Το αστικό αδίκημα της αντισυνταγματικότητας

constitution1

Στη συνάντησή μας, που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα, για την συζήτηση του «απεγκλωβισμού» των αγοραστών και του καθεστώτος στο οποίο περιέρχεται ο ενυπόθηκος δανειστής, απασχόλησε, μεταξύ άλλων, κατά τη συζήτηση, ως ζήτημα, το πολύ ενδιαφέρον ζήτημα της αστικής ευθύνης του Κράτους για τυχόν αντισυνταγματικό νόμο. Η συζήτηση ήταν για το τίμημα του απεγκλωβισμού για τον ενυπόθηκο δανειστή, σε σχέση με το διαχρονικό δίκαιο των υποθηκεύσεων, όπου κατά τη συζήτηση, ως ενδεχόμενη εναλλακτική λύση στον ενδεχόμενο «εγκλωβισμό» του ενυπόθηκου δανειστή (ή «κούρεμα υποθηκών», όπως ήταν ο εύστοχος χαρακτηρισμός που είχε γίνει), προτάθηκε, και έμεινε στον αέρα (και λόγω έλλειψης προετοιμασίας), η δυνατότητα δημιουργίας αστικής ευθύνης του Κράτους για αποζημίωση για ζημιά, που θεωρητικά υπάρχει σε περίπτωση εξαναγκαστικής ακύρωσης της υποθήκης (δεν εξετάζεται στην παρούσα, εάν όντως θεωρείται ότι υπάρχει), σε περίπτωση κήρυξης του νόμου ως αντισυνταγματικού ή σε κάθε περίπτωση (εξετάζεται το πρώτο).

Το ζήτημα δεν είναι απλό, ούτε σχετίζεται άμεσα με πράξεις της διοίκησης (που εφαρμόζει κατά τεκμήριο – μέχρι στιγμής – συνταγματικό νόμο, παρόλο που η εκτελεστική εξουσία αναγκαστικά μεσολαβεί για την εφαρμογή του αντισυνταγματικού νόμου και οφείλει να μην εφαρμόζει αντισυνταγματικό νόμο· το πρωτογενές σφάλμα δεν εντοπίζεται στη διοικητική πράξη, που, ως μέσο, επίσης, θα οδηγήσει αναγκαστικά στην προσβολή, αλλά σε αυτή τη νομοθετική πράξη), που μπορούν να προσβληθούν με γνωστά ένδικα μέσα κατά εκτελεστών διοικητικών πράξεων. Μιλάμε, όμως, σε κάθε περίπτωση, για το αστικό αδίκημα της αντισυνταγματικότητας ή για την αντισυνταγματικότητα ως αστικό αδίκημα, στο οποίο πράκτορας να μπορεί να είναι το Κράτος, γενικά, είτε δια της νομοθετικής λειτουργίας του, είτε δια οποιασδήποτε άλλης, όπου στην προκειμένη περίπτωση, ενδιαφέρει το θέμα της νομοθετικής λειτουργίας. Ενδιαφέρει, τουλάχιστον, ιστορικά, αλλά και σε κάποια σημεία πρακτικά.

Το ζήτημα της αστικής κρατικής ευθύνης για αντισυνταγματικό νόμο, όπως γενικά εξετάζεται εδώ, αναφέρεται, πρώτιστα, στη νομοθετική λειτουργία, όταν με την ψήφιση ενός νόμου (πράξης που φέρει τα τυπικά χαρακτηριστικά του νόμου, αλλά) που πάσχει εσωτερικά, δημιουργείται ζημιογόνος παρέμβαση σε δικαίωμα ή σύγκρουση με ιεραρχικά ανώτερο κανόνα δικαίου, όπως είναι το Σύνταγμα. Η ζημιογόνος πράξη είναι η θέσπιση του νόμου, την οποία υφίσταται ο πολίτης σε ένα πρώτο επίπεδο, αντιπροσωπευόμενος στο νομοθετικό σώμα. Ως διοικούμενος, εισπράττει, ίσως, τα ρέστα αυτής της ζημιάς. Δημιουργείται, σε αυτή την περίπτωση, αστική ευθύνη του Κράτους (του νομοθέτη) και ισχύουν mutatis mutandis όσα για τις κανονιστικές διοικητικές πράξεις (της εκτελεστικής εξουσίας) ή όχι (ανεξαρτήτως άλλων δικαιωμάτων του πολίτη ως διοικούμενου); Γιατί όχι; Η εξαίρεση της νομοθετικής λειτουργίας από τέτοια ευθύνη (και η απομόνωσή της στην πτυχή του Κράτους που λέγεται εκτελεστική εξουσία) δεν θα συνιστούσε παράβαση της αρχής της νομιμότητας και του κοινωνικού κράτους και της υποχρέωσης ανάπτυξης της νομοθετικής δραστηριότητας μέσα στα όρια που αυτές οι αρχές θέτουν;

