Καθήκον επιμέλειας της Τράπεζας στα Swaps Επιτοκίου

interest rate swaps

Στην πρόσφατη Thornbridge Ltd v Barclays Bank Plc [2015] EWHC 3430 (QB), η προσπάθεια της ενάγουσας εταιρείας να αποδείξει αμέλεια της Τράπεζας, για ισχυριζόμενες ζημιές που υπέστη, λόγω της κατάρτισης συμφωνίας ανταλλαγής επιτοκίου (interest rate swap) το 2008, απέτυχε.

Η κατάληξη αυτή είναι σημαντική για τις τράπεζες και ακολουθεί παρόμοια κατάληξη του Απριλίου του 2014, όπου το Supreme Court είχε αρνηθεί να επιτρέψει έφεση εναντίον αποφάσεως που όριζε ότι η Royal Bank of Scotland Plc δεν είχε παραπλανήσει τους ενάγοντες δανειολήπτες, σε σχέση με τη χορήγηση, σε αυτούς, swap επιτοκίων. Κάποιες τάσεις ή και ανάγκες ίσως να διαφάνηκαν, εξάλλου, και από την Claverton Holdings Ltd v Barclays Bank plc [2015] EWHC 3603 (Comm) που αφορούσε απλά σε αποκάλυψη εγγράφων, σε αγωγή με συναφή βάση.

Εν ολίγοις, η ενάγουσα ήταν μια εταιρεία που ασχολούνταν με επενδύσεις σε ακίνητα. Το 2008 αιτήθηκε, από την εναγόμενη Τράπεζα, δανείου για να αγοράσει ακίνητη περιουσία. Η Τράπεζα ενέκρινε το αίτημα της και προχώρησαν στη σύναψη της συμφωνίας για ποσό δανείου £5,652,000. Το εν λόγω δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε χρονική περίοδο 15 ετών δια 180 μηνιαίων δόσεων εκ £50,069.75 έκαστη, που θα άρχιζαν από την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου, και θα αφορούσαν τόκους και κεφάλαιο. Θα τοκίζονταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα αποτελούνταν από το εκάστοτε καθοριζόμενο, από την Τράπεζα, επιτόκιο της Τράπεζας, πλέον συμφωνημένη προσαύξηση περιθωρίου, και που θα πληρωνόταν κάθε τριμηνία. Στη συναφή επιστολή προσφοράς της Τράπεζας υπήρχε ειδικός όρος ότι ο δανειολήπτης θα έπρεπε, πριν την εκταμίευση του δανείου, είτε να προβεί σε μια αποδεκτή αντιστάθμιση του κινδύνου του επιτοκίου, προς περιορισμό του συνολικού κόστους τόκων, όσον αφορά τουλάχιστον το 100 τοις εκατό του δανείου, για ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα 5 ετών ή, εναλλακτικά, το επιτόκιο θα έπρεπε να είναι σε μια σταθερή βάση για τα πρώτα πέντε χρόνια σε ολόκληρο το ποσό του δανεισμού. Εξυπακούονταν ότι η εκμετάλλευση του ακινήτου θα επέφερε έσοδα για να εξυπηρετείται το δάνειο.

Ο δανειολήπτης παραπέμφθηκε σε άλλο τμήμα της Τράπεζας για να συζητήσει το θέμα της αντιστάθμισης του κινδύνου του επιτοκίου. Κατόπιν συζητήσεων με τους λειτουργούς της Τράπεζας, υπολογισμών και παρουσιάσεων, συνάφθηκε με την Τράπεζα συμφωνία ανταλλαγής επιτοκίων (interest rate swap) με αρχικό ονομαστικό κεφάλαιο (notional) ως και το ύψος του δανείου, που θα μειωνόταν μηνιαίως σύμφωνα με το διάγραμμα που επισυναπτόταν στη συμφωνία. Στη βάση αυτής της συμφωνίας, η Τράπεζα θα πλήρωνε στην ενάγουσα, την 30η ημέρα κάθε μήνα ένα ποσό που θα υπολογιζόταν  σε σχέση με το σταθμισμένο μέσο όρο του βασικού επιτοκίου για το συγκεκριμένο μήνα (κυμαινόμενο) και θα η ενάγουσα θα κατέβαλλε ένα σταθερό επιτόκιο (swap coupon) κάθε μήνα σε ποσοστό 5,65 % ετησίως επί του ονομαστικού κεφαλαίου της ανταλλαγής.

