Το ζήτημα της θεραπευτικής προσέγγισης του οικογενειακού δικαίου

vsh0285h

Εισαγωγή

Συνεχίζοντας προηγούμενη σχετική αναφορά, το θέμα που εγείρει η διαχρονική διαφωνία των ειδικών, σχετικά με την αναγνώριση ή όχι της «γονικής αποξένωσης» ή του «συνδρόμου γονικής αποξένωσης» σε δίκες γονικής μέριμνας, είναι το κατά πόσον έχει θέση κάποιο μοντέλο θεραπευτικής δικαιoσύνης (therapeutic jurisprudence) (TJ) στο οικογενειακό δίκαιο, και ειδικότερα στις δίκες γονικής μέριμνας (ανάλογο με αυτό που υπάρχει στη δυνητική δικαστική θεραπευτική αντιμετώπιση των ουσιοεξαρτημένων ή και των ανήλικων παραβατών ή σε άλλες περιπτώσεις, κυρίως, στο ποινικό δίκαιο, όπως οι περιπτώσεις της ενδοοικογενειακής βίας) (Wexler, 1990· Kuhn, 1992· Winick, 2002· Backhouse, 2016).

Ή, αντίθετα, κατά πόσον η εισαγωγή ενός μοντέλου TJ και στις δίκες γονικής μέριμνας θα συνεπάγεται υπερφόρτωση του όλου δικαστικού συστήματος με διεπιστημοσύνη (συμμετοχή επιστημόνων άλλων κλάδων, όπως, για παράδειγμα, ψυχολόγων), που θα επιφέρει αλλοίωση της σύνθεσης, λειτουργίας και ρόλου του δικαστικού συστήματος (Kates, 2008). Είναι, η TJ, και στο οικογενειακό δίκαιο (ιδιωτικό δίκαιο, με σαφείς, πάντως, διαφορές από το ποινικό δίκαιο), ιδέα και λύση ή «απειλή»;

Εάν ο διάλογος μεταφερθεί, πάντως, από το άγονο έδαφος του όρου της «γονικής αποξένωσης» (όπου συμβαίνει μια ανούσια ανακύκλωση ισχυρισμών, τα τελευταία 30 χρόνια), στο πιο δικαιϊκό έδαφος, της ιδέας της TJ μέσα στο δικαστικό σύστημα (και του βαθμού της συμμετοχής της), θα αρχίσει να αποκτά, ίσως, και μεγαλύτερο ενδιαφέρον και νόημα, αλλά να γίνεται και ευρύτερα εποικοδομητικός.

Οι ρίζες της TJ και η διάδοσή της ως δικαϊκή ιδεολογία

Το μοντέλο TJ είναι συνηθέστερο στο Αμερικανικό δίκαιο, όπου βρίσκει και τις ρίζες του· στον Αμερικανικό νομικό ρεαλισμό. Εντοπίζεται στην Αυστραλία, στον Καναδά (Goldberg, 2004, 2011), στη Νότιο Αφρική, και αλλού (Nolan, 2009). Στην Αγγλία, που συνηθίζει να παρακολουθεί η Κύπρος, η TJ υφίσταται, κυρίως, ως τμήμα της δικαστικής και νομικής ψυχολογίας, και μπορεί να αποκαλείται αποκαταστατική δικαιοσύνη (restorative justice), έχοντας, σχεδόν, το ίδιο περιεχόμενο (παρόλο που η έννοια της «αποκατάστασης» παραπέμπει, με όρους ιδιωτικού δικαίου, πλέον, συνειρμικά έστω, σε συγκεκριμένα εργαλεία δικαίου, όπως είναι η αποζημίωση, ενώ η έννοια της «αναμόρφωσης» – «rehabilitation» – που δίνεται συχνά στον όρο της «αναμορφωτικής δικαιοσύνης», στον ποινικό τομέα, μπορεί να απαντά καλύτερα ή περιορισμένα στη εξατομικευμένη ψυχολογική θεραπεία, χωρίς ιδιαίτερη έμφαση και την κοινωνική αναπροσαρμογή).

Στην Αγγλία λειτούργησαν, επίσης, και τα «community courts», ως είδους «problem-solving courts» (McKenna 2007; Henry and Kralstein 2011), στη βάση της ίδιας φιλοσοφίας της TJ, για την αντιμετώπιση κάποιων μικροπαραβάσεων ή της εγκληματικότητας που οφείλεται στην κακή ποιότητα ζωής των ανθρώπων. Η εκεί φιλοσοφία της TJ, βρίσκει, ακόμα, μεγαλύτερο έρεισμα, όπως και η ίδια η δικαστική ψυχολογία, στο ποινικό δίκαιο· θεωρείται μια ευρύτερη ευρωπαϊκή πρόκληση η ανάγκη επέκτασης και σε άλλους κλάδους δικαίου, μεταξύ των οποίων, και το οικογενειακό δίκαιο (το δίκαιο των συμβάσεων, το δίκαιο των αστικών αδικημάτων, κτλ), όπως συζητήθηκε, καταληκτικά, στο ετήσιο συνέδριο του European Association of Psychology & Law (EAPL) το 2012. Ωστόσο, είναι εμφανές ότι κερδίζει όλο και μεγαλύτερο έδαφος η TJ και σε άλλους κλάδους δικαίου (Kock, 2016), όπως το οικογενειακό δίκαιο (Broadhurst, Alrouh, Yeed, Harwin, Shaw, Pilling, Mason & Kershaw, 2015), και, γενικότερα, η επίδραση του Αμερικανικού νομικού ρεαλισμού, σε αυτό το κομμάτι, είναι εκπληκτική.

Η TJ δεν είναι εντελώς ξένη στην Κύπρο· τουλάχιστον, η πρόσφατη θέσπιση του νέου διατάγματος θεραπείας για τους ουσιοεξαρτημένους και η αναπροσαρμογή του καθεστώτος (που σε κάποιους μπορεί να φαίνεται ότι ήταν επί λεπτομερειών) ήταν ένα τέτοιο βήμα προς εκείνη την κατεύθυνση (της TJ ή αποκαταστατικής ή αναμορφωτικής δικαιοσύνης) ή εγγύτερα προς εκείνη. Σε γενικές γραμμές, όμως, θεωρείται ένα καινοτόμο μοντέλο, αυτό της TJ, που για να εισαχθεί από το επιστημονικό πεδίο στην πράξη, στην έκταση στην οποία στοχεύει η ιδεολογία, χρειάζεται χρόνος και κόπος, αλλά είναι ένα από τα πιο υποσχόμενα μοντέλα σύγχρονης δικαιϊκής φιλοσοφίας των τελευταίων δεκαετιών.

