Bacciottini: Δικηγορική αμέλεια και καθορισμός αποζημίωσης όταν η ζημιά έχει αρθεί

369031227_ea2c782b77_z-300x225

Το μέτρο καθορισμού της ζημιάς σε περίπτωση δικηγορικής αμέλειας, όπου είχαν ληφθεί επιτυχώς μέτρα από τον Ενάγοντα για άρση του ελαττώματος του τίτλου (ζημιάς) που απέκτησε λόγω αμέλειας των δικηγόρων, απασχόλησε προχθές το Court of Appeal στην Bacciottini and another v Gotelee and Goldsmith (A Firm) [2016] EWCA Civ 170. Το Court of Appeal επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, κατ’ εφαρμογή του «κανόνα της εξαίρεσης», η αποζημίωση που επιδικάστηκε ήταν, τελικά, μόνον εκείνη των εξόδων του Ενάγοντος, για το διάβημά του να αφαιρέσει το ελάττωμα του τίτλου.

Ειδικότερα, στην Bacciottini, ο Ενάγων αγόρασε ακίνητο για σκοπούς οικιστικής χρήσης και ανάπτυξης το έτος 2007, με τίμημα αγοράς GBR600.000=, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου καλύφθηκε δια ενυπόθηκου δανείου. Μετά την αγορά του εν λόγω ακινήτου, πώλησε το σπίτι που διέμενε μέχρι τότε, μετακόμισε στο ακίνητο και άρχισε να προωθεί τα σχέδια ανάπτυξης του ακινήτου με νέους δικηγόρους. Οπότε και έγινε αντιληπτό ότι το ακίνητο διέπονταν από πολεοδομικό περιορισμό χρήσης για ανεξάρτητους οικιστικούς σκοπούς. Ήταν ένας παλαιός και περίεργος περιορισμός, που εν τοις πράγμασι, είχε αδρανήσει γιατί το παρακείμενο ακίνητο με το οποίο συνδέονταν η προβλεπόμενη χρήση είχε και το ίδιο πωληθεί προ ετών ως ανεξάρτητη οικιστική μονάδα, και ήταν, μάλλον, ορατό ότι μπορούσε να αρθεί ο περιορισμός.

Ο Ενάγων, που είχε δώσει οδηγίες στους Εναγόμενους δικηγόρους για να προβούν σε έρευνες και τον διαβεβαίωσαν ότι το ακίνητο ήταν «καθαρό» και ήταν εφικτή η αλλαγή χρήσης του, ισχυρίζονταν δικηγορική αμέλεια, σε σχέση με τον εντοπισμό του περιορισμού και την ανάλογη ενημέρωση του Ενάγοντος, καθώς και ότι εάν γνώριζαν εκ των προτέρων την ύπαρξη του περιορισμού, δεν θα προχωρούσαν στην λήψη δανείου και στην αγορά, και σε τελική ανάλυση, εάν προχωρούσαν με τέτοια αγορά, θα ήταν για πολύ χαμηλότερο τίμημα, λαμβανομένου υπόψη του ελαττώματους του τίτλου· βασίστηκαν, όμως, στις διαβεβαιώσεις των δικηγόρων τους. Η αμέλεια, εν πάση περιπτώσει, είχε καταστεί παραδεκτή από τους δικηγόρους πριν από τη δίκη.

Ό,τι παρέμεινε να απασχολεί ήταν το θέμα των αποζημιώσεων. Αυτό γιατί ήταν γεγονός πως, μετά την διαπίστωση του ελαττώματος του τίτλου, ο Ενάγων είχε αιτηθεί, μέσω των νέων του δικηγόρων, αρχικώς ανεπιτυχώς (γιατί λανθασμένα επιχείρησε να συνενώσει στην αίτησή του για άρση του περιουρισμού και τα σχέδια ανάπτυξης του ακινήτου αντί πρώτα να προβεί στην άρση του περιορισμού και έπειτα σε νέα αίτηση για την ανάπτυξη) στη συνέχεια επιτυχώς της άρσης του περιορισμού. Αυτό δεν έγινε παρά περίπου 2 χρόνια μετά την ολοκλήρωση της πράξης της αγοράς.

Πρωτοδίκως, επιδικάστηκαν προς όφελός του Ενάγοντος, αποζημιώσεις ύψους μόνον GBR250= που αντιπροσώπευσαν το χαμηλό ποσό των εξόδων που δαπάνησε για την επιτυχή αίτηση άρσης του περιορισμού και τίποτα περισσότερο, γιατί αυτά θεωρήθηκαν ως πραγματική ζημιά του. Ήταν, όμως, ο ισχυρισμός του Ενάγοντος, ότι θα έπρεπε να επιδικαστούν προς όφελός του αποζημιώσεις ύψους GBR100.000=, που συνιστούσαν τη διαφορά της αξίας του ακινήτου με και χωρίς τον περιορισμό το 2007, δηλαδή την «υπερπληρωμή», βάσει των εκτιμήσεων που έγιναν αποδεκτές. Αυτή η προοπτική, όμως, κατά το πρωτόδικο δικαστήριο, θα υπεραποζημίωνε, σε τελική ανάλυση, τον Ενάγοντα. Το ζήτημα προσεγγίστηκε στη βάση των γενικών αρχών του μετριασμού της ζημιάς (mitigation of loss), που αποτελούσε καθήκον του Ενάγοντος, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, εφόσον η αίτηση για την άρση του περιορισμού δεν ήταν διάβημα ανεξάρτητο από την αμελή πράξη (παράλειψη ενημέρωσης), αλλά ήταν μέρος του ιδίου πραγματικού πλαισίου, ένα συνδεδεμένο επακόλουθο μέτρο, που ευλόγως θα λαμβάνονταν από τον μέσο συνετό αγοραστή, υπό τις περιστάσεις.

