Η κεφαλαιοποίηση του τόκου

compound_interest-image

Οι έννοιες

Η «κεφαλαιοποίηση» του τόκου (compounding of interest ή accumulating interest / capitalization) είναι η πράξη της πρόσθεσης του τόκου, που δεν πληρώνεται, στο κεφάλαιο, δηλαδή η μετατροπή της οφειλής του τόκου σε οφειλή κεφαλαίου. Ο πελάτης της Τράπεζας μπορεί να είναι οφειλέτης ή πιστωτής αυτής της οφειλής κεφαλαίου, αναλόγως εάν έχει πιστωτικό ή χρεωστικό υπόλοιπο στο λογαριασμό του, και εάν ο τόκος είναι πιστωτικός ή χρεωστικός σε σχέση με το υπόλοιπό του. Ο κεφαλαιοποιημένος τόκος (compound interest), ως τέτοιος, κατά συνέπεια, ανατοκίζεται[1], δηλαδή, ως κεφάλαιο, πλέον, επιδέχεται τόκο μαζί και με το υπόλοιπο κεφάλαιο, το όλο κεφάλαιο, για τις επόμενες περιόδους τόκου.

Ο τόκος που υπόκειται σε κεφαλαιοποίηση συνιστά μια σταθερή, πλέον, πραγματικότητα στην τραπεζική πρακτική. Η εμφάνιση της δυνατότητας κεφαλαιοποίησης δημιούργησε, δε, μια μη γνήσια (για νομικούς) διάκριση, αφενός του τόκου που υπόκειται σε κεφαλαιοποίηση (compoundable interest) και του απλού ή κανονικού τόκου που δεν κεφαλαιοποιείται (simple / nominal)[2]. Κάποτε χρησιμοποιείται κοινός όρος (compound interest) για να περιγράψει τόσο τον τόκο που έχει ήδη προστεθεί στο κεφάλαιο όσο και τον τόκο που μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί.

Σε σχέση με τις Τράπεζες και τα πιστωτικά ιδρύματα, η Κυπριακή νομοθεσία[3] δεν απαγορεύει (την κεφαλαιοποίηση και) τον «ανατοκισμό» (ως συνέπεια της κεφαλαιοποίησης), αλλά περιορίζει αυτό το δικαίωμα, που θα μπορούσε να ασκείται με μια διαφορετική συχνότητα, σε όχι περισσότερο από δύο φορές ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι η ελάχιστη νόμιμη περίοδος που πρέπει να παρέλθει για να προβεί η Τράπεζα ή το πιστωτικό ίδρυμα σε «ανατοκισμό», από την προηγούμενη πράξη ανατοκισμού, είναι η εξαμηνία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο εγχώριος Νόμος αναφέρεται σε «ανατοκίζειν», αντί σε «κεφαλαιοποιείν», επομένως, μπορεί να συναντήσει, κανείς, την πρακτική της χρέωσης των τόκων στο κεφάλαιο (δηλαδή της κεφαλαιοποίησης), σε μίαν άλλη συχνότητα (π.χ. κάθε μέρα ή κάθε μήνα ή κάθε τριμηνία), αναλόγως με το πότε καθίσταται πληρωτέος ο τόκος, και πότε δημιουργείται η οφειλή του, αλλά της χρέωσης των τόκων επί του κεφαλαιοποιημένου τόκου σε άλλη συχνότητα, και δη στη νομοθετικά επιτρεπόμενη συχνότητα. Η πρακτική αυτή διάσταση μεταξύ των πράξεων της κεφαλαιοποίησης και του ανατοκισμού μπορεί να δημιουργεί κάποια σύγχυση ή να μην είναι απόλυτα σαφής, πόσο μάλλον όταν υπολογίζεται κανονικά και ο (μηνιαίος ή τριμηνιαίος) τόκος επί του κεφαλαιοποιημένου τόκου και αναφέρεται στις καταστάσεις λογαριασμού ποιος είναι, αλλά η χρέωσή του γίνεται μεταγενέστερα, δια του ανάλογου χειρισμού των «value dates».