Στην TJ, ο λόγος γίνεται για τη δυνατότητα του δικαίου, που είναι ένα κοινωνικό εργαλείο, που επιβάλλει συμπεριφορές και δημιουργεί συνέπειες (προσωπικές και κοινωνικές συνέπειες), με τη δυναμική του, να λειτουργήσει προς την κατεύθυνση της θεραπείας, το ίδιο, να «θεραπεύει», αλλά, αντίστοιχα, και να λειτουργεί (εάν δεν λειτουργεί σωστά), σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως και σε αυτή την περίπτωση της «γονικής αποξένωσης»), «αντι-θεραπευτικά». Τι σημαίνουν όλα αυτά; Είχαν ορίσει, οι Wexner και Winick (1996) (και παραθέτω):

Therapeutic jurisprudence is the “study of the role of the law as a therapeutic agent.” It focuses on the law’s impact on emotional life and on psychological well-being. These are areas that have not received very much attention in the law until now. Therapeutic jurisprudence focuses our attention on this previously underappreciated aspect, humanizing the law and concerning itself with the human, emotional, psychological side of law and the legal process. Basically, therapeutic jurisprudence is a perspective that regards the law as a social force that produces behaviors and consequences. Sometimes these consequences fall within the realm of what we call therapeutic; other times antitherapeutic consequences are produced. Therapeutic jurisprudence wants us to be aware of this and wants us to see whether the law can be made or applied in a more therapeutic way so long as other values, such as justice and due process, can be fully respected.

Ο λόγος, λοιπόν, για το δίκαιο που «θεραπεύει». Όχι έξω από το κανονικό σύστημα δικαιοσύνης ή αποκομμένα από δικονομικές αρχές και ανέλεγκτα, ούτε μετατρέποντας τους δικηγόρους ή τους δικαστές σε ψυχολόγους ή ψυχοθεραπευτές. Αντίθετα, με το να οριοθετεί, καταρχάς, το ρόλο του δικηγόρου και του δικαστή, μπροστά στο ψυχολογικό πρόβλημα του εμπλεκόμενου ή του διαδίκου, και, έπειτα, να τοποθετεί δίπλα στο δικηγόρο και το δικαστή, μέσα στο ίδιο το δικαστικό σύστημα, ένα συνεργάτη άλλης ειδικότητας, ψυχολόγο, κοινωνικό λειτουργό, ή άλλο (διεπιστημονική λειτουργία), σε μια πολύ πιο καλά ρυθμισμένη βάση, με στοιχεία μονιμότητας, σταθερότητας, και υποχρεωτικότητας, σε ορισμένες περιπτώσεις.

Η TJ είναι μια μεγάλη ιδέα που ξεκίνησε σχετικά πρόσφατα (με βάση τα βιβλιογραφικά δεδομένα) στο ψυχιατρικό δίκαιο (Wexler, 1990) και σταδιακά κατέστη το βασικότερο, ίσως, εργαλείο προσέγγισης και κατανόησης του δικαίου στο γενικότερο δίκαιο, στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν ψυχολογικά προβλήματα των συμμετεχόντων στο δικαστικό σύστημα (Spencer, 2014).

Στο μοντέλο της TJ, η δικαστική παρέμβαση δεν σταματά στη δικαστική διάγνωση του καλύτερου συμφέροντος του παιδιού (ακόμα κι αν υπάρχει στη διαδικασία λήψης της απόφασης το θεραπευτικό στοιχείο και η συμμετοχή των κοινωνικών υπηρεσιών), με βάση τα υφιστάμενα δεδομένα. Δεν αρκείται στην επιβολή της υποχρέωσης ή στην αναγνώριση του δικαιώματος (Boldt & Singer, 2006). Δίνεται, σε αυτήν, ένας πολύ πιο διευρυμένος κοινωνικός ρόλος. Ο Δικαστής εξακολουθεί να έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο οποίος, όμως, προσανατολίζεται και προσανατολίζει και όλους τους υπόλοιπους συμμετέχοντες (δικηγόρους, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, αστυνομικούς, κτλ), προς μια κοινή θεραπευτική κατεύθυνση. Όλοι οι συμμετέχοντες στο μοντέλο της TJ είναι λειτουργοί του συστήματος, που διαμορφώνουν συγκεκριμένο ήθος και αρχές, με στόχο την γρήγορη, βαθύτερη και οριστική επίλυση του ευρύτερου κοινωνικού προβλήματος (όχι απλά την περάτωση της υπόθεσης και τη διασφάλιση της επίλυσής του προς όφελος του ενός ή του άλλου μέρους), την ψυχοκοινωνική βελτίωση της κατάστασης και θέσης των εμπλεκομένων διαδίκων. Έπειτα, η δικαστική εμπλοκή δεν περιορίζεται στην ανοιχτή δικαστική αίθουσα ή στη δικονομική διάρκεια μιας μεμονωμένης αίτησης, επί της οποίας το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί και να εκδώσει διατάγματα. Οι Δικαστές, στο μοντέλο της TJ, είναι περισσότερο, όπως χαρακτηρίστηκαν, “ongoing conflict managers” (Schepard, 2000, σελ. 396). Η χρονική διάρκεια και ανοιχτότητα του δικαστικού συστήματος της TJ δεν σημαίνει, από την άλλη, ένα ακατάπαυστα εκκρεμές δικαστικό γεγονός (δεν είναι αυτό το αίσθημα που δημιουργείται στους  εμπλεκόμενους), αλλά ένα μεμονωμένο και σύντομο δικαστικό γεγονός, και μια μετέπειτα εκκρεμή διαδικασία ψυχοθεραπείας ή / και κοινωνικής επούλωσης, υπό την διαχρονική (εσωτερική) δικαστική επίβλεψη.

