Ι.Υ.Α.: Η προτεινόμενη δυνατότητα χρήσης διασυνοριακής υποκατάστασης υπό όρους

baby_and_globe

Πρόσφατα η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Υγείας ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση νόμου για την τροποποίηση του περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμου, Ν.69(Ι)/2015 που ψηφίστηκε τον περασμένο Μάιο με τον περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Νόμο του 2015.

Η πρόταση νόμου επιχειρεί, ουσιαστικά, μια μετάβαση, από την πρώτη επιλογή του Κύπριου νομοθέτη (που μόνο αβασάνιστη δεν ήταν), που ήταν να απαγορεύσει τις διασυνοριακές διευθετήσεις παρένθετης μητρότητας, με γυναίκες που κατοικούν εκτός Κύπρου, μεταξύ άλλων, ως οδό ηθικά μεμπτής εμπορευματοποίησης της μήτρας και της μητρότητας, προς μία άλλη κατεύθυνση. Λέει, η πρόταση νόμου, ότι θα πρέπει να εισαχθεί εξαίρεση, ώστε, όπου είναι αδύνατον να βρεθεί γυναίκα πρόθυμη να λειτουργήσει ως κυοφόρος εντός Κύπρου, τότε να επιτρέπεται η διευθέτηση με γυναίκα κάτοικο εξωτερικού (έστω εντός της Ε.Ε.), προς αποτροπή της αναγκαστικής μετάβασης του υπογόνιμου ζευγαριού στο εξωτερικό, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Τάχα, χωρίς να αλλοιώνει, η πρόταση νόμου, ευθέως, την απαιτούμενα μη εμπορική βάση της σύναψης συμφωνίας με κάτοικο εξωτερικού, που υποτίθεται διασφαλίζει (μεταξύ άλλων υποτιθέμενων διασφαλίσεων) με το να προβλέπει για τη αλλοδαπή κυοφόρο να διαμένει, τουλάχιστον, στην Κύπρο κατά τη διάρκεια της κύησης για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή η παρακολούθηση της κύησης της να γίνεται στο εξωτερικό μεν, αλλά αυτό να αποτελεί το αντικείμενο διακρατικών συμφωνιών. Το Συμβούλιο, λέχθηκε, εργάζεται σκληρά για να ετοιμάσει τα έγγραφα και τις διαδικασίες (που μάλλον ακόμα δεν είναι έτοιμα, και ετοιμάζονται χωρίς γνωστή διαδικασία).

Καταρχάς, να σημειωθεί ότι το θέμα της χρήσης των μεθόδων Ι.Υ.Α. προς ενίσχυση της εισροής του ιατρικού τουρισμού στην Κύπρο (και της αποτροπής της εξαγωγής του) είναι ένα μεγάλο θέμα, για το οποίο χρειάζεται ειδική διεπιστημονική μελέτη, με διάφορες μορφές διαθέσιμων νομοθετικών σχημάτων, που να θέτουν βέβαια και τις ανάλογες δικαιϊκές εγγυήσεις. Για να συζητηθεί το θέμα αυτό χρειάζεται η σταθερότητα της βάσης, η ύπαρξη στέρεης νομικής προσέγγισης, επί της οποίας να γίνει το όποιο μετέπειτα χτίσιμο, προς συγκεκριμένες, πλέον, βελτιωτικές κατευθύνσεις. Μέχρι τότε, αναπόφευκα, υπάρχουν «επιχειρηματικές απώλειες» από την παύση  χρησιμοποίησης των μέχρι πρότινος χρησιμοποιούμενων μεθόδων και ποσοστό απελπισμένης διακίνησης εκτός συνόρων για «επείγουσες» λύσεις.

