Το «mens rea» στον κανόνα της κοινής επιχειρήσεως

JENGbA-CAMILLA-HORROX

Την 18.02.2016, το Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου, στις R v Jogee (Appellant) [2016] UKSC 8 και Ruddock (Appellant) v The Queen (Respondent) (Jamaica) [2016] UKPC 7, εξέδωσε μία πολύ σημαντική απόφαση, με την οποία ερμήνευσε ορθά τον κανόνα της κοινής επιχειρήσεως (“joint enterprise”) και των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της δευτερογενούς ποινικής ευθύνης στην περίπτωση του κανόνα αυτού.

Γενικότερα, δευτερογενή ποινική ευθύνη (κατ’ άλλους «δευτερεύουσα») έχουμε στις περιπτώσεις εκείνες όπου ένα πρόσωπο δεν είναι ο πράκτορας ή ο πρωτογενώς υπεύθυνος (principal) του αδικήματος, αυτός που πράγματι διενεργεί την πράξη ή παράλειψη που συνιστά το αδίκημα, αλλά αυτός που βοηθά ή παρακινεί τον πράκτορα να ενεργήσει έτσι, όπου η βοήθεια ή παρακίνηση μπορούν να λαμβάνουν διάφορες μορφές. Οι λέξεις «αυτουργός» και «συνεργός» χρησιμοποιούνται ευχερέστερα (παρόλο που «συνεργός» μπορεί να σημαίνει, ευρύτερα, και το πρόσωπο που ενεργεί ως πράκτορας μαζί με κάποιον άλλο πράκτορα, σε κοινή ενέργεια) ή εν πάση περιπτώσει χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς αυτού του κειμένου.

Κατά τον γενικό κανόνα[1], τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην διάπραξη ενός αδικήματος ως συνεργοί μπορούν να διώκονται ως αυτουργοί. Σε κάθε περίπτωση, για να στοιχειοθετηθεί η ποινική ευθύνη του συνεργού, δευτερογενώς, θα πρέπει να αποδεικνύεται η ένοχη πράξη του συνεργού (actus reus), δηλαδή η βοήθεια ή παρακίνησή του (η συμπεριφορά του συνεργού) σε αδίκημα που διαπράττεται, αλλά και η ένοχη του διάνοια (mens rea), που να επικαλύπτει τα πιο πάνω, δηλαδή η πρόθεσή του για την παροχή βοήθειας ή παρακινήσεως, εν γνώσει των περιστάσεων του αδικήματος.

1

Σε αυτό το ίδιο κεφάλαιο της δευτερογενούς ποινικής ευθύνης, δηλαδή της ευθύνης του συνεργού που βοηθά ή παρακινεί τον αυτουργό, υπάρχει ένα υπο-κεφάλαιο[2], που αφορά στην κάπως πιο ιδιαίτερη περίπτωση, όπου δύο ή περισσότερα πρόσωπα διαμορφώνουν κοινή πρόθεση για την διάπραξη του αδικήματος Α, κατά την διάπραξη του οποίου, διαπράττεται, τελικά, το Β αδίκημα. Επομένως, εκτός από τη διάσταση που υπάρχει ως προς το πρόσωπο (αυτουργός και συνεργός), υπάρχει διάσταση και ως προς το αντικείμενο (το αδίκημα). Μπορεί, σε αυτή την περίπτωση, να γίνει λόγος για ευθύνη του συνεργού, δευτερογενώς, και για το Β αδίκημα; Ποια είναι η υποκειμενική υπόσταση που απαιτεί ο νόμος για τη στοιχειοθέτηση της δευτερογενούς ποινικής ευθύνης, δεδομένης της διάστασης ως προς το αντικείμενο, για το αδίκημα Β;

2

Για την απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα, αναπτύχθηκε ο κανόνας της «κοινής επιχειρήσεως» (“joint enterprise”), η ονομασία του οποίου είναι κάπως παραπλανητική γιατί, όντως, όταν λέμε «κοινή επιχείρηση», μπορεί να αντιλαμβάνεται, κανείς, μόνο την έκταση της συνέργειας με την έννοια της ενέργειας από κοινού, σε ομάδα, για την δημιουργία ενός κοινά επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Η δευτερογενής ποινική ευθύνη που μπορεί, πάντως, να δημιουργείται σε αυτή την ιδιαίτερη περίπτωση, για το αδίκημα Β (όταν κατά την διάπραξη του Α προκύπτει η διάπραξη του Β), ονομάζεται στη θεωρία (ορολογία που εισχώρησε και στο δικαστικό λόγο) ως «παρασιτική» ευθύνη ή ευθύνη «αξεουσάρ», συμπληρωματική (parasitic / accessory liability).

