Η επιδίωξη αρνητικής αναγνωριστικής θεραπείας εναντίον προσώπου που βρίσκεται εκτός Κύπρου και το εμπόδιο της Δ. 2, κ. 2

Curacao process server

Η πρόσφατη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην Αρ. Γενικής Αίτησης:  204/2015 θεωρώ ότι ανέδειξε, για ακόμα μια φορά, τα προβλήματα που απορρέουν από την ύπαρξη και εφαρμογή της Δ. 2, κ. 2, και δη από την εφαρμογή της με συγκεκριμένο τρόπο, που την θέλει να συνερμηνεύεται όχι απλά με την Δ. 6, κ. 1, αλλά και με την Δ. 6, κ. 4 (δια της Δ. 6, κ. 1).

Στην προαναφερόμενη Γενική Αίτηση, που αφορούσε σε άδεια για σφράγιση Κλητηρίου Εντάλματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, οι αιτητές επιθυμούσαν, όπως ανέφεραν, να καταχωρήσουν «προληπτική αγωγή» (quia timet action) εναντίον των υποψήφιων εναγομένων, βασικά, να αποταθούν στη δικαιοσύνη «λογω φόβου» (προληπτικά), στην προκειμένη περίπτωση, μάλλον, εννοώντας την «πρόληψη» διαφορετικά, ως πρόληψη άσκησης αγώγιμου δικαιώματος από μέρους των υποψήφιων Εναγομένων, δια της αναζήτησης αρνητικής δικαστικής αναγνώρισης, ότι οι ίδιοι δεν υπήρξαν αμελείς.

Είναι γεγονός, βέβαια, ότι η προληπτική αγωγή (brevia anticipantia / writ of prevention) διακρίνεται (πλέον) από την αρνητική αναγνωριστική αγωγή (χωρίς να σημαίνει ότι η πρώτη δεν είναι φύσει αναγνωριστική), και ότι στο δίκαιο της επαγγελματικής αμέλειας είναι η δεύτερη που συνηθίζεται, και είναι και ένα «ιδιαίτερο» εργαλείο.

Ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή την ουσιαστική ορθότητα του διαβήματος των αιτητών ή του όλου χαρακτηρισμού του, στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκανε δεκτό αίτημά τους για σφράγιση τέτοιου Κλητηρίου Εντάλματος, όχι για λόγους που αφορούν στη δυνατότητα ανάληψης διεθνούς δικαιοδοσίας, μα αφού αναζήτησε απόδειξη περί της ύπαρξης «αγώγιμου δικαιώματος», χρησιμοποιώντας, δηλαδή, την Δ. 2, κ. 2 ως φίλτρο κατά απαράδεκτης (κατ’ ουσίαν απαράδεκτης, όχι λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας), αγωγής.

Έπειτα, στη βάση του ότι οι αιτητές χαρακτήριζαν το επιχειρούμενο διάβημά τους «προληπτική αγωγή» ενώ πέρα από την ετικέττα αυτή, ήταν αρνητική αναγνωριστική αγωγή που σκοπούσαν, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποκάλυπταν «αγώγιμο δικαίωμα», προσεγγίζοντας την έννοια του «αγώγιμου δικαιώματος» με αναφορά στον χαρακτηρισμό της «προληπτικής αγωγής». Έπειτα, με αναφορά στις πιθανότητες επιτυχίας μιας «προληπτικής αγωγής», φαίνεται ότι εισέβαλε στην ουσία του κατά πόσο η επιχειρούμενη αγωγή θα ενέπιπτε στην έννοια της «προληπτικής αγωγής» και κατά πόσο το Δικαστήριο της ουσίας θα μπορούσε να εκδώσει σχετική διαταγή.

Το ζήτημα της δυνατότητας ανάληψης διεθνούς δικαιοδοσίας δεν απασχόλησε, με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά ό,τι απασχόλησε ήταν οι προϋποθέσεις της Δ. 6, κ. 4 (που πρέπει να συντρέχουν για την ανάληψη της διεθνούς δικαιοδοσίας σε πραγματικό χρόνο) και η δικαιολόγηση για την εφαρμογή τους ήταν ότι η Δ. 2, κ. 2 σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να συνερμηνεύεται με την Δ. 6, κ. 1 (άρα και με την Δ. 6, κ. 4). Έγινε ουσιαστικά χρήση της Δ. 6, κ. 4 ως αυτοτελούς βάσης εξέτασης της αίτησης για άδεια σφράγισης με βάση την Δ. 2, κ. 2, μέσω της χρήσης της οποίας, όμως, και λόγω του είδους της σκοπούμενης αγωγής, το Δικαστήριο της σφράγισης, ενήργησε ως Δικαστήριο ουσίας. Έπειτα, έγινε αποσπασματική παραπομπή στην Her Brittanic Majestys Secretary of State for Defence v A.P. Lanitis Investments Ltd (1999) 1(B) A.A.D. 995, στην οποίαν, όμως, είχε εκδοθεί το Κλητήριο Ένταλμα και είχε εκδοθεί και άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και η προσβολή της χορηγηθείσας άδειας για σφράγιση γινόταν στο ευρύτερο πλαίσιο της επιδίωξης του παραμερισμού των σχετικών διαβημάτων.