Μπορεί, πάντως, να δημιουργεί και διαφορετική (αρνητική) ηθική προδιάθεση η χρήση του αναχρονιστικού όρου «ανατοκισμός». Η χρήση του όρου «κεφαλαιοποίηση» εστιάζει περισσότερο στην οφειλή (βλ. οφείλεται ο τόκος, γι’ αυτό προστίθεται στο κεφάλαιο, για να εισπραχθεί ως το οφειλόμενο κεφάλαιο) και στη μεθοδολογία του υπολογισμού του τόκου και της είσπραξής του (ως κεφάλαιο), ενώ η χρήση του όρου «ανατοκισμός» τοποθετεί την έμφασή της σε πρόσθετη ενέργεια, με αυτοτελείς διαστάσεις, που μπορεί να υποδηλώνει υπερβολή, σε επανάληψη τοκισμού ή διπλοχρέωση τόκου, ή τέλος πάντων σε κάθε κακό και αθέμιτο. Ο τόκος ένας είναι, και ο τοκισμός γίνεται, σε κάθε περίπτωση, επί του κεφαλαίου. Η κεφαλαιοποίηση των τόκων, η μετατροπή τους, δηλαδή, σε κεφάλαιο, συνεπάγεται όπως, οι τόκοι αυτοί, ως κεφάλαιο, πλέον, και όχι ως τόκοι, τοκίζονται μαζί με το όλο κεφάλαιο.

Σύντομη ιστορική αναδρομή

Παρόλο που η κεφαλαιοποίηση, ως πρακτική μέθοδος υπολογισμού του τόκου των χρεών, χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν, από την αρχαιότητα, στο Ρωμαϊκό δίκαιο αναθεματίστηκε, με τη δημιουργία σύγχυσης σε όλες τις επόμενες γενεές, όπου η κεφαλαιοποίηση ή ανατοκισμός είχε αρχίσει να θεωρείται ως μια από τις χειρότερες μορφές τοκογλυφίας. Μάλιστα, δίνονταν και χαρακτηρισμοί στον κεφαλαιοποιούμενο τόκο, που απέρρεαν από βαθιά θρησκοληψία, ότι ήταν αντιχριστιανική πρακτική, κτλ. Και τουλάχιστον μέχρι και τον 17ο αιώνα. Τότε, ενδεικτικά, εντοπίζεται απόφαση του Σκωτικού Court of Session, στην Sinclair of Barrack v Sutherland of Little – Torbol (1718) Νο ΧΙ, που προβαίνει, ακόμα, σε μια τέτοια θεώρηση, καθώς και λογοτεχνικές τοποθετήσεις στην Αγγλική λογοτεχνία των επόμενων δεκαετιών, ενώ κατατοπιστικό είναι το ξεχασμένο σύγγραμμα του μαθηματικού Richard Witt’s  (τίτλος σε συντομία) «Arithmeticall Questions»[4], που πρωτοεκδόθηκε το 1613.

Φυσικά, όπως είναι κατανοητό, οι αντιδράσεις σε σχέση με τον τόκο εγείρονταν πάντα και εγείρονται (σήμερα ακόμα εγείρονται στις Ισλαμικές κοινωνίες, και λόγω κρίσης, περιορισμένα, έχουν επανεμφανιστεί και στον δυτικό κόσμο) μόνον όσον αφορά τον χρεωστικό τόκο, και την κεφαλαιοποίηση και ανατοκισμό επί του χρεωστικού τόκου. Είναι γεγονός ότι, για τον πιστωτικό τόκο και την κεφαλαιοποίηση και «ανατοκισμό» επί του πιστωτικού τόκου, δηλαδή όταν κάποιος λαμβάνει χρήματα από Τράπεζα ή πιστωτικό ίδρυμα (ανεξαρτήτως εάν είναι χαμηλότερα τα καταθετικά επιτόκια συνήθως, όπου ακόμα υπάρχουν), δεν μπαίνει, κανείς, στη διαδικασία να αναλογιστεί ηθικά ή άλλως πώς εάν πρόκειται για usurae usararum ή για το δικαίωμά του να λαμβάνει περισσότερα χρήματα με τεχνητό τρόπο, αλλά θεωρεί ότι τα δικαιούται, σε κάθε περίπτωση (ακόμα κι αν δεν υπάρχει παράβαση σύμβασης από μέρους της Τράπεζας). Έπειτα, επενδύει και ειδικά στο κέρδος εκ των τόκων (γιατί η κεφαλαιοποίηση συνιστά και ένα εξαιρετικό επενδυτικό εργαλείο) και περιμένει με λαχτάρα «να μπουν οι τόκοι» στον καταθετικό λογαριασμό του. Ουδείς χαρακτηρίζει «τοκογλύφο» τον εαυτό του, επειδή συντηρεί αυτή τη λαχτάρα, να βλέπει να χρήματά του να αυγατίζουν μαγικά και άκοπα εκ των τόκων. Βεβαίως, υποθέτει, κανείς, ότι, η ηθική μιας κατάστασης ή μιας ενέργειας δεν μπορεί να παραλλάζει, αναλόγως εάν εμείς βρισκόμαστε στη θέση οφειλέτη ή πιστωτή[5].

