Οι «Δικηγορικοί Υπάλληλοι» στην Κύπρο: Ένας κοιμώμενος Νόμος και μια νέα πρόκληση

I'm a paralegal, it's like a flying doctor, only it's about law.

I’m a paralegal, it’s like a flying doctor, only it’s about law.

Με αφορμή την αναζήτηση συνεργάτη/ιδος «Δικηγορικού Υπάλληλου», κάποιος με ρώτησε «τι είναι “Δικηγορικός Υπάλληλος”;». Μπήκα σε μια διαδικασία εξήγησης και ακολούθως σε ένα διάλογο και ακολούθως σε περισυλλογή για κάτι που, ενώ μπορεί να φαινόταν μέχρι σήμερα αδιάφορο ή απλά μη επιτακτικά αναγκαίο να τύχει προσοχής, με οδήγησε στο να διαπιστώσω κι εγώ η ίδια την έκταση μιας τέτοιας ιδιότητας, τις ελλείψεις, σε σχέση με την αντιμετώπιση της ιδιότητας αυτής στην Κύπρο, τις σύγχρονες προκλήσεις και τις νέες δυνατότητες. Σε αυτό το εγχείρημα συνέτεινε και η παρατήρηση της παράλληλης διαφήμισης ενός νέου κλάδου σπουδών στην Κύπρο από το Private Institute of Law για Δίπλωμα Βοηθού Δικηγόρου (Paralegal Course), που χωρίς να έχω οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία με τους φορείς του, θεωρώντας την επιλογή αυτή καίρια, χρονικά, ένιωσα την ανάγκη να εκφράσω τα ειλικρινή μου συγχαρητήρια. Στο ίδιο εγχείρημα συνέτεινε και η παρατήρηση ότι πρόσφατα συστάθηκε και ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός Cyprus Paralegal Association, από δικηγόρους συνάδελφους, η πρωτοβουλία και προσέγγιση των οποίων, επίσης, αξίζει πολλών συγχαρητηρίων.

Ένας κοιμώμενος Νόμος

Καταρχάς, υπάρχει νόμος. Υπάρχει ο περί Δικηγορικών Υπαλλήλων Νόμος (Κεφ. 3) που ψηφίστηκε το 1940 και που τροποποιήθηκε μία φορά με τον περί Δικηγορικών Υπαλλήλων (Τροποποιητικό) Νόμο του 1965 (N. 6/1965) Ε.Ε., Παρ. Ι (Ι), Αρ. 391, 04.03.1965 (βλ. και Ανακοίνωση Αρ. 3374 (ΑΝΑΚ. 3374) Ε.Ε., Παρ. Ι, Αρ. 3083, 23.08.1996) και που είναι εν ισχύ. Πριν από τη θέση σε ισχύ του Κεφ. 3, οι δικηγορικοί υπάλληλοι «εγγράφονταν» υπό τον περί Δικηγόρων Νόμο του 1894 (Ν. 12/1894). Η παράδοση εγγραφής των «Δικηγορικών Υπαλλήλων» (Advocates’ Clerks) ή άλλως πώς «Βοηθών Δικηγόρων», κατά την Αγγλοκρατία, φαίνεται να έχει αδρανήσει στην πορεία του χρόνου, και, ενώ το Κεφ. 3 παραμένει εν ισχύ, ουσιαστικά, στην πράξη, δεν εφαρμόζεται.

Το Κεφ. 3, ως τροποποιήθηκε το 1965, δίδει τη γενική έννοια του «υπαλλήλου» (δικηγορικού υπαλλήλου), αναφερόμενος στο πρόσωπο που πραγματικά εργοδοτείται ως υπάλληλος από δικηγόρο κατά τη διάρκεια της άσκησής του ως δικηγόρου και το οποίο απασχολείται στη γενική εργασία του γραφείου του δικηγόρου.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κεφ. 3,  ο Πρωτοκολλητής κάθε Επαρχιακού Δικαστηρίου τηρεί βιβλίο κατά τον τύπο που εκτίθεται στο Παράρτημα του Κεφ. 3, που καλείται το «Μητρώο των Δικηγορικών Υπαλλήλων», στο οποίο εγγράφει τα ονόματα όλων των προσώπων που εργοδοτούνται ως υπάλληλοι από οποιοδήποτε δικηγόρο ο οποίος ασκεί επάγγελμα στην ή έχει γραφείο στην Επαρχία και τις άλλες λεπτομέρειες που αναφέρονται σε αυτό (για την εγγραφή για πρώτη φορά πληρώνεται τέλος εγγραφής). Ο Πρωτοκολλητής, με την εγγραφή κάποιου προσώπου ως δικηγορικού υπαλλήλου εκδίδει στο πρόσωπο αυτό πιστοποιητικό που δείχνει ότι το πρόσωπο αυτό είναι εγγεγραμμένο με τον τρόπο αυτό.