Στη βάση της τοποθέτησης για την αστική ευθύνη του Κράτους για τον αντισυνταγματικό νόμο, τέθηκε το ανάποδο ερώτημα: η Βουλή είναι το εκλελεγμένο, από το λαό, σώμα, και στη βάση αυτή, το ερωτηματικό: εάν ενάγει κάποιος (γιατί η διεκδίκηση αποζημίωσης προϋποθέτει αγωγή) το «Κράτος» (που έχει τη νομική προσωπικότητα) για (παράνομη) πράξη του νομοθετικού σώματος ή για αμελή νομοθέτηση ή και για οτιδήποτε δίνει αναφορά σε αστική ευθύνη (αυτό το «Κράτος»), δεν είναι σα να ενάγει εαυτόν, εφόσον το νομοθετικό σώμα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ενεργεί ως αντιπρόσωπος του πολίτη; Το ζήτημα δεν έτυχε περαιτέρω ανάλυσης με κάποιο θεωρητικό βάθος, εάν, δηλαδή, όταν απουσιάζει το στοιχείο της κρατικής επιβολής, που αναμφίβολα δημιουργεί και πρέπει να δημιουργεί αστική ευθύνη, υπό κάποιες προϋποθέσεις, μπορεί, και πάλι, να δημιουργείται αστική κρατική ευθύνη, γιατί το Κράτος μπορεί να ευθύνεται αστικά αναφορικά με όλες τις κρατικές λειτουργίες του και δεν χωρεί διαχωρισμός, για σκοπούς αστικής ευθύνης, ούτε ζήτημα «ποιο Κράτος», δηλαδή ποια κρατική λειτουργία. Το ερώτημα, για όσους πήραν το μήνυμα, ήταν μια μικρή βόμβα στο νομικό προβληματισμό, αλλά και μια «πρόκληση» στη σύγχρονη νομική πραγματικότητα και της Κύπρου. Ήταν ενθαρρυντική, όμως, και η επιμονή ότι είναι δεδομένο πως τίθεται ζήτημα κρατικής ευθύνης, ακόμα κι αν αυτή η στάση δεν μπορούσε να εξηγηθεί με πιο θεωρητικούς όρους.

Με αφορμή την ψήφιση του προχθεσινού «πακέτου» νόμων, ως μια εκδήλωση που εκλήφθηκε από κόσμο ως «ασύστολη και βεβιασμένη νομοθέτηση», και της παραγωγής νομοθετημάτων με «εκ πρώτης όψεως προβλήματα συνταγματικότητος», το ζήτημα της δυνατότητας δημιουργίας κρατικής ευθύνης, εκ του νομοθετικού έργου, αναγκαστικά επανήλθε και κατασκήνωσε στη σκέψη και υπήρξε και η ευκαιρία για μια πιο ορθή και κατανοητή απάντηση. Παράλληλα και μέσω αυτής της ίδιας ευκαιρίας να απευθυνθούν και ευχαριστίες προς όσους είχαν προσέλθει στη συνάντηση, παρόλο που, εκ των πραγμάτων, δεν θα μπορούσαν να ειπωθούν και πολλά, εφόσον πρόκειται και για κεφάλαιο που ήδη έχει πάρει το δρόμο του.