Ήταν η Chan WingSiu v. The Queen [1984] 3 W.L.R. 677[3] που στρέβλωσε, κάπως, τον βασικό κανόνα της δευτερογενούς ποινικής ευθύνης σε αυτή την υπο-περίπτωση, καθιερώνοντας ότι, όλα τα άτομα που έλαβαν μέρος σε μία κοινή επιχείρηση, θα έχουν την απαιτούμενη πρόθεση να διαπράξουν το (τελικό) αδίκημα, εάν είχαν προβλέψει ότι η διάπραξή του ήταν η εύλογη απόρροια της κοινής επιχειρήσεως, και ασχέτως εάν δεν είχαν, οι ίδιοι, πρόθεση προς την επίτευξη του τελικού αποτελέσματος, της διαπράξεως του αδικήματος Β (“Chan WingSiu principle”)[4]. Με τον κανόνα αυτό, που υιοθετήθηκε, στη συνέχεια, και από άλλες αποφάσεις[5], ουσιαστικά, η πρόβλεψη εξισώνονταν με την πρόθεση, χωρίς, οποτεδήποτε, να ήταν αυτός ο γνήσιος σκοπός του γενικότερου ποινικού κανόνα, μα και κατά απόκλιση από τον ευρύτερο κανόνα της δευτερογενούς ποινικής ευθύνης, της οποίας αποτελεί ειδικό υπο-τύπο η περίπτωση.

Να σημειωθεί ότι, στην Κυπριακή έννομη τάξη, όπου το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο κωδικοποιήθηκε από παλαιά, υπάρχει το άρθρο 21 του Κεφ. 154,  που ορίζει ότι:

«Αν δύο ή περισσότεροι διαμορφώσουν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη από κοινού κάποιου παράνομου σκοπού και κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού διαπραχθεί ποινικό αδίκημα τέτοιας φύσεως, ώστε η διάπραξη του να ήταν πιθανή συνεπεία της επιδίωξης του πιο πάνω σκοπού, ο κάθε ένας από αυτούς, θεωρείται ότι διέπραξε το ποινικό αδίκημα.»

Το άρθρο 21 αναφέρεται σε «πιθανή συνέπεια» και (πρέπει να) αντικειμενικοποιεί, σε κάποιο βαθμό, τον κανόνα· (να) αναζητά τον κίνδυνο του αποτελέσματος του αδικήματος Β αντικειμενικά, με βάση την κοινή λογική ή άλλο αντικειμενικό μέτρο. Έπειτα, η αναφορά σε άλλο αδίκημα «τέτοιας φύσεως» καθιστά τη «φύση» του αδικήματος Β επιπρόσθετο αντικειμενικό παράγοντα προς εκτίμηση. Όμως δεν αναφέρεται στην υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, επομένως, είναι, όντως, επικίνδυνο να εξαχθεί το νοητικό στοιχείο μόνο βάσει της έννοιας της «πιθανότητας» και με αναφορά στο προβλέψιμο του αδικήματος Β, υπό τις περιστάσεις, και κατά την λάθος πορεία της Chan WingSiu, έξω από τον βασικό κανόνα της δευτερογενούς ποινικής ευθύνης, που υφίσταται μόνον όταν υπάρχει πρόθεση για την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση.

Η θεωρία που βασίστηκε στον κανόνα της Chan WingSiu ανέλυσε το στοιχείο της προβλέψεως (foresight) και της εκτάσεως της προβλέψεως του συνεργού, μα όχι με αναφορά στο mens rea του ιδίου του συνεργού. Πρόβλεψη του συνεργού ως προς το (α) εάν κάποιος άλλος θα μπορούσε (might) να ξεφύγει από τον αρχικά συμπεφωνημένο σκοπό και να ενεργήσει κατά τρόπο που να διαπράττεται το Β, και (β) εάν ο αυτουργός θα μπορούσε (might) να διαπράξει το Β με τη διανοητική κατάσταση που απαιτείται για τη διάπραξη του Β.