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 3, οποιοσδήποτε δικηγόρος, ο οποίος επιθυμεί οποιοδήποτε πρόσωπο να εγγραφεί ως υπάλληλος του, υποβάλλει γραπτή αίτηση στον Πρωτοκολλητή για το σκοπό αυτό.΄Οταν δικηγόρος αποχωρεί από την άσκηση του επαγγέλματος ή παύει να εργοδοτεί τον υπάλληλο πρέπει να δίνει ειδοποίηση για αυτό στον Πρωτοκολλητή όχι αργότερα από τρεις ημέρες από την ημέρα που αποχωρεί ή που παύει να εργοδοτεί τον υπάλληλο ανάλογα με την περίπτωση. Το άρθρο 5 ορίζει ότι κανένας δικηγόρος δεν ενεργεί για την εγγραφή οποιουδήποτε προσώπου ως υπαλλήλου του εκτός αν το πρόσωπο αυτό εργοδοτείται πραγματικά από αυτόν ως υπάλληλός του.

Για να εγγραφεί ένα πρόσωπο ως Δικηγορικός Υπάλληλος πρέπει να πληροί τα προσόντα που προβλέπει το άρθρο 6 του Κεφ. 3, ως «εκπαιδευτικά προσόντα», δηλαδή:

(α) είναι απόφοιτος αναγνωρισμένης σχολής μέσης παιδείας, ή κατέχει ισοδύναμα εκπαιδευτικά προσόντα.

(β) έλαβε πρακτική εξάσκηση κατόπι πλήρους απασχόλησης σε δικηγορικό γραφείο στη Δημοκρατία για τους έξι τουλάχιστο μήνες, τους αμέσως προηγούμενους της αίτησης εγγραφής. Και

(γ) είναι πρόσωπο ενήλικο και καλού χαρακτήρα

Το άρθρο 7 αποκλείει την εγγραφή ή διατήρηση τέτοιας εγγραφής οποιουδήποτε προσώπου καταδικάστηκε για οποιοδήποτε αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση για περίοδο έξι μηνών ή περισσότερο. Ο δικηγόρος μπορεί να αιτηθεί γραπτώς την εγγραφή ή επαναφορά του ονόματος του εν λόγω προσώπου στο μητρώο, ζήτημα που εξετάζεται από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Επαρχίας του εν λόγω δικηγόρου.

Το άρθρο 8 του εν λόγω Νόμου 8 προνοεί ότι ένας εγγεγραμμένος Δικηγορικός Υπάλληλος, δικαιούται, εκ μέρους του δικηγόρου που εξασφάλισε την εγγραφή του στο μητρώο, να παρίσταται και να διεξάγει εργασίες στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, και γενικά να διενεργεί οποιαδήποτε πράξη που προκύπτει κατά την πορεία της εργοδότησής του ως τέτοιου, χωρίς να παρουσιάζει πληρεξούσιο από το δικηγόρο αυτό. Ο εγγεγραμμένος Δικηγορικός Υπάλληλος σε καμία περίπτωση μπορεί να εμφανίζεται ενώπιον Δικαστηρίου ή Δικαστή εκ μέρους δικηγόρου, ή να κάνει, οποιαδήποτε πράξη η οποία βάσει των Διαδικαστικών Κανονισμών που ισχύουν εκάστοτε καθορίζεται να γίνεται από δικηγόρο.