Το ζήτημα της αστικής ευθύνης του Κράτους για αντισυνταγματικό νόμο που ψηφίζει η Βουλή, η «άδικη νομοθετική πράξη», είναι αρκετά πιο πολύπλοκο και απασχόλησε πολύ τη νομική επιστήμη. Η παραδοσιακή άποψη ήταν ότι το Κράτος (ή το «δημόσιο» όπως συνηθίζεται ο όρος στην Ελλαδική θεωρία) δεν ευθύνεται για πράξεις του νομοθέτη (αυτού του Κράτους – αυτού του οργάνου του Κράτους). Πριν από μια εκατονταετία, και περισσότερο ίσως, που μπορεί και να μην ήταν εύκολο να διανοηθεί, κανείς, τη δυνατότητα το νομοθετικό σώμα να παρανομεί νομοθετώντας, ήταν ο Βασίλειος Οικονομίδης που είχε πει τη φράση ότι «η αποζηµίωσις προϋποτίθησιν αδικίαν, αλλ’ η νοµοθετική εξουσία δεν αδικεί νοµοθετούσα», μια φράση που επηρεάσε γενεές Ελλήνων[1]. Η αντίληψη (που έτεινε να χαρακτηρίζεται και ως αντανακλούσα κάποιου είδους «κοινοβουλευτική απολυταρχία») ήταν, ίσως, αυτή, ότι το νομοθετικό σώμα, δεν είναι «όργανο» ή ότι είναι μεν όργανο, αλλά όχι του Κράτους, αλλά της κοινωνίας[2] (με αυτήν έχει την οργανική σχέση), και με το Κράτος βρίσκεται σε μια διαλεκτική σχέση, που συνιστά το πολίτευμα της δημοκρατίας. Για πολλά χρόνια η Ελλαδική νομολογία τηρούσε μια κάπως ενδιάμεση στάση, δεν αποδεχόταν τη δυνατότητα του νομικού χαρακτηρισμού των νομοθετικών πράξεων ως «παράνομων» (προϋπόθεση που πρέπει να συντρέχει), αλλά δεν απέκλειε και τη δυνατότητα αποζημίωσης, σε περίπτωση «ευθείας παράβασης» των συνταγματικών δικαιωμάτων από το νομοθέτη.

Το δημοκρατικό πολίτευμα εξελίσσεται στο χρόνο, και λαμβάνει ολοένα και περισσότερο χαρακτηριστικά ιδιωτικού δικαίου, και το ιδιωτικό δίκαιο, επίσης, εξελίσσεται, και λαμβάνει ολοένα και περισσότερο χαρακτηριστικά δημοσίου δικαίου. Δεν θα μπορούσε να λεχθεί με μεγάλη ευκολία ότι αποδυναμώθηκε κάποιο παλαιώς νοούμενο «αλάθητο» του νομοθέτη, ο άξονας της παλαιότερης νοοτροπίας δεν περιφέρονταν τόσο γύρω από κάποια σύλληψη του αλάθητου, ούτε και το τεκμήριο της νομιμότητας των νόμων είναι, ακριβώς, απόρροια τέτοιας σύλληψης περί αλάθητου· ευχερέστερα, ίσως, θα μπορούσε να λεχθεί ότι μετατοπίστηκε η αντίληψη του «Κράτους» και αυτής της «δημοκρατίας» σε ένα διαφορετικό, ευρύτερο, βάθρο, όπου η απόλυτη κυριαρχία των δικαιωμάτων, συμπαρασύρει, με ευθεία διαδικασία, οποιοδήποτε εσωτερικό κλειστό διαχωρισμό ή τάση εξαίρεσης. Το στοιχείο της κρατικής επιβολής άρχισε να εντοπίζεται και στη νομοθετική αντιπροσώπευση, αλλά και να εκδηλώνεται έτσι, αφού οι πολίτες συνειδητοποιούν ότι βρίσκονται προ τετελεσμένων καταστάσεων και το γεγονός ότι απλά άσκησαν εκλογικό δικαίωμα, να μην μπορεί να λειτουργήσει και τιμωρητικά (με εξωπολιτικά / νομικά κριτήρια), ώστε η έννοια της δημοκρατίας, τελικά, να λειτουργεί προς καταβρόχθιση της ουσίας της δημοκρατίας. Παράλληλα, ατονίζοντας την ίδια την απολυτότητα της έννοιας ή αντίληψη της σχέσης της αντιπροσώπευσης με όρους ιδιωτικού δικαίου, όταν η σχέση αυτή ζυμώνεται καλά με την έννοια του Κράτους δικαίου.