Εκφράστηκε, κατά καιρούς, η πεποίθηση ότι ο κανόνας της κοινής επιχειρήσεως και η νομολογιακή στροφή που πήρε εξέφραζαν, πάντως, την ανάγκη μιας άλλης εποχής (που δεν θεωρείται ότι σήμερα έχει εκλείψει) να αποτρέψει την «κουλτούρα των συμμοριών», που βιαιοπραγούν χωρίς περίσκεψη των κινδύνων και του ενδεχομένου εκτροχιασμού της βίας τους, συχνά προκαλώντας τον θάνατο· επομένως, στη βάση του εν λόγω κανόνα, και στον βωμό της αποτροπής, υπήρξαν πολλοί, νεαροί κυρίως, «συμμορίτες» που καταδικάστηκαν στο ΗΒ για φόνο, χωρίς να είχαν, οποτεδήποτε, πραγματική πρόθεση να επιφέρουν το θάνατο των θυμάτων τους, αλλά γιατί «ήταν όλοι μαζί» όταν συνέβη το κακό και θα έπρεπε να το είχαν προβλέψει ως πιθανή συνέπεια.

Ήδη, πριν από την απόφαση του Supreme Court, υπήρξαν αρκετές έντονες αντιδράσεις στην εφαρμογή αυτού του κανόνα με αυτό τον τρόπο. Το 2010 δημιουργήθηκε η καμπάνια ‘Joint Enterprise: Not Guilty by Association (JENGbA)’. Πρόσφατα, η Judicial Committee, είχε εκφράσει την ανησυχία της σχετικά με την έκταση της εφαρμογής του κανόνα και κατά πόσο με την εφαρμογή του καταδικάζονται, όντως, οι ένοχοι. Έπειτα, οι κρούσεις των θεωρητικών του δικαίου ήταν αρκετές, προς την ίδια κατεύθυνση, της αναμορφώσεως του κανόνα.

Το Supreme Court έλαβε, μάλλον, κατάλληλη και πολυαναμενόμενη ευκαιρία και έκανε το μεγάλο βήμα να χαρακτηρίσει την προσέγγιση της Chan WingSiu ως μία λάθος στροφή του κοινοδικαίου, υιοθετώντας θέσεις που είχαν ήδη αναπτυχθεί στη θεωρία[6]. Κυρίως, όμως, διασαφήνισε την εφαρμογή του κανόνα της «κοινής επιχειρήσεως», για σκοπούς ορθής μελλοντικής εφαρμογής, τοποθετώντας την έμφαση στο ότι εξακολουθεί να πρέπει να αποδεικνύεται το mens rea του συνεργού για τη στοιχειοθέτηση της δευτερογενούς ποινικής ευθύνης του σε σχέση με το Β αδίκημα και δεν αρκεί η απλή πρόβλεψη. Το στοιχείο της προβλέψεως μπορεί να αποτελέσει μέρος της μαρτυρίας για την απόδειξη της προθέσεως του συνεργού (κάποιες φορές να είναι και ισχυρό στοιχείο). Όμως, θα πρέπει να αποδεικνύεται και ένοχη του διάνοια, η πρόθεση του συνεργού να βοηθήσει ή να ενθαρρύνει την διάπραξη του αδικήματος Β, για να μπορεί να στοιχειοθετηθεί, στην υποκειμενική του υπόσταση, το αδίκημα Β, για τον συνεργό. Διαφορετικά, εάν αρκούμασταν στην πρόβλεψη, για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του συνεργού, αυτή θα ικανοποιούσε ένα «test», όντως, αρκετά χαμηλότερων προδιαγραφών από ότι αυτό που πρέπει να ικανοποιηθεί, για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του αυτουργού του Β[7].