Το άρθρο 9 περιέχει σημαντικές πρόνοιες, που ρυθμίζουν το πειθαρχικό καθεστώς των Δικηγορικών Υπαλλήλων. Είναι χαρακτηριστικό, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο (που για τους σκοπούς τέτοιας διαδικασίας απαρτίζεται από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου και ένα ή δύο Επαρχιακούς Δικαστές) μπορεί αυτεπάγγελτα ή με έκθεση που γίνεται σε αυτό από οποιοδήποτε Δικαστή ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, για κακή διαγωγή οποιουδήποτε εγγεγραμμένου Δικηγορικού Υπαλλήλου, να διατάξει όπως το όνομα του υπαλλήλου αυτού διαγραφεί από το μητρώο, ή όπως ο υπάλληλος αυτός τεθεί σε διαθεσιμότητα από την εργασία του κατά τη διάρκεια τέτοιας περιόδου όπως δυνατό να οριστεί στο διάταγμα. Κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχεται, το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει τις ίδιες εξουσίες αναφορικά με την κλήτευση και εξαναγκασμό παράστασης μαρτύρων όπως σε αστικές διαδικασίες. Κάθε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου βάσει υπόκειται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο που γίνεται μέσα σε δύο μήνες από την έκδοση του διατάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να παρατείνει το χρόνο έφεσης υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο Νόμος. Το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την έφεση και να επικυρώσει το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, να επιτρέψει την έφεση και να ακυρώσει το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, να τροποποιήσει το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ή να εκδώσει τέτοιο άλλο διάταγμα όπως δυνατό να απαιτήσει το δίκιο. Επομένως, οι Δικηγορικοί Υπάλληλοι, που απασχολεί κάθε δικηγόρος, εφόσον έχουν εγγραφεί σύμφωνα με το Νόμο, ελέγχονται πειθαρχικά από το ίδιο το Δικαστήριο.

Το άρθρο 11, ορίζοντας τα καθήκοντα του Πρωτοκολλητή, προνοεί ότι ο Πρωτοκολλητής, σε περίπτωση που το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για διαγραφή του ονόματος εγγεγραμμένου Δικηγορικού Υπαλλήλου από το μητρώο και όταν το διάταγμα δεν ακυρώθηκε με έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο, διαγράφει το όνομα του υπαλλήλου αυτού από το μητρώο. Σε περίπτωση που το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για την αναστολή της εργασίας εγγεγραμμένου υπαλλήλου, προβαίνει σε καταχώριση σε σχέση με αυτή στο μητρώο. Έπειτα, προβαίνει σε τέτοια άλλη καταχώριση στο μητρώο ως το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να διατάξει. Χαρακτηριστική είναι η υποπαράγραφος (δ) που ορίζει ότι με τη λήψη ειδοποίησης από δικηγόρο βάσει του εδαφίου (2) του άρθρου 4 ή όταν δικηγόρος πεθάνει, ο Πρωτοκολλητής διαγράφει από το μητρώο το όνομα του υπαλλήλου του οποίου η εγγραφή διενεργήθηκε από το δικηγόρο αυτό, σαν η ιδιότητα του Δικηγορικού Υπαλλήλου να είναι συνδεδεμένη με τον Δικηγόρο που τον εγγράφει και τον απασχολεί. Δεν είναι αυθύπαρκτη. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις ΗΠΑ, που ένας Δικηγορικός Υπάλληλος μπορεί να εργάζεται και αυτοτελώς.  Αν ο Πρωτοκολλητής εύλογα πιστεύει ότι πρόσωπο του οποίου το όνομα φαίνεται στο μητρώο στην πραγματικότητα δεν εργάζεται στο δικηγόρο ο οποίος ενήργησε για την εγγραφή αυτού, καλεί το εν λόγω πρόσωπο να δείξει σε αυτόν τους λόγους για τους οποίους το όνομά του δεν θα έπρεπε να απαλειφθεί από το μητρώο, αν δεν δειχθούν σε αυτόν επαρκείς γι’αυτό λόγοι, ο Πρωτοκολλητής προβαίνει στην απάλειψη του ονόματος του προσώπου αυτού από το μητρώο.

