Αναγκαστική ενδοσυνοριακή παρένθετη μητρότητα και ιδιωτικό διεθνές δίκαιο

Ένα από τα πολλά ζητήματα που τέθηκαν στο 1ο Ιατρικό – Νομικό συνέδριο «Η ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή στην Κύπρο», που διεξήχθη στην Πάφο την 04/09/2015 και στο οποίο συζητήθηκε ο περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμος του 2015, Ν. 69(Ι)/2015 που ισχύει στην Κύπρο από την 15/05/2015 είναι και το εξής: Κατά πόσον ο περιορισμός της εφαρμογής της μεθόδου της παρένθετης μητρότητας σε άτομα που έχουν την κατοικία ή τη μόνιμη ή συνήθη διαμονή τους στην Κυπριακή Δημοκρατία δημιουργεί ανισότητα έναντι των πολιτών των άλλων κρατών ή κρατών-μελών και εάν, ως εκ τούτης, μπορεί να γίνει λόγος για παράβαση της αρχής της ισότητας, τέτοια που να ενδιαφέρει το συνταγματικό δίκαιο και το διεθνές ή ευρωπαϊκό δίκαιο.

Αντίρροποι οι κίνδυνοι

Ο περιορισμός στην ενδοσυνοριακή διευθέτηση είναι αλληλένδετος, ιστορικοκοινωνικά, με την απαγόρευση της εμπορικής παρένθετης μητρότητας, χωρίς να σημαίνει ότι η αλληλοσύνδεσή τους είναι και λογικά αναγκαία (ότι δεν μπορεί να υπάρξει ενδοσυνοριακή εμπορική διευθέτηση). Ήταν, όμως, βασικό επιχείρημα της διεθνούς τάσης για απαγόρευση της εμπορικής παρένθετης μητρότητας[1], ότι αυτή είχε οδηγήσει σε έξαρση της επιχειρηματικότητας των διασυνοριακών διευθετήσεων. Ενδεικτικά, ο εισαγόμενος στην Ινδία αναπαραγωγικός τουρισμός, είχε φτάσει να είναι μια επιχείρηση $400 = $500 εκατομμυρίων ετησίως[2]. Παρόμοια βάση βρίσκει και ο συνειρμός ότι η δυνατότητα υποκατάστασης σε εμπορική βάση (και διασυνοριακά, άρα σε αναπτυσσόμενες χώρες ή χώρες με μεγαλύτερα επίπεδα φτώχειας) μπορεί να συνδεθεί με μια σύγχρονη μορφή εκμετάλλευσης της γυναίκας και αναγκαστικής διακίνησής της στην αγορά, όπως μπορεί να συμβεί με την πορνεία ή την εμπορεία προσώπων ή οργάνων.

Οι κίνδυνοι είναι αντίρροποι. Η βάση μιας τέτοιας απαγόρευσης, μεταξύ των λοιπών απαγορεύσεων, μπορεί να μην λαμβάνει επαρκώς υπόψη της τον αντίστοιχο κίνδυνο, σε περίπτωση έλλειψης δυνατότητας ελεύθερης χρήσης της μεθόδου ενδοσυνοριακά, χωρίς περιττές προϋποθέσεις, ένα υπογόνιμο ζευγάρι Κυπρίων, να αναγκάζεται να μεταβεί το ίδιο στο εξωτερικό για να εφαρμόσει τη μέθοδο. Όπως συμβαίνει με αρκετούς Γάλλους, που μεταβαίνουν από τη Γαλλία στην Ουκρανία ή στην Ινδία για την εφαρμογή της μεθόδου. Μεταξύ των κινδύνων που διατρέχει ένα ζευγάρι όταν ξενιτεύεται για να εφαρμόσει μια τέτοια μέθοδο είναι να υποστεί οικονομική εκμετάλλευση χωρίς επαρκείς δυνατότητες άμυνας, να δυσκολευτεί να βρει κατάλληλο μέρος για την εφαρμογή της μεθόδου, ελλείψει σχετικής πληροφόρησης, να είναι περιορισμένη η δυνατότητα του να ελέγξει την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρουν τα διάφορα κέντρα άλλων χωρών, να μην λάβει επαρκείς ιατρικές συμβουλές στο κράτος προορισμού, λόγω και των γλωσσικών διαφορών, να στερείται της αναγκαίας ψυχολογικής υποστήριξης (πολύ βασικός παράγοντας), αλλά και της δυνατότητας να προσφύγει στα Κυπριακά δικαστήρια σε περίπτωση ιατρικής αμέλειας.