Το σχήμα είναι το ίδιο, αλλά με σημείο αναφοράς το αδίκημα Β. Εκεί ήταν που εκτροχιάστηκε η Chan WingSiu, σε ένα αρκετά λεπτό, μα, κατά τα λοιπά, ουσιαστικό σημείο. Αφού περιόρισε το απαιτούμενο mens rea για τη διάπραξη του Β αδικήματος, από τον συνεργό, στην πρόβλεψη. Στην ορθή διάσταση του κανόνα, όμως, για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του συνεργού, για το αδίκημα Β, θα πρέπει να αποδεικνύεται η ένοχη πράξη του συνεργού (actus reus), δηλαδή η βοήθεια ή παρακίνησή του (η συμπεριφορά του συνεργού) στο αδίκημα Β (που εφόσον συμβαίνει στο ενεργό πλαίσιο διαπράξεως του Α, υπάρχει συνάφεια του Β με το Α, και είναι αντικειμενικά προβλεπτό ότι στο πλαίσιο του Α μπορεί να διαπράττεται το Β, μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτεται), και, επιπλέον, η ένοχη διάνοια του (mens rea) που να επικαλύπτει τα πιο πάνω, δηλαδή η πρόθεσή του για την παροχή βοήθειας ή παρακινήσεως στο αδίκημα Β (πέρα από το Α, που δεν εξετάζεται), εν γνώσει των περιστάσεων του αδικήματος Β. Αυτό το πεδίο εξετάσεως της ευθύνης του συνεργού για το αδίκημα Β είναι ξεχωριστό από την ευθύνη του για το Α αδίκημα, που η τελευταία δεν αφορά στον κανόνα. Το ότι το αδίκημα Β θα πρέπει να έχει διαπραχθεί στο πλαίσιο διαπράξεως του αδικήματος Α και να είναι τέτοιας φύσεως (σε σχέση με το Α), που να ήταν πιθανόν να συμβεί, είναι επιμέρους προσδιοριστικά της συστάσεως της αντικειμενικής υποστάσεως, του actus reus της παροχής βοήθειας ή παρακινήσεως για τη διάπραξη του Β, μα δεν αναφέρονται στην υποκειμενική υπόσταση και δεν δημιουργούν κάποιο διαφορετικό νόημα, σύμφωνα με το οποίο ένας άνθρωπος μπορεί τελικά να καταδικάζεται για κάτι που δεν είχε την πρόθεση να διαπράξει, το Β, ως επαυξημένη ή αυτόματη τιμωρία του, απλά επειδή συμμετείχε στο κακό Α.

3

Όλα τα πιο πάνω θα πρέπει να συμβούν μέσα στο ίδιο ενεργοποιημένο πλαίσιο του αδικήματος Α, αφού, εάν η συμπεριφορά του αυτουργού του αδικήματος Β αποσυνδέεται από αυτό το ενεργοποιημένο πλαίσιο ή βρίσκεται εκτός αυτού, δεν μπορεί να γίνει λόγος για δευτερογενή ποινική ευθύνη του συνεργού για το αδίκημα Β, αποδομείται το actus reus. Δεν υπάρχει, όμως, και «αυτοματισμός», επειδή το actus reus του αδικήματος Β εκτυλίσσεται μέσα στο actus reus του αδικήματος Α· το ερώτημα τίθεται στην αρχική του μορφή, κατά πόσο ο συνεργός παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε τη διάπραξη του αδικήματος Β, όπου εξετάζεται εάν η παροχή βοήθειας ή παρακίνησή στην διάπραξη του αδικήματος Α, λόγω του παραλληλισμού των αδικημάτων («κατά τη διάπραξη του Α»), της συνάφειάς τους και του λογικού συσχετισμού τους («τέτοιας φύσεως» «πιθανή συνέπεια»), διατηρεί actus reus και για το αδίκημα Β. Έπειτα, το mens rea τίθεται σε εντελώς ανεξάρτητο πεδίο ελέγχου, εφόσον καταφαθεί το actus reus με τον πιο πάνω τρόπο, και απευθύνεται αποκλειστικά στο αδίκημα Β, χωρίς κατάλοιπα από το mens rea του αδικήματος Α.