Το Δικαστήριο της Bacciottini παρέπεμψε στην Livingstone v Rawyards Coal Co.(1880) 5 App. Cas. 25, που είχε θέσει τον γενικό κανόνα του αποκαταστατικού χαρακτήρα των αποζημιώσεων, δηλαδή του σκοπού τους να φέρουν τον Ενάγοντα, όσο το δυνατόν εγγύτερα, στη θέση στην οποία αυτός θα βρισκόταν, εάν δεν επισυνέβαινε το αστικό αδίκημα. Έπειτα, στην Philips v Ward [1956] 1 WLR 471 που ήταν ο λόγος του έντιμου Denning LJ ότι η ημερομηνία που λαμβάνεται για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων είναι εκείνη που δημιουργήθηκε η ζημιά, που συνήθως ταυτίζεται με την χρονική στιγμή της δημιουργίας της βάσης της αγωγής. Διευκρινίστηκε, βέβαια, στην County Personnel (Employment Agency) Ltd v Alan R Pulver & Co [1987]1 WLR 916, ότι ο «κανόνας» (κανόνας διαφοράς της αξίας με ή χωρίς το ελάττωμα, τη χρονική στιγμή δημιουργίας της ζημιάς) δεν εφαρμόζεται «μηχανικά», ως μέτρο αποζημίωσεων σε όλα τα είδη υποθέσεων, αλλά είναι και συναφής, ως εκ πρώτης όψεως κανόνας, με συγκεκριμένο είδος υποθέσεων, όπου ο Ενάγων καταβάλλει εφάπαξ κεφάλαιο, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή (που εκείνη η περίπτωση δεν ήταν τέτοια). Ο εκ πρώτης όψεως κανόνας εφαρμόστηκε και στην Watts v Morrow [1991] 1 WLR 1421, δεν εφαρμόστηκε, όμως, στην Wapshott v Davis Donovan & Co [1996] PNLR 361 όπου επισημάνθηκε το ευαίσθητο πραγματικό κριτήριο κάθε υπόθεσης. Στην Kennedy v Van Emden [1996] PNLR 409 καταδείχθηκε ότι οι αποζημιώσεις είναι ζήτημα που θεωρείται μέσα σε ένα πραγματικό πλαίσιο, όχι υποθετικά, για ζημιές που θα μπορούσε να υποστεί ο Ενάγων, σύμφωνα με κανόνα της δικαιοσύνης[1].

Σε ορισμένες περιπτώσεις, τη ζημιά ακολουθεί μια κατάσταση κέρδους, όπως στην Hussey v Eels [1990] 2 QB 227, που ο Ενάγων αγόρασε ακίνητο για GBR53.250=, χρειαζόταν να δαπανήσει GBR17.000= για να το φέρει στην κατάσταση στην οποία θα ήταν, εάν δεν εμφιλοχωρούσε το ελάττωμα και η αμέλεια, ωστόσο, δυο χρόνια μετά, εξασφάλισε πολεοδομική άδεια για άλλη ανάπτυξη επί του ακινήτου, γκρέμισε το υφιστάμενο, δημιούργησε τη νέα ανάπτυξη και πώλησε το ακίνητο και την ανάπτυξη για GBR78.500=. Στην Hussey, η κατάσταση κέρδους την οποία κατάφερε ο Ενάγων δεν ήταν προς εκτέλεση του καθήκοντός του για μετριασμό της ζημιάς του, ήταν αποσυνδεδεμένη από την πράξη αμέλειας, και δεν είχε υπολογιστεί ως όφελος που θα μπορούσε να επιδράσει στον υπολογισμό των αποζημιώσεων, αλλά ως δικό του ανεξάρτητο όφελος. Τα πράγματα, όμως, εμφανώς, αρχίζουν να γίνονται και πιο πολύπλοκα, όπως ήταν εμφανές και στην Gardner v Marsh & Parsons [1997] 1 WLR 489. Η αποφυγή της ζημιάς ή η δημιουργία μιας τελικά ευνοϊκής κατάστασης μπορεί να επισυμβεί και από παράγοντες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν περιφερικοί ή τυχαίοι, όπως στην Gregory v Shepherds [2000] PNLR 769, στην οποία λέχθηκε ότι το μέτρο αποζημίωσης για ένα ελαττωματικό τίτλο, όπου το ελάττωμα μπορεί να αφαιρεθεί και όντως αφαιρείται, δίνει αναφορά στη ζημιά που υπήρξε, από τη χρονική στιγμή της δημιουργίας του ελαττώματος μέχρι την χρονική στιγμή της αφαίρεσής του[2]. Μπορεί, εξάλλου, αντί ευνοϊκή κατάσταση, να δημιουργηθεί μια πιο τραγική κατάσταση, από παράγοντες που, επίσης, μπορεί να είναι τυχαίοι. Έχουμε, λοιπόν, τον εκ πρώτης όψεως κανόνα ή το κανονικό μέτρο και αυτά τα ενδεχόμενα, που καταρχάς δεν συνθλίβουν τον κανόνα, αλλά θέτουν την ανάγκη της εκτίμησης εάν με την εφαρμογή του κανόνα δημιουργείται ένα δίκαιο αποτέλεσμα (fair result).