Κυρίως, από τον 19ο αιώνα, η αλλαγή στη θεώρηση της κεφαλαιοποίησης ήταν τόσο ραγδαία εξελικτική, ώστε κάποιοι ήθελαν ακόμα και τον Αϊνστάιν να επευφημεί τον κεφαλαιοποιημένο τόκο (ως την πιο εξαίσια και σπουδαία μαθηματική ανακάλυψη κτλ.) ή να φέρεται να λέει ότι «ο κεφαλαιοποιημένος τόκος είναι το όγδοο θαύμα του κόσμου, αυτός που τον καταλαβαίνει, τον κερδίζει, αυτός που δεν τον καταλαβαίνει, τον πληρώνει». Κατά πάσα πιθανότητα, επρόκειτο για διαφημιστικές τοποθετήσεις της εποχής, μάλλον και Αμερικανικού τύπου. Συζητούν, τάχα, τρεις φίλοι με καουμπόικα καπέλα, γύρω από ένα τραπέζι, καπνίζοντας πούρα, και προκύπτει, στη συζήτησή τους, η ερώτηση «ποια είναι η πιο σπουδαία εφεύρεση στον κόσμο;». Λέει, ο ένας: «η ατμομηχανή!», λέει, ο άλλος: «ο τηλέγραφος!», και ο τρίτος παίρνει, υποτίθεται, μια κόλλα χαρτί, και λέει: «κύριοι, εάν αυτός που ανακάλυψε τον κεφαλαιοποιούμενο τόκο είχε εγγράψει αυτή την πατέντα, αναμφίβολα, αυτή θα ήταν η πιο σπουδαία ανακάλυψη όλων των εποχών». Και κλείνει το όλο σποτάκι, με την τοποθέτηση (προϊόντος), περίπου: «εάν ο Κολόμβος είχε επενδύσει 1 δολάριο, πλέον 6% τόκο, με κεφαλαιοποίηση ετησίως, με οδηγίες η πληρωμή να γίνει σήμερα σε εσένα, θα είχες γίνει πολυεκατομμυριούχος». Εν πάση περιπτώσει, η «κεφαλαιοποίηση» ήταν ρεύμα με πολλούς πατεράδες, που φαίνεται να φύσηξε και να επεκτάθηκε στην τραπεζική πρακτική, κυρίως, τον 19ο αιώνα, ως κάτι το «σπουδαίο» ή με τρόπο που έτσι να καθιερώνεται (γιατί ο τρόπος προώθησής της – το marketing – ήταν, πάντως, σπουδαίος), και, έκτοτε, ρίζωσε μέσα σε αυτήν, ώστε να θεωρείται κάτι το αυτονόητο πλέον, αυτό, το «δικαίωμα κεφαλαιοποίησης» ή «ανατοκισμού», όχι ως μέσο επίτευξης αθέμιτου πλουτισμού, αλλά ως μέσον αποτροπής ζημιάς και αθέμιτου πλουτισμού του οφειλέτη που κατακρατεί τα οφειλόμενα. Σήμερα η ιδέα του «απλού τόκου» έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί. Το δίκαιο προχωρά κάπως πιο αργά.

Το «δικαίωμα»

Το «δικαίωμα κεφαλαιοποίησης» είναι η σύγχρονη εκφορά της δυνατότητας κεφαλαιοποίησης, που έχει αναχθεί σε «δικαίωμα», επειδή δεν απαγορεύεται ή επιτρέπεται περιορισμένα και επειδή ως δυνατότητα προβλέπεται στις τραπεζικές συμβάσεις, καθιερώθηκε στην τραπεζική πρακτική ως δεδομένη, και αναγνωρίστηκε και από τη νομολογία, αποκτώντας μια θετική νομική διάσταση.

