Η ελευθερία έκφρασης των δικηγόρων: Όρια, εξισορρόπηση ή και τα δύο;

Το ζήτημα των ορίων της ελευθερίας έκφρασης του δικηγόρου, όταν κρίνει τη Δικαιοσύνη (Δικαστές ή δικαστικές αποφάσεις ή οτιδήποτε άλλο συνιστά το «σύστημα δικαιοσύνης»), έχει απασχολήσει την πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία άρχισε να χαράζει κάποια πορεία. Είναι, όπως πρέπει να τονιστεί ιδιαιτέρως, ακριβώς, ζήτημα ορίων, που δεν θέτει εν αμφιβόλω αυτή την ύπαρξη του δικαιώματος. Το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης των δικηγόρων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ασφαλώς, υπάρχει, ως σημαντικό στοιχείο του νομικού μας πολιτισμού, και, ως τέτοιο, θα πρέπει να διαφυλαχθεί. Αντίστοιχα, όμως, διαφύλαξης χρήζουν και εκείνα τα όρια, που, ενόσω υφίστανται και λειτουργούν, αυτά, μόνο τότε, προσδιορίζουν και το δικαίωμα, ως τέτοιο. Τα όρια τίθενται από τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του δικηγόρου έναντι στο Δικαστήριο, τους εντολείς του, τους συναδέλφους του, και γενικά τους παράγοντες της δίκης ή της Δικαιοσύνης.

H Peruzzi

Στην Peruzzi ν Italy (αίτηση αρ. 39294/09), ο προσφεύγων δικηγόρος είχε υποβάλει αναφορά στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο εναντίον ενός Δικαστή, εκτενή αυτούσια αποσπάσματα της οποίας είχε εισαγάγει σε ανοιχτή επιστολή, που κοινοποίησε σε άλλους Δικαστές, χωρίς, βέβαια, να κατονομάζει τον συγκεκριμένο Δικαστή. Όμως, ο συγκεκριμένος Δικαστής που εξέλαβε, από συγκεκριμένες εκφράσεις, ότι αυτές προσβάλλουν τη δική του τιμή και υπόληψη, κίνησε διαδικασία εναντίον του προσφεύγοντος, που κατέληξε σε καταδίκη του, και, εν τέλει, σε προσφυγή στο ΕΔΔΑ.

Το ΕΔΔΑ, αφού δέχθηκε ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος δικηγόρου συνιστά επέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης (περιστολή του δικαιώματος), που, όμως, προβλέπεται στο νόμο και αποβλέπει σε θεμιτό σκοπό (την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων των άλλων, και του κύρους και αμεροληψίας της Δικαιοσύνης) (ρήτρα κοινωνικότητας), προέβη σε έλεγχο της αναλογικότητας της επιβληθείσας ποινής (η βαρύτητα της οποίας αφορά στο στάδιο του ελέγχου της αναλογικότητας). Υπενθύμισε το ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας των κρατών στην επιβολή περιορισμών στην ελευθερία της έκφρασης για την προστασία των δικαιωμάτων των άλλων, το οποίο είναι πιο στενό επί αξιολογικών κρίσεων (σε αντίθεση με τις κρίσεις που αναφέρονται σε γεγονότα), αφού η απόδειξη της αλήθειας των αξιολογικών κρίσεων είναι πιο δυσχερής.

Στην Peruzzi συνοψίστηκαν και οι γενικές αρχές που εφαρμόζονται, όσον αφορά το δικηγορικό επάγγελμα. Οι δικηγόροι, ως μεσάζοντες μεταξύ διαδίκων και Δικαστηρίων, έχουν κεντρικό ρόλο στην απονομή της Δικαιοσύνης και:

α) Έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται δημοσίως για την απονομή της Δικαιοσύνης, χωρίς να υπερβαίνουν κάποια όρια,

β) Τα σχόλιά τους πρέπει να βασίζονται σε πραγματικά στοιχεία, και

γ) Αυτά τα σχόλιά τους, θα πρέπει να εξετάζονται, επίσης, εντός του πραγματικού πλαισίου από το οποίο ανέκυψαν, ώστε να διερευνάται εάν υπήρξαν προϊόν πλάνης, ή εάν πρόκειται για αυθαίρετη επίθεση ή προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι χρησιμοποιηθείσες εκφράσεις συνδέονται στενά με το πραγματικό της υπόθεσης.

Ο Δικαστής, αντίστοιχα, οφείλει να ανέχεται την έκθεσή του στο δημόσιο έλεγχο, παρόλο που ο βαθμός ανοχής του δεν είναι ο ίδιος με αυτόν του πολιτικού.

Στην Peruzzi, ο δικηγόρος, όπως αποφασίστηκε, δεν έβαλλε κατά της Ιταλικής Δικαιοσύνης γενικά, αυτό, τουλάχιστον, δεν προέκυπτε από το αυτούσιο και εκτενές των αποσπασμάτων, αλλά κατηγορούσε τον συγκεκριμένο Δικαστή ότι:

α) Είχε λάβει άδικες και αυθαίρετες αποφάσεις και

β) Ήταν «μεροληπτικός» και έσφαλε «επίτηδες με δόλο ή βαρεία αμέλεια και από αδιαφορία».

Η πρώτη κατηγορία συνιστούσε, κατά το ΕΔΔΑ, αξιολογική κρίση, συναρτωμένη προς τη φύση και το είδος των δικαστικών αποφάσεων που έλαβε ο συγκεκριμένος Δικαστής, και, ως τέτοια, δεν συνιστούσε υπέρβαση των επιτρεπτών ορίων της κριτικής.

Η δεύτερη κατηγορία προϋπόθετε, όμως, εκ μέρους του Δικαστή, περιφρόνηση των δεοντολογικών υποχρεώσεων, τις οποίες είχε κατά την άσκηση των καθηκόντων του, και, ακόμα κι αν υπέθετε, κανείς, ότι αυτή ήταν μια αληθής κατάσταση, θα μπορούσε να συνιστά και ποινικό αδίκημα.

Ανάμεσα στους παράγοντες που είχαν ληφθεί υπόψη ήταν και ότι οι κατηγορίες δεν διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης, ότι η επιστολή διανεμήθηκε στο στενό κύκλο των Δικαστών ενός τοπικού Δικαστηρίου, και η ικανότητά της να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του Δικαστή υπήρχε μεν, έστω κι αν ήταν τέτοιας έκτασης, ότι ο προσφεύγων δεν ανέμενε την έκβαση της υπόθεσης που ανοίχθηκε με την υποβολή της αναφοράς, και ότι η ποινή του,σε δεύτερο βαθμό, είχε αντικατασταθεί από ελαφρύτερη ποινή προστίμου. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, η καταδίκη του προσφεύγοντος για δυσφήμηση, καθώς και η ποινή που του επιβλήθηκε, δεν ήταν δυσανάλογες προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς, οι δε αποφάσεις των εθνικών Δικαστηρίων ήταν επαρκώς αιτιολογημένες, και, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 στην Peruzzi.