Τα διασυνοριακά προβλήματα είναι δικαιολογία ή συνέπεια;

Η διασυνοριακή διευθέτηση οδηγεί συχνά σε συγκρούσεις στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, σε σχέση με τη μητρότητα, την πατρότητα, την επιμέλεια,  και τα δικαιώματα του παιδιού· προβλήματα που δεν κατάφερε να επιλύσει πλήρως το ιδιωτικό διευθές δίκαιο μέχρι σήμερα. Παρόλη την κοινή έγνοια για τα παιδιά που γεννιούνται με τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας, ορισμένα κράτη ή και κράτη-μέλη που απαγορεύουν την παρένθετη μητρότητα, αρνούνται να αναγνωρίσουν στα παιδιά που προκύπτουν από την εφαρμογή της διαδικασίας της παρένθετης μητρότητας αλλού, καθεστώς πολίτη του δικού τους κράτους, μην τυχόν ενθαρρύνουν κάποια θεώρηση έναντι στην απαγορευτική πρακτική τους. Αντίστοιχα, τα πρόσωπα που κατέστησαν κοινωνικοί γονείς, εφαρμόζοντας τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας σε ένα κράτος-μέλος μπορεί να μην αναγνωρίζονται ως νόμιμοι γονείς σε άλλο κράτος, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται πρακτικά.