Σε γενικές γραμμές τα swaps είναι παράγωγα προϊόντα, που χρησιμεύουν στη σταθεροποίηση του κόστους του δανεισμού, στη διαχείριση κινδύνων (μετασχηματισμό απαιτήσεων και υποχρεώσεων), στην επίτευξη κέρδους σε κάποιες περιπτώσεις, κτλ. Ένα από τα βασικά είδη είναι το swap επιτοκίων. Ουσιαστικά, πρόκειται για συµφωνία μεταξύ δύο μερών, στην προκειμένη περίπτωση µεταξύ της Τράπεζας και του πελάτη της, για ανταλλαγή µελλοντικών χρηµατοροών, σύµφωνα µε τρόπο που τα μέρη έχουν προκαθορίσει µεταξύ τους, με βάση το ίδιο χρηματικό κεφάλαιο. Τα χρηµατικά ποσά που ανταλλάσσονται µπορεί να αναφέρονται σε διαφορετικά νοµίσµατα και σταθερά ποσά (currency swap) ή σε κοινό νόµισµα αλλά διαφορετική βάση (ένα σταθερό ποσό ανταλλάσσεται µε ένα µεταβαλλόµενο ποσό – interest rate swap) ή σε συνδυασµός των παραπάνω: το ποσό πληρωµής στο ένα νόµισµα έιναι σταθερό ενώ στο άλλο µεταβαλλόµενο (cross-currency interest rate swap ή synthetic swap). Οι χρηµατοροές των αντισυµβαλλοµένων ονοµάζονται σκέλη (legs) του swap. Το πιό απλό swap: Ανταλλάσσoνται ποσά που καθορίζονται από ένα σταθερό επιτόκιο και από ένα κυµαινόµενο επιτόκιο επί κάποιου ονοµαστικού κεφαλαίου (Fixed for floating interest rate swap). Το σταθερό επιτόκιο ονοµάζεται κουπόνι του swap (swap coupon). Το υποθετικό ονοµαστικό κεφάλαιο ονοµάζεται notional του swap. Συνήθως οι αντισυµβαλλόµενοι ανταλλάσσουν µόνο το ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά των επιτοκίων (δηλαδή ο ένας από τους αντισυµβαλλόµενους πληρώνει στον άλλο τη διαφορά των επιτοκίων υπολογισµένη επί του notional).

Παραδείγματος χάριν, ένα τριετές swap, στο οποίο ο Α (πελάτης) συμφωνεί να πληρώνει στον Β (Τράπεζα) σταθερό επιτόκιο 5% επί ονομαστικού κεφαλαίου €100.000.000 και αντίστοιχα ο Β συμφωνεί να πληρώνει στον Α το Libor 6 μηνών επί του ιδίου κεφαλαίου. Οι πληρωμές θα ανταλλάσσονται κάθε εξάμηνο. Ο Β γνωρίζει ότι θα έχει μελλοντικές εκροές €2.500.000, αλλά δεν γνωρίζει τις εισροές του, πέρα από την πρώτη, εφόσον δεν γνωρίζει τις διακυμάνσεις του Libor. Η τιμή που δίνει η κυμαινόμενη χρηματοροή αλλάζει (π.χ. το 4,8% Libor επί το notional δίνει €2.100.000 ενώ το 5,6% δίνει €2.750.000 κτλ). Η τιμή που δίνει η σταθερή χρηματοροή είναι η ίδια. Η διαφορά μεταξύ των δύο τιμών, δηλαδή η καθαρή χρηματορή μπορεί να’ναι θετική ή αρνητική, αναλόγως, εάν αυξάνεται ή μειώνεται το Libor, επομένως αυξάνεται ή μειώνεται και η τιμή της κυμαινόμενης χρηματοροής, σε σχέση με την τιμή της σταθερής χρηματοροής.

Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι τους οποίους αναλαμβάνει ο επενδυτής είναι ο κίνδυνος υποκείμενου μέσου (από τις μεταβολές στην αξία του υποκείμενου μέσου), ο πιστωτικός κίνδυνος αντισυμβαλλομένου (που προέρχεται από τη μη εκπλήρωση από τον αντισυμβαλλόμενο των συμβατικών υποχρεώσεών του) και ο κίνδυνος διακανονισμού, δηλαδή ο κίνδυνος να μην είναι εγκαίρως δυνατή η εκκαθάριση των προγραμματισμένων συναλλαγών. Έχουν υποδειχθεί, κατά καιρούς, και άλλοι κίνδυνοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι πληρωμές στο πλαίσιο της συμφωνίας δανείου και της συμφωνίας ανταλλαγής ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 2008. Το βασικό επιτόκιο της Barclays αντανακλούσε το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας της Αγγλίας.  Σύντομα ξέσπασε, όμως, η οικονομική κρίση, και ήδη από το 2008 υπήρχαν μια σειρά από μειώσεις στο βασικό επιτόκιο της Τράπεζα της Αγγλίας. Ακόμη και πριν την εκτεμίευση του δανείου, υπήρξε μια μείωση από 5,25 % έως 5,00 %. Ακολούθησαν σταδιακά άλλες μειώσεις, τον Οκτώβριο στο 4.5%, τον Νοέμβριο στο 3%, τον Δεκέμβριο στο 2%, τον Ιανουάριο 2009 στο 1,5%, τον Φεβρουάριο στο 1%, τον Μάρτιο στο 0,5%. Από τον Ιούλιο μέχρι το Νοέμβριο, οι μηνιαίες πληρωμές στο πλαίσιο της συμφωνίας δανείου ανταλλαγής που οφείλονταν από την ενάγουσα προς την Τράπεζα αυξήθηκαν, όπως και το καθαρό ποσό. Με άλλα λόγια, αν και το ποσό που θα καταβάλλονταν από την ενάγουσα στο πλαίσιο της συμφωνίας ανταλλαγής ήταν σταθερό, επειδή το κυμαινόμενο ποσό που θα καταβάλλονταν από την Barclays μειώθηκε, με την πτώση του βασικού επιτοκίου, η διαφορά μεταξύ του κατ ‘αποκοπή ποσού που θα καταβάλλονταν από την ενάγουσα και της πληρωμής κυμαινόμενου επιτοκίου που θα καταβάλλονταν από την Barclays αυξήθηκε.

Τον Ιανουάριο 2009 η ενάγουσα παραπονέθηκε στην Τράπεζα για την αύξηση των μηνιαίων δόσεών της. Λέχθηκε από την Τράπεζα ότι αυτό οφειλόταν στο ότι η Τράπεζα δεν έκανε αναπροσαρμογές στούς τόκους του δανείου μετά από τις μειώσεις του βασικού επιτοκίου και ότι, ως αποτέλεσμα, το πλεόνασμα των μηνιαίων πληρωμών έναντι των τόκων που οφείλονταν είχαν καταλογιστεί έναντι του κεφαλαίου. Η ενάγουσα, που δεν αντιλαμβανόταν πώς δημιουργήθηκε αυτή η κατάσταση και πώς βρέθηκε ξαφνικά εκτός των αρχικών της υπολογισμών χρηματοροής, προχώρησε σε επίσημο παράπονο. Σε απάντηση η Barclays έκανε προσαρμογές στο λογαριασμό, πιστώνοντας στον τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας ποσό κεφαλαίου £23,575.69 και επιτρέποντας στην ενάγουσα να αναθεωρήσει το ποσό του δανείου που είχε αποπληρωθεί με μηνιαίες δόσεις πέραν των συμφωνηθέντων και καθόρισε την πάγια εντολή πληρωμής στο ποσό των £51,292.85. Μεταξύ Ιουνίου και Οκτωβρίου του 2009 η ενάγουσα ζήτησε την αναδιάρθρωση του swap, αλλά αναφέρθηκε ένα ενδεικτικό κόστος γι’ αυτό £565.000. Λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος των δαπανών, η ενάγουσα προτίμησε να συνεχίσει με την συμφωνία ανταλλαγής μέχρι τη λήξη της.