Επίσης, το ζήτημα τυχόν κοινής διευρωπαϊκής συνισταμένης ως προς την αντιμετώπιση των μεθόδων Ι.Υ.Α. και ανάπτυξης μορφών διασυνοριακής συνεργασίας, είναι εξαιρετικά μεγάλο και δεν θα επιλυθεί στα κοινοβουλευτικά ενδότερα με κάποιου είδους μονόλογο· προς αυτό ερευνούνται διάφορα, μέσα από σχετικούς φορείς, έχοντας υπόψη τη μέχρι σήμερα στάση και νομολογία του ΕΔΑΔ, τις ιδιαιτερότητες των νομικών προσεγγίσεων διαφόρων κρατών, αλλά και με το βλέμμα στραμμένο σε πιθανά δυνατές εστίες συνεννόησης, με εργαλείο τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μέχρι τότε, διασυνοριακές διευθετήσεις (εάν ήταν εφικτές), χωρίς εκατέρωθεν νομικό πλαίσιο, θα ήταν εξαιρετικά σοβαρές, νομικά, και θα έπρεπε να γίνονταν παράλληλες κινήσεις προς την ελάχιστη διασφάλιση των συμβαλλομένων και της αντιμετώπισης των συνεπειών τυχόν παραβατικής συμπεριφοράς (για εκτελεστότητα δεν κάνω λόγο)· κινήσεις και ενέργειες που πριν την ψήφιση του νόμου δεν φαίνεται να γίνονταν, η συνομολόγηση των «συμβάσεων» του είδους γινόταν, μάλλον, αντινομικά και μέσα στα βαθιά σκοτάδια.

Η εντύπωση που δημιουργείται είναι πως ό,τι επιχειρείται με την πρόταση νόμου, πλέον, είναι η χρήση του νόμου, που προέκυψε, προς νομοθετική επικάλυψη των προηγούμενων πρακτικών, επιστροφή στα γνώριμα παλιά μονοπάτια, αλλά υπό την ομπρέλα του νόμου. Θα ήταν, ασφαλώς, επιθυμητό να ήταν πιο ειλικρινής η τοποθέτηση στα πράγματα, ότι χρειάζεται (ή και ταιριάζει καλύτερα στην περίπτωση της Κύπρου) η νομικά ελεγχόμενη συμβατική ελευθεριότητα καί σε αυτό τον τομέα, απαλλαγμένη από ξεπερασμένους βιοηθικούς προβληματισμούς, αλλά και με σύγχρονες, μελετημένες, έξυπνες, διασφαλίσεις κοινωνικονομικού περιεχομένου, παρά περιτριγυρισμένη από αφηρημένους στερεοτυπικούς φόβους ή και μη αποκλειόμενα κοινωνικά δράματα (βλ. η παρένθετη μητέρα που είναι πτωχό θύμα του σωματέμπορα του υπόκοσμου ή που αναγκάζεται η ίδια να πωλεί υπηρεσίες σώματος, περιλαμβανομένων και αυτής, για να επιβιώσει). Ότι η νομοθέτηση του ζητήματος παρασύρθηκε από θεωρητική βιοηθική θεώρηση, παραλείποντας, όντως, να λάβει υπόψη της την Κυπριακή πραγματικότητα μέσα από δέουσα επιστημονική έρευνα, τα ιδιαίτερα συστατικά αυτής της κοινωνίας προς την οποία απευθυνόταν, χωρίς εκσυγχρονιστικό και βελτιωτικό πλάνο, πατώντας σε πεπατημένες, ήδη προβληματικές, επιλογές άλλων χωρών. Μα μερικές φορές και υπό συγκεκριμένες περιστάσεις η απαγόρευση είναι ο πιο κατάλληλος τρόπος πρόκλησης. Έπειτα, είναι η εύκολη λύση.Όμως…

Αλήθεια, όπως δεν υπάρχει τρόπος ελέγχου της έλλειψης ανταλλάγματος, δεν υπάρχει και τρόπος ελέγχου της «δυνατότητας» εύρεσης πρόθυμης κυοφόρου εγχώρια, και η προϋπόθεση αυτή (προϋπόθεση «λάστιχο») μεταφράζεται πως, εάν μια γυναίκα δεν έχει αδελφή ή φίλη, που να έχουν συναποφασίσει εξ αρχής τη διευθέτηση της υποκατάστασης, και απλά έχει αποταθεί μόνο του, το υπογόνιμο ζευγάρι, τυφλά, σε μία Μ.Ι.Υ.Α. για υπηρεσίες, σημαίνει πως δεν έχει δυνατότητα χρήσης της μεθόδου, όπως την έχει ήδη προβλέψει ο νόμος.