H Morice

Της Peruzzi προηγήθηκε η Morice v. France (αίτηση αρ. 29369/10), στην οποία δόθηκε, από την ευρεία σύνθεση του ΕΔΔΑ, μια πολύτιμη κατευθυντήρια, αναγνωρίζοντας, καταρχάς, τη σημαντικότητα του δικαιώματος άσκησης τέτοιας κριτικής, αλλά όχι χωρίς προϋποθέσεις.

Επρόκειτο για την «υπόθεση Borrel», και το ερώτημα, κατά πόσον οι δικαστικοί χειρισμοί που είχαν γίνει επί αυτής, από ερευνώντες δικαστές, αναδείκνυαν, όντως, πρόβλημα μεροληψίας και έλλειψης αισθήματος δικαίου, περίπτωση στην οποία θα έπρεπε να υπάρχει δημόσια ενημέρωση. Τον Οκτώβριο του 1995 είχε εντοπιστεί νεκρός ο δικαστής Borrel, ο οποίος βρισκόταν σε απόσπαση στο Τζιμπουτί, κατόπιν συμφωνίας των Γαλλίας – Τζιμπουτί. Η χήρα του Borrel, επίσης Δικαστής, που υποψιάζονταν ότι ο θάνατος του συζύγου της οφείλονταν σε εγκληματική ενέργεια, και όχι σε αυτοκτονία, ως αρχικά είχε διαγνωστεί από τις Αρχές του Τζιμπουτί, διόρισε ως δικηγόρο των προσφεύγοντα για τις διαδικασίες που επακολούθησαν. Τότε είχε αρχίσει και ανακριτικό έργο, για να διερευνηθεί τυχόν διάπραξη του φόνου εκ προμελέτης από αγνώστους, και η έρευνα είχε ανατεθεί στους δικαστές Μ. και L.L..

Ο προσφεύγων είχε εφεσιβάλει την απόφαση αυτών να αρνηθούν να επιτρέψουν αυτοψία στην παρουσία των παρεμβαινόντων ενδιαφερόμενων προσώπων, αξιώνοντας το διορισμό νέου ανακριτή, ως και έγινε. Η Μ είχε απομακρυνθεί και από άλλη υπόθεση, κατόπιν αιτήματος του προσφεύγοντος. Η υπόθεση είχε διαβιβαστεί μεν στον δικαστή P, για να ενεργήσει ως ανακριτής, πλην όμως, χωρίς όλο το ανακριτικό υλικό, αφού απουσίαζε το στοιχείο μίας βιντεοκασέτας. Όταν ο νέος ερευνών δικαστής είχε ζητήσει το υλικό που έλειπε από τον φάκελο της υπόθεσης, αυτό του εστάλη προχείρως, από την Μ, μέσα σε ένα φάκελο, που συνοδευόταν από χειρόγραφη σημείωση του εισαγγελέα του Τζιμπουτί προς αυτήν, με κάπως ιδιαίτερα φιλικές αναφορές, τις οποίες και η χήρα Borrel ερμήνευε ως ενορχήστρωση της χειραγώγησής τους.

Ο προσφεύγων και οι συνεργάτες του είχαν αποταθεί με γραπτό παράπονο στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ότι οι χειρισμοί των ανακριτών στην υπόθεση Borrel ήταν «εντελώς αντίθετοι με τις αρχές της αμεροληψίας και της Δικαιοσύνης», ζητώντας τη διερεύνση πολλαπλών παραλείψεων που προέκυψαν κατά την ανάκριση. Αποσπάσματα της επιστολής, όμως, κατέληξαν στα ΜΜΕ την επομένη, με δηλώσεις του προσφεύγοντος, δια των οποίων, ουσιαστικά, ασκούνταν οξεία κριτική προς την Μ, για συμπεριφορά αντίθετη με τις αρχές της αμεροληψίας και της Δικαιοσύνης, βάσει των γεγονότων που είχαν προηγηθεί. Δόθηκε έμφαση στο «υπερ-φιλικό» σημείωμα του εισαγγελέος του Τζιμπουτί προς τους Δικαστές, αφήνοντας να νοηθεί παράξενη διασύνδεση μεταξύ τους και διαπλοκή. Γινόταν, επίσης, αναφορά στην πειθαρχική διαδικασία εναντίον των πρώην ερευνώντων λειτουργών, στην απώλεια τεκμηρίων, κτλ. Ως αποτέλεσμα αυτής της δημοσίευσης, οι ερευνώντες δικαστές είχαν καταγγείλει τον προσφεύφοντα και την εφημερίδα Le Monde, εναντίον των οποίων καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση για δυσφήμιση. Ο προσφεύγων καταδικάστηκε πρωτοδίκως, η έφεσή του απορρίφθηκε επί νομικών σημείων, και με εύρημα ότι υπερέβη τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης. Στη σύνθεση του Δικαστηρίου, που ήταν άλλη από αυτήν που είχε προαναγγελθεί, μετείχε Δικαστής που είχε εκφράσει τη συμπαράστασή του στην παραπονούμενη, κατά τη διάρκεια πειθαρχικής διαδικασίας που είχε προηγηθεί.

Ο προσφεύγων επικαλούνταν, εκτός από παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη), και παράβαση του άρθρου 10 (ελευθερία της έκφρασης). Ωστόσο, η πλειοψηφία του Τμήματος του Chamber είχε κρίνει ότι δεν υπήρχε παράβαση του άρθρου 10 (παρόλο που υπήρχε παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1). Η υπόθεση παραπέμφθηκε στo Τμήμα ευρείας σύνθεσης του ΕΔΔΑ (Grand Chamber), κατόπιν αιτήματος του προσφεύγοντος, όπου το ΕΔΔΑ αποφάσισε, ανατρέποντας εν μέρει την απόφαση του Chamber (και επικυρώνοντάς την καθ’ όσον αφορά το άρθρο 6 παρ. 1), ότι υπήρξε παράβαση και του άρθρου 10.