Αντίστοιχα, σε ένα (οποιοδήποτε) μοντέλο TJ, διαμορφώνεται και ο ρόλος των δικηγόρων, που γίνεται, μεταξύ άλλων, κάπως πιο δημιουργικός (Cooper, 1998). Ο δικηγόρος της TJ, δεν προτρέπει (ως το καλύτερο που έχει να κάνει) τον πελάτη του να επισκεφθεί ή να πάρει το παιδί του σε ψυχολόγο, δεν θα μπει σε αυτή την, κατά τα λοιπά, άβολη θέση, να διαχωρίσει με τέτοια άτσαλα μέσα το ρόλο του μποστά σε ένα ανέλεγκτο και διάχυτο μη νομικό πρόβλημα, αλλά ούτε και θα μετατραπεί ο ίδιος σε ψυχολόγο, απαντώντας σε μεταμεσονύχτια ταραχώδη τηλεφωνήματα και παρέχοντας συμβουλές, για τις οποίες δεν έχει την απαιτούμενη κατάρτιση και κρατική αναγνώριση, ή προσπαθώντας να κρυφτεί ή να δικαιολογηθεί, γιατί δεν αντέχει να βιώνει σε διαρκή βάση το πρόβλημα του πελάτη του. Ο δικηγόρος της TJ προβαίνει, μεταξύ άλλων, σε αυτό ή περίπου σε αυτό, που πολύ πρόσφατα χαρακτηρίστηκε από τις Katz και Haldar (2016) “trauma-informed lawyering”, πρακτική προσαρμοσμένη στο διαπιστωμένο ψυχολογικό τραύμα (όσον αφορά τη σχέση πελάτη-δικηγόρου αλλά και τη δικαστηριακή στρατηγική), αλλά και προστατευτική για τον ιδιο τον δικηγόρο, για λήψη προληπτικών μέτρων για μη πρόκληση εκ προστήσεως τραύματος (vicarious trauma) στον ίδιο το δικηγόρο (γιατί συχνά ο δικηγόρος των δικών γονικής μέριμνας, και γενικά του οικογενειακού δικαίου, μπορεί να καθίσταται επιρρεπής σε ψυχική κόπωση).

Το έδαφος για την TJ στις δίκες γονικής μέριμνας

Το θέμα της «γονικής αποξένωσης» είναι, ενδεχομένως, από τα καταλληλότερα γι’ αυτή τη μεγάλη συζήτηση, όσον αφορά το οικογενειακό δίκαιο, γιατί, ανεξαρτήτως από το ίδιο το πρόβλημα ή τον όρο (εάν υπάρχει ή δεν υπάρχει, με αυτή ή άλλη ονομασία), το από ποιους και πώς και γιατί συζητείται, και τις διϊστάμενες κορεσμένες απόψεις επί αυτού, εγείρει ευθαρσώς το ζήτημα, ότι άνθρωποι που συμμετέχουν στο σύστημα απονομής της οικογενειακής δικαιοσύνης, ειδικότερα στις δίκες γονικής μέριμνας, χρειάζονται ή ενδεχομένως να χρειάζονται ψυχολογική ή ψυχιατρική βοήθεια (αντί ή παρά νομική ή μόνο νομική), για να επιλύσουν πραγματικά το πρόβλημά τους, που σχετίζεται με την ψυχοπνευματική τους υγεία και τις προσωπικές τους σχέσεις με τον/την εν διαστάσει ή πρώην σύζυγο, τα παιδιά ή άλλα άτομα που βρίσκονται στον κοινωνικό τους περίγυρο. Ότι το πρόβλημά τους, για το οποίο αποτείνονται στη δικαιοδοσία της γονικής μέριμνας, μπορεί να μην είναι, σε κάποιες περιπτώσεις, καθαρά νομικό, αλλά ψυχολογικό και ευρύτερα κοινωνικό.

Το επίκεντρο της TJ βρίσκεται, ακριβώς, στην ανάγκη ουσιαστικής επίλυσης πέρα από τη ταχύτερη δικαστική διάγνωση, στην ευρύτητα, πρακτικότητα, αποκαταστατικότητα και αποτελεσματικότητα του δικαίου (όπου το «δίκαιο» θεωρείται με μια ευρύτερη έννοια), που ερμηνεύεται με βάση τη φιλοσοφία ότι η δικαστική παρέμβαση θα πρέπει μεν να υπάρχει, οπωσδήποτε (άρα ο λόγος δεν γίνεται, καταρχάς, για εξωδιστική επίλυση της διαφοράς με κάποιο εναλλακτικό τρόπο, αλλά για ενδοδικαστική), αλλά πιο ενεργά και αποτελεσματικά· να στοχεύει και να συμβάλλει ευθέως και εμπράκτως  – αντί εμμέσως και θεωρητικά – με τη χρήση των ευρημάτων των κοινωνικών επιστημών ως εργαλεία απονομής της δικαιοσύνης, σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, στην δημιουργία και διατήρηση της ατομικής ψυχοπνευματικής και κατ’ επέκταση κοινωνικής υγείας των διαδίκων.