Η αναζήτηση εθελόντριας κυοφόρου στο εσωτερικό, ως διαδικασία, είναι ανύπαρκτη, αλλά και οι όποιες προσπάθειες, γίνονται από τις Μ.Ι.Υ.Α., με άγνωστες στο νόμο ενέργειες, χωρίς κοινωνιολογικό πλάνο και σκοπό, και φαίνεται να επικεντρώνονται, εκ των πραγμάτων, σε αλλοδαπές που διαμένουν στην Κύπρο (όπου τίθεται και εν αμφιβόλω η μη προσφορά ανταλλάγματος), και η πρόθεσή τους διαβιβάζεται στόμα με στόμα. Ο κόσμος, η μέση Κύπρια γυναίκα, δεν ξέρει, πιθανόν, τι εστί προσφορά του είδους αυτού, πλάθει και συντηρεί μύθους μέσα στο φαύλο κύκλο της εμπορευματοποίησης, παρόλο που η συμβατική ελευθεριότητα, όταν είναι νομικά διασφαλισμένη, δεν ταυτίζεται πάντα με την εμπορευματοποίηση. Ίσως είναι και από αυτή την εν ψυχρώ ταύτιση που εκτροχιάζεται ο βιοηθικός προβληματισμός.

Έπειτα, δεν υπάρχουν, γενικότερα, εκ των προτέρων γνωστοί και επαρκώς ελεγχόμενοι φορείς, στους οποίους να μπορεί να αποταθεί αξιοπρεπώς και με συγκεκριμένη διάφανη διαδικασία μια Μ.Ι.Υ.Α., για να βρει αλτρουΐστρια διαθέσιμη κυοφόρο. Τέτοιες αλτρουϊστριες κυοφόροι υπάρχουν, σύμφωνα με τις έρευνες, στην Βρετανία ή στις ΗΠΑ, και σε κοινωνικές κουλτούρες που χωνεύουν ευκολότερα τους τύπους «charity» και μπορούν να οργανώσουν σύνολα με συναφή σκοπό (π.χ. υπάρχουν οργανώσεις και εταιρικά σχήματα, που δέχονται αιτήσεις ακόμα και online από γυναίκες που θέλουν να μοιραστούν το όνειρο της προσφοράς μητρότητας μέσω της υποκατάστασης και την καταπληκτική εμπειρία και δίνουν προνόμια ένταξης στην τάδε αδελφότητα “surrogate sisterhood”, που προσεγγίζεται ως στόχος ζωής για κάποιες γυναίκες). Δυσκολότερα υπάρχουν σε χώρες με διαφορετικό βιοτικό επίπεδο και εντός της Ε.Ε (το πλαίσιο της Ε.Ε. δεν καθαγιάζει το εγχείρημα), πόσο μάλλον όταν, παράλληλα, απαγορεύεται η διαφήμιση και η προώθηση του θεσμού.

Η έλλειψη οικονομικού ανταλλάγματος δεν (πρέπει να) αφήνεται να σημαίνει «λεφτά κάτω από το τραπέζι» δια κάποιας Μ.Ι.Υ.Α., ούτε είναι επιθυμητό (με ηθικές αξίες επίσης) να βάζουμε ή να επιτρέπουμε να μπαίνουν οι Μ.Ι.Υ.Α. σε τέτοιο ρόλο, προκειμένου να εξυπηρετήσουν απελπισμένα υπογόνιμα ζευγάρια. Όπως στη δωρεά οργάνων, έτσι και στη «δωρεά μητρότητας» ή «δωρεά χρήσης μήτρας», οι κινήσεις που πρέπει να γίνονται είναι εντελώς προς άλλες κατευθύνσεις. Εάν μιλάμε για απαγόρευση της «εμπορευματοποίησης» θα πρέπει να μιλάμε παράλληλα και για ενέργειες ενίσχυσης του εθελοντισμού προσφοράς. Αυτά τα δύο στοιχεία είναι λογικά αλληλένδετα. Και οι διαδικασίες της δωρεάς οργάνων και της δωρεάς χρήσης μήτρας, αν προσεγγιστούν από αυτή την οπτική, έχουν κάποια κοινά στοιχεία, μεταξύ άλλων, και στο βιοηθικό στοχασμό, αλλά ουδεμία σχέση στις μέχρι σήμερα μεταξύ τους αναπτυσσόμενες προσεγγίσεις εύρεσης εθελοντών «δοτών». Στη μία περίπτωση γίνονται κινήματα προτροπής του κόσμου να γίνει δότης, στην άλλη περίπτωση απαγορεύεται η διαφήμιση και η προτροπή, βλέποντας το θεσμό μέσα από τον παραλλαγμένο φακό της «εμπορικότητας».

