Η προσωπική επίδοση σε εναγόμενο και η εφαρμογή του «Kenneth Allison test»

Process Service Image

Την 28.10.2015, το High Court of Justice, εξέδωσε μια αρκετά ενδιαφέρουσα απόφαση στην Alexandre Yakovlevich Tseitline v Leonid Victorovich Mikhelson and others [2015] EWHC 3065 (Comm), η οποία πραγματεύεται μια ιδιαίτερη πτυχή του θέματος της προσωπικής επίδοσης Κλητηρίου Εντάλματος αγωγής και ειδικότερα την έννοια της φράσης: «… by leaving it (το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής) with that individual» της O. 6, r. 5 των Civil Procedure Rules, που αντιστοιχεί στη φράση: «…by leaving the copy (του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής) with the person to be served», που περιέχεται και στους δικούς μας διαδικαστικούς κανονισμούς. Ο λόγος γίνεται για την προσωπική επίδοση «δια άφεσης» στον εναγόμενο, την εφαρμογή και επιβεβαίωση του Kenneth Allison test (βλ. κατωτέρω). Η φράση αυτή «by leaving» (δια άφεσης) περιέχεται στα κανονιστικά κείμενα προς περιγραφή μιας μορφής προσωπικής επίδοσης, χωρίς, όμως, περαιτέρω καθοδήγηση. Τι σημαίνει «άφεση» αντιγράφου στο πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η επίδοση και πώς διενεργείται αυτή η άφεση; Μπήκε, λοιπόν, το Δικαστήριο στη διαδικασία ανάλυσης της κανονιστικής πρόνοιας στη βάση των γεγονότων της προαναφερόμενης υπόθεσης, δίνοντας και ένα ωραίο (και ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος) παράδειγμα.

Ο εναγόμενος προσεγγίστηκε από τον επιδότη ενώ στεκόταν στο δρόμο, δίπλα στο αυτοκίνητό του. Ο επιδότης επιχείρησε να του παραδώσει δια χειρός τα προς επίδοση έγγραφα μέσα σε ένα φάκελο.

Η φάση της παράδοσης καταγράφηκε σε βίντεο που λήφθηκε από συνοδό του επιδότη, επομένως υπήρχε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια παραστατική μαρτυρία, για το πώς επιχειρήθηκε η επίδοση. Σύμφωνα με αυτήν, προσεγγίζοντας τον εναγόμενο, ο επιδότης, για να του παραδώσει δια χειρός τα έγγραφα, μέσα στον φάκελο, του είπε:

 I’m here to serve you papers as part of a High Court, a High Court claim. We’re here to serve you [the] claim papers.

Πλην όμως, ο εναγόμενος ήταν Ρώσος και δεν μιλούσε αγγλικά.

Βέβαια, η επίδοση γινόταν εντός δικαιοδοσίας (ήταν προσωπική επίδοση εντός δικαιοδοσίας σε αλλοδαπό).

Ο εναγόμενος άγγιξε με το χέρι του τον φάκελο με τα έγγραφα, κρατώντας ουσιαστικά τη μια άκρη του φακέλου, και αφήνοντας την άλλη άκρη του φακέλου να κρατείται από τον επιδότη, όταν εμφανίστηκε στη σκηνή η κόρη του εναγομένου και ο εναγόμενος γύρισε και την ρώτησε:

A chto eto takoe? (τι είναι αυτό;)

Στη συνέχεια άφησε την άκρη του φακέλου, που έμεινε να κρατείται μόνον από τον επιδότη.

Ο εναγόμενος και η κόρη του έκαναν να φύγουν (χωρίς τον φάκελο), κατευθυνόμενοι προς ένα κτίριο, που ήταν και ο προορισμός τους. Ο επιδότης τους και ο συνοδός του τους πήραν στο κατόπιν, επαναλαμβάνοντας κάποιες φορές στον εναγόμενο ότι πρέπει να παραλάβει τα έγγραφα «as part of High Court», και ο εναγόμενος απαιτώντας από τον επιδότη:

 Speak only Russian!