Η σημαντικότητα του «μητρώου» έγκειται στο ότι, το άρθρο 13, προνοεί πως, κάθε πρόσωπο το οποίο ενεργεί ή προβάλλει τον εαυτό του ως υπάλληλο κάποιου δικηγόρου, αν και το όνομα αυτού δεν περιέχεται στο μητρώο, ή κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου κατά την οποία δυνάμει διατάγματος του αρμόδιου δικαστηρίου ανεστάλη η υπηρεσία αυτού, ή αν και δεν εργάζεται πράγματι στο δικηγόρο αυτό, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τετρακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής. Ο δικηγόρος, που είναι ο ίδιος που πρέπει να αιτηθεί για την εγγραφή του Δικηγορικού Υπαλλήλου, που απασχολεί, δεν διαπράττει κάποιο ξεχωριστό αδίκημα, χωρίς βέβαια να αποκλείεται η συνέργεια στην αδικηματική συμπεριφορά του άρθρου 13 εδ. α’ από τον Δικηγορικό Υπάλληλο, η ποινικοποίηση της συμπεριφοράς του οποίου, τον καθιστά, εμμέσως πλην σαφώς, υπόχρεο να απαιτήσει την εγγραφή του από τον δικηγόρο που τον απασχολεί.

Αντίστοιχα, υπάρχει ο Δικηγορικών Υπαλλήλων Διαδικαστικός Κανονισμός και ο Δικηγόρων και Δικηγορικών Υπαλλήλων (Τέλη) Διαδικαστικός Κανονισμός. Ο Δικηγορικών Υπαλλήλων Διαδικαστικός Κανονισμός (Advocates’ Clerks Rules Cap. 4) ρυθμίζει τη διαδικασία με την οποία το Δικαστήριο εξετάζει παράπονο εναντίον ενός Δικηγορικού Υπαλλήλου για ανάρμοστη συμπεριφορά και περιέχει τύπο Κλήσης προς τον Δικηγορικό Υπάλληλο που εκδίδεται, εάν είναι αναγκαία.

Η πράξη και η πρόκληση

Στην εγχώρια πρακτική ελάχιστοι Δικηγόροι και Δικηγορικοί Υπάλληλοι ακολουθούν κάποια διαδικασία εγγραφής Δικηγορικών Υπαλλήλων στο μητρώο, παρόλο που η διενέργεια πράξεων από φερόμενο Δικηγορικό Υπάλληλο χωρίς τέτοια εγγραφή είναι ποινικοποιημένη συμπεριφορά. Η «τέχνη» του Δικηγορικού Υπαλλήλου μαθαίνεται εμπειρικά (on job) και το επαγγελματικό πόστο τείνει να προτιμάται από τον γυναικείο πληθυσμό, μάλλον, γιατί εκλαμβάνεται ως πόστο γραμματέως, οπότε, ακολουθώντας και συγκεκριμένο κοινωνικό στερεότυπο. Γενικά, τα παρά-νομικά καθήκοντα έτειναν να είναι κάπως υποτιμημένα και από αυτούς που τα εκτελούν αλλά και από τον δικηγορικό κόσμο, ενώ συνηθίζεται μια ισοπεδωτική ταύτιση με τα γραμματειακά καθήκοντα, που όμως τα τελευταία συνιστούν κάτι αρκετά πιο περιορισμένο. Η ίδια τακτική ακολουθούνταν και σε άλλες δικαιοδοσίες με μεγαλύτερη δικαιϊκή παράδοση, πριν από κάποιες δεκαετίες (απασχολούνταν ως «γραμματείς» οι Δικηγορικοί Υπάλληλοι, κάποιοι προσελάμβαναν επιπρόσθετα λογιστές ή τηλεφωνήτριες, για να συμπληρώσουν τα «κενά» κτλ, τελικά, ενδεχομένως, βλάπτοντας τον προϋπολογισμό τους με την εργοδότηση πολλών ατόμων), όπου κάποια στιγμή ακολούθησε η εισαγωγή των πρώτων μικρών ανεπίσημων, έπειτα επίσημων, προγραμμάτων κατάρτισης, που έγιναν αργότερα ολοκληρωμένοι κλάδοι σπουδών, και ακολούθως δρομολογήθηκε η εξελικτική πορεία του κλάδου. Στην Κύπρο, η πρακτική αυτή οδήγησε σε ουσιαστική αδράνεια και εγκατάλειψη του αποικιοκρατικού Νόμου, που όμως είναι ακόμα εν ισχύ και σήμερα κάπου προκύπτει ένα σημείο επαφής. Είναι γι’αυτό που η εμφάνιση του πρώτου ανεπίσημου, τρίμηνου έστω, προγράμματος κατάρτισης Δικηγορικών Υπαλλήλων (Βοηθών Δικηγόρων) είναι, φρονώ, άξια καλωσορίσματος και ικανή να δημιουργήσει, έτσι, ένα κλίμα αισιοδοξίας.