Στη National Bank of Greece SA v Pinios Shipping Co No 1 and Another The Maira [1990] 1 All ER 78, το House of Lords[6], ανατρέποντας την απόφαση του Court of Appeals (που επιχείρησε να περιορίσει το δικαίωμα κεφαλαιοποίησης σε συγκεκριμένο είδος λογαριασμών), είχε αποδώσει τη δυνατότητα της Τράπεζας να κεφαλαιοποιεί σε εξυπακοούμενο συμβατικό όρο (δεν υπήρχε ρητή συμβατική πρόνοια) και στην εν τοις πράγμασι συναίνεση του πελάτη στην εκάστοτε πρακτική της κεφαλαιοποίησης στο τέλος κάθε περιόδου τόκου[7], που ερμηνεύονταν ως συμφωνίες «staccato», κατά το μουσικολογικό όρο[8]. Δικαίωμα που υπάρχει, κατά το House of Lords, και μετά το κλείσιμο του λογαριασμού δανείου και την απαίτηση πληρωμής, εφόσον δεν γίνεται η απαιτούμενη πληρωμή, και εφόσον με την απαίτηση πληρωμής των οφειλόμενων, κατά το House of Lords, δεν επέρχεται τέλος στη συμβατική σχέση (δεν τερματίζεται αυτή, παρόλο που η απαίτηση πληρωμής ήταν για το σύνολο του δανείου, που υποδήλωνε επιθυμία να επέλθει τέλος στη συμβατική σχέση, αφού το δάνειο και μετά την απαίτηση πληρωμής του όλου του μπορεί να αποπληρωθεί με δόσεις). Η Pinios δεν ήταν η πρώτη που αναγνώρισε την καθιέρωση της τραπεζικής πρακτικής ή «συνήθους τραπεζικής πρακτικής»[9] της κεφαλαιοποίησης μετά την κατάργηση των Αγγλικών νόμων περί τοκογλυφίας[10], αλλά ήταν η πρώτη, μετά από τότε, που αποφάσισε επί του θέματος της κεφαλαιοποίησης, δίνοντας έμφαση στο εύλογο η οφειλή του τόκου (εκεί η έμφαση[11]), που δεν πληρώνεται όταν πρέπει, να μπορεί να προστίθεται στο κεφάλαιο, και στο εξυπακουόμενο της δυνατότητας, όταν κάποιος συμβάλλεται με Τράπεζα, που απορρέει από την «επιείκεια». Και, η Pinios, ασφαλώς, δεν απέφυγε την κριτική[12]. Από την Αγγλική νομολογία, μπορεί να πει, κανείς, ότι σήμερα θεωρείται, πάντως, νομολογικά σαφές, ότι και πότε επιτρέπεται να κεφαλαιοποιείται και να επιδικάζεται τόκος που έχει κεφαλαιοποιηθεί, εάν αυτό έχει συμφωνηθεί με ρητό ή εξυπακουόμενο τρόπο[13] και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις[14]. Στη διαιτησία υπάρχει, μάλλον, και μεγαλύτερο περιθώριο.

Μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης

Ο λόγος στην Pinios γινόταν για «δικαίωμα» βάσει εξυπακουόμενου συμβατικού όρου, και μετά την έγερση αγωγής[15]και μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης, όπου στην Pinios ο χρόνος έκδοσης της δικαστικής απόφασης παρουσίαζε απόκλιση 9 ετών από την ημερομηνίας της απαίτησης πληρωμής. Η Pinios δεν αποφάσιζε ότι μπορεί, εκεί όπου υπάρχει δικαίωμα κεφαλαιοποίησης, με βάση τα πιο πάνω, και εκδίδεται μια δικαστική απόφαση για το έντοκο χρέος, ο δικαστικός τόκος να επιδικάζεται κι αυτός ως «κεφαλαιοποιούμενος τόκος», με την έννοια του τόκου που μπορεί να κεφαλαιοποιείται στο μέλλον. Η Pinios έκανε λόγο για δικαίωμα κεφαλαιοποίησης μέχρι την πληρωμή ή την έκδοση δικαστικής απόφασης, οποιοδήποτε συμβεί πρώτο, αφήνοντας να νοηθεί ότι, εάν και όταν εκδοθεί δικαστική απόφαση (αυτό είναι το πρώτο), το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει συγκεκριμένο ποσό, ως οφειλόμενο ποσό, που να περιέχει και ανατοκισμό (μέχρι την έκδοση της απόφασης), και ως εκεί. Έπειτα, στη Yourell v Hibernian Bank Ltd [1918] AC 372 γινόταν η διάκριση περίπτωσης στην οποία ο λογαριασμός έχει κλείσει, έπαυσε να λειτουργεί ως ο λογαριασμός της διευκόλυνσης (δανείου), και προωθείται μέτρο επί του χρεωστικού του υπολοίπου, και η επίδικη περίπτωση ήταν το μη κλείσιμο του λογαριασμού με το διορισμό παραλήπτη της υποθηκευμένης περιουσίας (είδος εκτέλεσης της εξασφάλισης).

