Το ΕΔΑΔ στη Vrountou v. Cyprus επί της επεκτατικής εφαρμογής της αρχής της ισότητας

gia-na-sothei-i-patris-as-paei-kai-to-paliampelo

Παρόλο που η σημερινή καταδίκη της Κύπρου στην Vrountou v. Cyprus (αίτηση αρ. 33631/06) δεν εκπλήσσει, ως προς το αποτέλεσμα, με την έννοια ότι ήταν διαπιστωμένη και επαρκώς σαφής η παράβαση της αρχής της ισότητας από το νομοθέτη, ως προς την αντιμετώπιση των εκ μητρογονίας προσφύγων, και είχε καταδειχθεί και πολλάκις (εξ ου και η νομοθετική αλλαγή το 2013 – ως ένα βαθμό), υπάρχει ένα αγκάθι στην απόφαση του ΕΔΑΔ, που κατευθύνεται προς το Ανώτατο Δικαστήριο. Δεν επικροτώ τη θεώρηση του ΕΔΑΔ, το θέμα είναι τόσο λεπτό και σύνθετο που δεν επιδέχεται οποιασδήποτε πόλωσης, χωρίς επιστημονική μεθοδολογία, ούτε προσεγγίσεις εκ του προχείρου (όπως και η παρούσα άλλωστε). Πήραμε, όμως, σήμερα μια μικρή δόση από ένα ωραίο μάθημα Συνταγματικού Δικαίου.

Το Ανώτατο Δικαστήριο στη σχετική Bρούντου Mαρία ν. Kυπριακής Δημοκρατίας, (2006) 3 Α.Α.Δ. 78 σε σχέση με τα όρια επέμβασής του, σε περιπτώσεις ευνοϊκής ρύθμισης, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, βασίστηκε στην Dias United Publishing Co. Ltd ν. Δημοκρατίας  (1996) 3 Α.Α.Δ. 550, ως περιοριστική του δικαιοδοτικού πλαισίου του, υποστηρίζοντας ότι, η ανυπαρξία νομοθετικής διάταξης δεν μπορεί να αναπληρωθεί με δικαστική απόφαση, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση ο συνταγματικός έλεγχος που ασκεί το Ανώτατο Δικαστήριο θα μετατραπόταν σε μέσο αναμόρφωσης ή συμπλήρωσης της νομοθεσίας, κατά παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, ανεπίτρεπτα σε ένα κράτος δικαίου (προσθέτω, ενδεχομένως, και χωρίς σαφές όριο). Επικαλέστηκε, επίσης, νομολογία του ΣτΕ, καταλήγοντας ότι δεν έχει δικαιοδοσία να νομοθετεί διευρύνοντας νομοθετικές ρυθμίσεις που δεν έτυχαν της έγκρισης της Βουλής, αφού κάτι τέτοιο, θα συγκρουόταν και με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Αυτή η κατάληξη συνειδητή, παρόλο που είχε θεωρήσει και τη στάση του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου που δέχονται ακριβώς το αντίθετο, ότι προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας μπορεί να υπάρξει επεκτατική εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που είναι ευνοϊκές για μια κατηγορία προσώπων. Και προσθέτω, παρόλο που και το ΣτΕ, όπως γνωρίζω, είχε τελικά αναθεωρήσει τη διαχρονική αρνητική του στάση με την 3587/1997 ΣτΕ (Α΄Τμ) [βλ. και άλλα τήματα, ΣτΕ 466/1999 (ΣΤ Τμ.) –  ΣτΕ 2945/2000 (Γ΄Τμ.)]. Εννοώ ότι μάλλον είναι κάπως παρεξηγημένη η στάση του. Ήταν μεν διστατικό, σε σχέση με τον Άρειο Πάγο, υπάρχουν σημεία σαφούς διάστασης στην προσέγγισή του, αλλά και σε ολομελή σύνθεση, είχε ακολουθήσει το παράδειγμα του Αρείου Πάγου, άλλο εάν εξαίρεσε ρητά τις περιπτώσεις εκείνες που συνέτρεξαν σε συγκεκριμένο τόπο και με συγκεκριμένο τρόπο, όπου δεν μπορεί η αρχή της ισότητας να επιφέρει ισοπέδωση [3327/2000 (Ολ)]. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια (τότε που αποφάσιζε το Ανώτατο ίσως να μην ήταν τόσο ορατά τα πράγματα όσο κατέστησαν αργότερα), θα πρέπει να αναφερθεί ότι το ΣτΕ έχει κάνει τέτοια μεταστροφή (βλ. ΣτΕ 792/2012), που θα μπορούσε να κριθεί και για άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής! Παρενθεντικά αναφέρεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος γινόταν για την πρόνοια του άρθρου 119 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002, Ν.141(Ι)/2002, ως είχε πριν την τροποποίηση του 2013, όταν θεωρούσε εκτοπισθέντες τα παιδιά των οποίων ο πατέρας είναι εκτοπισθείς, αλλά όχι τα παιδιά των οποίων η μητέρα είναι εκτοπισθείσα. Δεν υπεισέρχομαι στις λοιπές προϋποθέσεις.