Οι δηλώσεις του προσφεύγοντος δεν θεωρήθηκαν ότι είχαν άμεση σχέση με το υπερασπιστικό του καθήκον, εφόσον την επίμαχη περίοδο τα ανακριτικά καθήκοντα είχαν ανατεθεί σε άλλο Δικαστή, ο οποίος δεν αποτελούσε αντικείμενο της κριτικής. Τα επίμαχα σχόλια του προσφεύγοντος, που αφορούσαν στη λειτουργία του δικαστικού συστήματος, ένα θέμα δημοσίου συμφέροντος, και στον χειρισμό της υπόθεσης Borrel, που είχε λάβει ευρεία κάλυψη από τα ΜΜΕ, ενέπιπταν, κατά το ΕΔΔΑ, στο πλαίσιο του διαλόγου για ένα θέμα δημοσίου συμφέροντος. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, η ελευθερία της έκφρασης απολαμβάνει ευρύτερη προστασία, ενώ, αντιθέτως, στενεύει η διακριτική ευχέρεια που απολαμβάνουν οι Αρχές. Τα επίμαχα σχόλια χαρακτηρίζονταν περισσότερο ως αξιολογικά σχόλια, παρά ως αμιγείς δηλώσεις γεγονότων, λαμβάνοντας υπόψη το γενικό ύφος των σχολίων και το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγιναν, καθώς αποτελούσαν κυρίως μια γενικότερη αξιολόγηση της συμπεριφοράς που επέδειξαν οι ανακριτές κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Οι εν λόγω αξιολογικές κρίσεις βασίζονταν επαρκώς σε πραγματικά περιστατικά. Επιπλέον, υπήρχε επαρκής αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στις δηλώσεις του προσφεύγοντα και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και τα σχόλιά του δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως παραπλανητικά ή ως μια αδικαιολόγητη προσωπική επίθεση.

Παρατίθεται απόσπασμα, που μιλά από μόνο του.

  1. Τα θέματα που αφορούν τη λειτουργία του δικαστικού σώματος, ενός απαραίτητου θεσμικού οργάνου για κάθε δημοκρατική κοινωνία, εμπίπτουν στο δημόσιο συμφέρον. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να δοθεί σημασία στον ιδιαίτερο ρόλο του δικαστικού σώματος στην κοινωνία. Ως εγγυητής της δικαιοσύνης, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αξία σε ένα κράτος δικαίου, οφείλει να χαίρει της εμπιστοσύνης του κοινού εάν επιθυμεί να είναι επιτυχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Επομένως, είναι αναγκαίο να προστατευθεί αυτή η εμπιστοσύνη έναντι των σοβαρών επιζήμιων επιθέσεων που είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμες, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι οι δικαστές που έχουν δεχθεί επικρίσεις υπόκεινται σε καθήκον διακριτικότητας, το οποίο αποκλείει την απάντηση (βλ. υπόθεσηPragerκαι Οberschlick κατά Αυστρίας, 26 Απριλίου 1995, § 34, Σειρά Α αριθ. 313, υπόθεση Κarpetas κατά Ελλάδας, αριθ. 6086/10, §68, 30 Οκτωβρίου 2012, και υπόθεση DiGiovanni κατά Ιταλίας, αριθ. 51160/06, §71, 9 Ιουλίου 2013).
  2. Η φράση «αυθεντία της δικαστικής εξουσίας» περιλαμβάνει, ιδίως, την αντίληψη ότι τα δικαστήρια θεωρούνται από το ευρύ κοινό, ως το κατάλληλο μέρος για την επίλυση των νομικών διαφορών και για τη διαπίστωση της ενοχής ή της αθωότητας ενός προσώπου για κάποιο ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω, η ανωτέρω φράση περιλαμβάνει την αντίληψη ότι το ευρύ κοινό σέβεται και εμπιστεύεται την ικανότητα των δικαστηρίων να εκπληρώσουν αυτή τη λειτουργία (βλ. υπόθεσηWormκατά Αυστρίας, 29 Αυγούστου 1997, § 40, Εκθέσεις 1997-V, και υπόθεση Pragerκαι Oberschlick, όπως εκτίθεται ανωτέρω).
  3. Αυτό που διακυβεύεται είναι η εμπιστοσύνη που τα δικαστήρια σε μια δημοκρατική κοινωνία πρέπει να εμπνέουν, όχι μόνο στους κατηγορουμένους, όσον αφορά τις ποινικές διαδικασίες (βλ. υπόθεση Κυπριανού, που αναφέρεται ανωτέρω, § 172), αλλά και στο ευρύ κοινό (βλ. υπόθεσηKudeshkinaκατά Ρωσίας, αριθ. 29492/05, § 86, 26 Φεβρουαρίου 2009 και DiGiovanni, όπως εκτίθεται ανωτέρω).
  4. Παρ’ όλα αυτά – εκτός από την περίπτωση των σοβαρών επιζήμιων επιθέσεων που είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμες – έχοντας κατά νου ότι οι δικαστές αποτελούν μέρος ενός θεμελιώδους θεσμικού οργάνου του κράτους μέλους, μπορούν ως εκ τούτου να υπόκεινται σε προσωπική κριτική εντός των επιτρεπόμενων ορίων, και όχι μόνο με ένα θεωρητικό και γενικό τρόπο (βλ. υπόθεση July καιSARL Liberation, όπως εκτίθεται ανωτέρω, § 74). Όταν ενεργούν υπό την επίσημη ιδιότητα τους, μπορεί να υπόκεινται σε ευρύτερη κριτική σε σχέση με τους απλούς πολίτες (βλέπε, ιδίως, υπόθεση July καιSARL Liberation, όπως εκτίθεται ανωτέρω).

    (γ) Το καθεστώς και η ελευθερία της έκφρασης των δικηγόρων.