Επιβάλλεται, επομένως, γενικότερη υποχρέωση πίστης στο Σύνταγμα[3]. Επιβάλλεται γενικότερη υποχρέωση σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι νόμοι μπορούν να περιέχουν και περιέχουν σφάλματα. Οι δικαστές μπορούν να διαπράξουν, επίσης, σφάλματα. Οι πράξεις της νομοθετικής και της δικαστικής εξουσίας μπορούν να παραβιάσουν ανθρώπινα δικαιώματα και να προκληθεί ζημιά και να γίνεται λόγος για αστική ευθύνη του Κράτους, σε κάθε περίπτωση. Όλα, κατά κάποιο τρόπο, καταλήγουν στην «Προκρούστειο Κλίνη» της δικαστικής λειτουργίας, που στον διάλογό της με τις υπόλοιπες κρατικές λειτουργίες, δεν θα πρέπει να υπερφουσκώνει, αλλά να ασκεί το έργο της ακόμα πιο προσεκτικά.

Έπειτα, στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, η εμπέδωση του κοινοτικού δικαίου και της έννοιας και αισθήματος του πολίτη της Ένωσης, θεσμοθέτησαν την υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη (που εκπροσωπεί, πλέον, το Κράτος) να νομοθετεί, προς συμμόρφωση ή εναρμόνιση, και το αντίστοιχο δικαίωμα του πολίτη της Ένωσης να απαιτεί την εναρμόνιση (π.χ. όταν το Κυπριακό Κράτος υποχρεούται να συμμορφωθεί με Ευρωπαϊκή Οδηγία και να μεταφέρει στο εσωτερικό του δίκαιο το κοινοτικό δίκαιο για τις δημόσιες συμβάσεις μέχρι την 18.04.2016 και δεν το πράττει, υπάρχει δικαίωμα του πολίτη που ζημιώνεται από αυτή την παράλειψη να αξιώσει αποζημιώσεις, σε ένα πρώτο στάδιο). Κάμφθηκε, θα μπορούσε να πει, κανείς, η αυτοκυριαρχία και ο ιδιωτικισμός του εθνικού νομοθέτη.

Είχαν εμφανιστεί και αποφάσεις του Δ.Ε.Ε. που επιβεβαίωσαν την τάση αυτή κατά τη δεκαετία του 90’, και επιβεβαίωναν στη βάση του υπέρτερου του κοινοτικού (και διεθνούς) δικαίου την υποχρέωση νομοθετικής προσαρμογής, παράλειψη προς την οποία, μπορεί να δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Συναφείς είναι οι C-6/1991 και C-9/1991 (“Francovich”). Έπειτα, οι C-46/1993 και C-48/1993 (“Brasserie du Pecheur” και “Factortame”), που δεν εξαιρούν την ευθύνη του νομοθέτη από την κρατική ευθύνη συμμόρφωσης με το κοινοτικό δίκαιο. Διατυπώθηκαν τρεις προϋποθέσεις για την κρατική ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις του νομοθέτη, σε περίπτωση που αυτές παραβιάζουν κανόνα κοινοτικού δικαίου:

(α) Ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου πρέπει να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες,

(β) Η παράβαση του κοινοτικού κανόνα δικαίου πρέπει να είναι κατάφορη (δηλαδή, πρόδηλη και σοβαρή): Αυτή είναι μια, ομολογουμένως, κάπως δύσκολη προϋπόθεση, που φέρεται να ευνοεί, κάπως, τον παρανομούντα νομοθέτη, και

(γ) Πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης της υποχρέωσης του Κράτους και της ζημιάς του ιδιώτη (που ελέγχεται από τα εθνικά δικαστήρια).