Το κύμα υποκρισίας φαίνεται να είναι μεγάλο και τα αδιέξοδα αναπόφευκτα. Η επιλογή της απαγόρευσης της «εμπορικής» παρένθετης μητρότητας (ούτε ο όρος «εμπορική» μπορεί να σταθεί μέχρι το τέλος, ως όρος δόκιμος), παρά τα κοινά της, διαφέρει και ουσιωδώς από τη δωρεά οργάνων (όπως και η δωρεά σπέρματος). Από την άλλη οπτική γωνιά, δεν πρόκειται, ακριβώς, για δανεική χρήση μήτρας, ανθρώπινου οργάνου ή λειτουργίας ανθρώπινου οργάνου κατ’ επάγγελμα και με σκοπό την επιδίωξη κέρδους με χαρακτηριστικά εσόδων από μέρους της προτιθέμενης παρένθετης μητέρας (ή άλλου προσώπου δια αυτής), αλλά για προσφορά του κοινωνικού αγαθού της μητρότητας με κάποιο αντάλλαγμα για την παρεμβολή του σωματικού κόπου (κύησης), που δεν είναι καθεαυτή ηθικά μεμπτή, με την έννοια ότι σωματικός κόπος χρειάζεται για κάθε παραγωγικό αποτέλεσμα. Το «εύλογο»του ανταλλάγματος δεν είναι ικανό, από μόνο του, να προσδώσει χαρακτήρα «εμπορικότητας» σε μια συμφωνία, χωρίς να σημαίνει ότι, από την άλλη, το μεμονωμένο της συναλλαγής την καθιστά εξορισμού «μη εμπορική». Από αυτή, λοιπόν, την οπτική γωνιά (που σηκώνει βέβαια αρκετή συζήτηση), δεν γίνεται λόγος για «εμπορευματοποίηση», χωρίς να σημαίνει ότι μπορεί να γίνεται κατάχρηση τέτοιας προσφοράς, το κριτήριο, όμως είναι ουσιαστικό και ελέγχεται in concreto.

Ήταν και είναι ζήτημα ουσιαστικών επιλογών που έπρεπε και πρέπει να είναι ξεκάθαρες: Είτε το ένα, είτε το άλλο. Και επί δεκαετίας και πλέον αυτές τις επιλογές επιχειρούσαν να κάνουν τόσες κοινοβουλευτικές υπάρξεις και συζητήσεις. Δεν υπάρχει ενδιάμεση λύση ή συμβιβασμός και τα προτεινόμενα στη συγεκριμένη πρόταση νόμου (που, εν πάση περιπτώσει, καλώς επανενεργοποιεί το διάλογο επί του νόμου αυτού και των προβλημάτων του) δεν συνιστούν τέτοιο ευέλικτο σχήμα, που να μπορεί να καινοτομήσει (με τα δεδομένα της Κύπρου) στη βιοηθική τοποθέτηση, κάπου στη μέση. Τέτοιος αμελέτητος και άρον-άρον συμβιβασμός ή συνδυασμός, επί πρόχειρου σκοπού, θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνος.

Ο βιοηθικός κορμός, λοιπόν, που επέλεξε ο νόμος, με τις συγκεκριμένες πλειοψηφίες του, ήταν (καλώς ή κακώς) εκείνος ο ένας, και τώρα η εντύπωση είναι ότι επιχειρείται οδός για να εισχωρήσει και να επικρατήσει η άποψη της μειοψηφίας. Αυτό, λοιπόν, είναι που είναι κάπως ενοχλητικό, η εκ των υστέρων μεθόδευση της νομοθέτησης με τη συγκεκριμένη διαδικασία, η ενδεχόμενα χειριστική συμπεριφορά αυτών που έχουν συνηθίσει να «ελέγχουν» τον τομέα της ανθρώπινης αναπαραγωγής, κατ’ αποκλειστικότητα, και έξω από οποιοδήποτε νομοθετικό πλαίσιο ή έλεγχο. Το πρόβλημα είναι, όμως, πως, όντως, από τη στιγμή που ρυθμίζεται νομικά το ζήτημα, τέτοια αποκλειστικότητα ελέγχου, αναπόφευκτα, δεν υπάρχει. Οποιαδήποτε κίνηση γίνει για να κοπεί και να ραφτεί ο νόμος, έστω αργά, σε συγκεκριμένα μέτρα, θα πέφτει σε ένα τοίχο, γιατί απλά ο νόμος υπάρχει, όχι μόνον για να ρυθμίζει μια διαδικασία (με τον α’ ή β’ τρόπο), αλλά και για να διαφυλάσσει ορισμένες κοινωνικές αξίες· εν ολίγοις, δεν είναι νόμος ιδιωτικής κατανάλωσης.