  5. Το ειδικό καθεστώς των δικηγόρων δίνει σε αυτούς κεντρική θέση στην απονομή της δικαιοσύνης, καθώς λειτουργούν ως μεσάζοντες μεταξύ του κοινού και των δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, διαδραματίζουν βασικό ρόλο στο να διασφαλίσουν ότι τα δικαστήρια, η αποστολή των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας σε ένα κράτος δικαίου, απολαμβάνουν της εμπιστοσύνης του κοινού (βλ.Schopferκατά Ελβετίας, 20 Μαΐου 1998, §§ 29-30, Εκθέσεις 1998-ΙΙΪ, υπόθεση Nikula κατά Φινλανδίας, αριθ. 31611/96, § 45, ΕΔΔΑ 2002-Π, υπόθεση Amihalachioaie κατά Μολδαβίας, αριθ. 60115/00, § 27, ΕΔΔΑ 2004-111, υπόθεση Κυπριανού, που αναφέρεται ανωτέρω, § 173, Andre και άλλοι κατά Γαλλίας, αριθ. 18603/03, § 42, 24 Ιουλίου 2008, και υπόθεση Mor, όπως εκτίθεται ανωτέρω, § 42). Ωστόσο, για να έχει το κοινό εμπιστοσύνη στην απονομή της δικαιοσύνης θα πρέπει να έχει παράλληλα εμπιστοσύνη στην ικανότητα του νομικού επαγγέλματος να προσφέρει αποτελεσματική αντιπροσώπευση ενώπιον των δικαστηρίων (βλ. υπόθεση Κυπριανού, όπως εκτίθεται ανωτέρω, § 175).
  6. Ο ειδικός ρόλος των δικηγόρων, ως ελεύθερων επαγγελματιών, κατά την απονομή της δικαιοσύνης συνεπάγεται μια σειρά από καθήκοντα, ιδίως όσον αφορά τη συμπεριφορά τους (βλ. υπόθεσηVan der Musseleκατά Βελγίου, 23 Νοεμβρίου 1983, Σειρά Α, αριθ. 70, υπόθεση Casado Coca κατά Ισπανίας, 24 Φεβρουαρίου 1994, § 46, Σειρά Α, αριθ. 285-Α, υπόθεση Steur κατά Ολλανδίας, αριθ. 39657/98, § 38, ΕΔΔΑ 2003-ΧΙ, υπόθεση Veraart κατά Ολλανδίας, αριθ. 10807/04, § 51, 30 Νοεμβρίου 2006 και υπόθεση Coutant κατά Γαλλίας, αριθ. 17155/03, 24 Ιανουαρίου 2008). Παρόλο που υπόκεινται σε περιορισμούς όσον αφορά την επαγγελματική τους συμπεριφορά, η οποία πρέπει να είναι διακριτική, έντιμη και αξιοπρεπής, απολαμβάνουν επίσης τα αποκλειστικά δικαιώματα και τα προνόμια που μπορεί να ποικίλλουν από τη μία δικαιοδοσία στην άλλη, συνήθως όσον αφορά κάποια περιθώρια χειρισμών σχετικά με τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται στο δικαστήριο (βλ. υπόθεση Steur, όπως εκτίθεται ανωτέρω)
  7. Κατά συνέπεια, η ελευθερία της έκφρασης ισχύει και για τους δικηγόρους. Περιλαμβάνει όχι μόνο την ουσία των ιδεών και των πληροφοριών που εκφράζονται, αλλά και την μορφή με την οποία μεταφέρονται (βλ. υπόθεσηFogliaκατά Ελβετίας, αριθ. 35865/04, § 85,13 Δεκεμβρίου 2007). Οι δικηγόροι έχουν επομένως το δικαίωμα να σχολιάζουν δημόσια την απονομή της δικαιοσύνης, με την προϋπόθεση ότι η κριτική τους δεν υπερβαίνει συγκεκριμένα όρια (βλ. υπόθεση Amihalachioaie, αναφέρεται ανωτέρω, §§ 27-28, υπόθεση Foglia, αναφέρεται ανωτέρω, §86 και υπόθεση Mor, αναφέρεται ανωτέρω, § 43). Τα ανωτέρω όρια καθορίζονται από τους συνήθεις περιορισμούς που αφορούν τη συμπεριφορά των μελών του δικηγορικού συλλόγου (βλ. υπόθεση Κυπριανού, όπως εκτίθεται ανωτέρω, § 173), όπως αυτοί αντικατοπτρίζονται στις δέκα βασικές αρχές που καθορίζονται από το CCBE για τους Ευρωπαίους δικηγόρους, με ιδιαίτερη αναφορά στην «αξιοπρέπεια», «τιμή» και «ακεραιότητα» και στον «σεβασμό για την… δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης» (βλ. §58 ανωτέρω). Οι κανόνες αυτοί συμβάλλουν στην προστασία της δικαστικής εξουσίας από αδικαιολόγητες και αβάσιμες επιθέσεις, οι οποίες μπορεί να καθοδηγούνται αποκλειστικά από ορισμένη στρατηγική, με την οποία επιδιώκεται να προβληθεί η υπόθεση στα μέσα ενημέρωσης ή να διευθετηθεί το αποτέλεσμα με τους δικαστές που χειρίζονται τη συγκεκριμένη υπόθεση
  8. Το ζήτημα της ελευθερίας της έκφρασης σχετίζεται με την ανεξαρτησία του δικηγορικού επαγγέλματος, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για την αποτελεσματική λειτουργία της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης (βλ. υπόθεσηSialkowskaκατά Πολωνίας, αριθ. 8932/05, § 111, 22 Μαρτίου 2007). Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο περιορισμός – ακόμη και μέσω μίας ηπιότερης ποινής – της ελευθερίας της έκφρασης του συνηγόρου υπεράσπισης μπορεί να γίνει δεκτός ως αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία (βλ. υπόθεση Nikula, όπως εκτίθεται ανωτέρω, § 55, υπόθεση Κυπριανού, όπως εκτίθεται ανωτέρω, § 174 και υπόθεση Μor, όπως εκτίθεται ανωτέρω, §44).

H Alfantakis

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η Alfantakis v Greece (αίτηση αρ. 49330/07), στην οποία ο δικηγόρος εμφανίστηκε σε κεντρικό δελτίο ειδήσεων, όπου συζητούνταν η υπόθεση διαζυγίου δημοφιλούς τραγουδιστή που εκπροσωπούσε, λέγοντας ότι γέλασε μόλις διάβασε μια απαλλακτική πρόταση του Εισαγγελέως, η οποία, κατά τη γνώμη του, έμοιαζε με μουσικοκριτική. Προέβη στον εξής σχολιασμό, με αναφορά στην εν λόγω πρόταση (αλλαγές στα ονόματα):

Ειλικρινά γέλασα όταν τη διάβασα, διότι αντιλήφθηκα ότι το έγγραφο αυτό δεν αποτελούσε πρόταση. Το θεώρησα ως μία πρόταση, με την οποία ο συντάκτης της στόχευε στο να μειώσει τον Χ σαν να υπήρχε μεταξύ τους καλλιτεχνικός ανταγωνισμός. Βέβαια, ο Ψ γράφει κι αυτός ποιήματα και μπορεί να αισθάνεται καλλιτέχνης. Είναι μία φιλολογική άποψη η οποία εκδηλώνει αντιπάθεια προς τον Χ. Δε λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία.