Η συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεων, σωρευτικά, στοιχειοθετεί την κρατική ευθύνη αντικειμενικά (δηλαδή, δεν απαιτείται υπαιτιότητα) και δημιουργεί υποχρέωση άρσης των παράνομων συνεπειών. Η αποζημίωση είναι ανάλογη της ζημιάς και περιλαμβάνει το διαφυγόν κέρδος και αυτήν που προκλήθηκε πριν το Δικαστήριο διαπιστώσει την παράβαση του κοινοτικού κανόνα δικαίου.

Το Βελγικό Δικαστήριο, το 2006, ακολούθησε την ίδια τάση, αναγνώρισης της ευθύνης του Κράτους για πράξη ή παράλειψη του νομοθέτη, που προκάλεσε ζημιά, ενδεχομένως σε μια κάπως διαφορετική βάση (που συνάδει, ίσως, περισσότερο με το δίκαιο της αμέλειας). Παρά τη σύγχρονη νομική τάση, στα Κυπριακά δεδομένα, δεν έχει, ίσως, εμπεδοθεί, ακόμα, η δυνατότητα, και παράλληλα ο κίνδυνος, ο νομοθέτης να καταστήσει το Κράτος υπόλογο, κάποια στιγμή, όχι μόνο δια της παραλείψεώς του να συμμορφωθεί το με τον υπέρτερο κανόνα δικαίου (με αναφορά στο κοινοτικό δίκαιο, πορεία που έμαθε), αλλά και για ζημιές που προκαλούν οι νόμοι που ψηφίζει ο ίδιος, θετικά, ασκώντας την υποχρέωσή του για πίστη στο Σύνταγμα και τα ανθρώπινα δικαιώματα (επαρκής βάση) και οι οποίοι ενδέχεται να κηρυχθούν στο άμεσο μέλλον «παράνομοι» (αντίθετοι με τον υπέρτερο κανόνα δικαίου)(παρόλο που και η πορεία προς το ΕΔΑΔ γνωστή είναι πλέον). Μάλιστα, κάποιες φορές διακρίνεται μια τάση ώθησης προς το Ανώτατο Δικαστήριο του βάρους αυτού, να αποφασίζει για τη συνταγματικότητα, προληπτικά ή ακόμα και αφήνοντας τέτοια κρίση σε ενδεχόμενο κατασταλτικό έλεγχο, εάν και όποτε.

Η αύξηση του εγχώριου νομοθετικού έργου (πολλοί νόμοι, με πολλά και σύνθετα άρθρα που ψηφίζονται ταυτόχρονα για να αντιμετωπίσουν, επίσης, πολλαπλά κοινωνικά προβλήματα, όπως χαρακτηρίστηκαν στο είδος τους «νόμοι σούπερμαρκετ» ή «νόμοι σκούπα» – χωρίς να σημαίνει ότι οι πρόχειροι νόμοι είναι αντισυνταγματικοί και οι νόμοι που συζητούνται επί χρόνια και ψηφίζονται με μεγάλη προσοχή και ευθύνη είναι συνταγματικοί), ταυτόχρονα με την δημιουργία υποδομών νομικής επιστήμης, η ύπαρξη πεπαλαιωμένων νόμων στους οποίους δεν έχει ενκύψει ο νομοθέτης, ο πολλαπλασιασμός και των ζητημάτων περί συνταγματικότητας (και ενδεχόμενης αύξησης της συχνότητας κηρύξεων νόμων ως αντισυνταγματικών) οδηγούν, μεταξύ άλλων, αναπόφευκτα προς αυτή την αναγκαιότητα, της εμπέδωσης ότι μπορεί να τίθεται θέμα αστικής ευθύνης του Κράτους και όταν ο λόγος γίνεται για το νομοθετικό έργο.

