Το δόγμα της «ουσιώδους συμβολής» στις υποθέσεις ιατρικής αμέλειας (παράλειψη έγκαιρης πράξης)

fghd

Η John v Central Manchester & Manchester Childrens University Hospitals NHS Foundation Trust [2016] EWHC 407 (QB) έδωσε αυτή την ευκαιρία να εξηγηθούν κάποια πράγματα σε σχέση με το νομικό ερώτημα, πότε δεν μπορεί να αποδειχθεί μια υπόθεση ιατρικής αμέλειας με βάση το παραδοσιακό “but for test” (κανόνας) και πότε αυτή μπορεί να αποδειχθεί με βάση το “material contribution test” (εξαίρεση). Πώς τίθεται το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί στη μία περίπτωση και πώς στην άλλη. Το ερώτημα αυτό απασχολεί ολοένα και περισσότερο τον τελευταίο καιρό.

Στην εν λόγω υπόθεση, ο Ενάγων, που ήταν και ο ίδιος ιατρός, ένα βράδυ που επέστρεψε στο σπίτι του είχε ένα ατύχημα, παραπάτησε και έπεσε από τη σκάλα. Τον εντόπισε γειτονικό του πρόσωπο, επίσης ιατρός, περίπου 2 ώρες μετά, οπότε και ο Ενάγων μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, με τις πρώτες ενδείξεις να ήταν ότι είχε τραυματιστεί στο κεφάλι. Η εισαγωγή του στο νοσοκομείο των Εναγομένων έγινε ώρα 6:52πμ, όταν ο ιατρός που τον παρέλαβε ζήτησε να γίνει CT Scan (αξονική τομογραφία) εγκεφάλου. Αυτή η εξέταση δεν είχε γίνει μέχρι την 1:12μμ, δηλαδή αρκετές ώρες μετά. Όταν τελικά διενεργήθηκε η εξέταση, διαπιστώθηκε ότι υπήρχε υποσκληρίδιο αιμάτωμα. Το υποσκληρίδιο αιμάτωμα είναι μια τραυματική εγκεφαλική βλάβη κατά την οποία συγκεντρώνεται αίμα μέσα στην εσωτερική στοιβάδα της σκληράς μήνιγγας (της εξωτερικής προστατευτικής μεμβράνης του εγκεφάλου). Θα έπρεπε να μεταφερθεί σε άλλο νοσοκομείο για να χειρουργηθεί, ωστόσο, υπήρχε καθυστέρηση και στη μεταφορά του, ειδικότερα, καθυστέρηση περίπου 1 περαιτέρω ώρας μέχρι να ειδοποιηθεί το ασθενόφορο για τη μεταφορά. Ο Ενάγων υποβλήθηκε τελικά σε χειρουργική επέμβαση, πλην όμως, με μεγάλη καθυστέρηση, αφού είχαν παρέλθει μέχρι τότε συνολικά 7 ώρες, κατά τη διάρκεια των οποίων υπήρχε αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση. Παρέμειναν νοητικά και νευροψυχολογικά προβλήματα στον Ενάγοντα, που δεν θα του επέτρεπαν να εργαστεί ξανά ως ιατρός. Επομένως, ήγειρε αγωγή ισχυριζόμενος ιατρική αμέλεια, λόγω της καθυστέρησης στη διενέργεια της αξονικής τομογραφίας και της καθυστέρησης στην κλήση του ασθενοφόρου για τη μεταφορά του στο νοσοκομείο όπου θα χειρουργούνταν. Ήταν ο ισχυρισμός του Ενάγοντος ότι εάν διενεργούνταν ενωρίτερα η αξονική τομογραφία και εάν γίνονταν ενωρίτερα οι ενέργειες μεταφοράς του στο νομοκομείο όπου θα χειρουργούνταν, θα είχε χειρουργηθεί ενωρίτερα και θα αποφεύγονταν η πολύωρη ενδοκρανιακή πίεση, που συνέβαλε ουσιωδώς στη δημιουργία των βλαβών του.