Ο Εισαγγελέας προχώρησε με δικαστική διαδικασία εναντίον του δικηγόρου, που κατέληξε σε καταδίκη του δικηγόρου, ο οποίος, με τη σειρά του, προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, και παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης. Το ΕΔΔΑ, αποδεχόμενο ότι υπήρχε παραβίαση, στην προκειμένη περίπτωση, είχε χαράξει την πορεία ότι οι δικηγόροι, ως διαμεσολαβητές ανάμεσα στο κοινό και τα Δικαστήρια, πρέπει να τηρούν ειδικούς κανόνες δεοντολογίας, αλλά έχουν, επίσης, δικαίωμα δημόσιου σχολιασμού των Λειτουργών της Δικαιοσύνης, εντός συγκεκριμένων ορίων. Δεν παραβλέφθηκε το γεγονός ότι τα προσβλητικά σχόλια αφορούσαν σε ένα μέλος του Δικαστικού Σώματος, προκαλώντας κίνδυνο για αρνητικές επιπτώσεις τόσο στο επαγγελματικό του προφίλ όσο και στην εμπιστοσύνη του κοινού στη διοίκηση της Δικαιοσύνης, και ότι τα εγχώρια δικαστήρια δεν είχαν διακρίνει ανάμεσα σε ειδησεογραφική μετάδοση και δημοσιοποίηση σχολίων (σε ζωντανή εκπτομπή χωρίς δυνατότητα αναδιατύπωσης), ούτε είχαν λάβει υπόψη την έκταση που είχε λάβει η υπόθεση στα ΜΜΕ και ότι, ήταν σε ένα τέτοιο πλαίσιο που ο δικηγόρος επιχειρούσε να υπερασπισθεί τον πελάτη του ενώπιον του κοινού, και όχι να θίξει τον Εισαγγελέα, ωστόσο, η καταδίκη του δικηγόρου, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν υπηρετούσε κάποια «πιεστική κοινωνική ανάγκη», και σε τέτοια βάση το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 10. Λέχθηκε, όμως, μεταξύ άλλων (υπογράμμιση δική μου):

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η συγκεκριμένη ιδιότητα των δικηγόρων τους προσδίδει μία κεντρική θέση στην απονομή της δικαιοσύνης, ως μεσαζόντων μεταξύ των διοικούμενων και των δικαστηρίων, γεγονός που εξηγεί τους κανόνες συμπεριφοράς που επιβάλλονται εν γένει στα μέλη του δικηγορικού συλλόγου (Casado Coca κατά Ισπανίας, 24 Φεβρουαρίου 1994, § 54, serie A no 285-A). Εν τούτοις, όπως το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να βεβαιώσει, η ελευθερία έκφρασης ισχύει και για τους δικηγόρους, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται δημοσίως επί της λειτουργίας της δικαιοσύνης, αλλά των οποίων η κριτική δεν μπορεί να υπερβαίνει ορισμένα όρια (Amihalachioaie κατά Μολδαβίας, αριθ. 60115/00, §§ 27-28, CEDH 2004-III). Ως προς τούτο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των διαφόρων συμφερόντων που διακυβεύονται, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα του κοινού να ενημερώνεται για θέματα που αφορούν το δημόσιο συμφέρον και τη λειτουργία της δικαστικής εξουσίας, την αξιοπρέπεια του επαγγέλματος του νομικού και την καλή φήμη των δικαστών (Schöpfer κατά Ελβετίας, 20 Μαΐου 1998, § 33, Recueil des arrêts et decisions 1998-III).

Στην αρχή της όλης πορείας

Η προσπάθεια του ΕΔΔΑ να εισάγει συγκεκριμένα αντικειμενικά κριτήρια για να προσεγγίζει το, κατά τα λοιπά, ευρύ ζήτημα της ελευθερίας της έκφρασης των δικηγόρων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, είναι εμφανής, χωρίς, ωστόσο, να σημαίνει ότι περατώθηκε το όλο εγχείρημα, και ότι δεν υπάρχουν, ακόμα, κενά· τεχνικά κενά, που θα πρέπει να καλυφθούν, όσον αφορά τα όρια, και ίσως διαχρονικά κάτι τέτοιο να επιτευχθεί. Φαίνεται, όμως, ότι η νομολογιακή πορεία είναι αρκετά ταραχώδης για να τακτοποιήσει όλα τα νοήματα, σε ένα θέμα που οι ισορροπίες είναι τόσο λεπτές, που, όπως ανέφερε ο Lord Dyson, πριν από δύο χρόνια περίπου, στην 3η ετήσια διάλεξη του Bailii, εκφράζοντας τις σκέψεις του για το βαθμό δικαιοσύνης που ενέχει αυτό το «παιχνίδι» της κριτικής των Δικαστών: χρειάζεται να χυθεί ακαδημαϊκό μελάνι.

Ως αρχή, πλέον, υφίσταται ότι τόσον οι Δικαστές όσο και οι αποφάσεις τους υπόκεινται σε δημόσιο έλεγχο, σε μείζονα βαθμό σε σχέση με άλλες κατηγορίες πολιτών. Υφίσταται, επίσης, ως αρχή, ότι ο δικηγόρος δικαιούται, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, να προβαίνει σε αξιολογικές κρίσεις, ακόμα και σε οξείες, σχετικά με τη δικαστική κρίση ή τη δικαστική συμπεριφορά. Εξάλλου, έχουμε και την εμπειρία της Kyprianou ν Cyprus (Αίτηση αρ. 73797/01). Υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι δεν εκτρέπεται σε εξυβριστικές ή συκοφαντικές εκφράσεις. Και όχι μόνο υπό αυτή την προϋπόθεση. Η έκταση της δημοσιότητας και η διάκριση μεταξύ εκδικητικότητας ή εχθρότητας σε προσωπικό επίπεδο και θεσμικού χαρακτήρας εκφοράς αξιολογικών κρίσεων για τη Δικαιοσύνη, τους Δικαστικούς Λειτουργούς και εν γένει το λεγόμενο «δικαστικό σύστημα», είναι παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται κατά πολύ η όλη προσέγγιση του ζητήματος.

