Ποινικές ρήτρες: Ο εξορθολογισμός του «Dunlop test» και το στοιχείο της εμπορικής δικαιολόγησης (commercial justification)

065D213A0000044D-3303189-image-a-26_1446637954153

Πρόσφατα, στις Cavendish Square Holding BV (Appellant) v Talal El Makdessi (Respondent) και ParkingEye Limited (Respondent) v Beavis (Appellant) [2015] UKSC 67, το Supreme Court (UK), καταπιάστηκε με το θέμα των συμβατικών ποινικών ρητρών ή άλλως πώς τον κανόνα της ποινής (penalty rule) («ο κανόνας»).

Σύντομη αναφορά γίνεται μόνο στην ParkingEye, που αφορά στην γνωστή υπόθεση με το εισιτήριο στάθμευσης, μια διαφορά που, παρά το ευτελές (για τα νομικά δεδομένα) ύψος της (£85), σε χρηματική αξία, ήτανε νομικά βαρυσήμαντη και τελικά ανέβηκε όλα τα σκαλοπάτια της βρετανικής δικαιοσύνης (με χρηματοδοτήσεις του κοινού για να μπορέσει να προχωρήσει μέχρι και το Supreme Court), προσθέτοντας στο δίκαιο. Ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, το Ταμείο Συντάξεων της British Airways κατέχει το εμπορικό πάρκο Riverside, στο Chelmsford. Υπάρχει χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων στο εμπορικό πάρκο, που το Ταμείο παραχώρησε στην εταιρεία ParkingEye Ltd για την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης. Η εταιρεία διαχείρισης σηματοδότησε κατάλληλα τον χώρο στάθμευσης ώστε ο μέσος χρήστης να μπορεί να λάβει γνώση των όρων χρήσης του χώρου. Μεταξύ άλλων, υπήρχε σηματοδότηση ότι η στάθμευση επιτρέπεται δωρεάν μόνον για 2 ώρες και παραμονή στο χώρο στάθμευσης κατά παράβαση αυτού του όρου επισύρει πρόστιμο £85. Ο κ. Brevis, που στάθμευσε το όχημά του στον εν λόγω χώρο στάθμευσης για 2 ώρες και 56 λεπτά, έλαβε ειδοποίηση πληρωμής £85. Σημειωτέον ότι το ύψος του προστίμου ίσχυε για οποιαδήποτε παράβαση και ανεξάρτητα από το χρόνο παραμονής στο χώρο στάθμευσης, κατά παράβαση. Η ειδοποίηση επιβολής προστίμου ενημέρωνε τον παραβάτη, επίσης, για τη διαδικασία προσβολής της πράξης επιβολής του προστίμου. Ο κ. Brevis αγνόησε την ειδοποίηση όπως και όλες τις μεταγενέστερες ειδοποιήσεις, επομένως, η εταιρεία διαχείρισης ενήγαγε τον κ. Brevis αξιώνοντας £85. Ο εναγόμενος ισχυριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι δεν οφείλει να πληρώσει τις £85 (που όμως κατέβαλε, αφού το ζήτημα δεν ήταν οικονομικό) γιατί επρόκειτο για συμβατική ποινική ρήτρα, που δεν εφαρμόζεται, και όχι ρήτρα ζημιάς που να σκοπεί σε γνήσιο προϋπολογισμό ζημιάς. Έπειτα, γιατί είναι καταχρηστική ρήτρα, κατά παράβαση της σχετικής αγγλικής νομοθεσίας.

Το Supreme Court, με την ευκαιρία εξέτασης των δύο εφέσεων, και πριν καταλύσει τη στερεότυπη θεώρηση του απόλυτου «κανόνα της Dunlop», έκανε μια σπουδαία αναδρομή στην ιστορία του κανόνων των ποινικών ρητρών, τέμνονας το χρόνο και βάζοντας ένα σημάδι στο δίκαιο των συμβάσεων. Ένα σημάδι, που μέσα στα εξελισσόμενα περιβάλλοντα υπερ-προστασίας του καταναλωτή, υπενθυμίζει για εξορθολογισμό και ισορροπία. Αλήθεια, κι αυτό το ρεύμα υπερ-προστασίας του καταναλωτή προσεγγίστηκε, λίγο-πολύ, από το Supreme Court, ως τεχνητό, παρά ότι αντανακλά την πραγματική νομική εξέλιξη στο πανευρωπαϊκό επίπεδο. Κατά πόσο η Αγγλική ερμηνεία και προσέγγιση είναι η ορθή, είναι, μάλλον, και κάτι που θα διαφανεί στο χρόνο, πάντως, σε αυτό τον αιώνα.