 

Ο επιδότης απευθύνθηκε προς την κόρη του εναγόμενου και της είπε:

Can [or Could] you give these to your father, he needs to take these. These are part of a High Court, the High Court. You need to give these to your father.

Ο εναγόμενος είπε στην κόρη του:

Ne slushay ego! (μην τον ακούς)

Υπό τέτοιες συνθήκες, όταν ο εναγόμενος και η κόρη του είχαν προσεγγίσει την είσοδο του κτιρίου στο οποίο θα εισέρχονταν, ο επιδότης είπε ξανά, εκεί στην είσοδο:

You need to take these. You’ve now been served.

Έπειτα, συνεχίζοντας να τους ακολουθεί και εντός του κτιρίου.

Ο εναγόμενος και η κόρη του συνάντησαν στο φουαγιέ άλλα άτομα με τα οποία συνομιλούσαν στη ρωσική, ο επιδότης σταθερά, από δίπλα, επαναλαμβάνοντας ότι διενεργεί επίδοση και πρέπει να παραληφθούν τα έγγραφα.

Κάποια στιγμή, ο εναγόμενος απομακρύνθηκε εκνευρισμένος λέγοντας στους επιδότες:

Go away!

O συνοδός του επιδότη επιχείρησε να του δώσει με το ζόρι τον φάκελο με τα έγγραφα, σφηνώνοντας τον ανάμεσα στα χέρια και στο στήθος του εναγομένου, όπου ο εναγόμενος, αρνούμενος την παραλαβή, άνοιξε τα χέρια του και ο φάκελος έπεσε στο πάτωμα.

Ο επιδότης σήκωσε τον φάκελο από το πάτωμα και επιχείρησε να τον τοποθετήσει σε σημείο ανάμεσα στα χέρια και στη τσάντα της κόρης του εναγομένου, ο φάκελος έπεσε ξανά στο πάτωμα και τον σήκωσε μια άλλη κυρία, κάτι της είπε ο επιδότης, η κυρία τον άφησε πίσω.

Ο επιδότης πήρε ξανά τον φάκελο από το πάτωμα και μαζί με τον συνοδό του αποχώρησαν από το κτίριο.

Οι δικηγόροι των εναγόντων απέστειλαν, στη συνέχεια, επιστολές, σε διάφορες διευθύνσεις του εναγομένου, προωθώντας μαζί τα δικαστικά έγγραφα, και αναφέροντας ότι είχε γίνει σε αυτόν προσωπική επίδοση την ημέρα εκείνη.

Διενεργήθηκε προσωπική επίδοση στον εναγόμενο… ;

Η εκδοχή του εναγομένου, που αμφισβήτησε την επίδοση και τη δικαιοδοσία, όσον αφορά το θέμα της «προσωπικής επίδοσης», ήταν ότι όλη η «ενέδρα» που έγινε από τα πρόσωπα που φέρονταν ως επιδότες δεν είχε οτιδήποτε που να παραπέμπει σε επίδοση εγγράφων δικαστικής διαδικασίας. Τα έγγραφα ήταν τοποθετημένα μέσα σε φάκελο, ο ίδιος δεν μιλούσε αγγλικά, και θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε και να του δίδει με το ζόρι οτιδήποτε.

Στην Kenneth Allison Ltd v A.E. Limehouse & Co [1992] 2 AC 105, το House of Lords, εξέτασε, επίσης, την έννοια της φράσης «leaving a document with the person to be served«, όπου ο έντιμος Lord Bridge of Harwich ανέφερε τα εξής:

There is abundant authority for the proposition that personal service requires that the document be handed to the person to be served or, if he will not accept it, that he be told what the document contains and the document be left with or near him.