Η νομική σκέψη μπορεί να μην ελίσσεται τόσο στη βάση άλλων γνωστών αστικών αδικημάτων (π.χ. αμέλεια ή εκ προστήσεως ευθύνη Κράτους για αμέλεια), αλλά παρόλο που δανείζεται πνεύμα, θέλει το αστικό αδίκημα να είναι ξεχωριστό ως «constitutional tort» (κατά την Αμερικανική προσέγγιση), που γενικεύει, απλά, την αναφορά σε πράξη ή παράλειψη (αντικειμενικά) «παράνομη», που έγινε κατά την ενάσκηση (και) του νομοθετικού καθήκοντος (δεν εξαιρείται ως πράκτορας), και που δημιουργεί ζημιά, αλλά και σε τεκμήριο ότι η πράξη νομοθέτησης που κηρύσσεται ως αντισυνταγματική (ολοκλήρωση πράξης) από το Δικαστήριο εμπίπτει σε αυτή την έννοια της «παρανομίας» (ακόμα κι αν έγινε κατά τη νόμιμη ενάσκηση καθηκόντων), χωρίς πρόσθετα κωλύματα.

Τα συστατικά στοιχεία του «αστικού αδικήματος της αντισυνταγματικότητας» είναι, βέβαια, και στην Αμερικανική θεωρία, σχεδόν, ίδια με τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της αμέλειας, μόνο που το καθήκον απορρέει συγκεκριμένα από την υποχρέωση πίστης στο Σύνταγμα (και δι’ αυτού, στα ανθρώπινα δικαιώματα), παρά είναι καθήκον επιμέλειας που μπορεί να βρει έρεισμα οπουδήποτε, ενώ δεν έχει διαμορφωθεί και συγκεκριμένο επίπεδο (κανόνες θεώρησης του επιπέδου) συνταγματικής ευθύνης ή νομιμότητας. Έπειτα, το αστικό αδίκημα της αντισυνταγματικότητας προϋποθέτει πράκτορας να είναι πάντα το Κράτος και δεν μπορεί να διαπραχθεί από ιδιώτη εναντίον άλλου ιδιώτη (το ζήτημα της ασυλίας των μεμονωμένων κρατικών λειτουργών ή βουλευτών στην προκειμένη περίπτωση είναι ξεχωριστό και η κρατική ευθύνη δημιουργείται ανεξαρτήτως τέτοιας ασυλίας). Η ανάγκη να υπάρχει η δυνατότητα δημιουργίας αστικής ευθύνη του Κράτους για την αντισυνταγματικότητα, μπορεί να λειτουργεί και προληπτικά η ίδια, δηλαδή, έχοντας κατά νου τη δυνατότητα, το νομοθετικό έργο να ασκείται με λίγο περισσότερη σύνεση και προσοχή, παρόλο που στην Αμερικανική θεωρία (που έχουν ανταλλαχθεί ωραίες απόψεις) υπάρχει η εντύπωση πως δεν είναι ομόφωνη αυτή η άποψη.

Ακόμα κι αν οι προϋποθέσεις δεν έχουν λαξευτεί και είναι γενικευμένες και άτσαλες, καταρχάς, υπάρχει κατάφαση της δυνατότητας, και μένει, κάπως, να αιωρείται το όλο θέμα. Με άλλα λόγια, το αστικό αδίκημα της αντισυνταγματικότητας, δεν είναι ακόμα γνωστό στο Κυπριακό δίκαιο, κι εκεί όπου συζητείται, δημιουργεί κάποιες διχογνωμίες, ως προς το μονοπάτι που πρέπει να διαβαίνει, ώστε το χάσμα, από την απλή κατάφαση της δυνατότητας για κάποιους λόγους που σχετίζονται με την ανώτερη συνταγματική προσέγγιση (σε θεωρητικό επίπεδο), έως την κατάφαση της πραγματικής αστικής ευθύνης σε συγκεκριμένη περίπτωση και πραγματικό χρόνο, είναι κάπως μεγάλο, αλλά και δύσβατο.