Το δίκαιο, στο παραδοσιακό δικαστικό σύστημα δικών γονικής μέριμνας, θα επέμβει και θα επιτελέσει ένα συγκεκριμένο έργο, που προσανατολίζεται μεν γύρω από το «συμφέρον του παιδιού» (με την ευρύτερη δυνατή έννοια), αλλά, ως εκεί. Οι διάδικοι γονείς, στην (ακόμα και τυπικά) διεκδικητική τους προσπάθεια, μεταξύ άλλων, θα εκθέσουν (συχνά σε σημείο υπερβολής), στις αιτήσεις τους, ο ένας τα αρνητικά χαρακτηριστικά και συνήθειες του άλλου (και όχι τα θετικά), δημιουργώντας ένα υπέδαφος έχθρας και επιθετικότητας (Lewis, 1971· Harvey, 1987· Baucom, Sayers, & Duhe, 1989). Το Δικαστήριο θα προσπαθήσει να ρυθμίσει, σε μια δεδομένη χρονική στιγμή (συνήθως μετά από αρκετό καιρό), νομικά, κάποια συγκεκριμένα ζητήματα (επιμέλεια, φύλαξη, επικοινωνία, κτλ), και στο μετέπειτα στάδιο, θα είναι, απλά, διαθέσιμο, όπως σε κάθε άλλη περίπτωση, για περαιτέρω πρακτικές ρυθμίσεις, στις οποίες υπάρχει διαφωνία των γονέων, ή για παρακοές γονέων, εάν και εφόσον οι ενδιαφερόμενοι αιτηθούν σχετικά (με τη συνήθη δικονομική διαδικασία). Πολλές φορές, χωρίς περαιτέρω θεραπευτική παρέμβαση, στο μετέπειτα στάδιο, το αρνητικό κλίμα μεταξύ των εν διαστάσει ή χωρισμένων γονέων που ήδη πυροδοτήθηκε, θα μεγεθύνεται, όταν ο καθένας από αυτούς θα ασκεί τα γονικά δικαιώματα που του έχουν επιδικαστεί (Erera, Minton, Pasley, & Mandel, 1999· Gibson, 1992· Wall, 1992). Κατά μία άποψη, το περιορισμένο (σε διαγνωστική λειτουργία) παραδοσιακό δικαστικό σύστημα, σε αυτές τις περιπτώσεις, υπόκειται, ήδη, σε μια ad hoc διαδικαστική αλλοίωση (Freiberg, 2001)·  αντίστοιχα, δικαστές και δικηγόροι δοκιμάζουν και κάποτε τείνουν να υπερβαίνουν τα (θεσμοθετημένα) όριά τους, για να επιλύσουν οι ίδιοι προβλήματα, χωρίς, όμως, να γνωρίζουν πώς, ή χωρίς να έχουν διαθέσιμα εργαλεία αντιμετώπισης μιας πολυδιάστατα προβληματικής κατάστασης. Και επειδή, ευλόγως, δεν θα διορθώσουν κάτι που τους φαίνεται «ακατόρθωτο» ή απλά «μη νομικό», δημιουργείται μια κάπως άδικη κατάσταση, στην οποία οι λειτουργοί της δικαιοσύνης δέχονται επιθέσεις και χαρακτηρίζονται ως ανεπαρκείς ή κακοί ή άλλως πώς. Οι κρατικές υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας, είναι συνηθισμένο φαινόμενο, να μην είναι ιδιαίτερα αποδοτικές σε αυτές τις περιπτώσεις, για διάφορους λόγους, γιατί οι διαταραγμένες οικογενειακές σχέσεις δεν είναι, ίσως, το μοναδικό τους αντικείμενο ή γιατί δεν έχουν προτεραιοποιήσει την σοβαρότητα των προβλημάτων αυτών έναντι άλλων, που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους, ή γιατί δεν επιβλέπονται δικαστικά σε μετέπειτα έργο, κτλ.

Η σχολή της TJ, θέτει το εξής ερώτημα: είναι, άραγε, η παρέμβαση αυτή του παραδοσιακού δικαίου επαρκής και «αποτελεσματική» για το ουσιαστικό πρόβλημα, ή το δίκαιο, με αυτό τον τρόπο, επιτελεί, τελικά, μια διεκπεραιωτική λειτουργία (σε σχέση με το εκάστοτε ουσιαστικό πρόβλημα, όποια μορφή κι αν λαμβάνει και όποιο μέρος της γονικής σχέσης κι αν αφορά);  Πρέπει να αρκείται, το δίκαιο, μέσα από αυτή την αντιπαραθετική διαδικασία, στο να αποφασίζει (με την συμμετοχή των ειδικών άλλων κλάδων) το συμφέρον του παιδιού (ποιο είναι) και να επιβάλλει ή να αναγνωρίζει αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις γονέων, σε δεδομένη χρονική στιγμή, ή να κάνει και κάτι παραπάνω, και πώς να κάνει αυτό το κάτι παραπάνω;

Σε συστήματα όπου εισήχθη η TJ στο οικογενειακό δίκαιο έγινε, βέβαια, και με ένα ενοποιημένο τρόπο προσέγγισης και του ίδιου του οικογενειακού δικαίου, όπου ο κάθε Δικαστής οικογενειακού δικαίου (ενοποιημένου οικογειακού δικαίου) (μονομελής σύνθεση) αναλαμβάνει οικογένειες (διαζύγιο, γονική μέριμνα, διατροφή, περιουσιακές διαφορές, κτλ), και όχι υποθέσεις, που εμπίπτουν σε επιμέρους δικαιοδοσίες (διαφορετικής, ενδεχομένως, σύνθεσης). Δηλαδή, στο ενοποιημένο οικογενειακό δίκαιο, ο φάκελος κάθε υπόθεσης αφορά σε οικογένεια και τα ζητήματα οικογενειακής φύσης που την αφορούν (δικαιοδοσία που μπορεί να απορροφά, με κάποια περαιτέρω θεώρηση, και τα ζητήματα ενδοοικογενειακής βίας και τα ζητήματα της παραβατικότητας από ανήλικο μέλος, κ.α. που αφορούν στο πλαίσιο «οικογένεια») επιλύνονται όλα μαζί, οπότε, ένας Δικαστής (που χρεώνεται μια οικογένεια) μπορεί να θεωρεί το σύνολο και να αποφαίνεται επί αυτού. Η αποτελεσματικότητα του μοντέλου της TJ στο οικογενειακό δίκαιο μπορεί να εξαρτάται από αυτή την παράμετρο της ενοποίησης, η οποία, σαφώς, βρίσκεται κάπως πιο μακρυά από το Κυπριακό οικογενειακό δίκαιο, όπως βασίζεται στο παλαιό Ελλαδικό μοντέλο. Προϋποθέτει, επίσης, τη δυνατότητα, το δικαστικό σύστημα, που ασχολείται μια φορά με μια οικογένεια για ένα ζήτημά τους, να έχει τη δυνατότητα να ανατρέχει στο σχετικό αρχείο, όταν εγείρεται μεταγενέστερο οικογενειακό ζήτημα, δυνατότητα, που, επίσης, δεν μπορεί να γίνει νοητή σε ένα δικαστικό σύστημα μη μηχανογραφημένο, χωρίς σύγχρονες μεθόδους διαχείρισης. Από την άλλη, κανένα θεραπευτικό μοντέλο, δεν μπορεί να είναι ίδιο, σε κάθε δικαιϊκό σύστημα και ό,τι ενδιαφέρει, δεν είναι ένα συγκεκριμένο μοντέλο TJ, αλλά η φιλοσοφία και η ιδέα. Το πώς μπορεί αυτή να τρέξει μέσα στο υφιστάμενο νομικό σύστημα, με ποια θεραπευτικά στοιχεία (που θα συνιστούν, ως σύνονο, το μοντέλο TJ), χωρίς να το ανατρέπει, μα βελτιώνοντάς το. Αυτό είναι και το πιο πρακτικό σκέλος του ζητήματος.