Ο έντιμος Lord Goff of Chieveley είχε αναφέρει, επίσης:

Prima facie, the process server must hand the relevant document to the person upon whom it has to be served. The only concession to practicality is that, if that person will not accept the document, the process server may tell him what the document contains and leave it with him or near him.

 

Η διενέργεια προσωπικής επίδοσης προαπαιτεί, λοιπόν, με βάση το Kenneth Allison test το έγγραφο να δοθεί δια χειρός στο πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται, και εάν δεν το αποδέχεται, να αναφερθεί σε αυτόν τι περιέχει το έγγραφο και να αφεθεί σε αυτόν ή δίπλα σε αυτόν. Υπάρχει, έτσι, ένας εσωτερικός διαχωρισμός στην προσωπική επίδοση, στις περιπτώσεις που ο εναγόμενος αποδέχεται την δια χειρός επίδοση (επομένως δεν απαιτείται οποιαδήποτε εξήγηση προς αυτόν σχετικά με τα έγγραφα), και στις περιπτώσεις που ο εναγόμενος δεν αποδέχεται την δια χειρός επίδοση, επομένως, τότε προκύπτει η ανάγκη να αναφερθεί σε αυτόν τι περιέχουν τα έγγραφα και αυτά να αφεθούν σε αυτόν ή δίπλα σε αυτόν.

service

Στην προκειμένη περίπτωση, τα ζητήματα που προέκυπταν ήταν τα εξής:

(α) Τα προς επίδοση έγγραφα ήταν μέσα σε φάκελο. Εάν δεν είναι εμφανές εκ της όψης των εγγράφων, το τι επιδίδεται, εξακολουθεί να μην χρειάζεται επεξήγηση, ακόμα και στην πρώτη περίπτωση;

(β) Τι γίνεται με τα έγγραφα που πέφτουν στο πάτωμα; Εάν ο επιδότης παίρνει μαζί του τελικά τα προς επίδοση έγγραφα, μαζεύοντάς τα από το πάτωμα για να μην μείνουν εκτεθειμένα εκεί, θεωρούνται, αυτά, ότι αφέθηκαν στον εναγόμενο ή δίπλα στον εναγόμενο, που δεν τα αποδέχθηκε;

(γ) Όταν χρειάζεται επεξήγηση σε σχέση με το περιεχόμενο των εγγράφων, κατά πόσο αυτή θα πρέπει να δίδεται σε γλώσσα κατανοητή στον παραλήπτη, ώστε να θεωρείται ότι τέτοια επεξήγηση έχει «δοθεί» (αντικειμενική προϋπόθεση) ή απαιτείται και επιπρόσθετα ο παραλήπτης να αποκτήσει πραγματική γνώση της φύσης των εγγράφων (υποκειμενική προϋπόθεση).

Το πρώτο ζήτημα: Επίδοση Κλητηρίου Εντάλματος αγωγής μέσα σε φάκελο

Στην Banque Russe et Francaise v Clarke [1894] WN 203, το Court of Appeal ανέφερε ότι:

Handing to a defendant a writ…enclosed in an envelope, whether sealed up or not, the defendant not being informed of its contents, and having no knowledge that an action has been or is about to be commenced against him, is not good personal service.

Στην Re A Debtor [1939] Ch 251, το Court of Appeal, επί αίτησης πτώχευσης, που επιδίδονταν στον καθ’ου η αίτηση μέσα σε φάκελο, χωρίς ένδειξη περιεχομένου, είχε αποφανθεί, επίσης, ότι δεν ήταν καλή επίδοση, και ανέφερε ο έντιμος Wilfred Greene MR:,

what is after all the essential thing in service cannot have been complied with, the essential thing being that the documents served shall be brought to the personal knowledge of the person whose concern it is … In the case of a writ it could not be suggested, I venture to think, that mere proof of delivery of a sealed envelope containing the copy of the writ, or notice of the writ, would be sufficient service … It is no exaggeration to say that the practice in regard to writs and the requirements of the law in regard to the service of writs are, and have always been, regarded as matters strictissimi juris. In the case of the service of a bankruptcy petition, I can see nothing in the section and Rules which can fairly be construed as relaxing the strict requirements which are to be found in the case of the service of writs and other documents under the Rules of the Supreme Court. I therefore hold that Mr Blagden’s first point, namely, that mere proof of delivery of the documents in a sealed envelope without more would be sufficient, fails.