Οι Εναγόμενοι αρνούνταν την ισχυριζόμενη αμέλεια και περαιτέρω ήγειραν ζήτημα αιτιώδους συνάφειας. Ισχυρίζονταν ότι ο Ενάγων είχε υποστεί και μετεγχειρητικά μικροβιακή λοίμωξη και έπρεπε να υποβληθεί σε δεύτερο χειρουργείο, για τον χειρουργικό καθαρισμό υποσκληριδίου εμπυήματος και αφαίρεση, κατόπιν κρανιοτομής, του αριστερού βρεγματικού οστικού κρημνού. Υπήρχε, επομένως, παρεμπίπτουσα αιτία, η οποία ήταν, επίσης, πιθανόν να συνέβαλε στην τελική ζημιά. Οι Εναγόμενοι αρχικά έθεσαν το ερώτημα, στη βάση του κανόνα του “but for test”, ότι θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι η ζημιά, δηλαδή τα νοητικά και νευροψυχολογικά προβλήματα του Ενάγοντος προκλήθηκαν από την αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση (σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι αυτή οφείλεται σε αμέλεια των Εναγομένων) και εάν απουσίαζε η αμελής συμπεριφορά, δεν θα επέρχονταν η ζημιά. Το ερώτημα θα έπρεπε να ήταν, όπως συμφωνήθηκε στην πορεία, κατά πόσο, σε περίπτωση που η αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση προκλήθηκε από αμέλεια των Εναγομένων, αυτή συνέβαλε ουσιωδώς στη ζημιά (“material contribution test”).

Η προσέγγιση της ουσιώδους συμβολής χρησιμοποιείται όταν το αποτέλεσμα, η ζημιά, έχει περισσότερες από μία πιθανές αιτίες. Η αμέλεια του ιατρού, με βάση αυτό το “test”, δεν χρειάζεται να είναι η αποκλειστική ή ακόμα και η κυρίως αιτία της ζημιάς, αρκεί να συνέβαλε ουσιωδώς. Τα κριτήρια για την εφαρμογή αυτού του “test” μερικές φορές είναι αρκετά δυσπροσέγγιστα. Η αυθεντία στην οποία ανατρέχει ο έλεγχος αυτός είναι η Bonnington Castings v Wardlaw [1956] 1 All ER 615, όπου ο Ενάγων εργαζόταν σε εργοστάσιο, εν γνώσει του, εκτεθειμένος σε σκόνη πυριτίου. Όταν υπέστη πνευμονοκονίαση ενήγαγε τους εργοδότες του για αμέλεια. Επομένως, είχε εγερθεί το ζήτημα, κατά πόσο η ζημιά του προήλθε από την έκθεση του στη σκόνη πυριτίου, που ήταν συνυφασμένη με αυτό το επάγγελμά του, ή σε έκθεση του σε περαιτέρω επιβλαβή ουσία, λόγω αμέλειας των εργοδοτών του. Ήταν αδύνατο να διαχωριστεί ποια από τις δύο αιτίες προκάλεσε τη ζημιά, μα είχε επιτύχει, στην υπόθεσή του, αποδεικνύοντας μόνον ότι η αμέλεια των εργοδοτών του συνέβαλε ουσιωδώς στη ζημιά του.

Παρόμοια περίπτωση ήταν και αυτή της McGhee v National Coal Board [1973] 1 WLR 1. Το “test” αυτό, όμως, αναλύθηκε περαιτέρω και επεκτάθηκε, θα μπορούσε να λεχθεί, στην Fairchild v Glenhaven Funeral Services [2002] UKHL 22, [2002] 3 All ER 305. Στην Fairchild ο Ενάγων υπέστη μεσοθηλίωμα (μορφή καρκίνου που μπορεί να εμφανιστεί στους ιστούς γύρω από τους πνεύμονες) από έκθεσή του σε σκόνη αμιάντου, εργαζόμενος σε διάφορους εργοδότες, από τα νεανικά του χρόνια. Δεν μπορούσε να αποδείξει ποια ήταν η αιτία της πρόκλησης της ασθένειάς του, αλλά μπορούσε να αποδείξει ότι κάθε εργοδότης του, που τον εξέθεσε σε σκόνη αμιάντου, συνέβαλε στη ζημιά του. Στην Fairchild το ίδιο “test” είχε πάρει τη μορφή της ουσιώδους επαύξησης του κινδύνου και στην περαιτέρω ανάλυσή της, στην Fairchild in Sienkiewicz v Greif (UK) [2011] UKSC 10 2011] All ER (D) 107 (Mar), έγινε λόγος ακόμα και για διακριτή νέα αδικηματική συμπεριφορά, της αμελούς επαύξησης του κινδύνου ζημιάς.