Και μια περαιτέρω ενόχληση, απορρέουσα από ένδειξη χειριστικής συμπεριφοράς, ήταν και η πρόταση, η διαδικασία αίτησης στο δικαστήριο, να γίνεται απευθείας από τις Μ.Ι.Υ.Α., χρησιμοποιώντας έντυπα και οδηγίες  του Συμβουλίου, προκειμένου να επιτυγχάνεται μεγαλύτερη εχεμύθεια και αξιοπρέπεια για τα ζευγάρια, λιγότερη γραφειοκρατία για το Συμβούλιο και γρηγορότερη εξυπηρέτηση των ζευγαριών. Μα με κάθε σεβασμό, το «ασκείν δικηγορία» δεν είναι για όλους, όπως, θαρρώ και η διενέργεια των ιατρικών πράξεων σε ασθενείς. Σαφώς, ο καθένας μπορεί να εκπροσωπεί τον εαυτό του σε ένα δικαστήριο, αλλά καμία Μ.Ι.Υ.Α. μπορεί να «εκπροσωπεί» τα υπογόνιμα ζευγάρια, να υποβάλλει αιτήσεις στο δικαστήριο γι’ αυτά ή και να «κατευθύνει» τη δικαστική διαδικασία, επιβάλλοντας της ρυθμούς και αποτελέσματα. Έπειτα, μια δικαστική διαδικασία, δεν ρυθμίζεται ούτε από τις Μ.Ι.Υ.Α., ούτε από το Συμβούλιο Ι.Υ.Α. μα ούτε και από τη Βουλή, που είναι καθ’ ύλην αναρμόδια για το σκοπό αυτό. Κάθε δικαστική διαδικασία ρυθμίζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο, που εκδίδει, προς αυτό, συγκεκριμένους διαδικαστικούς κανονισμούς, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένους τύπους των εγγράφων που ενεργοποιούν τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων. Πρόκειται για έκφανση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, η συμμετοχή της οποίας, στις διαδικασίες της παρένθετης μητρότητας, είναι σημαντική και λειτουργεί ως άξονας εξισορρόπησης ελέγχου και των Μ.Ι.Υ.Α. και του Συμβουλίου.

Η εχεμύθεια και αξιοπρέπεια των ζευγαριών που χρησιμοποιούν τη διαδικασία δεν βλάπτεται με κατάλληλες, για το σκοπό, ρυθμίσεις της δικαστικής διαδικασίας, όπως συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις δικαστικών διαδικασιών, που αφορούν σε εξαιρετικά ευαίσθητα θέματα (π.χ. υιοθεσίες). Η δικηγορική εκμετάλλευση, επίσης, εάν είναι ζήτημα ανησυχίας (όπως θέμα ανησυχίας ήταν και είναι για χρόνια, αντίστοιχα, το ζήτημα της εξυπηρέτησης των υπογόνιμων ζευγαριών χωρίς νομική προστασία), μπορεί να αποφευχθεί, εφόσον κάθε υπογόνιμο ζευγάρι επιλέγει απλά τους δικηγόρους του, που εμπιστεύεται το ίδιο για το σκοπό αυτό. Εξάλλου, εάν επιθυμεί να συμβάλει μια Μ.Ι.Υ.Α. ή το Συμβούλιο στο εγχείρημα της «ορθής» δικαστικής εκπροσώπησης των ζευγαριών, να ενημερώσει για ευαισθησίες του τομέα, που ανησυχεί μήπως δεν είναι γνωστές, μπορεί να διαβουλευτεί με φορείς δικηγόρων σχετικά και τη χάραξη πρόσθετων οδηγιών.