Στην προαναφερόμενη περίπτωση, της αίτησης πτώχευσης, υπήρχε θέση ότι ο φάκελος απευθυνόταν στον καθ’ου η αίτηση, ο οποίος με το άνοιγμα του φακέλου (που αποδέχθηκε) θα πληροφορούνταν ότι πρόκειται για αίτηση πτώχευσης, ωστόσο, ο έντιμος Wilfred Green MR ανέφερε το εξής:

I find it quite impossible to draw inferences of that kind in a matter of so strict a nature as service. It would be intolerable, and would lead to the gravest injustice, if a litigant who was desirous of bringing his opponent before the Court by proper process could satisfy the requirements of the law as to service by proving facts such as those and asking the Court thereon to draw an inference as to the crucial fact having happened, the crucial fact being the coming of the document into the hand of the person to be served in such manner that the nature of it is brought to his mind …, Ι am not laying down any general rule as to the circumstances in which it may be possible to provide service notwithstanding delivery in a sealed envelope. For example, if the envelope were opened by the addressee in the presence of the server and the contents inspected, that would be one case.

Στην υπό αναφορά περίπτωση, οι δικηγόροι των εναγόντων, είχαν υποστηρίξει ότι οι αυθεντίες αυτές δεν ισχύουν πλέον, στους σύγχρονους τρόπους επίδοσης, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνεται και η επίδοση δια ταχυδρομείου (άρα αναγκαστικά μέσα σε φάκελο χωρίς σχετική εξωτερική ένδειξη). Υποστήριξαν, περαιτέρω, ότι το Kenneth Allison test, δεν μπορεί να προαπαιτεί σήμερα οτιδήποτε περισσότερο  από το να παραδίδονται τα έγγραφα στον εναγόμενο.

Το Δικαστήριο, ωστόσο, δεν δέχθηκε την εκδοχή, και επεσήμανε ότι, παρόλο που η προσέγγιση των συνηγόρων ήταν ορθή σε σχέση με τις εναλλακτικές μεθόδους επίδοσης, όσον αφορά στην προσωπική επίδοση, δεν προκύπτει από οπουδήποτε, είτε από τους διαδικαστικούς κανονισμούς είτε από οποιαδήποτε αυθεντία, ότι στα έγγραφα που επιδίδονται προσωπικά στον εναγόμενο δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανές, εκ της όψης τους, σε τι συνίστανται αυτά, ή ότι δεν θα πρέπει να δίδεται επεξήγηση για το τι περιέχουν. Έπειτα, η προσωπική επίδοση (που ως έννοια δεν αλλοιώνεται με την εισαγωγή εναλλακτικών τρόπων επίδοσης, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις), παραμένει και ο απαιτούμενος τρόπος επίδοσης σε αποφάσεις και διατάγματα που διατάζουν ένα πρόσωπο να προβεί σε συγκεκριμένη πράξη και που συνιστά συγκεκριμένη προϋπόθεση θεμελίωσης παρακοής. Εάν αποδεχόμασταν ότι η προσωπική επίδοση μπορεί να «διενεργηθεί», χωρίς όμως να «επιτευχθεί», θα καταστρέφονταν, σύμφωνα με το Δικαστήριο, ένα βασικό συστατικό της, που δικαιολογεί και την ύπαρξη της πρόνοιας για προσωπική επίδοση. Το Kenneth Allison test, κάνοντας λόγο για προσωπική επίδοση, εξακολουθεί, διαχρονικά, να εννοεί, επίδοση δια χειρός εγγράφων όπου είναι αμέσως εμφανές, εκ της όψης τους, σε τι συνίστανται. Εάν δεν συντρέχει αυτή η προϋπόθεση δεν μπορεί να γίνει και λόγος για αποδοχή τους από τον εναγόμενο, επομένως, η περίπτωση εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία, όπου χρειάζεται επεξήγηση. Ο λόγος που χρειάζεται τέτοια επεξήγηση είναι ό,τι έτυχε αναφοράς στην Walters v Whitelock (Unreported, 19 Αυγούστου 1994):