Κατά την αναδρομή αυτή, το Supreme Court, ανέφερε ότι στο δίκαιο της επιείκειας ο κανόνας σχετίζονταν με τα ομόλογα, δια των οποίων κάποιος αναλάμβανε την πληρωμή ενός ποσού και αυτή η υποχρέωσή του θα έπαυε να υφίσταται εάν εκτελούσε μιαν άλλη υποχρέωση, που αποτελούσε και την κύρια, πρωταρχική, υποχρέωσή του. Η χρήση αυτών των ομολόγων, τον 16ο αιώνα, συνδέθηκε με την εξασφάλιση της εκτέλεσης των υποχρεώσεων και έναντι των κινδύνων ζημιάς· ο κάτοχος ενός τέτοιου ομολόγου μπορούσε να ενάγει τον εκδότη του, προωθώντας απλά και μόνον αξίωση για χρέος βάσει ομολόγου, και ως το γράμμα του, χωρίς την ανάγκη να αποδεικνύει την ζημιά του, με αποτέλεσμα, όμως, να λαμβάνει χρηματική αποζημίωση για μη πραγματική ζημιά του.  Εκεί ήταν που ήρθε το δίκαιο της επιείκειας και εστίασε στην πραγματική βούληση των μερών, ένα τέτοιο ομόλογο να αποτελεί ασφάλεια κι αν ο οφειλέτης πλήρωσε τον κάτοχο του ομολόγου την ζημιά του (το αντικείμενο της ασφάλειας), τον τόκο και τα έξοδα, την πρωταρχική υποχρέωση, να μην πορούσε να εκτελείται το ομόλογο και να μην πληρώνεται πρόσθετη ποινή, δηλαδή να μην εκτελεί ο παραβάτης και τη δευτερεύουσα υποχρέωση.

Το κοινοδίκαιο φαίνεται να υιοθέτησε τον κανόνα. Τον 17ο αιώνα τα δικαστήρια του κοινοδικαίου έδιδαν αναστολή στις διαδικασίες που αφορούσαν σε χρήση ποινικής ρήτρας εξασφάλισης, όπου ο ενάγων αποδέχονταν προσφορά των χρημάτων μαζί με τον τόκο και τα έξοδα. Ακολούθησε η νομοθέτηση του κανόνα και η επέκτασή του. Το άρθρο 8 της Administration of Justice Act 1696 (8 & 9 Will 3 c 11) προέβλεπε ότι ο ενάγων που προσέφευγε στα δικαστήρια του κοινοδικαίου με αξίωση στην βάση ομολόγου εξασφάλισης απόδοσης, μπορούσε να δικογραφήσει τις παραβάσεις και να πληρωθεί την πραγματική ζημιά του. Εκδίδονταν απόφαση για την ποινή, η εκτέλεση της οποίας αναστέλλονταν με την πληρωμή των πραγματικών ζημιών. Η Administration of Justice Act 1705 (4 & 5 Anne c 16) επέτρεπε στον εναγόμενο, σε τέτοια περίπτωση, να προβεί σε πληρωμή στο δικαστήριο του ποσού της πραγματικής ζημιάς, του τόκου και των εξόδων, και να βασίσει την υπεράσπισή του σε τέτοια πληρωμή. Περί τα τέλη του 18ου αιώνα, τα δικαστήρια έδωσαν περισσότερη έμφαση στην υποχρεωτικότητα των νομοθετικών διατάξεων, ένας ενάγων με τέτοια αξίωση να πρέπει να δικογραφεί και να αποδεικνύει την πραγματική ζημιά του. Ο στόχος ήταν να αποτραπεί η παράλληλη πρόσβαση στα δικαστήρια της επιείκειας για την απαλλαγή από την ποινή και στα δικαστήρια του κοινοδικαίου για την πραγματική ζημιά· και ο στόχος αυτός πέτυχε, αφού η περαιτέρω επεξεργασία του κανόνα ήταν πλέον έργο των δικαστηρίων του κοινοδικαίου.