Ο έντιμος Σπ. Γεωργουλέας, εφέτης, Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, επί των ιδίων αποφάσεων του ΕΔΔΑ, σε πρόφαση δημόσια ομιλία του, τον Δεκέμβριο 2015, σε ημερίδα που είχε διοργανωθεί στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, την 2η Ευρωπαϊκή Ημέρα Δικηγόρου (την οποία απασχόλησε αυτή η συγκεκριμένη θεματική), είχε θέσει και τα εξής ερωτήματα, που είναι πολύ σημαντικά, και που καταλήγουν στη διαπίστωση μιας περαιτέρω αναγκαιότητας, που όσες κατευθυντήριες του ΕΔΔΑ κι αν τεθούν, εάν απουσιάζει αυτή, ίσως να είναι και άνευ ουσίας η όλη προσπάθεια:

Μήπως σε κάποιες περιπτώσεις η άσκηση κριτικής από τον Δικηγόρο δεν εντάσσεται στο πλαίσιο ενισχύσεως της ορθής λειτουργίας της Δικαιοσύνης ως θεμελιώδους θεσμού της δημοκρατικής πολιτείας και του κράτους δικαίου, αλλά αποτελεί μέσο ασκήσεως αθεμίτου πιέσεως προς τον Δικαστή επί σκοπώ κάμψεως της αμεροληψίας και ευθυκρισίας του και εντεύθεν εκβιαστικής υφαρπαγής ευμενούς δικαστικής κρίσεως; Μήπως η εκφορά εντόνου και οξέος κριτικού λόγου κατά Δικαστικού Λειτουργού εξ αντικειμένου έχει προσωπικό χαρακτήρα και υπερβαίνει τα θεσμικώς αποδεκτά όρια, όταν αφορά μόνο ή κυρίως στην επιστημονική ή επαγγελματική του κατάρτιση ή, πολλώ μάλλον, μεταπίπτει αποκλειστικώς στο πεδίο της ειρωνείας ή ακόμη και της ύβρεως; Μήπως είναι θεσμικώς επικίνδυνη η διάκριση μεταξύ εκφοράς λόγου του Δικηγόρου στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας και εκτός αυτής; Μήπως η έκταση της δημοσιότητος της εκάστοτε εξεταζομένης περιπτώσεως δεν είναι ασφαλές κριτήριο έρευνας των ορίων της ελευθερίας εκφράσεως του Δικηγόρου κατά την άσκηση των υπερασπιστικών καθηκόντων του; Μήπως παροράται ότι ο θεσμός της Δικαιοσύνης, όπως και κάθε θεσμός, δεν είναι αφηρημένη έννοια, προσεγγιζομένη με «θεολογικού» τύπου κριτήρια, αλλά ενσαρκώνεται και λαμβάνει μορφή και υπόσταση στον υλικό κόσμο στο πρόσωπο του δικάζοντος Δικαστή, και ως εκ τούτου πρωτεύουσας σημασίας δεν είναι η προσβολή του Δικαστή ως προσώπου, αλλά ως φορέως της δικαστικής λειτουργίας, η οποία είναι σε κάθε περίπτωση άξια προστασίας και διαφυλάξεως ως πυλώνας της δημοκρατικής πολιτείας και του κράτους δικαίου; Κατά πόσον άραγε ένα ευθέως ειρωνικό σχόλιο κατά Δικαστικού Λειτουργού σε εκκρεμή υπόθεση πράγματι προάγει την θεσμική λειτουργία της Δικαιοσύνης;

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά πρέπει να δοθούν μετά από προσεκτική σκέψη. Ως Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών έχω αντιμετωπίσει περιπτώσεις διαμαρτυριών τόσο Δικηγόρων για στέρηση του δικαιώματος ελευθέρας εκφράσεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όσο και Δικαστών για εκβιαστικές πρακτικές Δικηγόρων με την απειλή υποβολής ή την υποβολή εγκλήσεων για παράβαση καθήκοντος ή κατάχρηση εξουσίας ή πειθαρχικών αναφορών ή με δηλώσεις προς Μέσα Μαζικής Ενημερώσεως με αντικείμενο τη δήθεν πλημμελή ή μεροληπτική άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων, ορισμένες δε περιπτώσεις πράγματι κατέληξαν στις αίθουσες των Δικαστηρίων κατόπιν ασκήσεως αγωγής ή κατόπιν υποβολής εγκλήσεως.

Σε κάθε τέτοια περίπτωση, πέραν της ψυχικής και υπηρεσιακής φθοράς των εμπλεκομένων προσώπων, θύμα είναι η θεσμική ακεραιότητα της Δικαιοσύνης εν συνόλω. Περαιτέρω, επιτρέψτε μου να επισημάνω ότι οι θιγόμενοι από ακραία σχόλια ή δηλώσεις σε τηλεοπτικά και άλλα «παράθυρα» χειριζόμενοι εκκρεμείς υποθέσεις Δικαστικοί Λειτουργοί επιλέγουν, στη συντριπτική πλειονότητά τους, να μην απαντούν δια της νομίμου οδού σε περιπτώσεις παρόμοιες με τις εξετασθείσες ανωτέρω, αλλά, αντιθέτως, να σιωπούν. Συνειδητώς, δηλαδή, επιλέγουν να οπισθοχωρήσουν και να μην προβούν σε άσκηση δικαιωμάτων, τα οποία και αυτοί, ως Έλληνες πολίτες, έχουν κατά Δικηγόρων ή τρίτων για σχόλια των τελευταίων επί εκκρεμών υποθέσεων. Άλλωστε, όπως η κοινή πείρα αποδεικνύει, ακόμη και εάν επιλέξουν τη νόμιμη οδό προασπίσεως των δικαιωμάτων τους, αυτομάτως στην κοινή συνείδηση ευρίσκονται «εν αδίκω», διότι θεωρείται ότι προσφεύγουν ενώπιον συναδέλφων τους και θα τύχουν ευμενούς μεταχειρίσεως. Ουδέν αναληθέστερον αυτού. Αναδρομή σε σειρά πολυκρότων υποθέσεων του προσφάτου παρελθόντος, τις οποίες δεν χρειάζεται να αναφέρω, αποδεικνύει ότι Δικαστικοί Λειτουργοί καταδικάσθηκαν σε ποινές καθείρξεως για κακουργηματικές πράξεις, ενώ σε σειρά άλλων λιγότερο σημαντικών υποθέσεων η εμπλοκή του Δικαστικού Λειτουργού σε δικαστικό αγώνα κατά του χειριζομένου την υπόθεση Δικηγόρου απέληξε σε πειθαρχική δίωξη κατά του Δικαστικού Λειτουργού. …

Πεποίθησή μου είναι ότι το ισχύον εσωτερικό και διεθνές νομικό πλαίσιο, παρά τις όποιες τεχνικές αδυναμίες του, παρέχει ασφαλείς κατευθυντήριες γραμμές προς όλους τους μετέχοντες της δικανικής διαδικασίας. Ζητούμενο είναι για όλους η απόκτηση της αναγκαίας θεσμικής παιδείας, η οποία αφ’ ενός μεν θα επιτρέψει τον αυτοπεριορισμό, αφ’ ετέρου δε θα καταστήσει συστατικό στοιχείο της επαγγελματικής και θεσμικής λειτουργίας εκάστου μετέχοντος στη δικανική διαδικασία προσώπου το σεβασμό των λοιπών παραγόντων, με εμπέδωση στη συνείδηση όλων της εμπιστοσύνης στην αποτελεσματική λειτουργία των θεσμοθετημένων μηχανισμών ελέγχου (Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, Πειθαρχικών Συμβουλίων Δικηγόρων κλπ.) προς αντιμετώπιση και θεραπεία των ακραίων συμπεριφορών.