Ενώ η η χρήση του κανόνα της ουσιώδους συμβολής πρωτοεμφανίστηκε σε αυτές τις υποθέσεις των βιομηχανικών ή εργοστασιακών ασθενειών, που συνιστούν μια διαφορετική κατηγορία υποθέσεων, με δικές τους δυναμικές, που εμπίπτουν στο δίκαιο της υγείας με ένα πλάγιο τρόπο, έτεινε και στο σύγχρονο ειδικότερο ιατρικό δίκαιο το κατάλληλο “test”, στις υποθέσεις ιατρικής αμέλειας, με συχνότερη (αλλά όχι αποκλειστική) εφαρμογή στις περιπτώσεις όπου υπάρχει καθυστέρηση ή παράλειψη στην διενέργεια πράξης (εξέτασης, διάγνωσης, επέμβασης, κτλ) προς αντιμετώπιση της Α ζημιάς (ανεξαρτήτως εάν η Α ζημιά προκλήθηκε από αμελή ή μη αμελή αιτία), με αποτέλεσμα να προκληθεί η Β ζημιά, όπου τόσο η Α ζημιά όσο και η καθυστέρηση ή παράλειψη είναι πιθανές αιτίες της Β ζημιάς, να εφαρμόζεται το “test” της ουσιώδους συμβολής. Η συνηθέστερη εφαρμογή στις περιπτώσεις καθυστέρησης είναι γιατί συνήθως ο ασθενής παρουσιάζεται στον ιατρό με κάποιο πρόβλημα, που μπορεί να δημιουργήθηκε από μια Α αιτία. Μπορεί, βεβαίως, η Α αιτία, επίσης, να έχει προκληθεί από ιατρική αμέλεια (π.χ. πρόκληση αιμορραγίας από λάθος χειρισμό) και να επακολουθήσει η Β ζημιά (π.χ. θάνατος) λόγω της καθυστέρησης στην διάγνωση και αντιμετώπιση της αιτίας Α. Δεν θα πρέπει, σε αυτή την τελευταία περίπτωση, όπου έχουμε πολυεπίπεδη αμέλεια, να προκαλείται σύγχυση. Ενδεχομένως, για την Α αιτία να ισχύει το “but for test” και για την Β αιτία να ισχύει το “material contribution test”. Δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η τελική ζημιά ισοπεδώνει τον κανόνα. Όπως αναφέρθηκε και πιο πριν, τα κριτήρια για το πιο “test” θα πρέπει να εφαρμοστεί σε κάθε περίπτωση, δεν είναι ευπροσέγγιστα.

Παλαιότερα, σε αυτές τις «ιδιαίτερες» περιπτώσεις, εφαρμόζονταν σταθερά και άκαμπτα το κλασικό “but for test”, που οδήγησε αρκετές υποθέσεις σε αποτυχία. Όπως στην Hotson v East Berkshire Area Health Authority [1987] 1 AC 750, που η διάγνωση και αντιμετώπιση του προβλήματος του Ενάγοντος έλαβε χώρα 5 ημέρες μετά τον τραυματισμό του (από μη αμελή αιτία), με αποτέλεσμα να επέλθει νέκρωση. Οι Εναγόμενοι παραδέχθηκαν την αμελή συμπεριφορά και αμφισβήτησαν την αιτιώδη συνάφεια. Ο Ενάγων είχε αποτύχει στην υπόθεσή σου, γιατί εφαρμόστηκε το “but for test”, με βάση το οποίο κρίθηκε ότι η αποκλειστική αιτία της νέκρωσης ήταν ο τραυματισμός του Ενάγοντες και όχι η καθυστέρηση, ως διακριτή αιτία. Ομοίως, στην Wilsher v Essex Area Health Authority [1988] 1 AC 1074, όπου υπήρχε πρόωρος τοκετός που απαιτούσε την τοποθέτηση του νεογνού σε οξυγόνο που θα χορηγούνταν μέσω καθετήρα, ο οποίος, όμως, τοποθετήθηκε λανθασμένα, χωρίς να γίνει αντιληπτό αυτό από το προσωπικό του νοσοκομείου, πέρασαν εβδομάδες με μη ικανοποιητική κατανάλωση και διακυμάνσεις στην οξυγόνωση, που δεν έτυχαν προσοχής, και το βρέβος υπέστη τελικά οπισθοφακική ινοπλασία, που οδήγησε, μεταξύ άλλων, σε τύφλωση. Με την εφαρμογή του “but for test” δεν μπόρεσε να αποδειχθεί  η αιτιώδης συνάφεια. Στην Gregg v Scott [2005] 2 AC 176 υπήρξε λανθασμένη διάγνωση ενός όγκου ως καλοήθους και μέχρι να γίνει η ορθή διάγνωση, ότι επρόκειτο για κακοήθη όγκο, 9 εβδομάδες μετά, αυτός είχε εξαπλωθεί στο στήθος του Ενάγοντος. Με την εφαρμογή του “but for test” δεν αποδείχθηκε η αιτιώδης συνάφεια.