Γιατί θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως το επάγγελμα του Δικηγόρου (πρέπει να) είναι λειτούργημα, σε σχέση του με την απονομή της δικαιοσύνης και την εφαρμογή των νόμων, έτσι και το παρακλάδι του, το επάγγελμα του Δικηγορικού Υπάλληλου, (πρέπει να) αντλεί από αυτή τη λειτουργική σοβαρότητα. Εξού και η (αποικιοκρατική) ιδεολογία της ύπαρξης της νομικής ρύθμισης και ο απευθείας δικαστικός έλεγχος των Δικηγορικών Υπαλλήλων (με νομικό περιεχόμενο και νομοτεχνική δομή που αντανακλά την τότε αγγλική θεώρηση πραγμάτων επί του θέματος). Οι Δικηγορικοί Υπάλληλοι θα’λεγα ότι ενεργούν στις παρυφές ενός λειτουργήματος. Οι ελάχιστοι, βέβαια, Δικηγόροι της Κύπρου, τον τότε καιρό, ευλόγως, δεν θα μπορούσαν να ακολουθήσουν μια τέτοια πορεία. Και ο Νόμος, λοιπόν, εκοιμήθη.

Στη σύγχρονη, πλέον, εποχή, το επάγγελμα του Δικηγορικού Υπαλλήλου κατέστη πολύ πιο πολύπλοκο, σύνθετο και απαιτητικό, όπως και το ίδιο το επάγγελμα του Δικηγόρου. Του Κύπριου Δικηγόρου, που πλέον είναι σε ίδια τροχιά με τον Ευρωπαίο Δικηγόρο. Ο τρόπος άσκησης του επαγγέλματος σε εκτεταμένη εταιρική μορφή, ο πολλαπλασιασμός των υποθέσεων, των πηγών δικαίου, η εξέλιξη αυτού του θεσμού της δικαιοσύνης, η είσοδος της τεχνολογίας στον χώρο και η δημιουργία εξειδικευμένων λογισμικών προγραμμάτων διαχείρισης και παρακολούθησης των υποθέσεων ενός δικηγορικού γραφείου είναι τα ελάχιστα που, στο μεταξύ, προέκυψαν. Έπειτα, εισερχόμαστε στην ηλεκτρονική δικαιοσύνη, ακολουθώντας, άλλωστε, και την παν-Ευρωπαϊκή πορεία. Οι Δικηγορικοί Υπάλληλοι θα έπρεπε να είναι πρωτοπόροι σε ένα μεγάλο μέρος τέτοιας κίνησης, το κίνητρο είναι πολύ μεγάλο και σπουδαίο. Μα χρειάζεται και ένας γενικότερος επανακαθορισμός της έννοιας του «Δικηγορικού Υπάλληλου» και των σοβαρότατων καθηκόντων των Δικηγορικών Υπαλλήλων, της δεοντολογίας τους, της εκπαίδευσής τους προς αυτό, το να καλλιεργήσουν συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς και να μάθουν υπηρετούν τη δικαιοσύνη και τους νόμους από αυτό το πιο διαχειριστικό και τεχνικό πόστο τους.