Σχετικές ήταν και οι Mennesson v. France (αίτηση αρ. 65192/11) και Labassee v. France(αίτηση αρ. 65941/11), στις οποίες οι γαλλικές αρχές είχαν αρνηθεί να αναγνωρίσουν στους προσφεύγοντες, που κατέστηκαν κοινωνικοί γονείς εφαρμόζοντας την μέθοδο, σύμφωνα με τους αμερικανικούς νόμους, ίδιο καθεστώς στη Γαλλία, όπου η εφαρμογή της μεθόδου της παρένθετης μητρότητας απαγορεύεται. Ειδικότερα, αρνήθηκαν να καταχωρήσουν τα πιστοποιητικά γέννησης των παιδιών στα οικεία αρχεία στη μία περίπτωση (Mennesson), ενώ στην άλλη (Labassee), όπου είχαν καταχωρηθεί, ζητούνταν δικαστικά η ακύρωση της σχετικής εγγραφής. Στην περίπτωση Mennesson οι κοινωνικοί γονείς δεν είχαν αμφισβητήσει την πράξη της άρνησης εγγραφής, μα επιχείρησαν δικαστικά να διεκδικήσουν αναγνώριση της γονεϊκής σχέσης σύμφωνα με de facto καθεστώς (“possession d’état”), όμως και πάλι δεν έγινε η καταχώρηση στο οικείο αρχείο, σύμφωνα με σχετικές οδηγίες του γενικού εισαγγελέα. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η επίτρεψη της εγγραφής θα θεωρούνταν ότι επιτρέπει εμμέσως μια διαδικασία που το γαλλικό δίκαιο απαγορεύει, επομένως το ζήτημα τίθονταν ως ζήτημα δημόσιας ασφάλειας, ενώ οι γαλλικές αρχές είχαν υιοθετήσει τη στάση ότι, η απαγόρευση της εγγραφής, δεν επηρεάζει το δικαίωμα σε ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, αφού δεν θίγει το έννομο καθεστώς που δημιουργήθηκε σύμφωνα με το αμερικανικό δίκαιο. Η προσφυγή στο ΕΔΔΑ ήταν στη βάση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ καθ’ όσον αφορά τα ζευγάρια, αλλά και στο ότι η άρνηση αναγνώρισης του νομικού καθεστώτoς των παιδιών ήταν ενάντια και στα καλύτερα συμφέροντα των παιδιών, ενώ συνιστά και μορφή μειονεκτικής διάκρισής τους (άρ. 14 σε συνδυασμό με άρ. 8). Το ΕΔΔΑ είχε κρίνει ότι το άρθρο 8 ήταν εφαρμόσιμο καθ’ όσον αφορά και στις δύο πτυχές του (οικογενεική ζωή και ιδιωτική ζωή), ήταν δε και άνευ αμφιβολίας ότι οι προσφεύγοντες νοιάζονταν για τα παιδιά ως γονείς από την γέννησή τους και συμβίωναν ως οικογένεια, όπως και το ότι το δικαίωμα στην ταυτότητα είναι αναπόσπαστο μέρος του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και υπήρχε σύνδεσμος ανάμεσα στην ιδιωτική ζωή των παιδιών που γεννήθηκαν με την εφαρμογή της μεθόδου και του νομικού καθορισμού της γονεϊκής σχέσης. Ωστόσο, η άρνηση των γαλλικών αρχών να αναγνωρίσουν αυτή τη σχέση κρίθηκε ότι ήταν μέσα στο πλαίσιο του άρθρου 8 και συμβατή με το περιθώριο εκτίμησης που έχει κάθε κράτος-μέλος να ρυθμίζει τα ζητήματα αυτά, ενώ οι προσεύγοντες, όσον αφορά τα δικά τους δικαιώματα, με βάση το άρθρο 8, δεν είχαν επηρεαστεί ως προς την διαβίωσή τους στη Γαλλία, με την έννοια ότι δεν απομακρύνθηκαν από αυτούς τα παιδιά και ήταν σεβαστή η σχέση τους, παρόλο που δεν μπορούσε να αναγνωριστεί και νομικά. Εν προκειμένω, η επίδειξη ανοχής, από το γαλλικό δίκαιο, είχε διακριθεί από την υποχρέωση αποδοχής, και ήταν επαρκής. Όσον τα δικαιώματα των παιδιών, όμως, ήταν άκρως σημαντική η τοποθέτηση του ΕΔΔΑ, ότι τα παιδιά εισάγονταν σε καθεστώς νομικής αβεβαιότητας. Ενώ οι γαλλικές αρχές γνώριζαν ότι τα παιδιά προσδιορίστηκαν ως τέκνα των προσφευγόντων σε άλλο κράτος, τους αρνήθηκαν το ίδιο καθεστώς εντός της Γαλλίας και η αντίφαση ήταν υποτιμητική της ταυτότητάς τους, μέσα στη γαλλική κοινωνία. Ενώ ο βιολογικός πατέρας των παιδιών στην Mennesson ήταν γάλλος υπήκοος, οι γαλλικές αρχές είχαν αρνηθεί να παρέχουν γαλλική υπηκοότητα στα παιδιά, με αποτέλεσμα, πέρα από την ανησυχητική αβεβαιότητα, να υπάρχει και αρνητική επίδραση στον προσδιορισμό της ταυτότητάς τους. Έπειτα, τα κληρονομικά δικαιώματα των παιδιών θα επηρεάζονταν σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο, ανεπίτρεπτα, ως επιμέρους πτυχή της άρνησης αναγνώρισης της σχέσης τους με τους προσφεύγοντες. Έτσι, όταν ο λόγος γίνεται για τις συνέπειες της άρνησης αναγνώρισης του νομικού καθεστώτος που δημιουργήθηκε από την εφαρμογή της μεθόδου σε άλλο κράτος, αυτές δεν περιορίζονται στα ζευγάρια, αλλά εκτείνονται στα παιδιά. Ως προς τα δικαιώματα αυτών υπήρξε παράβαση του άρθρου 8 και στις δύο περιπτώσεις της Mennesson και Labassee. Βέβαια, στο σκεπτικό του, το ΕΔΔΑ, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον βιολογικό σύνδεσμο, ως ένα από τα προσδιοριστικά της έννοιας των καλύτερων συμφερόντων των παιδιών, και ήταν αυτό που θεμελίωνε και την υπέρβαση του περιθωρίου εκτίμησης, ενώ διευθέτηση παρένθετης μητρότητας μπορεί να υπάρξει και με τη χρήση δανεικών γαμετών, οπότε και να γίνονται ακόμα πιο πολύπλοκα τα ζητήματα, από αυτή τη νομική θεώρηση.

