Βέβαια, σε πρακτικό επίπεδο, δεν επιλύνεται πλήρως το ζήτημα από το Δ.Ε.Ε. γιατί η προσέγγιση του Δ.Ε.Ε. (ως εκεί που προέκυψε το προδικαστικό ερώτημα) και γενικότερα η συγκεκριμένη δυνατότητα θεραπείας, μπορεί να θεωρήσει, κανείς, ότι υφίσταται σε ένα ανοιχτό πλαίσιο, όπου εκκρεμεί ακόμα η αγωγή και μετά τη θεραπεία, υποτίθεται ο εναγόμενος, θα έχει την επιλογή να ασκήσει κάποια δικαιώματα άμυνας για λόγους που αφορούν τη μετάφραση. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να υποθέσει, κανείς, ότι εφόσον δεν συντρέχει λόγος ακυρότητας της επίδοσης (άρα αυτή εξακολουθεί να υφίσταται, ενώ πάσχει και χρήζει θεραπείας), τα Κλητήρια Εντάλματα, που εάν ήταν ανεπίδοτα θα είχαν εκπνεύσει, θα πρέπει να θεωρούνται ότι, εφόσον είναι επιδομένα με αυτό τον (πάσχοντα) τρόπο, δεν έχουν εκπνεύσει. Κι αν έχει ασκήσει ήδη τα δικαιώματα άμυνάς του ο Εναγόμενος προβάλλοντας ή μη προβάλλοντας ζητήματα μετάφρασης; Δεν θα ήταν εκτός τόπου και χρόνου, αλλά και λογικής, να επιστρέψει, κανείς, πίσω για να τον ενημερώσει ότι είχε δικαίωμα να αρνηθεί την παραλαβή για λόγους που σχετίζονται με τη μετάφραση δίνοντάς του ένα έντυπο βεβαίωσης του άρθρου 8 παρ. 1; Βέβαια, το Δ.Ε.Ε. δεν ερωτήθηκε ή δεν απάντησε για το ζήτημα της αυτοθεραπείας, σε περίπτωση που ο Εναγόμενος έχει ήδη ασκήσει τα δικαιώματά του, μα άφησε να νοηθεί ότι παρά την υιοθέτηση αυτής της τυπικής διαδικασίας, δεν τυπολατρεί για να ξεφύγει από το όλο πνεύμα του Κανονισμού.

Έπειτα, τι γίνεται όταν έχει εκδοθεί ήδη δικαστική απόφαση στη βάση μιας τέτοιας διενεργηθείσας (μη άκυρης) επίδοσης, αλλά επίδοσης που πάσχει, κατά τον Κανονισμό, θίγεται το νομότυπο της και δημιουργείται εξουσία ex debito justitiae ή όχι; Υπάρχει δυνατότητα και λόγος θεραπείας της μη άκυρης επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης ή εκεί που δεν υπάρχει περιθώριο θεραπείας (της όχι άκυρης αλλά πάσχουσας επίδοσης) θα πρέπει να παραμεριστεί η δικαστική απόφαση, να ανοιχτεί το πλαίσιο της αγωγής, να θεραπευτεί η επίδοση, και τότε να δοθεί και δικαίωμα εμφάνισης στον εναγόμενο; Κι εάν ο εναγόμενος, επί της ουσίας, είχε τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματα άμυνάς του, να εμφανιστεί στη διαδικασία, και η παράλειψη εμφάνισής του δεν συνδέεται αιτιωδώς με την έλλειψη μετάφρασης ή ικανοποιητικής μετάφρασης ή γνωστοποίησης περί του δικαιώματός άρνησης παραλαβής, θα πρέπει να επωφεληθεί, και μάλιστα με βλάβη των δικαιωμάτων των εναγόντων ή, πέρα από την ενδεικνυόμενη λύση του Δ.Ε.Ε. για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις, που αφορούσε η κύρια δίκη στις προδικαστικές παραπομπές, είναι επιτακτική, στην τελευταία περίπτωση, η εμβάθυνση, αφενός στην προβαλλόμενη από το Δ.Ε.Ε. αλληλεπίδραση του ουσιαστικού δικαιώματος με το τυπικό δικαίωμα, αφετέρου στην επίκληση από το Δ.Ε.Ε. της ανάγκης ισορροπίας των δικαιωμάτων του ενάγοντος και αυτών του εναγομένου, θεωρούμενη στο σύνολό της; […] Κάπου εδώ ας μείνει ανοιχτός και ο προβληματισμός για την ώρα.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.