Η ειδική ύλη που χρειάζεται (με στοιχεία δικαίου και δικονομίας, λογιστικής, πληροφορικής κτλ), δημιουργεί, πράγματι, πεδίο κανονικής και πλήρους σπουδής. Ακόμα και ο τρόπος που θα μιλήσουν στο τηλέφωνο, οι επαγγελματίες Δικηγορικοί Υπάλληλοι, και το τι θα πουν, δεν συγκρίνεται με τον τρόπο με τον οποίο θα απευθυνθεί η οποιαδήποτε γραμματέας σε πελάτη μιας οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης, υπάρχουν ιδιαιτερότητες, η άγνοια των οποίων μπορεί να κοστίσει και στον Δικηγόρο, αντί του οποίου ενεργεί πάντας ένας Δικηγορικός Υπάλληλος, αλλά και στον πελάτη. Ο τρόπος διαχείρισης των απόρρητων εγγράφων, του ευαίσθητου χρόνου, του ιδιαίτερου χώρου. Ο τρόπος υποδοχής του πελάτη με το συγκεκριμένο πρόβλημα. Και τόσες άλλες λεπτομέρειες, που δημιουργούν την μικρή-μεγάλη διαφορά. Ο Δικηγορικός Υπάλληλος έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας και «περιβάλλει» ως ασπίδα τον Δικηγόρο, χωρίς να εισέρχεται στο κέντρο, στο πεδίο δράσης του Δικηγόρου (όπου – οφείλει να- ξέρει και καλά τα όρια), και που αυτό το κέντρο οφείλει να προστατεύει, να αναδεικνύει, και, κατά κάποιο τρόπο, να ολοκληρώνει. Ο Δικηγορικός Υπάλληλος είναι τα χέρια και τα πόδια του Δικηγόρου. Είναι η κίνηση χωρίς την πλήρη και υπεύθυνη νομική σκέψη και γνώση. Αυτή η περιβολή είναι που καθορίζει, κάποιες φορές, την βελτίωση ή και επιτυχία της όλης δικηγορικής δράσης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, εν καιρώ κρίσης, στο Ηνωμένο Βασίλειο πολλές φίρμες προτιμούν καλούς επαγγελματίες Δικηγορικούς Υπαλλήλους, παρά δικηγόρους, βελτιώνοντας έτσι τον προϋπολογισμό τους (παρόλο που οι καλοί Δικηγορικοί Υπάλληλοι, οι πεπειραμένοι, μπορεί και να είναι σε καλύτερη επαγγελματική μοίρα από κάποιους Δικηγόρους). Βέβαια, ένας Δικηγορικός Υπάλληλος έχει (ή πρέπει να έχει) αντίστοιχες κλίμακες ανέλιξης στον τομέα του, και το έδαφος, στον εν λόγω τομέα, είναι ομολογουμένως ιδιαίτερα πρόσφορο για το κτίσιμο επαγγελματικών βαθμίδων, γιατί το ίδιο το επάγγελμα περιέχει ποικιλία δράσεων και ευαίσθητων συσχετισμών με το κέντρο (τον Δικηγόρο), ανάλογα και με το πεδίο δραστηριοτήτων του Δικηγόρου. Οι «paralegals» κατά μία προσέγγιση είναι πιο καταρτισμένοι από τους «law clerks» και μπορούν να διεξάγουν ακόμα και συνέντευξη από πελάτη για τη συλλογή πληροφοριών, και ουσιαστικά πράττουν ως δικηγόροι, χωρίς όμως να φέρουν την οποιαδήποτε ευθύνη (σε κάποιες δικαιοδοσίας μπορεί να θεμελιώνεται ξεχωριστά). Σε κάποιες δικαιοδοσίες έχει δοθεί η δυνατότητα ενός «paralegal» να αναβαθμιστεί σε δικηγόρο, με κάποια χρόνια εμπειρία και την ακολούθηση συγκεκριμένης διαδικασίας. Σε άλλες είναι απόφοιτος νομικής σχολής χωρίς άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και σε άλλες μπορεί ακόμα και να αναπτύξει δική του επιχείρηση παροχής των παρα-νομικών υπηρεσιών του (freelance paralegals).

Στην Κύπρο η διαχρονική (και ως ένα βαθμό αναγκαστική) καταστροφή του «τίτλου» του Δικηγορικού Υπάλληλου, λόγω της μη εφαρμογής του Νόμου, επιδρά πλέον με σαφή τρόπο, αρνητικά, στον ίδιο τον Δικηγορικό Υπάλληλο, στον Δικηγόρο που απασχολεί τον Δικηγορικό Υπάλληλο, αλλά κυρίως στην ασφάλεια αυτής της σύγχρονης απαιτητικής δικηγορίας. Τόσο ο εγχώριος βασικός νόμος όσο και οι Κανονισμοί που εκδόθηκαν με βάση αυτόν θα πρέπει κάποια στιγμή να επαναπροσεγγιστούν, να εκμοντερνιστούν, επιβοηθώντας, ταυτόχρονα, τη βελτίωση του επαγγελματισμού στο χώρο, μα και συνάδοντας με τις σημερινές απαιτήσεις.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.