The purpose of the requirement that he be told is that he should not be able to say that he ignored the document on the grounds that it was simply junk mail or something which did not necessarily require his attention at all.

Να μην αφήνεται, λοιπόν, περιθώριο στον εναγόμενο να ισχυριστεί ότι δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που έχουν περιπέσει σε άχρηστη αλληλογραφία ή δεν αντιλήφθηκε ότι χρήζουν την προσοχή του, περιθώριο που κλείνει με το να λεχθεί και να τεθεί ως δεδομένο ότι πρόκειται για τέτοια έγγραφα.

Το δεύτερο ζήτημα: Η απομάκρυνση των εγγράφων που έπεσαν στο πάτωμα από τον επιδότη για να μην μείνουν εκτεθειμένα και η έννοια της άφεσης

Για την απάντηση στο ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο βασίστηκε στην Nottingham Building Society v Peter Bennett & Co (a firm) (1997, The Times 26 Φεβρουαρίου), στην οποία ο επιδότης είχε παραδώσει στο χέρι τα έγγραφα σε συνεταίρο της εναγόμενης εταιρείας, ο οποίος τα είχε αναγνώσει και αρνήθηκε να τα παραλάβει, επομένως, το επιδότης τα πήρε πίσω. Το Court of Appeal είχε απορρίψει τον ισχυρισμό ότι τα έγγραφα δεν «αφέθηκαν» στο εν λόγω πρόσωπο, και από την εντιμότητα Waite LJ ανέφερε:

The Oxford English dictionary gives, as the primary meaning of the transitive verb ‘to leave’:

‘To cause or let remain’ and ‘to depart without taking’

There appears to be a difference between those two nuances of meaning, in that one describes the mere process of allowing to remain, and the other introduces an element of departure without removal. It is understandable, given those alternative senses of the verb, that the judge should have found it a difficult point. Was the concept of ‘leaving’ a document introduced by the Rule to be regarded in the former sense or the latter? Once the intended recipient (assuming him to have required knowledge of its nature) has been given a sufficient degree of possession of the document to enable him to exercise dominion over it for any period of time however brief, the document has been ‘left with him’ in the sense intended by the Rule.

Επομένως, η δικονομική έννοια της άφεσης στον εναγόμενο (παρόλο που είναι όντως μια γραμματική έννοια η αποχώρηση χωρίς τη λήψη), προϋποθέτει να δοθεί στον εναγόμενο, που υποτίθεται γνωρίζει τη φύση των εγγράφων, τέτοιος βαθμός κατοχής, που να του παρέχει τη δυνατότητα να ασκήσει κυριαρχία επί αυτών, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα. Και ως εκεί. Εάν αποχωρήσει ο επιδότης με τα έγγραφα, αφού έχει πληρωθεί η προαναφερόμενη προϋπόθεση, έχει διενεργήσει προσωπική επίδοση με άφεση αντιγράφου στον εναγόμενο και αυτό το γεγονός της αποχώρησης του επιδότη με τα έγγραφα (για να μην μείνουν εκτεθειμένα) δεν επιδρά αρνητικά στην διενέργεια της επίδοσης. Διαφορετικά, βέβαια, είναι τα δεδομένα όταν ο εναγόμενος δεν γνωρίζει περί τίνος πρόκειται και ο επιδότης σηκώνεται και φεύγει με τα έγγραφα. Σημαντικό στοιχείο για να λειτουργήσει και αυτή η προσωπική επίδοση με άφεση στον εναγόμενο ή δίπλα στον εναγόμενο, είναι η γνώση του εναγομένου σε τι συνίστανται τα έγγραφα που έχουν έτσι αφεθεί.