Μιλώντας, λοιπόν, για αξιοπρέπεια, αναμένει, κανείς, να την δει, πλέον, μέσα από τις νομοθετικές επιλογές και εξελίξεις, που, αν μη τι άλλο, εκφράζουν και μέρος του νομικού πολιτισμού μας. Η απώλεια του μπούσουλα, τουλάχιστον, ας μην είναι τόσο εμφανής.

Να σημειωθεί ότι, η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής Κύπρου (ΕΕΒΚ), από τη ψήφιση του νόμου και μετέπειτα, φαίνεται ότι δεν έχει, σύμφωνα με το νόμο, οποιαδήποτε ουσιαστική εμπλοκή, παρέδωσε τα όπλα της (όπως έχει ενδεχομένως ερμηνευτεί) στο Συμβούλιο, επομένως, δεν κλήθηκε να παραστεί στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Υγείας κατά την προαναφερόμενη συζήτηση, παρόλο που, η προτεινόμενη και εγκριθείσα τροποποίηση, από τη νομική σκοπιά, δεν συνιστά απλά προσθήκη μιας μεμονωμένης φράσης στο νόμο, για πρακτική διευκόλυνση, δεν είναι θέμα διατύπωσης ή εκφοράς, όπως ενδεχομένως να έχει εκληφθεί. Αφορά σε ζήτημα ζωτικού ενδιαφέροντος, που ακουμπά στο βιοηθικό κορμό του νόμου. Εν πάση περιπτώσει, εάν αυτό μπορεί να ήταν για «καλό» (για την – προσωρινή έστω- απαλλαγή από περιττούς βιοηθικούς προβληματισμούς και εύρεση λύσεων), θα δείξει.

Ως προς το νομικό σκέλος, λοιπόν, δεν μπορεί να παρακαμφθεί να λεχθεί ότι, σε περίπτωση επίτρεψης τελικά ων διασυνοριακών διευθετήσεων, υπό όρους ανοίγει ο δρόμος προς σωρεία ζητημάτων, που επηρεάζουν την εφαρμογή του νόμου γενικότερα, στα επιμέρους σημεία  του, ιδίως, ζητήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.

Παραδείγματος χάριν, εάν η προτιθέμενη κυοφόρος κατοικεί ή διαμένει στο εξωτερικό και νοουμένου ότι προβλεφθεί δικαιοδοσία των Κυπριακών δικαστηρίων, βάσει κάποιας ειδικής δωσιδικίας κατοικίας του υπογόνιμου ζευγαριού, για την έκδοση του διατάγματος παρένθετης μητρότητας, μπορεί να προκύψει η ανάγκη επίδοσης αίτησης του ζευγαριού για έκδοση διατάγματος παρένθετης μητέρας και στην προτιθέμενη κυοφόρο εκτός δικαιοδοσίας. Στην Κύπρο η δικονομία δεν σχετίζεται με την ελλαδική και δεν θα επιδίδεται τέτοια αίτηση στον «κατά τόπο αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών» δεν υπάρχει αυτό, ενώ ένα Δικαστήριο είναι πιθανόν, έως λογικό, να αναζητήσει τέτοια επίδοση στην προτιθέμενη κυοφόρο πριν επιτρέψει εμφύτευση στη μήτρα της, ακόμα κι αν έχει ενώπιον του κάποια έγκριση, φερόμενη ως έγκριση της ιδίας. Σε αυτή την περίπτωση, όταν η προτιθέμενη κυοφόρος κατοικεί και βρίσκεται τον ουσιώδη χρόνο εκτός της Κύπρου, περιπλέκονται τα πράγματα, λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων εργαλείων διαβίβασης δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας, ειδικά σε ορισμένες χώρες όπως η Ουκρανία, κτλ, εκτός εάν… (αυτά τα πολύπλοκα «εάν» και «εκτός εάν» είναι που δεν μελετήθηκαν)… Έπειτα, ένα παιδί γεννιέται εκτός δικαιοδοσίας, σε μιαν άλλη χώρα… τι γίνεται; Δημιουργείται, κατά την άποψη κάποιων, το  «Κυπριακό τεκμήριο» και δεν έχει λόγο το αλλοδαπό κράτος και το δικό του δίκαιο;  Θα το φιμώσουμε; Ή μήπως δεν λειτουργεί, ούτως ή άλλως, το τεκμήριο του Κυπριακού νόμου, που είναι αυτό η όλη σημασία της ύπαρξής του, η εύκολη ίδρυση της νομικής συγγένειας δια της εφαρμογής της μεθόδου χωρίς τη μεσολάβηση της υιοθεσίας;