Μια επεξεργασία και ανάπτυξη που ξέφυγε πλήρως από τις αρχικές ρίζες του κανόνα της επιείκειας. Τον 19ο και 20ο αιώνα το κοινοδίκαιο δεχόταν, μεν, ότι η ποινή ήταν η ανάληψη μιας δευτερεύουσας υποχρέωσης που εξασφαλίζει μια πρωταρχική ή κύρια υποχρέωση, αλλά θεωρούσε ότι τα μέρη εννοούσαν ό,τι είχαν συμφωνήσει, να ποινικοποιήσουν την παραβατική συμπεριφορά. Η απαλλαγή του παραβάτη από την ποινή δεν γινόταν επειδή ο παραβάτης εξασφάλιζε την πρωταρχική υποχρέωση με έναν άλλο τρόπο ή εάν (καλύτερα) την εξοφλούσε, αλλά για λόγους που σχετίζονταν με τη δημόσια ασφάλεια, επομένως, αδρανοποιώντας, εκ του αποτελέσματος, την οποιαδήποτε σημασία της ποινής στο δίκαιο των συμβάσεων. Αντίστοιχα, είχε μειωθεί σταδιακά και η χρήση τέτοιων ομολόγων, επομένως, η επεξεργασία του κανόνα στο κοινοδίκαιο είχε απασχολήσει, σχεδόν αποκλειστικά, το κεφάλαιο των ρητρών ζημιάς, δηλαδή, ρητρών που προέβλεπαν την πληρωμή ενός πρόσθετου ποσού, προς κάλυψη προϋπολογισμένων ζημιών. Προέκυψε ο γνωστός, πλέον, διαχωρισμός ότι, εάν τα μέρη σε μια σύμβαση προέβλεπαν την πληρωμή ενός τέτοιου πρόσθετου ποσού, με γνήσια πρόθεση την κάλυψη των προϋπολογιζόμενων ζημιών, που θα υφίστατο το αθώο μέρος σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, θα ήταν μια επιτρεπτή ρήτρα ζημιάς, εάν όμως αυτή η πρόνοια για την πληρωμή του πρόσθετου ποσού τέθηκε προς τιμωρία του παραβάτη, τότε δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί.

Επικράτησε, λοιπόν, στο σύγχρονο δίκαιο, παραλλαγμένος ο κανόνας, να έχει το περιεχόμενο ότι εάν τα μέρη σε μια σύμβαση συμφώνησαν ρήτρα ζημιάς, αυτή επιτρέπεται, ενώ εάν συμφώνησαν ποινική ρήτρα, αυτή να μην εκτελείται, μηχανικά και χωρίς περιθώριο διακριτικής ευχέρειας, ως ενάντια στη δημόσια ασφάλεια. Επομένως, η έμφαση να τοποθετείται στην κατασκευή μιας σύμβασης, για τη διαπίστωση της πραγματικής πρόθεσης των μερών, προκειμένου να διακριβωθεί το είδος της ρήτρας, έπειτα, στην ανάγκη, ο ενάγων, που αξιώνει επί ρήτρας ζημιάς, να αποδεικνύει αυτή τη ζημιά του, που συνδέεται αιτιωδώς με την παράβαση της πρωταρχικής υποχρέωσης, σύμφωνα με τις αρχές του γενικού δικαίου.

Στην Dunlop Pneumatic Tyre Co Ltd v New Garage and Motor Co Ltd [1915] AC 79 διαμορφώθηκε ένα τετραπλό “test” που εστίασε στο ύψος του ποσού, εάν αυτό είναι δυσανάλογο σε σχέση με τη μέγιστη απώλεια που μπορεί να υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση. Επίσης, εάν η πρωταρχική υποχρέωση είναι η πληρωμή χρημάτων και σε περίπτωση παράβασης αυτής της υποχρεώσης, προβλέπεται πληρωμή μεγαλύτερου ποσού. Θα μπορούσε, επίσης, να υπάρχει τεκμήριο ότι πρόκειται για ποινική ρήτρα στις περιπτώσεις όπου αυτή η ρήτρα ενεργοποιείται από διάφορα είδη παραβάσεων, παρά από μια συγκεκριμένη. Ο λόγος του Lord Dunedin’s στην Dunlop λειτούργησε, στο μετέπειτα κοινοδίκαιο, σαν μια γενικευμένης εφαρμογής νομική βάση. Αυτή την πορεία, το Supreme Court, έκρινε «ατυχή», δίνοντας περισσότερη βαρύτητα, με αναφορά στην Dunlop, στο λόγο του Lord Atkinson, σε σχέση με την ανάγκη η εταιρεία να διασώζει την επιχείρησή της, τη φήμη, την πελατεία της και τον κύκλο εργασιών της.