Η σύγχρονη τάση και των Κυπριακών Τραπεζών είναι να επιδιώκουν και να αξιώνουν, εκτός από την επιδίκαση των τόκων που κεφαλαιοποιήθηκαν, ως στοιχείο της ήδη υφιστάμενης ζημιάς τους (που μπορεί να επιδικαστεί, ως ανωτέρω), και όπως το «δικαίωμα κεφαλαιοποίησης» αναγράφεται και επί δικαστικών αποφάσεων· βασικά να μπορούν να κεφαλαιοποιούν και μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, και μέχρι την εξόφληση του χρέους. Ενισχυμένη θεραπεία. Και υπάρχουν, όντως, σωρεία δικαστικών αποφάσεων, στις οποίες επιδικάζεται τόκος, που μπορεί να κεφαλαιοποιείται στο μέλλον μία ή δύο φορές ετησίως (αναλόγως του συμβατικού δικαιώματος και των εκάστοτε νομοθετικών περιορισμών), μέχρι την πραγματική πληρωμή. Δεν επιδικάζεται απλά ένα συγκεκριμένο ποσό της οφειλής, το οποίο να περιλαμβάνει το χρεωστικό υπόλοιπο με τους όποιους δικαιωματικούς ανατοκισμούς μέχρι την έκδοση της απόφασης, πλέον οποιοδήποτε άλλο ποσό μπορεί να αποδειχθεί ότι συνιστά κάποιου είδους ζημιά, πλέον τόκο επί της οφειλής, στο ύψος του συμβατικού επιτοκίου ή του νόμιμου. Σε κάποιες περιπτώσεις, επιδιώκεται και έκδοση απόφασης με τόκο προς κυμαινόμενο επιτόκιο σύμφωνα με το ύψος του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου με βάση την συμφωνία επί της οποίας εκδίδεται η απόφαση (και σε κάποιες περιπτώσεις επιδικάζεται, όντως, και τέτοιο κυμαινόμενο επιτόκιο)[16]. Είναι προφανές ότι η τραπεζική πρακτική και γενικότερα η εμπορική πρακτική χρειάζεται, πλέον, πιο ευέλικτες δικαστικές θεραπείες, που να καλύπτουν τις εξελιγμένες και ιδιαίτερες ανάγκες τους, και ότι το δίκαιο προχωρά κάπως αργά, στην κατανόηση των βασικών εννοιών, διαδικασιών και αναγκών, και στη νομική κάλυψή τους. Σε κάποιες περιπτώσεις αφήνει έδαφος, ώστε η πρακτική ή χρηματοοικονομική να επιδρούν στο σώμα του δικαίου (δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό, εάν συνυπάρχει και η νομική περίσκεψη).