Στην μία περίπτωση, από τις υπό εξέταση περιπτώσεις, ο J είχε καταδικαστεί από το Crown Court του Nottingham για τον φρόνο του F, ο οποίος ήταν εραστής της R και πρώην αστυνομικός και ο οποίος είχε μαχαιρωθεί θανάσιμα στον διάδρομο του σπιτιού του, από τον H, τα ξημερώματα της 10.06.2011. Ο Η είχε παραδεχθεί την ενοχή του για τη διάπραξη του φόνου. Ο J και ο Η είχαν περάσει το βράδυ της προηγούμενης ημέρας, σε διάφορα μέρη, κάνοντας κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών και φέροντας τους εαυτούς τους σε κατάσταση, όπου είχαν εκδηλώσει έντονα επιθετική συμπεριφορά. Ακολούθως, σχεδόν πριν τα μεσάνυχτα της ιδίας ημέρας, είχαν επισκεφθεί στο σπίτι της R, η οποία τους εκδίωξε, αναφέροντάς τους ότι ανέμενε την επιστροφή του F στο σπίτι. Οι J και Η είπαν ότι δεν φοβούνται τον F και θα τον τακτοποιήσουν, έφυγαν, όμως, ο H επέστρεψε μόνος του στο χώρο και ήταν παρών κατά την επιστροφή του F. Η R είχε ειδοποιήσει τον J να περιμαζέψει τον H, όπως και έπραξε, ωστόσο, αργότερα επέστρεψαν και οι δύο στο σπίτι της R, ο Η μπήκε μέσα στο σπίτι και είχε μιαν άγρια αντιπαράθεση με το θύμα. Ο J ήταν έξω από το σπίτι με ένα μπουκάλι στο χέρι και φώναζε στον H να κάνει κάτι με το θύμα, σε κάποια στιγμή, δε, είχε εμφανιστεί και στην εξώθυρα του σπιτιού και απειλούσε ότι θα σπάσει το μπουκάλι το κεφάλι του θύματος. O Η μαχαίρωσε τον F με μαχαίρι που πήρε από την κουζίνα του σπιτιού. Το Δικαστήριο είχε κατευθύνει τους ενόρκους ότι ο J ήταν ένοχος για φόνο, εάν έλαβε μέρος στην επίθεση κατά του θύματος και εάν είχε διαπιστώσει ότι ήταν πιθανόν ο H να χρησιμοποιούσε το μαχαίρι με πρόθεση να προκαλέσει στο θύμα σοβαρό τραυματισμό.

Στην δεύτερη υπό εξέταση περίπτωση, ο R είχε καταδικαστεί από το Circuit Court του Montego Bay, στην Jamaica, για τον φόνο του P και ο συγκατηγορούμενός του, ο Η, παραδέχθηκε ενοχή για φόνο. Το θύμα ήταν οδηγός ταξί και η υπόθεση ήταν ότι ο φόνος διαπράχθηκε κατά την επιδίωξη ληστείας. Ο R είχε προβεί σε δήλωση, άνευ βλάβης, ότι είχε μεν εμπλοκή στη ληστεία και ότι ήταν παρών όταν ο H έκοψε το λαιμό του θύματος, αλλά αρνούνταν την ενοχή του για την πρόκληση θανάτου του θύματος. Το Δικαστήριο είχε κατευθύνει τους ενόρκους ότι ο R ήταν ένοχος για φόνο, εάν ελάμβανε μέρος στην ληστεία κατά του θύματος εν γνώσει του ότι ήταν πιθανόν ο Η να σκότωνε το θύμα.