Επειδή το μυαλό εύκολα μπορεί να τρέξει στις συμβάσεις τραπεζικών διευκολύνσεων, υπήρξε, όντως, πέρασμα στην απόφαση του Supreme Court, με παραπομπή στην Lordsvale Finance plc v Bank of Zambia [1996] QB 752, όπου απασχόλησε η επιβολή αυξημένου τόκου, ως τόκου υπερημερίας, σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής συμφωνημένων δόσεων. Παρόλο που υπήρχαν αυθεντίες που ήθελαν την περίπτωση να συνιστά ποινική ρήτρα[1], ο Colman J θεώρησε έγκυρη τη ρήτρα για τον τόκο υπερημερίας, ο πρωταρχικός στόχος της οποίας δεν ήταν να τιμωρήσει τον παραβάτη χρεώστη, μα να εκφράσει τον μεγαλύτερο πιστωτικό κίνδυνο που είναι συνδεδεμένος με την υπερημερία ενός οφειλέτη. Παρατήρησε ότι η κατάπτωση της ρήτρας αυτής, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, δεν θα μπορούσε να κατηγοριοποιηθεί ως ποινή, ακόμα κι αν δεν υπήρξε γνήσιος προϋπολογισμός της ζημιάς, αναφέροντας ότι:

…no reason in principle why a contractual provision the effect of which was to increase the consideration payable under an executory contract upon the happening of a default should be struck down as a penalty if the increase could in the circumstances be explained as commercially justifiable, provided always that its dominant purpose was not to deter the other party from breach…

Τη θεώρηση του Colman J επικρότησε ο λόγος του Mance LJ στην απόφαση του Court of Appeal στην Cine Bes Filmcilik ve Yapimcilik v United International Pictures [2004] 1 CLC 401. Ομοίως, από την Arden LJ στην Murray v Leisureplay plc [2005] IRLR 946, παρ. 54 όπου τέθηκε το εξής ερώτημα:

Has the party who seeks to establish that the clause is a penalty shown that the amount payable under the clause was imposed in terrorem, or that it does not constitute a genuine pre-estimate of loss for the purposes of the Dunlop case, and, if he has shown the latter, is there some other reason which justifies the discrepancy between [the amount payable under the clause and the amount payable by way of damages in common law]?” (emphasis added)…

Η σκέψη της έντιμης Arden LJ ήταν ότι η ρήτρα επιβοηθά καί τα δύο μέρη και κατέληξε ότι δεν είχε προσκομιστεί μαρτυρία (από τον εναγόμενο) ότι η ρήτρα στερείται εμπορικής δικαιολόγησης (παρ. 70 – 76). Η ευρύτερη θεώρηση  (Buxton LJ) προτιμήθηκε (και υπό Clarke LJ), όπου εξετάζοντας τον λόγο του Lord Atkinson στην Dunlop, αναφέρθηκε ότι, η ratio της πραγματικής απόφασης στην υπόθεση αυτή ήταν:

…an explanation of the clause in commercial rather than deterrent terms was available…

Οι πιο πάνω προσεγγίσεις χρησιμοποίησαν το στοιχεία της εμπορικής δικαιολόγησης ως μέρος του “test”, δεχόμενες το στοιχείο αυτό ως επαρκή μαρτυρία για το ότι οι υπό εξέταση ρήτρες δεν ήταν ποινικές. Υπήρξαν και μεταγενέστερες αποφάσεις στις οποίες η εμπορική πραγματικότητα δεν μπορούσε να συνάδει με τον κανόνα των ποινικών ρητρών, οι οποίες, επίσης, ακολούθησαν την ίδια τάση[2]. Το Supreme Court έθεσε, βέβαια, εν αμφιβόλω καί αυτή την απολυτότητα της προσέγγισης, ότι μια ρήτρα δεν είναι ποινική απλά και μόνον εάν είναι εμπορικά δικαιολογημένη, συμφωνώντας με τις παρατηρήσεις του Lord Radcliffe στην Campbell Discount Co Ltd v Bridge [1962] AC 600, 622:

… I do not myself think that it helps to identify a penalty, to describe it as in the nature of a threat ‘to be enforced in terrorem’ (to use Lord Halsbury’s phrase in Elphinstone v Monkland Iron & Coal Co Ltd (1886) 11 App Cas 332, 348). I do not find that that description adds anything of substance to the idea conveyed by the word ‘penalty’ itself, and it obscures the fact that penalties may quite readily be undertaken by parties who are not in the least terrorised by the prospect of having to pay them and yet are, as I understand it, entitled to claim the protection of the court when they are called upon to make good their promises…

Εξάλλου, όπως ανέφερε, ο ποινικός χαρακτήρας μιας ρήτρας εξαρτάται από το σκοπό της, που συνυφαίνεται με την επίδρασή της και αυτό είναι, όντως, ζήτημα ερμηνείας του εγγράφου, σε σχέση με το οποίο η μαρτυρία σχετικά με την εμπορική δικαιολόγηση, είναι, ασφαλώς, συναφής. Όμως, το Supreme Court, θεώρησε τις όποιες ενστάσεις του επί του αιτιολογικού του κανόνα περιφερικές, αναγνωρίζοντας στον λόγο των Colman J, Buxton LJ, Lord Robertson (στην Clyderbank) και Lord Atkinson (στην Dunlop) όλη τη σημασία του κανόνα και την ανάγκη τοποθέτησης της έμφασης στο στοιχείο της εμπορικής δικαιολόγησης.

Μια ρήτρα ζημιάς μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους άλλους από το να τιμωρηθεί το υπαίτιο μέρος, ανάλογα με το κατά πόσο το αθώο μέρος έχει ένα έννομο συμφέρον στην εκτέλεση τέτοιας ρήτρας, που δεν σκοπεί την τιμώρηση εξαιτίας της συγκεκριμένης παράβασης.

Το Supreme Court, μέσα από τη θεώρησή του, εξέφρασε την άποψη ότι:

In our opinion, the law relating to penalties has become the prisoner of artificial categorisation, itself the result of unsatisfactory distinctions: between a penalty and genuine pre-estimate of loss, and between a genuine pre-estimate of loss and a deterrent. These distinctions originate in an over-literal reading of Lord Dunedin’s four tests and a tendency to treat them as almost immutable rules of general application which exhaust the field.

Στην Legione v Hateley (1983) 152 CLR 406, 445, οι Mason και Deane JJ όρισαν την ποινή ως εξής:

A penalty, as its name suggests, is in the nature of a punishment for non-observance of a contractual stipulation; it consists of the imposition of an additional or different liability upon breach of the contractual stipulation …

Το Supreme Court χαρακτήρισε ύπουλο τον ορισμό αυτό, που εκφράζει μια πρωτεϊκή ιδέα, αφού εμπεριέχει ευρύτητα που θα μπορούσε κάλλιστα να εντάσσει στο πεδίο του κάθε συμβατική ρήτρα (π.χ. και ρήτρες κατάσχεσης). Τουλάχιστον, όμως, αναφέρεται σε «ποινή» και σε «πρόσθετη ή διαφορετική υποχρέωση», παρά σε άλλες έννοιες, όπως τρομοκράτηση του αντισυμβαλλόμενου πιθανώς μελλοντικού παραβάτη ή σε γνήσιο προϋπολογισμό της ζημιάς, επομένως, είναι και πιο άρτιος σε σχέση με άλλους ορισμούς. Κατά το Supreme Court, το πραγματικό ερώτημα είναι εάν ο χαρακτήρας μιας ρήτρας είναι ποινικός, όχι εάν ο χαρακτήρας μιας ρήτρας συνιστά γνήσιο προϋπολογισμό της ζημιάς. Αυτά (ποινικός χαρακτήρας ή γνήσιος προϋπολογισμός ζημιάς) δεν συνιστούν αντίθετες έννοιες ή κλειστές κατηγορίες. Μια ρήτρα ζημιάς μπορεί να μην είναι οτιδήποτε ή να είναι και τα δύο. Το γεγονός ότι μια ρήτρα δεν συνιστά γνήσιο προϋπολογισμό ζημιάς, δεν σημαίνει ότι είναι ποινική ρήτρα. Το να περιγράφεται ως αποτρεπτική δεν προσθέτει οτιδήποτε. Πέραν αυτού, μια αποτρεπτική συμβατική ρήτρα είναι απλά μια πρόνοια που σχεδιάστηκε για να επηρεάσει τη συμπεριφορά του συμβαλλόμενου μέρους και που δεν διαφέρει από την προτρεπτική συμβατική ρήτρα, μα ούτε και σημαίνει ότι είναι εγγενώς ποινική ή αντίθετη με ό,τι το δίκαιο διασφαλίζει. Το ζήτημα, κατά πόσο είναι εκτελεστή, εξαρτάται από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τον επηρεασμό της συμπεριφοράς του συμβαλλόμενου μέρους, κατά πόσο είναι παράλογα ή υπερβολικά, με αναφορά όμως, πάντα, συγκεκριμένο σημείο κανονικού, προς σύγκριση.