Η εξέλιξη αυτή, για τις Τράπεζες, μπορεί να ερμηνεύεται ότι σημαίνει διασφάλιση της εξακολούθησης της εφαρμογής της τραπεζικής πρακτικής (που πρέπει να ακολουθούν, είτε πριν είτε μετά την απόφαση) και μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, εφόσον, μεταξύ άλλων, σε πραγματικό χρόνο, συνεχίζει να τηρείται, για σκοπούς ανάκτησης του χρέους, λογαριασμός, που ενημερώνεται, και υφίσταται, κατά κάποιο τρόπο, η σχέση Τράπεζας – πελάτη[17]. Η και ως μια προσπάθεια αποτροπής ζημιάς[18], όχι, ακριβώς, μελλοντικής και αβέβαιης, αλλά υφιστάμενης, ενόσω δεν εξοφλείται το χρέος (περιλαμβανομένων των τόκων). Η εξακολούθηση εφαρμογής της τραπεζικής πρακτικής και μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης δεν ερμηνεύεται, πάντως, από τις Τράπεζες, ως μια κατάσταση που συνεπάγεται διόγκωση της ζημιάς τους (που εάν αντιμετωπίζεται έτσι, δεν τελειώνει με την επιδίκαση συγκεκριμένου ποσού αποζημίωσης, που να ανταποκρίνεται σε όλη την έκταση της ζημιάς που έχουν υποστεί από τη συνεργασία της Τράπεζας με τον συγκεκριμένο πελάτη, με οριστική διακοπή της σχέσης με τον συγκεκριμένο πελάτη).

Για τους οφειλέτες, η ίδια εξέλιξη, μπορεί να σημαίνει μίαν ακατάπαυστα αυξητική πορεία του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, δια της εξακολούθησης του δικαιώματος κεφαλαιοποίησης για κάπως αόριστο χρόνο, που σκοπεί να τους αφανίσει. Μίαν εξαναγκαστική συνέχιση της σχέσης Τράπεζας – πελάτη, εσαεί, μέχρι να εξοφλήσουν, που, ως προσέγγιση (εξαναγκασμός συμβατικής σχέσης και αποκλεισμός δυνατότητας ουσιαστικής διακοπής της, παρά μόνον με την εξόφληση – συμμόρφωση), κρούει κάποια «κουδουνάκια». Ο οφειλέτης, εάν πρέπει να τύχει υπόμνησης, είναι άνθρωπος, δεν είναι ιός, που πρέπει να εξοντωθεί. Και έχει κάποια δικαιώματα, που απορρέουν από την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Αν μη τι άλλο, μπορεί να διερωτηθεί, κανείς, εάν ο οφειλέτης παραλείπει να πληρώσει τον τόκο, όχι γιατί το επιθυμεί, αλλά γιατί δεν έχει τη δυνατότητα, σε τι εξυπηρετεί η αμείλικτη συνέπεια της παράλειψης του να πληρώσει τον τόκο, η κεφαλαιοποίηση, όταν, εκ του αποτελέσματος, το μόνο που μπορεί να κάνει, επαυξάνοντας το κεφάλαιο στο τέλος κάθε περιόδου τόκου, είναι να πηδά σκαλιά ένα χρέος που, ούτως ή άλλως, δεν θα εξοφληθεί; Μήπως η ίδια η κεφαλαιοποίηση αδιάκριτα είναι παράγοντας που συμβάλλει στη δημιουργία οικονομικής κρίσης (ανάμεσα σε άλλους ή σε συνδυασμό με αυτούς)[19]; Η Τράπεζα γιατί πρέπει να διατηρεί αυτή τη σχέση, στη βάση της οποίας, να «δικαιούται» σε κεφαλαιοποίηση; Εξάλλου, μπορεί, κατά την ενδεχόμενη αντίληψή τους, να υπάρχει μεν η παράβαση της τραπεζικής σύμβασης, από μέρους τους, αλλά ο αντισυμβαλλόμενος (Τράπεζα), με τη δυνατότητα κεφαλαιοποίησης εσαεί, δεν αποζημιώνεται απλά (εξάλλου, κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται την κατάλληλη χρονική στιγμή με βάση το δίκαιο των αποζημιώσεων), αλλά πλουτίζει (ενώ η μη είσπραξη μπορεί να οφείλεται και σε δική του αμέλεια, όπως, για παράδειγμα, να μην χρησιμοποιεί άμεσα και αποτελεσματικά τις διαθέσιμες εξασφαλίσεις).