Στην D. and Others v. Belgium (αίτηση αρ. 29176/13), οι βεγλικές αρχές είχαν αρνηθεί την είδοσο, στην επικράτεια του Βελγίου, παιδιού που γεννήθηκε στην Ουκρανία με την εφαρμογή της μεθόδου, από βέλγους υπήκοους. Ωστόσο, από την καταχώρηση της προσφυγής και μέχρι την ακρόασή της, υπήρξε εξέλιξη που οδήγησε σε διευθέτηση μέρους της υπόθεσης, συνεπώς αποφεύχθηκε και η σχετική κρίση. Στην πράξη, βέβαια, το παιδί είχε αποχωριστεί από τους γονείς του, μέχρι οι τελευταίοι να προσκομίσουν επαρκείς αποδείξεις ότι είναι δικό τους, αλλά το ΕΔΔΑ δεν έκρινε ότι υπήρξε υπέρβαση του περιθωρίου εκτίμισης και στην έκταση που επιβλήθηκε, και, εν πάση περιπτώσει, η προσφυγή είχε κριθεί ως απαράδεκτη.

Στην Paradiso and Campanelli v. Italy (αίτηση αρ. 25358/12) που τον Ιούνιο του 2015 παραπέμφηκε στην ευρεία σύνθεση του ΕΔΔΑ, το εννιάμηνο (τότε) παιδάκι που γεννήθηκε στη Ρωσία με την εφαρμογή της μεθόδου, τέθηκε υπό την προστασία των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας στην Ιταλία, και ακολούθως σε ανάδοχη οικογένεια, επειδή οι κοινωνικοί γονείς του δεν είχαν οποιοδήποτε βιολογικό σύνδεσμο με το παιδί. Οι γονείς είχαν προσφύγει παραπονούμενοι για την αφαίρεση της επιμέλειας του παιδιού από αυτούς και την άρνηση αναγνώρισης, από τις ιταλικές αρχές, της σχέσης γονέων –παιδιού που είχε δημιουργηθεί νόμιμα στο εξωτερικό, παραλείποντας να εγγράψουν το πιστοποιητικό γέννησης του παιδιού στην Ιταλία. Είναι, βέβαια, σημαντικό, ότι στην απόφαση του Chamber την 27/01/2015, είχε αναγνωριστεί από την πλειοψηφία, παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, και ότι είχε κάνει το βήμα πέρα από τις Mennesson και Labassee να τοποθετηθεί ότι, ανεξάρτητα από την απουσία βιολογικού συνδέσμου και την μικρή χρονική περίοδο συμβίωσης του παιδιού με τους γονείς του, και πάλι, δεν ήταν προς τα καλύτερα συμφέροντά του, η τοποθέτησή του σε αυτό το καθεστώς παρανομίας και αβεβαιότητας. Η απομάκρυνση του παιδιού από τους (κοινωνικούς) γονείς του δεν δικαιολογούνταν και θα έπρεπε να θεωρείται ένα εξαιρετικό μέτρο, προς αποτροπή κάποιου άμεσου κινδύνου προς το παιδί. Όμως, εκ του αποτελέσματος, στην προκειμένη περίπτωση, το παιδί, μέχρι τότε, είχε τοποθετηθεί σε ανάδοχη οικογένεια και είχε αναπτύξει συναισθηματικούς δεσμούς με την θετή του οικογένεια, επομένως, παρά την επιτυχή έκβαση της υπόθεσης σε επίπεδο Chamber, πλέον, δεν ήταν (γι’αυτό το λόγο) προς το καλύτερο συμφέρον του η επιστροφή του στους προσφεύγοντες. Επομένως, και πάλι, οι προσφεύγοντες είχαν μείνει με άδεια χέρια. Το ΕΔΔΑ, θα μπορούσε να πει κάνεις, ενώ διέρχεται τον θεσμό της παρένθετης μητρότητας με προσανατολισμό την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, δεν αγγίζει τα συμβατικά δικαιώματα των κοινωνικών γονέων. Αναμένεται, σε κάθε περίπτωση, και η απόφαση του Grand Chamber.