Η ποινική ρήτρα συνυφαίνεται με το δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι. Το Supreme Court αναγνώρισε ότι, παρά το γεγονός ότι ο κανόνας της ποινής προέρχεται από την εμφανή ανησυχία των Δικαστηρίων και την προσπάθειά τους να αποκλείσουν την εκμετάλλευση, σε μια εποχή που οι πιστώσεις μειώθηκαν και οι οφειλέτες είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι, ο σύγχρονος κανόνας είναι ουσιαστικός και όχι διαδικαστικός. Το ότι το ένα συμβαλλόμενο μέρος, με τα τάδε χαρακτηριστικά, επωφελείται από την ρήτρα δεν είναι σχετικό. Όπως ο Lord Wright MR ανέφερε στην Imperial Tobacco Company (of Great Britain) and Ireland v Parslay [1936] 2 All ER 515, 523:

A millionaire may enter into a contract in which he is to pay liquidated damages, or a poor man may enter into a similar contract with a millionaire, but in each case the question is exactly the same, namely, whether the sum stipulated as damages for the breach was exorbitant or extravagant …

Οι περιστάσεις συνομολόγησης της σύμβασης δεν είναι άσχετες, απεναντίας. Όσον αφορά την πιθανότητα το ένα συμβαλλόμενο μέρος να έχει την δυνατότητα να κυριαρχήσει επί των επιλογών του άλλου, σε σχέση με το περιεχόμενο των συμβατικών ρητρών, είναι τα δικαστήρια, σε αυτές τις περιπτώσεις, που μπορούν να χαράξουν μιαν ισορροπία μεταξύ των συγκρουόμενων συμφερόντων, αφενός, της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι, αφετέρου, της προστασίας του αδύναμου μέρους. Ωστόσο, δεν επιτρέπεται κάποια ευρύτερη διακριτική ευχέρεια, όπως και το να επιτρέπεται στους συμβαλλομένους, έναντι στο δίκαιο των ποινικών ρητρών (επειδή θεωρούν τις πρόνοιες μη εκτελεστές), να αναπτύσσουν τις όποιες δικές τους αντισυμβατικές πρακτικές.

Το Supreme Court αναγνώρισε ότι ο κανόνας της ποινικής ρήτρας δεν έχει μόνο μια μακρά ιστορία στο Αγγλικό δίκαιο, έχει διαδοθεί σε διάφορες χώρες του κοινοδικαίου, και αντίστοιχος κανόνας ισχύει και στη δυτική ευρώπη, όπου διαφαίνεται και κοινό έδαφος, σε σχέση με την αντιμετώπιση του ζητήματος. Έπειτα, σήμερα υπάρχουν νομοθεσίες που δεν υπήρχαν κατά το χρόνο ανάπτυξης του κανόνα. Επομένως, δεν πρόκειται για κανόνα που μπορεί, έτσι απλά, να καταργηθεί. Όσον αφορά το ζήτημα της επέκτασης, τέτοιο βήμα έγινε πρόσφατα στην Αυστραλία[3], όπου απασχόλησε η χρέωση, από την Τράπεζα, πρόσθετων ποσών κάθε φορά που η Τράπεζα τιμούσε μια επιταγή του χρεώστη ή επέτρεπε στον χρεώστη να προβεί σε ανάληψη πέραν του διαθέσιμου ορίου. Το Αυστραλιανό δικαστήριο θεώρησε πως ναι, είναι ποινική ρήτρα. Ωστόσο, το Supreme Court, στην προκειμένη περίπτωση, δεν δέχθηκε ότι μπορεί, το Αγγλικό δίκαιο, να ακολουθήσει την ίδια κατεύθυνση, διαφωνόντας ακόμα και με την ιστορική περιγραφή της εξέλιξης του κανόνα από το Αυστραλιανό δικαστήριο. Η παρέμβαση του Supreme Court συνιστά, περισσότερο, διορθωτική επανατοποθέτηση του κανόνα σε ορθές ή σύγχρονες διαστάσεις, παρά οτιδήποτε άλλο.