Το Supreme Court, επιτρέποντας τις εφέσεις, επιχείρησε, ουσιαστικά, να επαναφέρει το κοινοδίκαιο στην προ-Chan WingSiu εποχή, όπου το ερώτημα ήταν πάντα απλό, αφενός, στη βάση του κατά πόσον ο δράστης συμμετείχε, με οποιοδήποτε τρόπο, στο αδίκημα Β, από τις διάφορες μορφές που θα μπορούσε να λάβει τέτοια συμμετοχή, αφετέρου, στο κατά πόσον είχε, και ο ίδιος ο δράστης, την πρόθεση που απαιτείται για την διάπραξη του αδικήματος Β. Θέτοντας ένα απλό παράδειγμα, το Supreme Court, ανέφερε πως, αν Χ ενθαρρύνει τον Ψ για να πάρει ένα ποδήλατο χωρίς την άδεια του ιδιοκτήτη του και να το επιστρέψει μετά τη χρήση, αλλά ο Ψ παίρνει αυτό το ποδήλατο και διατηρεί στην κατοχή του, ο Ψ θα είναι ένοχος κλοπής, αλλά ο Χ θα είναι ένοχος μόνο για το έλασσον, της παράνομης αφαιρέσεως του ποδηλάτου από την κατοχή του ιδιοκτήτη του, νοουμένου ότι δεν είχε ενθαρρύνει τον Ψ να ενεργήσει με πρόθεση την μόνιμη στέρηση του ποδηλάτου από τον ιδιοκτήτη του. Ένα άλλο παράδειγμα είναι αυτό του Χ που προμηθεύει τον Ψ με όπλο, που ο Ψ δεν δικαιούται να κατέχει, με πρόθεση να τον βοηθήσει να διαπράξει αδίκημα, χωρίς, ωστόσο, να ενδιαφέρεται εάν και τι ακριβώς θα διαπράξει ο Ψ. Δεν μπορεί, σε μια τέτοια περίπτωση, ο Χ να είναι δευτερογενώς ποινικά υπεύθυνος για όλα τα αδικήματα που θα διαπράξει ο Ψ, με τη χρήση του όπλου, επειδή τον προμήθευσε με το όπλο.

Μερικές φορές η παροχή βοήθειας ή η παρακίνηση μπορεί να γίνεται για μια ομάδα αδικημάτων και τελικά να διαπράττεται μόνο το ένα από αυτά, άλλες φορές μπορεί να είναι μόνο για τη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος. Κάποιες φορές μπορεί να υπάρχει συμφωνία μεταξύ του συνεργού και του αυτουργού, να επιχειρήσουν από κοινού κάτι, άλλες φορές μπορεί να μην υπάρχει τέτοια συμφωνία και η συνέργεια να προκύπτει στην πορεία ή και τυχαία (π.χ. πρόσωπα που συναντιούνται για πρώτη φορά σε μια ταραχώδη διαδήλωση και εκεί διαμορφώνουν την κοινή πρόθεση να διαπράξουν τον παράνομο σκοπό). Η δευτερογενής ποινική ευθύνη, που απορρέει από τον κοινά επιδιωκόμενο σκοπό, μπορεί, επίσης, κάποιες φορές, να τελεί υπό κάποια αίρεση (π.χ. της προβολής αντιστάσεως), άλλες φορές όχι. Τα άτομα που εισβάλλουν σε μια Τράπεζα για να διαπράξουν από κοινού ληστεία και κάποιοι από αυτούς είναι οπλισμένοι μπορεί να ελπίζουν ότι κανένας από αυτούς θα χρησιμοποιήσει όπλο, ωστόσο, μπορεί όλοι να έχουν την πρόθεση, σε περίπτωση που υπάρξει κάποια αντίσταση, τότε να χρησιμοποιηθούν τα όπλα και να προκληθεί, τουλάχιστον, βαριά σωματική βλάβη. Εάν καταλήξει, το Δικαστήριο, στο συμπέρασμα ότι υπήρχε συμπεφωνημένος κοινός σκοπός να διαπραχθεί το αδίκημα Α και ότι ο Χ θα έπρεπε να είχε προβλέψει ότι, κατά την επιδίωξη του Α, ο Ψ θα μπορούσε να είχε διαπράξει το αδίκημα Β (με την αντικειμενική προσέγγιση που χρήζει), ο Χ θα μπορούσε, ενδεχομένως, να θεωρείται ότι διέπραξε το αδίκημα Β, εάν είχε πρόθεση που τελούσε υπό την αίρεση ότι, δοθείσης της ευκαιρίας, θα έπρεπε να διαπραχθεί το αδίκημα Β, επομένως, το αδίκημα Β είναι μέσα στο πλαίσιο του σχεδίου στο οποίο ο Χ συμμετείχε με πρόθεση. Το ζήτημα είναι, σε κάθε περίπτωση, πραγματικό. Και μέσα στην ευρύτερη πραγματική έκταση, για την οποία γίνεται ο λόγος, σε κάθε περίπτωση, είναι αναγκαία η απόδειξη της προθέσεως του Χ, παροχής βοήθειας ή ενθαρρύνσεως προς τον Ψ στην τέλεση του αδικήματος Β, υπό όρους ή με άλλο τρόπο.