Εκκρεμούν, βέβαια και η Laborie and Others v. France (αίτηση αρ. 44024/13) και Foulonv. France (αίτηση αρ. 9063/14) και Bouvet v. France (αίτηση αρ. 10410/14), που και πάλι αφορούν στην άρνηση των γαλλικών αρχών να αναγνωρίσουν το γονεϊκό καθεστώς που προέκυψε από την εφαρμογή της μεθόδου, στη μία περίπτωση, στην Ουκρανία, στην άλλη περίπτωση, στην Ινδία.

Έχοντας υπόψη τις περιπτώσεις αυτές, που ήταν περιπτώσεις διασυνοριακής διευθέτησης, η απαγόρευση της διασυνοριακής διευθέτησης από το Κυπριακό δίκαιο, θα μπορούσε να σκεφτεί, κανείς, ότι αποτρέπει, ως ένα βαθμό, τη δημιουργία ζητημάτων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Αυτή η αποτροπή, όμως, δεν είναι γνήσια, εφόσον, δεν παρεμποδίζει, οτιδήποτε, τους κοινωνικούς γονείς να μεταναστεύσουν μετά την εφαρμογή της μεθόδου σε άλλο κράτος με το οποίο δεν είχαν προηγουμένως σχέση, επομένως, και να αντιμετωπίσουν τα ίδια νομικά ζητήματα. Αντίστοιχα, οι σχετικές απαγορεύσεις στο Κυπριακό δίκαιο, δεν αποκλείεται να δημιουργήσουν οι ίδιες ζητήματα διεθνούς ιδιωτικού δικαίου, εάν για παράδειγμα καταφθάσει στην Κύπρο ένα ζευγάρι ομοφυλοφίλων, που νομίμως κατέστησαν γονείς σε άλλο κράτος, και ζητήσουν στην Κύπρο αναγνώριση των γονεϊκών τους δικαιωμάτων και, στη βάση αυτών, σχετικά ωφελήματα. Τα διάφορα προβλήματα που μπορεί να προκύπτουν σε επίπεδο ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, καθιστούν αναγκαία την εστίαση της μελέτης σε δυναμικές ενδεχόμενης νομικής εναρμόνισης. Τελικά, τα διασυνοριακά προβλήματα είναι η δικαιολογία στον περιορισμό στην ενδοσυνοριακή διευθέτηση είναι η συνέπεια ενός τέτοιου περιορισμού; […]

Το δικαίωμα στην αναπαραγωγή

Στο ευρωπαϊκό δίκαιο το «δικαίωμα στην αναπαραγωγή» δεν είναι αναγνωρισμένο. Ακόμα και η Οδηγία 2004/23/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004 για τη θέσπιση προτύπων ποιότητας και ασφάλειας για τη δωρεά, την προμήθεια, τον έλεγχο, την επεξεργασία, τη συντήρηση, την αποθήκευση και τη διανομή ανθρώπινων ιστών και κυττάρων, με την εισαγωγική σκέψη άρ. 12 επιφυλάσσεται σαφώς υπέρ των επιλογών και αποφάσεων των κρατών-μελών, ορίζοντας ότι:

«Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει αποφάσεις που λαμβάνουν τα κράτη μέλη σχετικά με τη χρήση ή τη μη χρήση οποιουδήποτε συγκεκριμένου τύπου ανθρώπινων κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των γεννητικών κυττάρων και των εμβρυϊκών βλαστικών κυττάρων. Εάν, ωστόσο, κάποια συγκεκριμένη χρήση των κυττάρων αυτών επιτρέπεται σε ένα κράτος μέλος, η παρούσα οδηγία απαιτεί την εφαρμογή όλων των διατάξεων που είναι αναγκαίες για την προστασία της δημόσιας υγείας, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών κινδύνων των κυττάρων αυτών που βασίζονται στην επιστημονική γνώση και στην ιδιαίτερη φύση τους και για το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Επιπλέον, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις διατάξεις των κρατών μελών που ορίζουν το νομικό όρο «πρόσωπο» ή «άτομο».»