Ως προς την ParkingEye, η απόφαση του Supreme Court ήταν ότι το πρόστιμο των £85, ακόμα κι αν η εν λόγω συμβατική ρήτρα δεν συνιστούσε γνήσιο προϋπολογισμό ζημιάς, δεν συνιστούσε ποινική ρήτρα. Η εταιρεία διαχείρισης, με χρήση του στοιχείου της εμπορικής δικαιολόγησης, είχε έννομο συμφέρον να χρεώνει αυτό το πρόστιμο, που έβαινε πέρα από την ανάγκη να αποζημιωθεί για κάποια ζημιά από τη συμβατική παράβαση. Το λειτουργικό σχήμα, εν προκειμένω, ήταν ότι η εταιρεία διαχείρισης είχε αναλάβει έναντι στον ιδιοκτήτη να ελέγχει τον χώρο στάθμευσης και να επιβάλλει συμφωνημένα τέλη, με δυνατότητα διαχείρησης του χώρου προς το συμφέρον των καταστημάτων λιανικής πώλησης, των πελατών τους, και του κοινού γενικά. Αποτελεί συμφέρον του ιδιοκτήτη που λαμβάνει έσοδα από την εταιρεία διαχείρισης και τη σωστή λειτουργία του σχήματος, και που έχει παραχωρήσει χώρους σε διάφορες αλυσίδες λιανικού εμπορίου, η ανεύρεση χώρου στάθμευσης για πελάτες των οποίων είναι πολύτιμη παροχή. Έπειτα, αποτελεί έννομο συμφέρον της εταιρείας διαχείρισης που παρέχει συμφωνημένες υπηρεσίες σε σχέση με τη λειτουργία του σχήματος και αντιμετωπίζει το κόστος της μέσα από την επιβολή αυτών των τελών από παραβάσεις. Σαφώς, δεν θα μπορούσε, η εταιρεία διαχείρισης, να χρεώνει ό,τι ποσό της αρέσει. Ωστόσο, το Supreme Court θεώρησε ότι ούτε έδαφος υπήρξε, ώστε το ποσό των £85 να κριθεί ότι ξεφεύγει από το μέτρο του λογικού και αναλογικού, σε σχέση με τα έννομα συμφέροντα. Το απτό μέτρο σύγκρισης ήταν τα τέλη που χρέωναν οι δημόσιες αρχές για το ίδιο είδος παράβασης. Το ποσό των £85 ήταν μεν μεγαλύτερο, ως ποσό, από τα τέλη που επιβάλλονταν σε περίπτωση στάθμευσης στο δρόμο ή σε δημόσιο χώρο στάθμευσης, αλλά συνυπολογίστηκε το ότι οι δημόσιες αρχές δεν προσφέρουν, οπωσδήποτε, δωρεάν 2 ώρες χρόνο στάθμευσης και η διαφορά δεν ήταν μεγάλη. Μα και μόνο και μόνο το γεγονός ότι ο μέσος χρήστης του χώρου στάθμευσης τον χρησιμοποιούσε, διατηρώντας αυτή τη γνώση, είναι δεδομένο συναφές με τη λογικότητα της επιβολής του προστίμου, δηλαδή η ύπαρξη του προστίμου δεν λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς το να χρησιμοποιείται ο χώρος στάθμευσης. Η ίδια βάση της κατάληξης ότι το πρόστιμο δεν ήταν ποινική ρήτρα ίσχυε και για την κατάληξη του Supreme Court ότι η ρήτρα προστίμου δεν ήταν άδικη (unfair).

 

————————-

 

[1] Lady Holles v Wyse (1693) 2 Vern 289· και Strode v Parker (1694) 2 Vern 316· και Wallingford v Mutual Society (1880) 5 App Cas 685, 702 (Lord Hatherley).

[2] Euro London Appointments Ltd v Claessens International Ltd [2006] 2 Lloyd’s Rep 436· και General Trading Company (Holdings) Ltd v Richmond Corpn Ltd [2008] 2 Lloyd’s Rep 475

[3] Andrews v Australia and New Zealand Banking Group Ltd (2012) 247 CLR 205 που έχει παρόμοιο υπόβαθρο με την Office of Fair Trading v Abbey National plc [2010] 1 AC 696

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.