Το τρίτο ζήτημα: Η ανάγκη κατανόησης της επεξήγησης σε τι συνίστανται τα έγγραφα

Η θέση του συνηγόρου των εναγόντων, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν ότι δεν χρειάζεται όταν γίνεται προσωπική επίδοση εντός δικαιοδοσίας ο ιδιώτης επιδότης να ξέρει και όλες τις γλώσσες, ώστε να εξυπηρετεί τις γλωσσικές ικανότητες του κάθε αλλοδαπού εναγομένου και ότι επαρκεί να δώσει την εξήγηση που αντικειμενικά μπορεί να κατανοήσει ένας που ομιλεί την τοπική γλώσσα (χωρίς να χρειάζεται διερμηνεία). Ωστόσο, ο συνήγορος των εναγόντων δεν δεχόταν, με την ίδια λογική, ότι θα μπορούσε να δοθεί προφορική εξήγηση σε έναν εναγόμενο με γνωστό πρόβλημα ακοής. Όμως ήταν η θέση του ότι το ζήτημα είναι πραγματικό, εάν, ανεξάρτητα από την έλλειψη γνώσης ή επαρκούς γνώσης της γλώσσας, στην οποία δινόταν η επεξήγηση, υπήρξε όντως αντίληψη ότι επρόκειτο για συγκεκριμένης φύσης έγγραφα. Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος του εναγομένου υποστήριζε ότι θα πρέπει να συντρέχει το αντικειμενικό με το υποκειμενικό στοιχείο. Και να δοθεί η εξήγηση σε γλώσσα κατανοητή στον παραλήπτη, αλλά και ο τελευταίος να κατανοήσει, όντως, περί τίνος πρόκειται.

Στην Walters v Whitelock (ανωτέρω), όπου ο επιδότης έβαλε τα έγγραφα μέσα στην τσέπη του σακακιού του εναγόμενου, όπου, ακολούθως, έπεσαν στο πάτωμα, και η οποία θεωρήθηκε ότι εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση της μη αποδοχής, όπου χρειάζεται επεξήγηση περί των εγγράφων, λέχθηκαν τα εξή, από τον έντιμο Hoffman LJ, που εστίασε στην πρακτικότητα (υπογράμμιση δική μου):

The question in this case is whether the process server can be said to have told the appellant what the documents contained. The evidence, as we have seen, is that he said: «I have documents for you.» It is accepted that the appellant was familiar with the process server from all the previous occasions on which he had been served, and that he must therefore have known that the documents related to this litigation in which he was involved. With what degree of particularity does the rule require that the person served be told what the documents contain? In my judgment, one must look at this in a practical way. I think it is sufficient if it is brought to his attention that it is a legal document which requires his attention in connection with proceedings. The purpose of the requirement that he be told is that he should not be able to say that he ignored the document on the grounds that it was simply junk mail or something which did not necessarily require his attention at all. 

Στην Elkateb v Elkateb [2001] FCA 1537 το Federal Court of Australia εξέτασε περίπτωση που παραπέμπει στο Kenneth Allison test και δέχθηκε ότι:

If a person refuses to accept service of a document, personal service may be effected on him by putting the document down in his presence and telling him the nature of it.