Η ενάγουσα καταλόγιζε στην Τράπεζα διάφορες παραβάσεις, συμβατικές και σχετικά με καθήκοντα παροχής συμβουλών και πληροφοριών, σε σχέση με την αγορά ενός κατάλληλου προϊόντος (με αναφορά στη συμφωνία ανταλλαγής) (π.χ. ως προς τους πιθανούς περιορισμούς στην ικανότητα αναχρηματοδότησης και στην δυνατότητα μεταφοράς των δανείων, την παροχή παραδειγμάτων, τη λήψη υπόψη του κινδύνου μειώσεως του βασικού επιτοκίου, τη συγκριτική παρουσίαση σε σχέση με άλλα διαθέσιμα προϊόντα, κτλ), τη λήψη δέουσας επιμέλειας για την διασφάλιση ότι οι πληροφορίες που έδιδε δεν ήταν ανακριβείς, κτλ.

Το Δικαστήριο, σε μια απόφαση που είναι, σαφώς, χρήσιμη σε υποθέσεις υπερασπίσεως σχετικών υποθέσεων, κατέληξε στα εξής:

1. Η Τράπεζα δεν είχε αναλάβει οποιοδήποτε συμβουλευτικό ρόλο. Ήταν σαφές ότι η Τράπεζα πωλούσε το συγκεκριμένο προϊόν swap (swap dealer) και ότι κάθε προβλέψεις και απόψεις που είχαν δοθεί από την Τράπεζα δεν έβαιναν εκτός του πλαισίου της συνήθους, καθημερινής, επιδράσεως ενός πωλητή προς τους πελάτες του. Το γεγονός ότι η Τράπεζα δεν έλαβε, επίσης, οποιαδήποτε αμοιβή, ήταν συναφές με το ότι δεν υπήρχε συμβουλευτική σχέση.

2. Οι ίδιοι οι όροι του swap απέτρεπαν την ενάγουσα από το να υποθέσει ότι η Τράπεζα είχε αναλάβει ρόλο συμβούλου, εφόσον περιεχόταν δήλωση ότι η ενάγουσα συμβάλλεται ανεπηρέαστα, δήλωση που ερμηνεύτηκε όχι ως ρήτρα αποκλεισμού ευθύνης υποκείμενης σε έλεγχο τυχόν καταχρηστικότητας, αλλά σαν επεξηγηματική της σχέσεως των μερών, που δημιουργούσε κώλυμα στην ενάγουσα να προβάλει αντίθετο ισχυρισμό, ότι η Τράπεζα ενήργησε ως σύμβουλος.

3. Το εύρος του καθήκοντος της Τράπεζας σε σχέση με την παροχή πληροφοριών για το swap, περιοριζόταν ως προς το να προβάλει πληροφορίες που ήταν ακριβείς και όχι παραπλανητικές. Δεν υπήρχε ευρύτερο καθήκον διασφαλίσεως πλήρους ενημερώσεως. Η τράπεζα δεν θα μπορούσε να επικριθεί για τη μη παροχή εικονογραφήσεως των κόστων σε περίπτωση μειώσεων του κυμαινόμενου επιτοκίου λόγω οικονομικής κρίσεως.

4. Η μη ύπαρξη συμβουλευτικού ρόλου είχε επίσης την έννοια ότι η Τράπεζα δεν μπορούσε να κριθεί για την μην παροχή πληροφοριών σε σχέση με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα του swap έναντι άλλων αντισταθμιστικών προϊόντων.

5. Παρόλο που η ενάγουσα εταιρεία ήταν πελάτης λιανικής, επιχειρούσε, και έτσι δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει δυνάμει της Financial Services and Markets Act 2000 ( FSMA ) για εικαζόμενες παραβιάσεις των κανόνων συμπεριφοράς του FSA. Επιπλέον, γινόταν μεν αναφορά στους γενικούς όρους της Τράπεζας σε συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων ότι υπόκεινται στους κανόνες της FSA, αλλά δεν ενσωματώθηκαν αυτοί οι κανόνες στη συμφωνία ανταλλαγής της ενάγουσας με την Τράπεζα.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s