Οι πρακτικές δυσκολίες που θα προκύψουν με τη νομική παρακολούθηση και ρύθμιση μιας διασυνοριακής διευθέτησης (που αρρύθμιστη, σαφώς, ήταν ευκολότερη, αλλά να επιστρέψει το παλαιό καθεστώς, δια της τροποποίησης, απίθανο) θα είναι, ενδεχομένως, περισσότερες από όσες ήδη υφίστανται δια της απαγόρευσής της. Γιατί η απαγόρευσή της ήταν αποτέλεσμα βιοηθικής επιλογής, που ανάμεσα σε διαθέσιμες κατευθύνσεις, ακολούθησε την ελλαδική προτίμηση και βάσισε πάνω σε συγκεκριμένο νομικό μοντέλο, που ως σύστημα, πλέον, υφίσταται. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι δεν έχει γίνει οποιαδήποτε εμπεριστατωμένη νομική μελέτη επί του υφιστάμενου νομικού κειμένου για την προώθηση της πρότασης, ολοκληρωμένα, επί του όλου συστήματος. Εκ του αποτελέσματος, ναι, επιχειρεί, η πρώτη πρόταση νόμου, κάτι ίσως επιθυμητό και αναγκαίο κοινωνικά (να διορθώσει, βασικά, ένα νομοθετικό ατύχημα), χρειάζεται, όμως, προσοχή, γιατί ο νόμος υφίσταται… και αυτό είναι το πιο βασικό από όλα τα νομικά προβλήματα. Το ότι υφίσταται. Επομένως, είτε τον δέχεται κανείς, ως είναι, και τον συνηθίζει, επιλύνοντας αλλιώς τα προβλήματα της μετάβασης, είτε, εφόσον το πρόβλημα είναι κοινωνικό πρόβλημα ουσίας, τον καταργεί και φτιάχνει ένα νέο. Εάν τροποποιεί τον υφιστάμενο, δεν τον νοθεύει, δεν τον κάνει «μασκαρά νόμο», σέβεται τις ουσιαστικές κατευθύνσεις του, και τον βελτιώνει ή τον εξελίσσει, επί αυτών. Εάν, εκ των υστέρων, κρίνει σοφά, δοκιμάζοντας το νόμο (έστω για ένα εξάμηνο), ότι ήταν λάθος εκείνες οι κατευθύνσεις, τροποποιεί ουσιαστικά, ολοκληρωτικά, δεν τοποθετεί τσιρότο.

Θα ήταν, ενδεχομένως, πιο χρήσιμο, στην προκειμένη περίπτωση, η όποια τροποποίηση, να ρυθμίσει, προς το παρόν, απλά το καθεστώς της μετάβασης, για να ξεκλειδωθούν οι τραγικές εκκρεμείς διευθετήσεις που ανακόπηκαν από τη θέση σε ισχύ του νόμου: Να προστεθεί πρόνοια μεταβατική, ότι οι διευθετήσεις που είχαν ξεκινήσει ήδη πριν τη θέση σε ισχύ του εν λόγω νόμου και βρίσκονται σε συγκεκριμένο στάδιο, δεν καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής του, ορίζοντας πότε θεωρείται μια διευθέτηση ότι άρχισε και το σχετικό στάδιο με σαφή τρόπο κτλ (περίπτωση όπου θα μπορεί να ολοκληρωθεί η διαδικασία ως άρχισε, αλλά δεν θα δημιουργείται συγγένεια εκ του νέου νόμου, εάν δεν μεσολαβήσει υιοθεσία, ως το παλαιό καθεστώς), και να δοθεί ο χρόνος για μελλοντική συζήτηση επί των ουσιαστικών βάσεών του (διασυνοριακή διευθέτηση ή μη και πώς σε συνάρτηση με όλα τα συναφή ζητήματα που συνθέτουν την αλυσίδα της νομικής αντιμετώπισης), που δεν θα ήταν ορθό να καθοριστούν με άξονα συγκεκριμένες περιπτώσεις που υπάρχουν κατά νου.

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s