Οι δισταγμοί και οι προκλήσεις

Ένα καλό σύστημα TJ, που τελικά καταφέρνει να λειτουργήσει έτσι, να θεραπεύσει τους διαδίκους του, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, γίνεται και ελκυστικό, ειδικά για τις περιπτώσεις όπου υπάρχει μεν το πρόβλημα, αλλά τα άτομα δεν αποτείνονται στη δικαιοσύνη για άλλους λόγους (π.χ. γιατί πιστεύουν ότι αυτή δεν θα τους προσφέρει οτιδήποτε άλλο από αυτό που μπορούν να κάνουν μόνοι τους, ή ότι οι δικηγόροι είναι «κλέφτες» και θα τους εκμεταλλευτούν, ή αυτό το ενδεχόμενο είναι χρονοβόρο ή άδικο, κτλ) και επιλέγουν να δοκιμάσουν να επιλύσουν (και τελικά να επιδεινώσουν κάποιες φορές) μόνοι τους το πρόβλημα ή να το βιώνουν, παρακάμπτοντας τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να δημιουργεί στο παιδί (παιδιά που υποφέρουν στο σκοτάδι της δικαιοσύνης).

(α) Τι γίνεται με τη διαμεσολάβηση;

Για την αποδοτικότητα του υφιστάμενου συστήματος, ο καθένας, σαφώς, έχει και μιαν άποψη, υποκειμενική. Στην Κύπρο είναι ακόμα ζωντανή η τάση ή η ανάγκη για εξωδικαστική επίλυση, πιέζεται, από κάπου, η θεσμοθέτηση της διαμεσολάβησης· αυτή η τάση είναι, ίσως, προς αποφυγή του «προβληματικού» δικαστικού συστήματος ή αποσυμφόρηση, παρά για την συνολικότητα στην αντιμετώπιση του προβλήματος και τη διασφάλιση της διαχρονικής οριστικότητας της επίλυσής του. Οι εξωδικαστικές διαδικασίες δεν επιδιώκουν τη «θεραπεία», όπως το πράττει το μοντέλο της TJ, ακόμα κι αν εστιάζουν στην ανάγκη της οδήγησης των εμπλεκομένων σε οικειοθελή (με ιδία μέσα) τρόπο επίλυσης, με πολύ χρήσιμα εργαλεία. Παρόλο, όμως, που μπορεί να μην είναι απόλυτα ασφαλείς, όταν ο λόγος γίνεται για ψυχολογικά ή ψυχιατρικά θέματα των εμπλεκομένων ή για αντικειμενικά κλονισμένη ψυχολογία του παιδιού που καθίσταται υποκείμενο δίκης γονικής μέριμνας, επιχειρούν να επιλύσουν τη διαφορά με ένα τρόπο τουλάχιστον καλύτερο από αυτόν του παραδοσιακού συστήματος, ασχέτως, όμως, εάν το εγχείρημα θα ή μπορεί να επιτύχει στην πράξη και ουσιαστικά.

Μπορεί να χρειάζεται (και) στην Κύπρο αυτό το πέρασμα, από την διαμεσολάβηση στο οικογενειακό δίκαιο, για να γίνει πιο αισθητή η διαφορά μεταξύ παραδοσιακού συστήματος – διαμεσολάβησης – TJ, για να οδηγήσει, έπειτα, στον επόμενο σταθμό, εάν αυτός δεν είναι ήδη ορατός από αυτό το σημείο του δρόμου. Στο μοντέλο της TJ, τα χρήσιμα εργαλεία της διαμεσολάβησης (της εναλλακτικότητας της νομικής επίλυσης) χρησιμοποιούνται από το ίδιο το Δικαστήριο, ενδοδικαστικά (αντί εξωδικαστικά), σε ένα πρώϊμο στάδιο (ο διαμεσολαβητής είναι ο Δικαστής), αλλά δεν τελειώνει το έργο στη διαδικασία της νομικής επίλυσης (με τον εναλλακτικό τρόπο, αντί με τη συνήθη αντιπαράθεση, χωρίς εξουδετέρωση και της δυνατότητας αντιπαράθεσης, όπου χρειάζεται, έχει ιδιαίτερη σημασία η δυνατότητα της ευελιξίας)· υπάρχει μια συνολική προσέγγιση του προβλήματος και της ανάγκης οριστικής επίλυσής του, με παράλληλα συνεχώς ενεργοποιημένα και τα εχέγγυα της δικαστικής προστασίας, για την «οικογένεια».

(β) Υπάρχει αντι-εμπορικότητα;

Μπορεί να δημιουργείται η εντύπωση πως το μοντέλο της TJ είναι φύσει αντιεμπορικό (anti-commercial), και ότι, στον βαθμό που οι ρόλοι είναι πολλοί μέσα στο ίδιο σύστημα και οριοθετημένοι, δεν επιφέρει στον δικηγόρο έσοδα που μπορεί να επιφέρει κάποια άλλη διαδικασία ή επιμέρους διαδικασίες για την ίδια οικογένεια (π.χ. 4 διαφορετικές υποθέσεις, σε διαφορετικές δικαιοδοσίες οικογενειακού δικαστηρίου). Από την άλλη, είναι μια παρατήρηση, ότι είναι, μάλλον, με την οικογενειακή διαμεσολάβηση, που τείνουν να δημιουργούνται περαιτέρω εστίες διαφήμισης καί δικηγόρων καί ψυχολόγων, ως κατόχων περαιτέρω βαρύγδουπων τίτλων «διαμεσολαβητών», και να δημιουργείται κάποια υπερ-εμπορικότητα.