Την πρώτη διακριτή τάση για την ανατροπή έκανε το Court of Appeal στην Bailey v Ministry of Defence & Anor [2008] EWCA Civ 883, όπου ο ασθενής εισήχθη στο νοσοκομείο με πέτρες στη χολή και από λάθος χειρισμούς τριών ημερών κατέληξε να υποφέρει από παγκρεατίτιδα, όπου η κατάστασή του σταδιακά χειροτέρευσε, καταλήγοντας σε καρδιακή ανακοπή και τελικά εγκεφαλική βλάβη. Παρά τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκε η αιτιώδης συνάφεια, επειδή δεν υπήρχε σύνδεση μεταξύ των αμελών χειρισμών και του τελικού αποτελέσματος, λόγω της παρέμβασης της παγκρεατίτιδας, το Court of Appeal, όπου κατέληξε η υπόθεση, εφάρμοσε την Bonnington Castings, επισημαίνοντας ότι δεν αλλάζει η αντιμετώπιση των περιπτώσεων στις υποθέσεις ιατρικής αμέλειας. Η τάση αυτή συνεχίστηκε στην Dickins v O2 Plc [2008] EWCA Civ 1144. Έπειτα, στην Leigh v London Ambulance Service NHS Trust [2014] EWHC 286 (QB) [2014] All ER (D) 201 (Feb), ο Ενάγων υπέστη εξάρθρωση επιγονατίδας σε ένα λεωφορείο. Παρά τις επανειλημμένες κλήσεις ασθενοφόρου, το ασθενοφόρο είχε παραλάβει τον Ενάγοντα περίπου 50 λεπτά μετά τον τραυματισμό του, ο οποίος εισήχθη στο νοσοκομείο με περαιτέρω 17 λεπτά καθυστέρηση. Ο Ενάγων, που υπέφερε από πόνους, καθόλη αυτή τη διάρκεια, είχε ισχυριστεί ότι υπέστη, μεταξύ άλλων, ψυχιατρική ζημιά, που δεν αμφισβητούνταν, στην οποία, όμως, συνέβαλαν και ο πόνος που προκλήθηκε από το περιστατικό στο λεωφορείο (την μη αμελή αιτία) και η καθυστέρηση στην αντιμετώπισή του (την αμελή αιτία). Το θέμα του υπολογισμού των αποζημιώσεων στην περίπτωση που έχουμε μία μη αμελή αιτία που προκαλεί τραυματισμό και μία επακόλουθη αμελή αιτία που επαυξάνει ουσιωδώς τον κίνδυνο της τελικής ζημιάς, απασχόλησε στην Reaney v University Hospital of North Staffordshire NHS Trust and another [2014] EWHC 3016 (QB) [2014] All ER (D) 153 (Sep), που ήταν, επίσης, υπόθεση ιατρικής αμέλειας.