Εάν ο Χ συμμετέχει σε μια βίαιη επίθεση, χωρίς να έχει πρόθεση προκλήσεως θανάτου κάποιου, αλλά η βία κατά την επίθεση κλιμακώνεται σε τέτοιο βαθμό, που καταλήγει, τελικά, στο θάνατο κάποιου, ο Χ δεν θα είναι ένοχος φόνου, αλλά ενδεχομένως να είναι ένοχος ανθρωποκτονίας εξ’αμελείας. Στις υπό εξέταση περιπτώσεις, τα Δικαστήρια είχαν προσπεράσει αυτό το νομικό κανόνα της R v Reid (1976) 62 Cr App R 109, ότι σε περίπτωση που ο δράστης δεν έχει πρόθεση επιφοράς του θανάτου του θύματος, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για διάπραξη, από μέρους του, φόνου. Δεν αναζήτησαν το εσωτερικό έλασσον, που επιβάλλονταν, προέβηκαν σε επίπεδη εξίσωση των δεδομένων με αυτοματισμό. Όπως, επίσης, και εάν ο Χ συμμετείχε ή ενθάρρυνε κάποια άλλη παράνομη πράξη, που ο κάθε νηφάλιος και λογικός άνθρωπος, θα συνειδητοποιούσε ότι εμπερικλείει τον κίνδυνο προκλήσεως βλάβης (όχι κατ’ ανάγκη σοβαρής), αλλά καταλήγει στον θάνατο[8]. Το «τεστ» θα πρέπει να είναι αντικειμενικό. Είναι με την ίδια αντικειμενική προσέγγιση που είναι δυνατόν, επίσης, ο θάνατος να επέλθει από μια παρεμπίπτουσα πράξη του αυτουργού, που κανένας άνθρωπος, μέσα στα «παπούτσια» του κατηγορούμενου, θα μπορούσε να θεωρήσει ότι θα μπορούσε να συμβεί, και που είναι τέτοιας φύσεως, που τοποθετεί στο παρελθόν τις πράξεις του συνεργού (τις αποσυνδέει ουσιωδώς), οπότε, δεν θα πρέπει να υπάρχει δευτερεύουσα ποινική ευθύνη του συνεργού για τον θάνατο, σε τέτοια περίπτωση.

Η πρόθεση του κατηγορούμενου να συμμετέχει σε ένα έγκλημα βίας δεν καθορίζεται μόνον από το κατά πόσο ξέρει τι είδους όπλο έχει στην τσέπη του ο δράστης (τέτοια γνώση μπορεί, απλά, να χρησιμοποιηθεί ως μέρος της μαρτυρίας, για την προσέγγιση του ζητήματος της προθέσεως), αυτή ήταν η τάση που δημιούργησε η Chan WingSiu και που θα πρέπει να αντικατασταθεί με εξέταση του κατά πόσον ο δράστης είχε πρόθεση να βοηθήσει ή να ενθαρρύνει τη διάπραξη του αδικήματος Β. Εάν το αδίκημα Β είναι ο φόνος, αρκεί να απαντηθεί το ερώτημα, κατά πόσον ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση, τουλάχιστον, να παρέβει βοήθεια ή να παρακινήσει την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης από τον αυτουργό, ή απλούστερα, κατά πόσον ο ίδιος είχε πρόθεση προκλήσεως βαριάς σωματικής βλάβης. Εάν το αδίκημα Β δεν απαιτεί mens rea, το μόνο mens rea που απαιτείται να υπάρχει για την θεμελίωση της δευτερογενούς ποινικής ευθύνης είναι η πρόθεση να ενθαρρύνει ή να βοηθήσει τον αυτουργό να προβεί στην απαρογευμένη πράξη που συνιστά το αδίκημα Β, με γνώση των γεγονότων και περιστάσεων που απολήγουν στην αδικηματική συμπεριφορά.