Εάν για την άσκηση του εισαγωγικού μιας δίκης μέσου πρέπει να αποδειχθεί ή έστω να καταδειχθεί «αγώγιμο δικαίωμα» απλά επειδή προορίζεται για επίδοση εκτός Κύπρου (που είναι η ταπεινή μου γνώμη ότι είναι αυθαίρετη τέτοια συνερμηνεία), αυτή η προϋπόθεση δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται με τρόπο που να εξισώνεται με διαδικαστικό αποκλεισμό άσκησης του ενδίκου μέσου. Εξυπακούεται ότι, δεν μπορεί να διατυπωθεί μια κρίση επιδεκτική γενίκευσης, ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα σε αυτό το είδος αγωγών, και άρα δεν μπορούν να εγείρονται εναντίον προσώπων που κατοικούν εκτός Κύπρου και να επιδίδονται εκτός Κύπρου. Η έννοια του «αγώγιμου δικαιώματος», βέβαια, μπορεί και να μην ταυτίζεται απόλυτα με την έννοια της «εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής» (γιατί περί αυτής γίνεται κανονικά ο λόγος στην Δ. 6, κ. 4), που θα έπρεπε, ίσως, τουλάχιστον στο στάδιο της έκδοσης του εισαγωγικού της δίκης μέσου (εάν κάποια συνερμηνεία ήταν αναπόφευκτη), να εξαντλείται στη μόνη επίκληση του σχετικού εννόμου συμφέροντος (ότι κάτι υπάρχει).

Η διαφωνία μου, βέβαια, είναι διαχρονικά ως προς τον βαθμό διεκπεραιωτικής διαδικαστικότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει την Δ. 2, κ. 2 (και όχι μόνον), ειδωμένη υπό το φως των σύγχρονων δικονομικών δικαιωμάτων. Ως προς την εγκαθίδρυση πλέον της αναγκαίας ελευθεριότητας στην έκδοση του εισαγωγικού της δικής μέσου που προορίζεται για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, χωρίς προσήλωση στους παλαιούς  -πολιτικής προέλευσης – εφιάλτες περί άσκησης κυριαρχίας στο έδαφος ενός ξένους κράτους και επέμβασης στα κυριαρχικά του δικαιώματα.

Κατέστη  βέβαια και σαφές ότι υπάρχουν κάποιες διαθέσιμες θεραπείες στις οποίες ο ενάγων δεν έχει εξ’ ορισμού αγώγιμο δικαίωμα (τουλάχιστον με κάποια κοινά αντιληπτή έννοια), που δεν εκφράζουν ή δεν προϋποθέτουν αιτίας αγωγής, με την έννοια ότι δεν στρέφονται γνήσια εναντίον άλλου προσώπου για να το εξαναγκάσουν να πράξει κάτι (χωρίς να υπάρχει ισχυρισμός ότι τέτοια είναι η περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής). Το κέντρο βάρος τους είναι, τρόπον τινά, ατομικιστικό, ασχέστως εάν κάποιες (όχι όλες) θα πρέπει να επιδίδονται σε εναγόμενους με την ευρεία έννοια, στον βαθμό που επηρεάζουν, παθητικά έστω, συμφέροντά τους και έννομες καταστάσεις. Κάποιες αγωγές (προληπτικές αγωγές ή αγωγές για έκδοση αρνητικής αναγνωριστικής δήλωσης) κρίνονται καλές και εκδίδονται διατάγματα (συχνά τύπου injunctions), εάν συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η συνερμηνεία της Δ. 2, κ. 2 με την Δ. 6, κκ. 1, 4, σε αυτές τις περιπτώσεις και δια αυτής η αναγωγή της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής σε διαδικαστική προϋπόθεση έκδοσης του εισαγωγικού της δικής μέσου για την επιδίωξη τέτοιων θεραπειών (που ενώ δεν προϋποθέτουν αγώγιμο δικαίωμα πρέπει, προκειμένου να εγερθεί αξίωσή τους, να υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα), δημιουργεί, εκ των πραγμάτων, διαδικαστικό αποκλεισμό, που θίγει αναπόφευκτά το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στη δικαιοσύνη (της επιείκειας). Βέβαια, σκέφτομαι ότι, κάποιες θεραπείες μπορούν να επιδιώκονται και με άλλο τρόπο από ότι δια συνηθισμένης αγωγής (Writ of Summons) που εκδίδεται βάσει της Δ. 2, προς αποφυγή της Δ., 2, κ. 2, παρόλο που στα Κυπριακά δεδομένα, η στενότητα της αναγνωριστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων, εγκλώβισε κάποιες ενέργειες στο πρίσμα των Κλητηρίων Ενταλμάτων που εκδίδονται με βάση την Δ. 2, υπό τους Τύπους 1 και 2.