Ο κανόνας εφαρμόστηκε και στην Page v. Smith No. 2 1996 1 WLR 855 που ήταν υπόθεση οδικής αμέλειας. Ο Ενάγων ισχυριζόταν ότι από το δυστύχημα υπέστη ψυχιατρική ζημιά (δεν υπήρχε φυσική ζημιά) που οδήγησε στην επιδείνωση του προϋφιστάμενου συνδρόμου χρόνιας κόπωσης, από το οποίο έπασχε. Με την εφαρμογή του κανόνα της Bonnington Castings ο Ενάγων είχε επιτύχει να αποδείξει ότι η αμελής πράξη του Εναγομένου συνέβαλε ουσιωδώς στη ζημιά του, απόφαση που επικυρώθηκε από το Court of Appeal παρά την αντίθετη κριτική. Θα μπορούσε, ασφαλώς, να διερωτηθεί, κανείς, εάν και η εφαρμογή του Bonnington Castings test μπορεί, επίσης, να οδηγήσει σε μια λογική απάτη. Συναφείς προβληματισμούς είχε προκαλέσει και η Donachie v Chief Constable of Greater Manchester Police [2004] EWCA Civ 405, όπου Ενάγων, αστυνομικός, υπέφερε από άγχος, στην προσπάθειά του να τοποθετήσει μια ελαττωματική συσκευή σήμανσης στο αυτοκίνητο ενός υπόπτου, η οποία επανειλημμένως απέτυχε να λειτουργήσει. Ο Ενάγων, που υπέφερε από υπέρταση, βιώνοντας το άγχος αυτό, οδηγήθηκε σε μια ψυχιατρική κατάσταση και ακολούθως σε εγκεφαλικό επεισόδιο. Απέδειξε την αιτιώδη συνάφεια της αμέλειας των Εναγομένων, που ήταν παραδεκτή, με την ζημιά του. Υπάρχουν και άλλες υποθέσεις, που μπορεί να οδηγούν σε παρόμοιους προβληματισμούς. Προβληματισμούς που εύκολα μπορούν να προκύψουν στο διάλογο που γίνεται, σε πραγματικό επίπεδο, κάθε φορά, μεταξύ της αιτιώδους συνάφειας, της προβλεψιμότητας, της αναζήτησης του ορίου σε συνάρτηση με την κοινή λογική.

Ένα σημαντικό όριο στη δυνητικά ευρεία χρήση του “material contribution test” επέβαλε το Supreme Court του Καναδά στην Clements v. Clements, 2012 SCC 32 (και αργότερα στην Ediger v. Johnston, 2013 SCC 18 και σε άλλες) όπου έγινε υπενθύμιση του βασικού κανόνα στις υποθέσεις αμέλειας, που είναι το “but for test” και της λειτουργίας του “material contribution test” σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου υπάρχει αδυναμία χρησιμοποίησης του “but for test” (αρχή της αδυναμίας – impossibility), και όπου η αμέλεια του Εναγομένου είναι καθαρή, και εξέθεσε τον Ενάγοντα αδικαιολόγητα στον κίνδυνο της τελικής ζημιάς. Είναι εργαλείο απονομής δικαιοσύνης όταν το “but for test” δεν μπορεί να λειτουργήσει, όχι κανόνας. Αυτή η περίπτωση κλασικά, ανέφερε, προκύπτει όταν υπάρχουν περισσότεροι αδικοπραγήσαντες, που ο καθένας έβαλε το χέρι του στη διαμόρφωση της τελικής ζημιάς, όπου, με την εφαρμογή του “but for test”, εάν απουσίαζε η αμέλεια όλων, δεν θα επέρχονταν η ζημιά, και όπου ο Ενάγων, για λόγο για τον οποίο δεν ευθύνεται ο ίδιος, δεν μπορεί να αποδείξει ότι οποιαδήποτε από τις αμελείς συμπεριφορές των περισσοτέρων αδικοπραγήσαντων, εάν απουσίαζε, δεν θα επισυνέβαινε η ζημιά. Το Δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, είχε θέσει ως ασυνήθιστη την εφαρμογή αυτού του λογισμού σε απλή υπόθεση αμέλειας, στην οποία ο αδικοπραγήσας ήταν ένα μόνο πρόσωπο, ενώ άφησε να νοηθεί ότι πρόκειται για διακριτή περίπτωση που σπάνια προκύπτει.

Στο ηπειρωτικό δίκαιο έχουν αναπτυχθεί συναφείς θεωρίες αιτιώδους συνάφειας, που φιλοσοφούν βαθύτερα το θέμα (βλ. θεωρία του ισοδύναμου των όρων / condition sine qua non, θεωρία της πρόσφορης αιτίας / causa adaequata, κτλ), όπου οι πατέρες της κάθε μίας θεωρίας, προσεγγίζουν το θέμα της αιτιώδους συνάφειας με διαφορετικό τρόπο, ενώ φαίνεται προτίμηση στην θεωρία της προσφορότητας. Αντίστοιχο θεωρητικό βάθος έχουν οι θεωρίες της κοινής, σωρευτικής, διαζευκτικής, υποθετικής, κτλ αιτιότητας. Εν πάση περιπτώσει, πέρα από την προσφορότητα του κεφαλαίου για θεωρητικά κεντήματα, δεν παύει, το ζήτημα, να είναι άκρως πραγματικό και να αφορά στην ανάγκη απονομής της δικαιοσύνης στην κάθε ξεχωριστή περίπτωση. Η κοινή λογική και γενικά η λογική ουδέποτε αποσυνδέθηκαν από το δίκαιο.