Από την άλλη ή προς το παρόν, επειδή (τουλάχιστον σε τέτοιο ανώτερο συνταγματικό επίπεδο), ακριβώς, υπάρχει κατάφαση της δυνατότητας δημιουργίας κρατικής ευθύνης και ταυτόχρονα παρουσιάζεται και μια ευκολία στην έγερση ζητημάτων συνταγματικότητας, αντίστοιχης υπόμνησης θα πρέπει να τύχει και το ότι η κρίση περί συνταγματικότητας ή αντισυνταγματικότητας δεν μπορεί να λειτουργεί ως πολιτικό επιχείρημα ή μομφή αλλότριων κινήτρων ή αφηρημένη κουβέντα για νόμους που δεν μας αρέσουν για κάποιους λόγους. Ο σεβασμός καταρχάς (πρέπει να) υπάρχει έναντι στο έργο κάθε κρατικής λειτουργίας, που δεν είναι και εύκολο.

Είναι μια πολύ σοβαρή κατάληξη, ένας νόμος να κηρυχθεί από το Δικαστήριο ως «αντισυνταγματικός», η διαδρομή προς την οποία γίνεται με συγκεκριμένα νομικά κριτήρια, τηρουμένων των λοιπών περιθωρίων, υπό συγκεκριμένο ερώτημα βασιζόμενο σε συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη, υπό συνθήκες αναγκαιότητας, κτλ. Η καλόπιστη κριτική του νομοθετικού έργου στη θεωρία και στις επιστημονικές και άλλες συνευρέσεις και στα κείμενά μας, μπορεί να εκδηλώνει ανησυχία, μεταξύ άλλων, για παρέμβαση σε δικαίωμα, που μπορεί να εκφεύγει αυτού, που μια μερίδα πολιτών, με τα δικά της κριτήρια, μπορεί να αισθάνεται ως αναλογία ή αναγκαιότητα, και ανησυχία για το θέμα της «συνταγματικότητας» (το κεφάλαιο της προστασίας των εγκλωβισμένων αγοραστών είναι μία από αυτές τις περιπτώσεις), αλλά στον βαθμό που η τελευταία ανησυχία είναι όρος με συγκεκριμένο νομικό περιεχόμενο και συνέπειες, χρειάζεται η τήρηση κάποιου ελάχιστου μέτρου και κυρίως η αυτοσυγκράτηση, προς αποφυγή (ενδεχομένως και αχρείαστης) διάδοσης εντύπωσης ή αισθήματος ανασφάλειας δικαίου.

Αυτά σαν μια πρώτη προσέγγιση του ζητήματος, μετά από λίγη περισσότερη σκέψη. Ευχαριστώ για τη συνάντησή μας.

————————–

[1] Οικονομίδου, Β. (1980) Εγχειρίδιον Πολιτικής Δικονομίας. Βλ. και ΑΠ115/1935 Θέμις ΜΒ 333, ΑΠ37/1957 (τμ. Α) Εφημερίς Ελλήνων Νομικών 24 σελ 483 επ., ΑΠ666/75 ΤοΣ 1976 σελ 495.

[2] Δαγτόγλου, Π.Δ. (1962) Ευθύνη του Κράτους δια ζημιάς  εξ αδίκου νομοθετικής πράξεως (με παραπομπές στη Γερμανική θεωρία).

[3] Εξάλλου, και το άρθρο 35 του Κυπριακού Συντάγματος, ορίζει ότι  «αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτής» (με αναφορά στο Μέρος 2 που θεσπίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες). Κάθε βουλευτής ορκίζεται όρκο βάσει του άρθρου 69, δια του οποίου «διαβεβαιώνει» πίστη και σεβασμό στο Σύνταγμα και τους νόμους. Υπάρχει το άρθρο 179 του Συντάγματος, και ο έλεγχος της συνταγματικότητας, κατασταλτικά και προληπτικά. Η Registration of Architects and civil Engineers V Kyriakides (1966) 3 C.L.R 611 θεωρείται αυθεντία σε σχέση με τον κατασταλτικό έλεγχο. Ακολούθησαν κι άλλες αποφάσεις που θεσμοθετούν ελάχιστα το σύστημα του ελέγχου της συνταγματικότητας, παρά τις «αντίξοες» Συνταγματικές συνθήκες στην Κύπρο. Ο Ν.33/64 εισήγαγε τον διάχυτο κατασταλτικό έλεγχο της συνταγματικότητας, ωστόσο, σε πραγματικό επίπεδο, η κρίση καταλήγει, συνήθως, στο Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.