Η δημιουργία ενός τέτοιου δικαιώματος και η θεμελίωσή του σε πτυχές άλλων δικαιωμάτων δεν έχει μέχρι σήμερα αναπτυχθεί νομικά. Υπάρχει, όμως, η ελευθερία διακίνησης των ασθενών και το δικαίωμά τους να αναζητήσουν θεραπεία σε οποιοδήποτε κράτος-μέλος.

Η Οδηγία 2011/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ηςΜαρτίου 2011 περί εφαρμογής των δικαιωμάτων των ασθενών στο πλαίσιο της διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης ενσωματώθηκε στο Κυπριακό δίκαιο, με τον εναρμονιστικό περί Εφαρμογής των Δικαιωμάτων των Ασθενών στο πλαίσιο της Διασυνοριακής Υγειονομικής Περίθαλψης Νόμο του 2013, Ν. 149(I)/2013. Παρά το ότι η έννοια της «υγειονομικής περίθαλψης» ενέχει βαθμό γενικότητας («υγειονομική περίθαλψη» σημαίνει τις υπηρεσίες υγείας που παρέχονται σε ασθενείς από επαγγελματίες της υγείας προκειμένου να εκτιμηθεί, να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η κατάσταση της υγείας τους, συμπεριλαμβανομένης της συνταγογράφησης, της χορήγησης και της προμήθειας φαρμάκων και ιατροτεχνολογικών βοηθημάτων), δεν είναι ακόμα κοινώς αποδεκτή η συμπερίληψη της υποκατάστασης στην έννοια της «υγειονομικής περίθαλψης», παρόλο που η περίπτωση δεν εξαιρείται, κατά τα λοιπά, ρητά από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νόμου.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει, κανείς, ότι δεν παρέχεται μορφή υπηρεσιών υγείας για εκτίμηση, διατήρηση ή αποκατάσταση της κατάστασης της υγείας των κοινωνικών γονέων, αλλά το όλο σχήμα της παρένθετης μητρότητας είναι συμβατικό, ακόμα κι αν στο πλαίσιό του εφαρμόζεται λήψη γαμετών από τους κοινωνικούς γονείς ή δότες, εξωσωματική γονιμοποίηση, εμφύτευση στη μήτρα της παρένθετης μητέρας, παρακολούθηση της κύησης και διενέργεια του τοκετού της παρένθετης μητέρας. Η δυσκολία αποδοχής της θέσης είναι πιο ευνόητη στην περίπτωση που δεν γίνεται καν λήψη γαμετών από τους κοινωνικούς γονείς, αλλά χρησιμοποιούνται γαμέτες δοτών, επομένως, οι κοινωνικοί γονείς δεν μετέχουν ενεργά σε κάποια ιατρική πράξη, δεν υπάρχει ιατρική παρέμβαση στα σώματά τους.

Από την άλλη, η σύγχρονη τάση ένταξης της υποκατάστασης στην έννοια της «υγειονομικής περίθαλψης», βασίζεται στο ότι, ακριβώς, στον βαθμό που η υποκατάστατη μητρότητα αποτελείται από επιμέρους ιατρικές πράξεις, ανεξάρτητητα από το συμβατικό της όλο και το νομικό της χαρακτηρισμό για συγκεκριμένους σκοπούς, δεν παύει να είναι και η ίδια, ως σύνολο, μορφή υγειονομικής περίθαλψης ή θεραπείας, που εφαρμόζεται για την αποκατάσταση της υπογονιμότητας του ζευγαριού. Ακόμα και στην περίπτωση της χρήσης δανεικών γαμετών, εάν οι κοινωνικοί γονείς δεν ήταν ασθενείς υπογονιμότητας, δεν θα εφαρμόζονταν αυτή η μέθοδος, που η ίδια είναι που προϋποθέτει και την αδυναμία απόκτησης τέκνου με φυσικό τρόπο για ιατρικούς λόγους.