Με την απόφαση αυτή, φαίνεται ότι, έγινε και μια μικρή υπενθύμιση της «μαγείας» των δυνατοτήτων του κοινοδικαίου. Βέβαια, παρόλες τις προσπάθειες του Supreme Court να ανακόψει την φόρα των πιθανών εφέσεων περατωμένων υποθέσεων, στις οποίες υπήρξε καταδίκη στη βάση του λανθασμένα ερμηνευόμενου κανόνα, από τις δηλώσεις που έγιναν στα ΜΜΕ, αμέσως μετά την απόφαση, και από το ιστορικό που προηγήθηκε της αποφάσεως του Supreme Court, φαίνεται ότι αυτή θα’ ναι μια αναπόφευκτη συνέπεια και ήδη θα μπορούσαν να αναφερθούν πολύ συγκεκριμένες υποθέσεις. Μια συνέπεια που, τουλάχιστον, στις περιπτώσεις των καταδικών για φόνο, στη βάση του κανόνα, στην καλύτερη περίπτωση, θα καταλήξει σε αντικατάσταση των καταδικών με καταδίκες για ανθρωποκτονία εξ’ αμελείας, αδίκημα που επισύρει την ίδια ποινή, της δια βίου φυλακίσεως.

Video περιλήψεως αποφάσεως

————————————

[1] Που περιέχεται και στο εγχώριο άρθρο 20 του Κεφ. 154.

[2] R v Mendez and Thompson [2010] EWCA Crim 516 (παρ. 17), R v Stringer [2011] EWCA Crim 1396 (παρ. 57), και R v ABCD [2010] EWCA Crim 1622.

[3] Ασχολούμενη με το κλασσικό, πλέον, παράδειγμα, της συνέργειας για τη διάπραξη ένοπλης ληστείας κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας εκ των δραστών, ξεφεύγει από τον κοινά επιδιωκόμενο αρχικό σκοπό, και σκοτώνει το θύμα, που αντιστέκεται. Αποτέλεσε σημείο αναφοράς και σε εγχώρια νομολογία, εμμέσως, στην Σπύρος Πουτζιουρής, κ.α. ν Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 309 και στην Δημοκρατία ν. Πανίκου Ευστρατίου, κ.α. Αρ. Υποθέσεως 27212/2010 Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού, ημερομηνίας 11.04.2011 και άλλες. Η Γεώργιος Βασιλείου Νικολάου, κ.α. ν Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 482 ασχολείται με τη διαφοροποίηση του άρθρου 21 από το άρθρο 20 του Κεφ. 154. Πριν την Chang WingSiu υπήρχαν αποφάσεις που ασχολήθηκαν με τον κανόνα στην ορθόδοξη του βάση.

[4] Είχαν προηγηθεί, μεταξύ άλλων, οι R v Smith (Wesley) [1963] 1 WLR 1200, R v Betty (1964) 48 Cr App R 6, R v Anderson και R v Morris [1966] 2 QB 110 και R v Reid (1976) 62 Cr App R 109, ωστόσο, η Chan WingSiu δεν παρέπεμψε σε όλες.

[5] Κυρίως, στην R v Powell and R v English [1999] 1 AC 1. Βλ. και R v Slack [1989] QB 775, R v Wakely [1990] Crim LR 119 και R v Hyde [1991] 1 QB 134. Ακολουθήθηκε, περαιτέρω, και στην Αυστραλία, όπως φαίνεται από τις McAuliffe v The Queen (1995) 183 CLR 108, Gillard v The Queen (2003) 219 CLR 1 και Clayton v The Queen (2006) 231 ALR 500.

[6] Krebs, B. (2015). Mens rea in joint enterprise: a role for endorsement? Cambridge Law Journal, 74, 480-504.

[7] Green, A. & McGourlay, C. (2015). The Wolf Packs in Our Midst and Other Products of Criminal Joint Enterprise Prosecutions. The Journal of Criminal Law, 79, 280-297. Βλ. Και Way, S. (2015). Joint Enterprise: The Need for Reform. The Journal of Criminal Law, 79, 326-329.

[8] R v Church [1965] 1 QB 59, που επικυρώθηκε στην Director of Public Prosecutions v Newbury [1977] AC 500 και πρόσφατα αναφέρθηκε στην R v F (J) & E (N) [2015] EWCA Crim 351; [2015] 2 Cr App R 5.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s