Ο έντιμος Stone J απέρριψε τον ισχυρισμό ότι ο επιδότης δεν είχε εξηγήσει επαρκώς τη φύση της αίτησης πτώχευσης, αναφέροντας ότι:

The question then is whether the respondent was informed of the nature of the document … Although the word «nature» may be somewhat vague, it is clear that the rule is not very demanding … Further, the person served need not be informed of the «nature» of the document orally … Thus if the «nature» of the document is clear on its face and the document is not placed in an envelope or otherwise concealed, r 2(2) will be satisfied …

I should also note that, whichever account [of what was said by the process server] is adopted, it is likely that the respondent would have been able to deduce the nature of the document served from his past dealings with the applicant in this Court, including contested proceedings regarding the bankruptcy notice. Thus, the conversation took place in a context where there was some element of assumed knowledge between the parties. In Taylor v Marmaras [1954] VicLawRp 66; [1954] VLR 476 it was decided that, where the person served knew the nature of the document from past history in relation to a matter, service would be valid despite the fact that the nature of the document was not clearly stated by the process server.

It also seems that, had Mr Elkateb not appreciated the importance of the document or been aware of its nature, he would not have known to file a notice of intention to oppose the petition …

 

Όταν ο επιδότης διενεργεί επίδοση με άφεση αντιγράφου στον εναγόμενο, το σημαντικό είναι αυτή να απολήγει σε γνώση του εναγομένου ότι πρόκειται για νομικό έγγραφο ως προς το οποίο θα πρέπει να επιδείξει προσοχή και να δώσει σημασία, σε σχέση με τη διαδικασία. Η έμφαση είναι σε αυτή τη γνώση του εναγόμενου και όχι στη διαδικασία με την οποία αυτή δημιουργείται. Σε αρκετές περιπτώσεις αυτή η γνώση μπορεί να δημιουργηθεί με μια απλή εξήγηση, άλλες φορές μπορεί να προκύπτει από προηγούμενη γνώση από σχετική εμπειρία (ξέρει ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι επιδότης), από τη συμπεριφορά κατά το χρόνο επίδοσης, περιλαμβανομένης της προσπάθειας αποφυγής. Το ζήτημα είναι πραγματικό.

Σχετική είναι και η Barclays Bank of Swaziland Ltd v Hahn [1989] 1 WLR 506 at 512A.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο, καταλήγοντας, δεν αποδέχθηκε ότι διενεργήθηκε δια χειρός προσωπική επίδοση στον εναγόμενο, επειδή κράτησε για μερικά δευτερόλεπτα την άκρη του φακέλου, η υπόθεση κατατάσσονταν στην δεύτερη κατηγορία. Ήταν περίπτωση στην οποία ο εναγόμενος δεν αποδεχόταν την επίδοση, επομένως, διενεργήθηκε επίδοση με άφεση. Η τοποθέτηση του φακέλου στο σώμα του εναγόμενου και η ρίψη του στο πάτωμα από τον εναγόμενο συνιστούσε επίδοση με άφεση στον εναγόμενο ή δίπλα στον εναγόμενο, ασχέτως αν ο επιδότης ανάκτησε ο ίδιος την κατοχή και έλεγχο του φακέλου περισυλλέγοντάς τον από το πάτωμα· ο εναγόμενος είχε, ακόμα και για κλάσματα δευτερολέπτου, τη δυνατότητα άσκησης κυριαρχίας επί του φακέλου. Θα έπρεπε να δοθεί εξήγηση περί τίνος πρόκειται. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν ομιλούσε την αγγλική γλώσσα, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν είναι από μόνο του συναφές, με την έλλειψη γνώσης, από μέρους του, ότι επρόκειτο για έγγραφα δικαστικής διαδικασίας, που το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εναγόμενος επαρκώς αποκόμισε. Ακόμα και δι’αυτής της εμφάνισης και επίμονης συμπεριφοράς (και μπροστά σε άλλα πρόσωπα που μπορούσαν να μεταφράσουν) του επιδότη, είχε καταστεί εμφανές ότι επρόκειτο για επίσημα έγγραφα, που έχρηζαν της προσοχής του εναγόμενου, που όταν ο εναγόμενος αντιλήφθηκε, προσάρμοσε ανάλογα και τη δική του συμπεριφορά, διώκοντας τους επιδότες, και προς αποφυγή.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.