Παρένθετη μητρότητα και άδεια μητρότητας στην κατά νόμο μητέρα

79948534

Ζήτημα: Μπορεί μια εργαζόμενη γυναίκα που απέκτησε παιδί με τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας να λάβει άδεια μετ’ αποδοχών που να αντιστοιχεί σε άδεια μητρότητας ή σε άδεια υιοθεσίας; Εάν όχι, η μη χορήγησή της μπορεί να συνιστά εκδήλωση δυσμενούς διάκρισης;

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο εγχώριος νομοθέτης σιωπά, σε σχέση με αυτό το σημείο, ενώ είναι κατατοπιστικός σε αρκετές άλλες λεπτομέρειες που είχαν αποσιωπηθεί σε δικαιικές ρυθμίσεις άλλων κρατών. Τα αντίστοιχα εγχώρια νομοθετήματα, που διέπουν το καθεστώς της προστασίας της μητρότητας, δεν έχουν τροποποιηθεί, ώστε στο λεκτικό τους να περιλάβουν και την κατά νόμο μητέρα.

Του θέματος αυτού επιλήφθηκε πρόσφατα το Δ.Ε.Ε., μάλλον, με τον αναμενόμενο τρόπο, που αφήνει το περιθώριο εκτίμησης σε κάθε κράτος-μέλος, μέσα στο οποίο εμπίπτει και η απαγόρευση λήψης τέτοιας άδειας από την γυναίκα που κατέστη κατά νόμο μητέρα κατόπιν της εφαρμογής της μεθόδου της παρένθετης μητρότητας, χωρίς να θίγεται η αρχή της ισότητας, με κάποιο τρόπο.

Στις C-167/12, C.D. κατά S.T., και C-363/12, Z. κατά A Government Department and the Board of Management of a Community SchoolZ. κατά A Government department και The Board of management of a community school, ημερομηνίας 18ης Μαρτίου 2014, το Δ.Ε.Ε. επισήμανε, περιληπτικά, τα ακόλουθα, που παρατίθενται:

«Η οδηγία 2006/54, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, και κυρίως τα άρθρα 4 και 14 αυτής, έχει την έννοια ότι δεν συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω φύλου η μη χορήγηση άδειας μετ’ αποδοχών που αντιστοιχεί σε άδεια μητρότητας σε εργαζόμενη η οποία έχει την ιδιότητα της κατά νόμο μητέρας που απέκτησε τέκνο κατόπιν συμφωνίας παρένθετης μητρότητας.

Πρώτον, όσον αφορά τις δυσμενείς διακρίσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α και β, της ανωτέρω οδηγίας, η μη χορήγηση άδειας μητρότητας δεν βασίζεται σε λόγο ο οποίος ισχύει αποκλειστικά για τους εργαζόμενους ενός εκ των δύο φύλων. Δεύτερον, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο γ, της οδηγίας αυτής, μια κατά νόμο μητέρα που απέκτησε τέκνο κατόπιν συμφωνίας παρένθετης μητρότητας δεν μπορεί, εξ ορισμού, να υφίσταται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση λόγω εγκυμοσύνης, δεδομένου ότι δεν κυοφόρησε το τέκνο αυτό. Τρίτον, δεδομένου ότι η οδηγία 92/85, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων, έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να χορηγούν άδεια μητρότητας βάσει του άρθρου 8 της οδηγίας αυτής σε εργαζόμενη έχουσα την ιδιότητα της κατά νόμο μητέρας που απέκτησε τέκνο κατόπιν συμφωνίας παρένθετης μητρότητας, ακόμα και όταν μπορεί να θηλάσει το τέκνο αυτό μετά τη γέννηση ή ακόμα και όταν πράγματι το θηλάζει, μια τέτοια μητέρα δεν υφίσταται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση ως προς τη λήψη άδειας μητρότητας, κατά την έννοια της οδηγίας 92/85, και, κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι υπέστη δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο γ, της οδηγίας 2006/54.