Παράγοντες του συστήματος της Δικαιοσύνης δεν είναι μόνον οι Δικαστές, αλλά και οι άλλοι Δικηγόροι, και οι πραγματογνώμονες. Η ελευθερία έκφρασης του δικηγόρου σε σχέση με τους ορκισμένους πραγματογνώμονες απασχόλησε την Fuchs v Germany (αρ. αιτήσεων 29222/2011 και 64345/2011). Δεν θα επεκταθώ, όμως, περαιτέρω, προς αυτή την κατεύθυνση.

Ελευθερία v. Σιωπή

Η όλη αναφορά γίνεται μετά από την παρατήρηση, ότι υπάρχουν δημόσιοι σχολιασμοί από δικηγόρους, που γίνονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (το πλέον διαδεδομένο και ανέλεγκτο είδος ΜΜΕ, που δίνει σε όλους, ανεξαιρέτως, άπλετο δημόσιο λόγο), με δημόσια χρήση αυτής της ιδιότητάς τους, σε σχέση με δημοσιευμένες δικαστικές αποφάσεις, σε διαδικασίες που δεν σχετίζονται με εκπροσώπηση δικών τους πελατών, αλλά με τρόπο που, ίσως, να υπερβαίνει εκείνη τη λεπτή γραμμή που διαχωρίζει το δικαίωμα από την καταφρόνηση (ή τον «σκανδαλισμό», όπως ήταν και το αδίκημα στην Αγγλία, πριν την κατάργησή του, το 2013). Γίνονται με μια τακτική συνέχεια, και κάθε φορά με τρόπο που μπορεί να παρερμηνεύονται (νομικά) ή και παρουσιάζονται αλλοιωμένα τα γεγονότα των υποθέσεων και των αποφάσεων, ειδικότερα αυτών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (π.χ. παράθεση ή παράλληλη παράθεση απομονωμένων αποσπασμάτων των αποφάσεων, για να αναδειχθεί αντίφαση ή φαινομενικά έλλειψη νοήματος ή αντικοινωνικό νόημα, έμφαση επί μεμονωμένων φράσεων, κτλ), με (ενδεχόμενο) σκοπό τη δημιουργία δημόσιας εντύπωσης ότι η εγχώρια Ανώτατη Δικαιοσύνη πάσχει σοβαρά, ότι υπάρχουν παράλογοι ή επικίνδυνοι ή ανάξιοι Δικαστές που κακοδικούν και απειλούν την κοινωνική ειρήνη (που δεν είναι αυτή η περίπτωση, όταν εμείς, απλά, δεν κατανοούμε πλήρως μια προσέγγιση ή όταν διαφωνούμε με μία προσέγγιση ή όταν, ακόμα, θα μας άρεσε ένας άλλος τρόπος προσέγγισης σε ένα θέμα), ότι υπάρχουν, επίσης, ανεγκέφαλοι δικηγόροι που μετέχουν στις σχετικές «απίστευτες» διαδικασίες από τις οποίες προκύπτουν οι – προς διακωμώδηση – αποφάσεις, και ότι οι σχολιαστές δικηγόροι είναι καλύτεροι γνώστες και σοφότεροι από όλους τους υπόλοιπους παράγοντες των συγκεκριμένων δικών.

Σχολιασμοί χωρίς ευέλικτες ή αυθεντικά «αξιολογικές» προσεγγίσεις, από τους οποίους λείπει, κάποιες φορές, ίσως, το στοιχείο του δικαίου, της εντιμότητας, της ισορροπίας, του σεβασμού, και οι οποίοι μπορεί να εκπέμπουν προκλητικότητα, επιθετικότητα, εχθρότητα και μιαν ακατανόητη αντιπαλότητα, που, ουσιαστικά, να μην ξεχωρίζει, τελικά, από τη σύγχρονη ρητορική του μίσους («hate speech») ή που να πλαισιώνει ένα παράλληλο φαινόμενο: αυτό της νομικής ρητορικής του μίσους. Αυτή η παράλληλη εγκαθίδρυση, όμως, από τη στιγμή που διαχέεται σαν πνευματικό δηλητήριο στην κοινωνική μάζα, μέρος της οποίας ανταποκρίνεται στα δικηγορικά σχόλια με συναφή γιουχαΐσματα, επιφέρει, μάλλον, και υποβάθμιση του θεσμού της Δικαιοσύνης, και, τελικά, ένα βαθύτερο θεσμικό τραύμα.

Οι απόψεις είναι, ασφαλώς, καλό να ακούγονται και να υπάρχει πολυφωνία, μα, άνευ βλάβης του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης των δικηγόρων και οποιασδήποτε πτυχής ή δυναμικής του εν λόγω σημαντικού δικαιώματος, και διατηρούμενης της ένθερμης υποστήριξης και ενθάρρυνσης ακόμα και της οξείας κριτικής των δικαστικών αποφάσεων (που είναι δημόσιες και ως τέτοιες πρέπει να κρίνονται, όπως και οι νόμοι) και του συστήματος Δικαιοσύνης (για τον υγιή σκοπό που εξυπηρετεί τέτοια κριτική), αυτή η κατά τα άλλα βλαπτική (για τη Δικαιοσύνη) και ανώφελη (για οποιοδήποτε άλλο σκοπό) πρακτική του εξακολουθούμενου διασυρμού, θα πρέπει, ίσως, να έχει, κάπου, έναν σταματημό.  Γιατί, μπορεί να σκεφτεί, κανείς, ότι, ακόμα και μέσα σε αυτή τη ροή της κοινωνικής αλλαγής, που όλα επαναπροσδιορίζονται και επανανοηματοδοτούνται (ακόμα και αυτή η έννοια της Δημοκρατίας, ακόμα και ο θεσμικός ρόλος των Δικαστών, που, πλέον αναγκάζονται να αποφασίζουν επί σωρείας υπερ-θεσμικών ερωτημάτων), εξακολουθεί να υπερβαίνει εκείνα τα… όρια.