Η σκέψη περί εμπορικότητας βαίνει εκτός της ίδιας της φιλοσοφίας της TJ. Γιατί στο δικαστικό μοντέλο της TJ, ο δικηγόρος που συμμετέχει, επιστρέφει στο ρόλο του δικηγόρου – θεραπευτή (επειδή συμμετέχει στο TJ και διαμορφώνει συγκεκριμένη συμπεριφορά και μεθόδους που συγκλίνουν στη θεραπεία), που είναι ένας ρόλος, όχι ακριβώς μη εμπορικός (δεν είναι αυτός ο κατάλληλος προσδιορισμός, γιατί ενέχει εμπορικότητα), αλλά περισσότερο ποιοτικός και δύσκολος.

Με την κατανόηση αυτού του μοντέλου, εγκαταλείπεται και η διαχρονική δικηγορική πεποίθηση πως μια υπόθεση οικογενειακού δικαίου είναι απλή, είτε γιατί αφορά σε ένα διαζύγιο, είτε σε θέμα επικοινωνίας, όπου κάθε δικηγόρος ή και ασκούμενος δικηγόρος μπορεί να αισθάνεται ικανός να χειριστεί, λόγω νομικής ή διαδικαστικής απλότητας. Ο άξονας είναι ότι, κάθε υπόθεση που αφορά σε οικογενειακή διαφορά (ακόμα και την πιο μικρή π.χ. ένα διαζύγιο στο οποίο αρχικά συναινούν και οι δύο σύζυγοι), είναι πολύ σοβαρή και πολύπλοκη, γιατί ενέχει, εκτός από τα (απλά) νομικά ζητήματα, και ζητήματα ψυχολογίας, και δη ψυχολογίας του παιδιού, όπου υπάρχει, σε ορισμένες περιπτώσεις.

Η εντύπωση του αντιεμπορικού χαρακτήρα της TJ, ίσως να είναι, όμως, και λανθασμένη, γιατί ο ιδιώτης δικηγόρος εξακολουθεί να είναι δικηγόρος μέσα σε ένα διευρυμένο μοντέλο TJ, που πληρώνεται για τη νομική εργασία του, καταξιώνεται, απλά, χωρίς να φθείρεται ο ίδιος με εργασία που δεν είναι νομική, παράλληλα, λαμβάνει επιπρόσθετα το συναισθηματικό αντίτιμο του ότι βοηθά πραγματικά τον κόσμο, δημιουργεί προϋποθέσεις και προσφέρει υγεία. Ο διαχωρισμός των νομικών ζητημάτων από τα υπόλοιπα, σε ένα σύστημα TJ, είναι, ως επιβάλλεται, σαφής και δεν υπάρχει αλληλοκάλυψη ή σύγχυση.

(γ) Άλλες έγνοιες

Υπήρξε, ασφαλώς, και αρνητική κριτική για το μοντέλο TJ στις δίκες γονικής μέριμνας (Kates, 2008), ειδικά για το γεγονός ότι δημιουργεί χώρο για ανέλεγκτο τσαρλατανισμό των ψυχολόγων που παρέχουν εμπειρογνωμοσύνες τύπου “custody valuation reports”, πλέον, μέσα στο δικαστικό σύστημα, ή ότι είναι υπερ-ρομαντικό (Glendon, 1994) (παραπέμπει σε κινηματογραφικό «Χολιγουντιανό» πρότυπο Δικαστή – ζωντανού πρωταγωνιστή – που δεν αρμόζει σε κάποιο άλλο πρότυπο, ίσως, πιο συνηθισμένο στα ευρωπαϊκά δεδομένα) ή πιο πρόσφατα, παρατηρήθηκε βαθμός εξάρτησης των εμπλεκομένων από το ευεργετικό θεραπευτικό σύστημα (οπότε και να ερευνάται καλύτερα η παράμετρος της κοινωνικής επανένταξης ή η ανάπτυξη περαιτέρω εργαλείων στο μοντέλο, στις τελικές του φάσεις). Τείνει, όμως, να μένει πίσω στο χρόνο, αυτός ο αρνητισμός, ειδικά όπου δεν υπερβαίνει τα προβλήματα του ήδη υφιστάμενου συστήματος.

Η παλαιά έγνοια, επίσης, που δημιουργούνταν από την ιδέα της ενδεχόμενης εμπλοκής της TJ στις δίκες γονικής μέριμνας ήταν ότι μπορεί να επέλθει «νόθευση» της δικαιοσύνης, ο ψυχολόγος ή ο κοινωνικός λειτουργός να κάνουν τους δικηγόρους ή και τους δικαστές. Δεν υπάρχει, ακριβώς, τέτοιος κίνδυνος, γιατί ο λόγος δεν γίνεται για ειδικότερα δικαστήρια μη νομικών (υπάρχει, ίσως, τέτοιος κίνδυνος, στην αντίθετη περίπτωση, εάν, ο κόσμος απωλέσει την εμπιστοσύνη του προς τη δικαιοσύνη και απευθύνεται απευθείας προς τους ψυχολόγους, χωρίς εμπλοκή δικηγόρων, που θεωρεί αχρείαστους, ενώ υπάρχει και νομικό πρόβλημα, ή μπορεί να υπάρξει σε εφαρμογές TJ, όταν θεσπίζονται επιτροπές ειδικών για να συνδράμουν στο δικαστικό έργο, με αποφασιστική αρμοδιότητα, χωρίς, όμως, επαρκή και τη δικαστική εμπλοκή). Όμως, η «νόθευση», που ως ένα σημείο συμβαίνει ήδη, όταν οι δικηγόροι δίνουν (κακές) συμβουλές ψυχολογικού περιεχομένου, και που μπορεί να είναι αναπόφευκτη ή αναγκαστική (στον βαθμό που το ίδιο το πρόβλημα είναι διεπιστημονικής φύσης), δημιουργεί ακριβώς το ερώτημα στη σχολή TJ: μπορεί, άραγε, αυτή η διεπιστημονικότητα να οριοθετηθεί δικαιϊκά και άρα να εξυγιανθεί, με κάποια νομοθετική ή διαδικαστική ρύθμιση;