Από το άρθρο 16 της οδηγίας 2006/54, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 27 αυτής, προκύπτει σαφώς ότι η εν λόγω οδηγία διατηρεί την ευχέρεια των κρατών μελών να χορηγούν ή όχι άδεια υιοθεσίας και ότι οι όροι εφαρμογής της άδειας αυτής, πλην της απολύσεως και της επιστροφής στην εργασία, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Ως εκ τούτου, η περίπτωση μιας κατά νόμο μητέρας που απέκτησε τέκνο κατόπιν συμφωνίας παρένθετης μητρότητας δεν εμπίπτει στην οδηγία αυτή όσον αφορά τη χορήγηση άδειας υιοθεσίας.

Η έννοια της «ειδικής ανάγκης», υπό το πρίσμα της οδηγίας 2000/78 για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, πρέπει να ερμηνευθεί ως αφορώσα μια μειονεκτικότητα, οφειλόμενη, ιδίως, σε πάθηση σωματική, διανοητική ή ψυχική, η οποία σε συνδυασμό με διάφορους περιορισμούς μπορεί να παρακωλύσει την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή του συγκεκριμένου ατόμου στον επαγγελματικό βίο σε ισότιμη βάση με τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Η έννοια αυτή υποδηλώνει όχι αποκλειστικώς αδυναμία ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, αλλά, επίσης, δυσχέρεια ασκήσεως τέτοιας δραστηριότητας.

Η οδηγία 2000/78, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχει την έννοια ότι δεν συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω αναπηρίας η μη χορήγηση άδειας μετ’ αποδοχών που αντιστοιχεί σε άδεια μητρότητας ή σε άδεια υιοθεσίας σε εργαζόμενη η οποία αδυνατεί να τεκνοποιήσει και η οποία προέβη σε συμφωνία παρένθετης μητρότητας. Πράγματι, η αδυναμία αποκτήσεως τέκνου με συμβατικά μέσα, αυτή καθαυτήν, δεν παρακωλύει, καταρχήν, την κατά νόμο μητέρα από το να έχει πρόσβαση στην απασχόληση, από το να ασκεί επάγγελμα και από το να προοδεύει επαγγελματικά.

Το κύρος της οδηγίας 2000/78, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, δεν μπορεί να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, αλλά η εν λόγω οδηγία πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο συνάδοντα προς τη Σύμβαση αυτή.»

Ο εγχώριος περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμος του 1997 Ν. 100(I)/1997 με το άρθρο 3 παρ. 3 και το άρθρο 4Α εισήγαγε δικαίωμα λήψης άδειας μητρότητας συνολικής διάρκειας 16 συναπτών εβδομάδων και στην θετή μητέρα ευθύς αμέσως μετά την ανάληψη φροντίδας παιδιού, κάτω των δώδεκα ετών, για σκοπούς υιοθεσίας, εφόσον έχει γνωστοποιήσει την πρόθεση της για ανάληψη παιδιού στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, με βάση τον περί Υιοθεσίας Νόμο του 1995 ή εφόσον έχει συντελεστεί υιοθεσία με βάση τον περί Σύμβασης για την Προστασία των Παιδιών και για τη Συνεργασία Αναφορικά με Διακρατική Υιοθεσία (Κυρωτικό) Νόμο του 1994. Το δικαίωμα αυτό παρέχεται στη μισθωτή νοουμένου ότι θα γνωστοποιήσει γραπτώς στον εργοδότη της την πρόθεση της να υιοθετήσει παιδί και την ημερομηνία που θα αναλάβει το παιδί, τουλάχιστον 6 εβδομάδες προηγουμένως. Σε περίπτωση που η ειδοποίηση του εργοδότη για την ημερομηνία που θα αναλάβει το παιδί όπως αναφέρεται πιο πάνω είναι πρακτικά αδύνατη, η μισθωτή ενημερώνει τον εργοδότη της το συντομότερο δυνατό και προσκομίζει σχετική βεβαίωση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ότι, η ενημέρωση δεν μπορούσε να είχε γίνει προηγουμένως. Από τη στιγμή που η μισθωτή θα παρουσιάσει στον εργοδότη της βεβαίωση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ότι προτίθεται να αναλάβει τη φροντίδα παιδιού για σκοπούς υιοθεσίας με βάση τον περί Υιοθεσίας Νόμο ή με βάση τον περί της Σύμβασης για την Προστασία των Παιδιών και για τη Συνεργασία αναφορικά με Διακρατική Υιοθεσία (Κυρωτικό) Νόμο του 1994 και μέχρι την παρέλευση τριών μηνών από το τέλος της περιόδου της άδειας μητρότητας, απαγορεύεται σε εργοδότη να τερματίσει την απασχόληση μισθωτής ή/και να δίδει προειδοποίηση τερματισμού απασχόλησης κατά τη διάρκεια της πιο πάνω αναφερόμενης περιόδου ή/και να δίδει προειδοποίηση τερματισμού απασχόλησης η οποία εκπνέει κατά τη διάρκεια της πιο πάνω αναφερόμενης περιόδου.