Το ΕΔΑΔ, όμως, ήρθε και «γείωσε» ουσιαστικά αυτή τη ρότα που ξεκίνησε με την Dias United Publishing Co. Ltd (που «λανθασμένη» δεν κρίνω ότι είναι, όχι γιατί δεν είναι, αλλά γιατί δεν υπάρχει λανθασμένη προσέγγιση στο θέμα αυτό, παρά μόνο στενή και ευρεία θεώρηση ορισμένων εννοιών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται) μέσα από το πρίσμα της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών, περνώντας την μέσα από το φρέσκο φίλτρο του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σε πραγματική προσφυγή / αποτελεσματική θεραπεία), και λέγοντας, με σχεδόν απλοϊκό τρόπο, ότι, εάν το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποκαταστήσει μιαν αδικία που δημιουργεί σε πραγματικό χρόνο η παράβαση της αρχής της ισότητας (με συγκεκριμένο τρόπο), επικαλούμενο την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αυτή η στάση σημαίνει ταυτόχρονα και αποστασιοποίηση από την ανάγκη απόδοσης θεραπείας. Άλλως πώς, αφήνοντας να νοηθεί ότι, η αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο ανοχής της παράβασης της αρχής της ισότητας δια της νόμιμης παροχής εύνοιας σε ορισμένες περιπτώσεις αλλά όχι σε άλλες, μα όπου τίθεται τέτοιο θέμα, με δεδομένη και τη μη απολυτότητά της, οφείλει να κάμπτεται. Ευχερέστερα, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, παρόλο που φαίνεται ότι η επεκτατική εφαρμογή της αρχής της ισότητας αγγίζει, όντως, τα όρια της θέσπισης νόμων από τη δικαστική εξουσία, γνήσια, μπορεί να μην υπάρχει και τέτοιο δίλημμα κάποιες φορές ή να μην είναι αυτό το δίλημμα. Το έργο του Δικαστηρίου είναι να εφαρμόζει το νόμο και μπορεί να το πράξει απομακρύνοντας μια αντισυνταγματική διάταξη, είναι χρέος της δικαστικής εξουσία να αίρει τις ανισότητες που εισάγει ο νομοθέτης και στο πλαίσιο του θεμιτού «αλληλοελέγχου» να θέτει το νομοθέτη προ των ευθυνών του, χωρίς να σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι συγχαίονται ή και συγκρούονται οι εξουσίες. Η δυσχέρεια είναι ως προς το να κατασταλάξει η κρίση, για το εάν ό,τι αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας είναι η ευνοϊκή νομοθετική ρύθμιση ή η δυσμενής εξαιρετική παράλειψη. Στην τελευταία περίπτωση (όπως ήταν η περίπτωση στην Βρούντου), δεν μπορεί να υποθάλπτεται η παράνομη ανισότητα. Κάποιες φορές η ευνοϊκή ρύθμιση είναι η ίδια εξαιρετική. Εκεί μπορεί να μην τίθεται θέμα, η εξίσωση τότε μπορεί να είναι και απαράδεκτη. Επομένως, σε τελική ανάλυση, σημασία μπορεί να έχει η κατάστρωση του νόμου, για τη διαμόρφωση και επεξεργασία του κανόνα της επεκτατικής εφαρμογής της αρχής της ισότητας. Το περί δικαίου αίσθημα δεν είναι ξένο σε όλο αυτό το σχήμα.

Παρόλο, βέβαια, που στη θεωρία του Συνταγματικού δικαίου, το ζήτημα της επεκτατικής εφαρμογής της αρχής της ισότητας, ειδώθηκε μέσα από παγιωμένες θεωρίες, σχεδόν στείρες, ομολογουμένως, το φίλτρο του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, φαίνεται να συνιστά μια νέα νομική πρόκληση καί για την ελλαδική θεωρία. Είναι μια έξτρα ώθηση, που ανακατεύει την τράπουλα και τους πιθανούς νοητικούς – νομικούς συσχετισμούς των διαφόρων παραμέτρων.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.