Η ένταξη, λοιπόν, και η οριοθέτηση της θεραπευτικότητας της δικαιοσύνης μέσα στους κόλπους του ίδιου του δικαστικού συστήματος είναι μια σύγχρονη πρόκληση και τάση της νομικής σκέψης, επεκτατικά, στους διάφορους κλάδους του δικαίου και στην πρακτική τους («mainstream»), κι εκεί είναι που στρέφεται μεγάλο ενδιαφέρον. Από την άλλη, αυτός ο διάλογος βγαίνει προς τα έξω τόσο εμποτισμένος με φιλοσοφία του δικαίου, που δημιουργεί και θα πρέπει, ίσως, την ανησυχία ότι, ο όγκος της βιβλιογραφίας και των μελετών που μπορεί να αναλωθεί για τη δημιουργία, την εισήγηση, το πιλοτάρισμα και την παρακολούθηση των διαφόρων θεραπευτικών μοντέλων, τις επεξηγήσεις, δεν θα χρησιμεύσει στους δικηγόρους, που υπεραμύνονται της ειδικότητας της νομικής επιστήμης και της ανάγκης της να λειτουργεί με βάση τα δικαιώματα, και που μπορεί να εκδηλώσουν συντηρητισμό, ως προς το να αλλάξουν ιδεολογικά σημεία, ή να αιστανθούν μια κακή εισβολή στην πρακτική τους (Carson, 2003).

Θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να καταστεί σαφές ότι, το μοντέλο της TJ, είναι το μοναδικό, ίσως, εναλλακτικό μοντέλο (από αυτά που είτε συζητούνται είτε ήδη χρησιμοποιούνται), που δεν καταργεί, στη διαδικασία του, την αντιπαράθεση και τα κλασικά δικονομικά εργαλεία (π.χ. αντεξέταση), που διαφυλάσσει τη δυνατότητα αυτή στον Δικαστή – διαμεσολαβητή, εκεί όπου διαπιστώνεται ότι χρειάζεται η χρήση τους (μάλιστα, υποστηρίζονται και μοντέλα συγκεκριμένης χρήσης των μεθόδων διερευνητικής συνέντευξης ή και αντεξέτασης, προς άντληση περισσότερων ή αληθών πληροφοριών), για την διαπίστωση της αλήθειας, αλλά και που δεν τον εγκλωβίζει σε αυτά, που, ουσιαστικά, τον ελευθερώνει, για να μπορέσει να ασκήσει κοινωνικό ρόλο και τον στηρίζει με ειδική γνώση για να τον ασκήσει σωστά. Επίσης, το θεραπευτικό μοντέλο, δεν υπάρχει ανεξάρτητα από το πλαίσιο των δικαιωμάτων, αλλά παράλληλα με αυτό και εκεί έγκειται η συνεργασία και η διεπιστημονικότητα, δεν κλέβει από τη νομική επιστήμη. Απεναντίας, η προσθήκη του θεραπευτισμού στο πλευρό των δικαιωμάτων, μπορεί, ενδεχομένως, να επιτρέψει την καλύτερη άσκησή τους, αφού τα περνά μέσα από ένα φίλτρο εξανθρωπισμού που τα καθιστά πιο κατανοητά από τους φορείς τους, που τα ασκούν πιο συνειδητά και τα απολαμβάνουν και περισσότερο.

Επίλογος

Απλούστερα και πρακτικότερα το ζήτημα: Χρειάζονται, τελικά, οι δικηγόροι τους ψυχολόγους σε δίκες γονικής μέριμνας ή νομίζουν ότι τους χρειάζονται, αλλά στην πραγματικότητα δεν τους χρειάζονται (ήταν προκλητικός ο αρνητικός λόγος της Kates, 2008 προς αυτή την  τελευταία εκδοχή); Στην πράξη, το Δικαστήριο και οι δικηγόροι λειτουργούν ήδη θεραπευτικά (ή επαρκώς θεραπευτικά) ή νομίζουν ότι έτσι λειτουργούν (και μπορούν να λειτουργούν) αλλά, στην πραγματικότητα, νομίζοντάς το και πράττοντας έτσι εκτός κάποιου συναφούς δικαιϊκού πλαισίου, καταρχάς, παρεξηγούνται οι ίδιοι, και έπειτα, μπορεί να λειτουργούν σε τελική ανάλυση και αντι-θεραπευτικά;

Ο διάλογος που αρχίζει από το «θέμα ταμπού» της «γονική αποξένωση» ή το «ψευδοζήτημα», αγγίζει τεράστιες θεωρίες του δικαίου και της βαθύτερης φιλοσοφίας του δικαίου και των μοντέλων απονομής της δικαιοσύνης (adversarialism v. therapeutic jurisprudence) (Wexler, 1990· Wexler, 1992· Freiberg, 2001· Winick, 2002· King, 2009, 2011α, 2011β). Είναι ζήτημα, κατά βάθος, δικαιϊκού προσαναστολισμού. Αν ο κύκλος πρέπει να γίνεται ξεχωριστά, σε κάθε χωρόχρονο, τότε, ίσως, να υπάρχουν ακόμα κάποια κοινωνικοδικαιϊκά στάδια που πρέπει να διανυθούν στην Κύπρο, για να επέλθει φυσιολογικά μια φάση ωρίμανσης (maturation) κάποιων συναφών ιδεών (Freckelton, 2006· Jones, 2012· Wexler, 2014) και θεώρησης της ένταξης και λειτουργίας σε μια κουλτούρα νομικής προσέγγισης, πραγματικής επίλυσης προβλημάτων (problem-solving and solution-focused culture) ως επιβεβλημένης.