Βέβαια, πέρα τις διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις, τα δικαιώματα που λαμβάνει ένας ασθενής με βάση τον προαναφερόμενο εναρμονιστικό νόμο (μετάβασης στο εξωτερικό, πληροφόρησης, αποζημίωσης) βρίσκουν σωρεία εμποδίων στην εφαρμογή τους στην περίπτωση της υποκατάστασης, εφόσον και το σχετικό εγχώριο νομοθέτημα για την εφαρμογή της εν λόγω μεθόδου, δεν έλαβε υπόψη την ύπαρξη του εναρμονιστικού νόμου, αλλά και μιλά σε μια εντελώς διαφορετική γλώσσα.

Η ανοιχτή πρόκληση

Ως προς τον προβληματισμό, κατά πόσο ο περιορισμός της εφαρμογής της μεθόδου της παρένθετης μητρότητας σε άτομα που έχουν την κατοικία ή τη μόνιμη ή συνήθη διαμονή τους στην Κυπριακή Δημοκρατία δημιουργεί ανισότητα έναντι των πολιτών των άλλων κρατών ή κρατών-μελών και εάν, ως εκ τούτης, μπορεί να γίνει λόγος για παράβαση της αρχής της ισότητας, τέτοια που να ενδιαφέρει το συνταγματικό δίκαιο και το διεθνές ή ευρωπαϊκό δίκαιο, η απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι, το ευρωπαϊκό δίκαιο, χρησιμοποιώντας το εργαλείο του «περιθωρίου εκτίμησης», έχει αφήσει το κάθε κράτος-μέλος να διαχειρίζεται τα θέματα αυτά, ωστόσο τείνει προς την αναγνώριση της ανάγκης ερμηνείας του θεσμού της υποκατάστατης μητρότητας υπό το φως των κλασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.  Μπροστά σε θέματα που αγγίζουν τον χιτώνα της δημόσιας ασφάλειας και του δημόσιου συμφέροντος σπάνια προβάλλεται κάποιος συνειρμός περί αντισυνταγματικότητας ή και παράβασης των ατομικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έτσι, όμως, όπως το ευρωπαϊκό δίκαιο έδειξε, τα τελευταία 4 χρόνια, τις πρώτες τάσεις προστασίας των δικαιωμάτων του παιδιού, υπερπηδώντας τις διασυνοριακές διαφορές, υπάρχει η ελπίδα ότι και η αρχή της ισότητας κάποια στιγμή θα αποτελέσει αντικείμενο αναφοράς, όπως ελπίδα υπάρχει ότι θα βρεθεί μια γραμμή ενδο-ευρωπαϊκής εναρμόνισης, που δεν θα θίγει τις κοινωνικές πεποιθήσεις περί δημοσίου συμφέροντος, αλλά που, παράλληλα, δεν θα επιτρέπει και τη δημιουργία μιας μαύρης τρύπας ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η τοποθέτηση της εφαρμογής της μεθόδου της υποκατάστασης μητρότητας στη βάση της αρχής της ισότητας είναι μια ανοιχτή νομική πρόκληση όμως, όχι μόνο σε ευρωπαϊκό, αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Παρόλο που έχουν δημιουργηθεί εστίες αντίδρασης σε κάποιες επιμέρους πτυχές της, όπως για παράδειγμα, στην ισότητα των φύλων, παραμένει ανοιχτή στις περισσότερες, μεταξύ των οποίων, και στη βάση της κατοικίας ή διαμονής σε άλλο κράτος ή κράτος-μέλος.

——————————–

[1] Hague Conference on Private International Law, Private International Law Issues Surrounding the Status of Children, Including Issues Arising from International Surrogacy Arrangements, στο 3, Prel. Doc. No. 11 (Μάρτιος 2011), διαθέσιμο στοhttp://www.hcch.net/upload/wop/genaff20l1pd11e.pdf

[2] Krawiec, K. D. (2009). Altruism and Intermediation in the Market for Babies.Washington & Lee Law Review, 66, 203επ.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s