Το κοινοδίκαιο, δεν μπορεί να λεχθεί ότι, έχει, μέχρι σήμερα, οριοθετήσει επαρκώς το “material contribution test”, ενώ και στην αγγλική νομολογία τα κρούσματα κατάχρησης της εφαρμογής του ίσως να έχουν ήδη εμφανιστεί, ώστε να καθιστούν αναγκαία την επαναδιατύπωση του βασικού κανόνα απόδειξης της αιτιώδους συνάφειας στο δίκαιο της αμέλειας, και τον καθορισμό της έκτασης του περιθωρίου μη εφαρμογής του, στο μέτρο του δυνατού. Όχι κατ’ αντάγκη με την περιοριστική διάθεση και απολυτότητα του Καναδικού ρεύματος. Όμως, υπήρχε αυτή η ευκαιρία, η χαμένη, μάλλον ευκαιρία, όταν το Privy Council (25,01.2016) εξέδωσε πρόσφατα την απόφαση στην Williams v The Bermuda Hospitals Board [2016] UKPC 4, επίσης, υπόθεση ιατρικής αμέλειας, που αφορούσε σε καθυστέρηση διάγνωσης και χειρουργικής αντιμετώπισης σκωληκοειδίτιδας (που κατέληξε σε σηψαιμία και βλάβη στην καρδιά και τους πνεύμονες), όπου επικύρωσε την απόφαση του Court of Appeal, με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι το “test” που θα έπρεπε να εφαρμοστεί ήταν εκείνο της ουσιώδους συμβολής. Εστίασε, το Privy Council, στον αδιαίρετο χαρακτήρα της ζημίας (όπως κρίθηκε ότι ήταν η περίπτωση), χωρίς περαιτέρω διακρίσεις εάν ο αδικοπραγήσας είναι ένας ή περισσότεροι ή κατά πόσο πρόκειται για σωρευτική αιτιότητα ή διαδοχική ή άλλου είδους. Πότε μια ζημιά, γενικότερα, θεωρείται «αδιαίρετη», ενδεχομένως, να μην είναι πολύπλοκο, θεωρητικά, ζήτημα, στην πράξη, όμως, δεν είναι και απλό. Χωρίς να αναγνωρίζει, η Williams, την εφαρμογή του κανόνα της ουσιώδους συμβολής ως απόκλιση από τον κανόνα του “but for test”, μα obiter σχολιάζοντας την Bailey, εκφράστηκε η ανάγκη υπενθύμισης της εξακολούθησης του κανόνα “but for test”, ως του βασικού κανόνα.

Η υπό συζήτηση John επιχείρησε να καταστήσει εύκολη την προσέγγιση του κανόνα, διατυπώνοντας επιμέρους κριτήρια, μα και να εισάγει διάσταση των υποθέσεων ιατρικής αμέλειας από αυτές των βιομηχανικών ή εργοστασιακών ασθενειών. Η John βλέπει την εφαρμογή του «δόγματος» στις υποθέσεις ιατρικής αμέλειας εκεί όπου υπάρχουν περισσότεροι πράκτορες, αμελείς και μη αμελείς, η παρεμβολή των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με το ίδιο αποτέλεσμα της ζημιάς. Το βάρος απόδειξης εξακολουθεί να είναι αυτό που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η διαφοροποίηση με τις υποθέσεις των βιομηχανικών ή εργοστασιακών ασθενειών, κατά την John, συνίσταται στο ότι στις υποθέσεις ιατρικής αμέλειας, ο λόγος γίνεται πάντα για ουσιώδη συμβολή στη ζημιά και όχι για ουσιώδη επαύξηση του κινδύνου. Δεν γίνεται κατανομή ποσοστών ευθύνης, σε αυτές τις περιπτώσεις, γιατί, ακριβώς, οι περιπτώσεις αυτές είναι ότι η ιατρική επιστήμη δεν μπορεί να ποσοστικοποιήσει τις διάφορες πιθανές αιτίες της ζημιάς.