Γιατί δεν υπάρχει και κάποιος μοχλός εξισορρόπησης. Όπως είχε διερωτηθεί, ευστόχως, και ο Lord Dyson, στον προαναφερόμενο δημόσιο λόγο του: Σε αυτή την σύγχρονη μορφή εύκολης και διαδεδομένης κριτικής … πώς απαντά, πλέον, ο Δικαστής; Διατηρώντας τη διαχρονική δύσκολη πολιτική της σιωπής (κατά την παλαιά ρήση του Sir Francis Bacon και έπειτα του Lord Chancellor: “an overspeaking judge is no well-tuned cymbal”[1]); Αυτής της σιωπής (της αυστηρά συνδεδεμένης με το στενό μέτρο της αναγκαιότητας[2]), που θεωρούνταν ανά τους καιρούς ασπίδα σοφίας και αμεροληψίας; Ή η διατήρηση της αυστηρής σιωπής συμβάλλει, κατά κάποιο τρόπο, στη φθορά της εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη; Συντείνει, ίσως, στην προσωπική φθορά του επαγγελματία Δικαστή. Πρόσφατα, στο Ελλαδικό παράδειγμα, υπήρξε ένα κρούσμα δικαστικού ξεσπάσματος, που έτυχε σχολιασμού, επιχειρώντας να φέρει στο προσκήνιο και την ανάγκη ανάλογης αναδιαμόρφωσης του δικαιώματος έκφρασης των Δικαστών.

Ο Lord Dyson, εν πάση περιπτώσει, με μια πιο μεθοδευμένη και τεκμηριωμένη προσέγγιση, είχε προτείνει εναλλακτικές της σιωπής στη σύγχρονη δικαστική εποχή, χωρίς, ασφαλώς, να πρέπει να ανοίξουν οι διαλεκτικοί ποταμοί ανάμεσα σε Δικαστές και κριτές. Παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στο λόγο του Lord Hope:

There will, no doubt, be times when it is best to keep silent. But reticence, not absolute silence, is what the judicial office requires[3].

Όπως και στον αρκετά παλαιότερο (μα προοδευτικό για την εποχή) λόγο του Lord Denning (μέσω δικαστικής απόφασης)[4]:

We do not fear criticism, nor do we resent it … Exposed as we are to the winds of criticism, nothing which is said by this person or that, nothing which is written by this pen or that, will deter us from doing what we believe is right; nor, I would add, from saying what the occasion requires … Silence is not an option when things are ill done.

Οι άξονες, στην προσέγγιση του Lord Dyson, θα πρέπει να παραμείνουν η αμεροληψία, ο επαγγελματισμός και η ανοχή.  Οι διαθέσιμοι χειρισμοί, κατά τη γνώμη του, είναι δύο: Η επίτρεψη στο Δικαστή να απαντήσει προσωπικά ή με ένα θεσμοθετημένο τρόπο απάντησης στην κριτική, δια ενός φορέα, με την προσωπική του προτίμηση να κλίνει προς τον δεύτερο τρόπο, ο οποίος φαίνεται να παρέχει μεγαλύτερη προστασία.  Αφού ο πρώτος διαθέσιμος τρόπος, εκεί που η κριτική δεν είναι στέρεη ή βασισμένη σε κάποιες στέρεες αρχές (όπως είναι, δυστυχώς, το συνηθέστερο παράδειγμα σήμερα), μπορεί να οδηγήσει εύκολα, ακόμα και τον πιο σώφρονα και εγκρατή και ψύχραιμο άνθρωπο, σε κάποια παρεκτροπή (κατ’ επέκταση και από τους τρείς απαραίτητους άξονες), πέραν από το ότι μπορεί να επεκτείνει τον κύκλο της παρεξήγησης γύρω από το προφίλ του συγκεκριμένου Δικαστή. Κατά τον δεύτερο τρόπο, τον προτιμώμενο, αυτόν της θεσμικής απάντησης, ένα όργανο ή ενας φορέας  δίνει απαντήσεις, εκπροσωπώντας συλλογικά τη δικαστική άποψη, χωρίς να εκτίθεται οποιοσδήποτε συγκεκριμένος Δικαστής ή εκ μέρους του συγκεκριμένου Δικαστή που βρίσκεται στο στόχαστρο της αρνητικής κριτικής.

Ένας άλλος τρόπος είναι ο παλαιότερα προτεινόμενος τρόπος, και από μέρους του Lord Woolf, της δημόσιας διάσκεψης (press- office solution)[5], που, όμως, θα πρέπει να συγχρονιστεί με τα σημερινά ΜΜΕ (π.χ. facebook, twitter, κτλ), και να διατηρήσει την αρχή ότι «Fire-watching, not fire-fighting, must be the aim of the game». Βέβαια, για τα Κυπριακά δεδομένα, οι προτεινόμενοι τρόποι θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένοι στην Κυπριακή πραγματικότητα, γιατί το παράδειγμα της «δημόσιας διάσκεψης» ή παρόμοιου τύπου τρόπος παροχής επεξήγησης, με το Κυπριακό πάθος, μπορεί να σημαίνει και δυνατότητα μαζικής, δια ζώσης, λεκτικής επίθεσης, όπως συνέβη στην πρόσφατη παρουσίαση των Διαταγών 25 και 30, που να μην σχετίζεται, με οποιοδήποτε τρόπο, με την γνωστή ηρεμία, μέσα στην οποία λαμβάνεται μια δικαστική απόφαση.

Να περιοριστεί το ένα δικαίωμα ή να διευρυνθεί το άλλο ή να συμβούν και τα δύο, για να επέλθει μια απαραίτητη ισορροπία, σε μια δεδομένη χρονική στιγμή κοινωνικής και θεσμικής … εξέλιξης;

—————–

[1] Spedding, Ellis and Heath (eds.), Works of Francis Bacon, vol. VI (Hurd and Houghton: 1861) p.3.

[2] McLachlin, ‘The role of judges in modern Commonwealth society’ (1994) 110 LQR 260, 260.

[3] Lord Hope of Craighead, ‘What happens when the Judge speaks out?’ (19 February 2010), p.11.

[4] R v Commissioner of Police of the Metropolis, ex parte Blackburn (No 2) [1968] 2 QB 150, 155.

[5] Lord Wolff, ‘Should the media and the judiciary be on speaking terms?’ (2003) 38 Irish Jurist 25, 33

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.