Ο περί Γονικής Άδειας και Άδειας για Λόγους Aνωτέρας Bίας Nόμος του 2012 Ν. 47(I)/2012 καλύπτει καί την γονική άδεια της θετής μητέρας, ορίζοντας, στο άρθρο 4 παρ. 1 ότι κάθε γονέας εργοδοτούμενος δικαιούται να λάβει συνολική γονική άδεια, χωρίς αποδοχές, η διάρκεια της οποίας δύναται να διαρκέσει μέχρι 18 εβδομάδες, λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, με σκοπό τη φροντίδα και ανατροφή του παιδιού και στο άρθρο 5 παρ. 1 (γ) ότι η γονική άδεια λαμβάνεται στην περίπτωση υιοθεσίας, μεταξύ του χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί από τη λήξη της άδειας μητρότητας και για περίοδο οκτώ (8) ετών από την ημερομηνία υιοθεσίας, νοουμένου ότι το παιδί δεν θα υπερβεί μέχρι τότε το δωδέκατο (12ο) έτος της ηλικίας του. Ο θετός πατέρας δύναται να λαμβάνει την άδεια, αμέσως μετά την υιοθεσία του παιδιού·

Ωστόσο, με δεδομένη την αναφορά των εγχώριων νομοθετημάτων σε «θετή μητέρα», την αυστηρή διασύνδεσή τους με τις έννοιες του περί Υιοθεσίας Νόμου του 1995, Ν. 19(Ι)/1995 και του περί της Σύμβασης για την Προστασία των Παιδιών και για τη Συνεργασία αναφορικά με Διακρατική Υιοθεσία (Κυρωτικός) Νόμου του 1994, N. 26(III)/1994, προβλέπεται ότι, θα υπάρχει δυσκολία αναγνώρισης των δικαιωμάτων της κατά νόμο μητέρας, που μέχρι σήμερα δεν υπήρχαν, γιατί χωρίς την ύπαρξη του νέου περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμου του 2015, Ν. 69(Ι)/2015, η απόκτηση των δικαιωμάτων από την γυναίκα που συμβάλλονταν με παρένθετη μητέρα, γινόταν ούτως ή άλλως δια υιοθεσίας. Ενώ ο Ν. 69(Ι)/2015 επέτρεψε τη δημιουργία σχέσης μητρότητας δια της εφαρμογής της παρένθετης μητρότητας και την «κατά νόμο μητέρα», δεν την διασφάλισε, ακόμα, σε σχέση με τα εργασιακά της δικαιώματα.

Επειδή κάθε νομικό πρόβλημα ή κενό, σε σχέση με την εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου, καταλήγει να είναι τελικά κόλαφος στα δικαιώματα και καλώς νοούμενα συμφέροντα του παιδιού που προκύπτει από την εφαρμογή της μεθόδου, η προσοχή είναι τεταμένη και η προτροπή άμεση.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.