Καθόλου περιττό να αναφερθεί ότι μια καλή μαρτυρία για την απόδειξη στη βάση του “material contribution test” θα ήταν η άμεση ιατρική μαρτυρία και κάποια βασικά επιδημιολογικά δεδομένα. Θα έλεγα ότι, η επιδημιολογική διάσταση της μαρτυρίας δημιουργεί ένα φάσμα «extended medical causation». Υπάρχει η αίσθηση ή η πεποίθηση ότι στις υποθέσεις ιατρικής αμέλειας, ειδικά σε αυτές που υπάρχει καθυστέρηση, τα πράγματα λειτουργούν με κάποιο αυτόματο πιλότο, γιατί η καθυστέρηση μιλά από μόνη της. Θα έλεγα το αντίθετο, ότι είναι πιο δύσκολα και απαιτητικά, σε επίπεδο αιτιώδους συνάφειας, παρόλο που είναι πιο προφανής η αμελής συμπεριφορά, στοιχείο, όμως, που δεν είναι το μόνο που χρήζει απόδειξης. Έπειτα, παρά τις δυναμικές διεύρυνσης του “material contribution test”, δεν παύει να είναι μια εξαίρεση στον κανόνα του “but for test”, που χρήζει ειδικής μεταχείρισης και συγκεκριμένου ελέγχου. Ιδιαίτερα βοηθητική είναι και η πρόσφατη Heneghan v Manchester Dry Docks Limited and others [2014] EWHC 4190 (QB), που παραμένει στην κατηγορία των βιομηχανικών ή εργοστασιακών ασθενειών. Στην John χρησιμοποιήθηκε, μάλιστα, λεπτομερής ιατρική μαρτυρία.

Ο Ενάγων θα πρέπει να αποδείξει τα ακόλουθα:

  1. Ότι ο Εναγόμενος ήταν αμελής (με βάση τις οικείες αρχές δικαίου, βλ. Bolam test, Bolitho test, κτλ) και ότι υπέστη ζημιά (όλες τις άλλες προϋποθέσεις),
  2. Ότι η αμέλεια του Εναγομένου συνέβαλε ουσιωδώς στη ζημιά του,
  3. Το ποσοστό της συμβολής του Εναγομένου στη ζημιά είναι ιατρικά αδύνατο να αποδειχθεί με το παραδοσιακό “but for test”, αλλά η συμβολή θα πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από ελάχιστη (minimal).

Η John εστίασε στον αδιαίρετο χαρακτήρα της ζημιάς, για σκοπούς υπολογισμού των αποζημιώσεων, υποστηρίζοντας πως εάν η ζημιά είναι αδιαίρετη, η αποζημίωση θα είναι για το σύνολό της. Στην προκειμένη περίπτωση είχαν επιδικαστεί προς όφελος του Ενάγοντος συνολικές αποζημιώσεις ύψους GBR454,858.65.

Κλείνοντας αυτό τον ωραίο περίπατο, αν θα μπορούσα να εκφράσω μια πρόχειρη σκέψη, θα έλεγα ότι το «δόγμα» αυτό της ουσιώδους συμβολής, ενόσω υφίσταται, είναι χρήσιμο, μέσα στο ευρύτερο οπλοστάσιο του Ενάγοντος, ένα διαθέσιμο (δύσκολο) εργαλείο, που μπορεί (και πρέπει) να επικαλεστεί, για την απονομή της δικαιοσύνης, εκεί όπου αδυνατεί, ιατρικά, να εφαρμοστεί το “but for test”, και όπου ο λόγος γίνεται, παράλληλα, για προφανή αμέλεια, που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη, όπως γίνεται, μάλλον, όταν κάποιος εισάγεται στο νοσοκομείο με απλή σκωληκοειδίτιδα και καταλήγει με μόνιμες βλάβες στην καρδιά και στους πνεύμονες. Ωστόσο, ουδέποτε, ο Ενάγων, θα πρέπει να αρχίζει τον αγώνα του με δεδομένο ότι θα μπορεί να χρησιμοποιήσει γενικευμένα αυτό το «test». Γιατί η οδός αυτή δεν είναι παρά μια έξοδος κινδύνου. Η οποία, όμως, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να είναι γνωστό ότι υφίσταται και ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί, όταν χρειαστεί.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s