Εν πάση περιπτώσει, η απόρριψη της αίτησης για έκδοση τέτοιου Κλητηρίου Εντάλματος αγωγής, στην προκειμένη περίπτωση, δεν σημαίνει ότι, εφόσον δεν έχει «πιθανότητες επιτυχίας» ή δεν είναι «καλή» αιτία αγωγής (με άλλη έννοια) η αναγνώριση περί μη ύπαρξης ευθύνης, άρα υπάρχουν υποψίες ευθύνης. Ούτε το Δικαστήριο επέβαλε στους αιτητές τρόπο άμυνας (να περιμένουν να εναχθούν για να καταδείξουν ότι δεν ήταν αμελείς). Η καθυστέρηση (για την οποία δεν ευθύνεται πάντα το Δικαστήριο) στην προσπάθεια χρήσης μιας αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής στερεί, πάντως, από την ωφελιμότητά της, ως εργαλείο.

Το διάβημα βέβαια των αιτητών προβληματίζει, τουλάχιστον εμένα, και σε ένα άλλο επίπεδο, πέραν των όσων αφορούν στην ορθότητα της συνερμηνείας της Δ. 2, κ. 2 με την Δ. 6, κκ. 1, 4. Παρόλο που η επίδοση θα διενεργούνταν σε άλλο κράτος – μέλος φαίνεται ότι, εκτός από το ότι κανέναν δεν απασχόλησε το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας (που ο προέλεγχός της είναι ο σκοπός που στη διαδικασία έκδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος για επίδοση εκτός Κύπρου θα πρέπει η σφράγιση να γίνεται κατόπιν δικαστικής άδειας), δεν έγινε και επίκληση του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 από τους αιτητές.

Προς αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αρνητική αναγνωριστική αγωγή για μη ευθύνη εμπίμπει, σύμφωνα με το Δ.Ε.Ε. στην C-133/11, Folien Fischer AG and another v Ritrama SpA (25 Οκτωβρίου 2012),  στην ειδική δωσιδικία ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας και στους κανόνες που θέτει αυτή, που υπερτερούν της Δ. 6, κ. 1, οπότε και οποιαδήποτε άρνηση ανάληψης διεθνούς δικαιοδοσίας, κρινόμενη με βάση αυτούς, θα πρέπει να δίνει αναφορά σε αυτούς. Βέβαια, εάν τα πιθανά θύματα αμέλειας έχουν δικαίωμα να ενάγουν για επαγγελματική αμέλεια σε άλλο κράτος-μέλος, εάν εκεί υπέστησαν το ζημιογόνο γεγονός ή εκεί επιλέγοντας (άγνωστο), δημιουργείται ένα ερωτηματικό σε σχέση με τη δυνατότητα αναγνώρισης περί μη ύπαρξης ευθύνης από το Κυπριακό δικαστήριο (που είναι το πρώτιστο που απαντάται σε τέτοιες περιπτώσεις). Σαφώς, η δυνατότητα της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής με διεθνή στοιχεία, δεν είναι μέσο επιλογής φόρουμ και η ένταξή της στον κανόνα της ειδικής δωσιδικίας των ενοχών εξ αδικοπραξίας αυτή την ανάγκη για σύμπλευση και εξισορρόπηση είναι που εξυπηρετεί. Είναι όμως και μια από τις «επικινδυνότητες» της διαδικασίας αυτής (δια της αντιστροφής των ρόλων που δημιουργεί), που ελέγχεται μετά την άσκηση του ένδικου μέσου, στο στάδιο της επίδοσης, στο οποίο αφορά άλλωστε και η Δ. 6, κ. 4 (στον βαθμό που δεν συγκρούεται και συνερμηνεύεται με τους ισχύοντες Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς).  

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.