Σε αυτή τη φάση (πολύ πίσω από τις αντίστοιχες εξελίξεις), μπορεί, απλά, να ειπωθεί ότι, ένα μοντέλο TJ, και στις δίκες γονικής μέριμνας, και ευρύτερα στο οικογενειακό δίκαιο, θα ήταν, ενδεχομένως, ενδιαφέρον να ερευνηθεί, και ο διάλογος που γίνεται για τη «γονική αποξένωση» αυτή την ανάγκη, ακριβώς, εκδηλώνει. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το υφιστάμενο δικαστικό σύστημα μπορεί να έχει ήδη στοιχεία θεραπευτικού χαρακτήρα (Allan, 2001), στα οποία να μπορεί, ενδεχομένως, ή και πρέπει, να δοθεί έμφαση σε ένα αρχικό εκσυγχρονιστικό μοντέλο TJ. Μια πρώτη έρευνα, λοιπόν, θα μπορούσε να είναι ο εντοπισμός αυτών των στοιχείων, των θεραπευτικών στοιχείων, στο υφιστάμενο σύστημα οικογενειακής δικαιοσύνης, άλλως πώς, ο έλεγχος της υφιστάμενης συναισθηματικής νοημοσύνης του συστήματος (King, 2008).

—————-

Allan, A. (2001). Therapeutic jurisprudence in family law. Child’s Best Interest’ Conference, Perth, 09.11.2001.

Backhouse, C. B. (2016). An Introduction to David Wexler, the Person Behind Therapeutic Jurisprudence. Working Paper Series, 13.

Baucom, D. H., Sayers, S. L., & Duhe, A. (1989). Attributional style and attributional patterns among married couples. Journal of Personality and Social Psychology, 56, 596.

Boldt, R. & Singer, J. (2006). Juristocracy in the Trenches: Problem-solving judges and therapeutic jurisprudence in drug treatment courts and unified family courts. Maryland Law Review, 65, 82.

Broadhurst, K., Alrouh, B., Yeed, E., Harwin, J., Shaw, M., Pilling, M., Mason, C. & Kershaw, S. (2015). Connecting events in time to identify a hidden population: Birth mothers and their children in recurrent care proceedings in England. The British Journal of Social Work, 45, 2241.

Carson, D. (2003). Therapeutic jurisprudence and adversarial injustice: Questioning limits. Western Criminology Review 4, 124.

Cooper, J. M. (1998). Towards a new architecture: Creative problem solving and the evolution of law. California Western Law Review, 34, 297.

Erera, P., Minton, C., Pasley, K., & Mandel, S. (1999). Fathering after divorce in Israel and the US. Journal of Divorce and Remarriage, 31, 55.

Freckelton, I. (2006). Therapeutic jurisprudence misunderstood and misrepresented: The price and risks of influence. Thomas Jefferson Law Review, 30(2), 575.

Freiberg, Α. (2001). Problem-oriented courts: Innovative solutions to intractable problems? Journal Of Judicial Administration, 11, 8.

Gibson, J. (1992). Non-custodial fathers and access patterns (10). Canberra: Family Court of Australia.

Glendon, M. A. (1994). A Nation under lawyers: How the crisis in the legal profession is transforming American society. USA: Harvard University Press.

Goldberg, S. (2011). Problem solving in Canada’s courtrooms. Canada: National Judicial Institute. Προηγούμενα Goldberg, S. (2004). Judging for the 21st Century: A Problem-solving Approach.

Harvey, J. H. (1987). Attributions in close relationships: Research and theoretical developments. Journal of Social and Clinical Psychology, 5, 420.

Henry, K. & Kralstein, D. (2011). Community Courts: The Research Literature: A Review of Findings. Center for Court Innovation, 1.

Jones, M. (2012). Mainstreaming therapeutic Jurisprudence into the traditional courts: Suggestions for Judges and Practitioners. Phoenix Law Review, 5(4), 753.

Kates, E. (2008). Why «Therapeutic Jurisprudence» must be eliminated from our family courts. Domestic Violence Report, 13, 65.

Katz, S. & Haldar, D. (2016). The pedagogy of trauma-informed lawyering. Clinical Law Review, 22, 359.

King, M. (2008). Restorative justice, therapeutic jurisprudence and the rise of emotionally intelligent justice. Melbourne University Law Review, 32, 1096.

King, M. (2009). Solution-focused judging bench book. Australia: Australasian Institute of Judicial Administration and the Legal Services Board of Victoria.

King, M. (2011). Should problem solving courts be solution-focused courts? Revista Juridíca de la Universidad de Puerto Rico, 80, 1005.

King, Μ. (2011) Therapeutic jurisprudence’s challenge to the judiciary. Alaska Journal of Dispute Resolution, 1, 1.

Koch, H. (2016). Therapeutic jurisprudence and total quality management. Solicitors journal, 160(4), 02.02.2016.

Kuhn, J. A. (1998). A seven-year lesson on unified family courts: What we have learned since the 1990 National Family Court Symposium. Family Law Quarterly, 32 67.

Lewis, H. B. (1971). Shame and guilt in neurosis. New York: International Universities Press.

McKenna, K. (2007). Evaluation of the North Liverpool Community Justice Centre. Ministry of Justice Research Series 12/7. London, UK: Ministry of Justice.

Nolan, J. L. (2009). Legal Accents, Legal Borrowing: The International Problem-Solving Court Movement. UK: Princeton University Press.

Schepard, A. (2000). The evolving judicial role in child custody disputes: From fault finder to conflict manager to differential case management, Law Review | University of Arkansas at Little Rock, 22, 395.

Spencer, P. (2014). From alternative to the new normal: Therapeutic Jurisprudence in the mainstream. Alternative Law Journal, 39, 4.

Wexler, D. (1990). Therapeutic jurisprudence: The law as a therapeutic agent. Durham, NC, US: Carolina Academic Press

Wall, J. (1992). Maintaining the connection: Parenting as a noncustodial father. Child and Adolescent Social Work Journal, 9, 441.

Wexler, D. (1992). Putting mental health into mental health law. Law and Human Behaviour, 16(1), 27.

Wexler, D. & Winick, B. (1996). Law in Therapeutic Key: Developments in Therapeutic Jurisprudence xvii. Durham, NC: Carolina Academic.

Wexler, D. (2014). New wine in new bottles: The need to sketch a therapeutic jurisprudence “code” of proposed criminal processes and practices. Australian Centre for Justice Innovation, http://www.civiljustice.info/cgi/viewcontent.cgi?article=1006&context=tj

Winick, B. J. (2002). Therapeutic jurisprudence and problem solving courts. Fordham Urban Law Journal, 30, 1055.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s