Πότε μια κατάσταση κέρδους μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη συνδεόμενη με την παραβατική συμπεριφορά του Εναγομένου, από την οποία να μπορεί, ουσιαστικά, να επωφεληθεί και ο Εναγόμενος, ενδεχομένως, να επιχείρησε να συγυρίσει το όλο σκεπτικό και η The New  Flamenco [2015] EWCA Civ 1299, λέγοντας πως:

The important principle which emerges from these citations is that, if a claimant adopts by way of mitigation a measure which arises out of the consequences of the breach and is in the ordinary course of business and such measure benefits the claimant, that benefit is normally to be brought into account in assessing the claimant’s loss unless the measure is wholly independent of the relationship of the claimant and the defendant. That should be a principle sufficient to guide the decision of the fact-finder in any particular case.

Στην ίδια υπόθεση επισήμανθηκε, επίσης:

The issue of mitigation arises when the breach has had harmful consequences which the injured party has taken steps to ameliorate.

Το όλο ζήτημα, όμως, θεωρούμενο από την πλευρά του συμψηφισμού απαίτησης για αποζημιώσεις με το κέρδος ή με την μείωση της ζημιάς που προκύπτει από επιτυχή λήψη μέτρου περιορισμού της, παρόλο που απασχόλησε και σε άλλες υποθέσεις[3], δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει δεόντως ομαλοποιηθεί στη θεωρία, μέχρι σήμερα ή άλλως πώς ότι μπορεί να δημιουργηθεί μια θεωρία γύρω από τον κανόνα. Αυτό γιατί ο βαθμός απόκλισης από τον γενικό κανόνα είναι τέτοιος, που δημιουργεί αστάθεια στον κανόνα, σε επίπεδο θεωρίας, ώστε να υπερτερεί, κατά μίαν έννοια, με θεωρητικούς όρους, ο κανόνας της δικαιοσύνης (rule of fairness), σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

Εν τέλει, όμως, το ζήτημα φαίνεται να επικεντρώνεται κάθε φορά, στο κατά πόσο μια υπόθεση εμπίπτει στη μια κατηγορία υποθέσεων, που διέπονται από τον βασικό κανόνα (υποθέσεις απώλειας κεφαλαίου – capital loss cases), ή στην άλλη κατηγορία υποθέσεων, που διέπεται από τους κανόνες του μετριασμού, όπως ήταν η όλη προσέγγιση της υπό συζήτηση Bacciottini, στην οποία θεωρήθηκε τελικά «δίκαιη» η απόκλιση από τον βασικό κανόνα και η προσέγγιση της αίτησης για άρση του περιορισμού, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, ως πράξη πραγματικά συνδεδεμένη με την αμέλεια και όχι ανεξάρτητη.

——————————-

[1] Βλ. και R. Pagnan & Fratelli v Corbisa Industrial Agropacuria Limitada [1970] 1 WLR 1306, 1316, και British Westinghouse Electric and Manufacturing Co. Ltd v Underground Electric Railways Co. of London Ltd. [1912] A.C. 673

[2] Βλ. και Pankhania v London Borough of Hackney [2004] EWHC 323 (Ch).

[3] British Westinghouse Electric & Manufacturing Co Ltd v Underground Electric Rlys Co of London Ltd [1912] AC 673, 81 LJKB 1132, HL και Erie County Natural Gas & Fuel Co Ltd v Carroll [1911] AC 105, 80 LJPC 59, PC και Pagnan & Fratelli v Corbisa Industrial Agropacuaria Ltda [1971] 1 All ER 165, [1970] 1 WLR 1306, CA και Staniforth v Lyall (1830) 7 Bing 169 και The World Beauty; Owners of The Steam Tanker Andros Springs v Owners of The Steam Tanker World Beauty [1970] P 144, [1969] 3 All ER 158, CA και  Laverack v Woods of Colchester Ltd [1967] 1 QB 278, [1966] 3 All ER 683, CA.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.