Ο Ν. 160(Ι)/1999, ως τροποποιήθηκε, διασφαλίζει τη δυνατότητα κεφαλαιοποίησης και μετά την απαίτηση πληρωμής, αλλά όχι μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης. Ο περί Δικαστηρίων Νόμος, Ν. 14/1960, στις πρόνοιές του, περί του τόκου που επιδικάζεται, ανάμεσα στις εξουσίες που παρέχει (επιτόκια, περίοδοι, κτλ.), δεν παρέχει εξουσία (και ρητά εξαιρεί το Νόμο αυτό ως πηγή άντλησης τέτοιας εξουσίας[20]) για επιδίκαση «τόκου επί τόκου». Η ρήτρα αποκλεισμού, μάλιστα, μπορεί να ερμηνεύεται ως ex lege απαγόρευση επιδίκασης «τόκων επί τόκων» από το Δικαστήριο. Δεν υπάρχει, όμως, ευθέως, νομοθετική απαγόρευση της κεφαλαιοποίησης (που εμμέσως επιτρέπεται δια της μη απαγόρευσης του ανατοκισμού μέχρι και δύο φορές ετησίως). Είναι, όμως, σημαντικό, που στο Κυπριακό δίκαιο υπάρχουν ορισμένες ήδη νομοθετημένες δυνατότητες:

(α) Σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία για είσπραξη χρέους για το οποίο είναι πληρωτέος τόκος, είτε δυνάμει συμφωνίας ή άλλως ως διά νόμου προβλέπεται, το δικαστήριο να επιδικάζει τόκο σύμφωνα πρoς το συμφωνηθέν ή άλλως διά νόμου πρoβλεπόμεvo επιτόκιο, από την ημέρα που ο τόκος κατέστη απαιτητός μέχρι την τελική αποπληρωμή του, (νοουμένου ότι το επιτόκιο δεν υπερβαίνει το αvώτατo όριo τoυ εκάστoτε υπό του νόμου επιτρεπόμενου επιτοκίου, εάν και όπου υφίσταται).

(β) Εάν δεν συντρέχει η πιο πάνω περίπτωση, σε κάθε δικαστική απόφαση, σε κάθε περίπτωση, να επιδικάζει τόκο – «νόμιμο τόκο» ή «δικαστικό τόκο» (επί του όλου ή μέρους του ποσού που επιδικάζεται), στο ύψος που ορίζει ο νόμος (και αλλάζει κάθε τόσο με Υπουργικό Διάταγμα), ετησίως, από την καταχώρηση της αγωγής (ή σε ορισμένες περιπτώσεις από άλλο χρονικό σημείο, όπως το χρόνο δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος), μέχρι εξόφλησης ή άλλως πώς.

Η έλλειψη κοινής θεωρητικής προσέγγισης της κεφαλαιοποίησης (ουσιαστική ή μεθοδολογική προσέγγιση) είναι αυτή που δημιουργεί, ίσως, αποκλίσεις ή ασάφειες, σε διεθνές επίπεδο. Στην Wilson v Dunbar Bank plc [2008] CSIH 27, 2008 SC 457, 2008 SLT 301 αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάζει τόκο που να κεφαλαιοποιείται μετά την έκδοση της απόφασης. Απεναντίας, στην Bank of America Canada v. Mutual Trust Co., [2002] 2 S.C.R. 601, 2002 SCC 43, του Καναδικού Ανώτατου Δικαστηρίου, υποστηρίχθηκε η δυνατότητα επιδίκασης τόκου που, ο ίδιος, να κεφαλαιοποιείται μέχρι την εξόφληση. Η ύπαρξη κάποιου νομοθετικού προσανατολισμού, στην Κύπρο, διευκολύνει κάπως τα πράγματα, γιατί να μην χαθεί, κανείς, απόλυτα, μέσα στο χάος του Κοινοδικαίου, επί του συγκεκριμένου θέματος.

Στο Κοινοδίκαιο, η διαχρονική λογική του τόκου, εστιάζει στην ύπαρξη ζημιάς του Ενάγοντος, που δημιουργείται από την κατακράτηση οφειλόμενου ποσού από τον Εναγόμενο, η οποία να πρέπει να αποζημιώνεται[21]. Η αξίωση για τόκους συνδέεται με τις αρχές της αποζημίωσης και τη βάση της αγωγής, γιατί δεν υπάρχει αυτοτελής βάση αγωγής για ζημιά που δημιουργήθηκε λόγω καθυστέρησης πληρωμής χρέους ή αποζημίωσης[22], αλλά η επιδίκαση τόκων είναι το εργαλείο αντιμετώπισης τέτοιας ζημιάς. Είναι, δηλαδή, αξίωση και απόδοση θεραπείας, εκεί όπου υπάρχει ασθένεια, αλλά όχι χωρίς αυτήν. Και όταν γίνεται η διάγνωση, και συνταγογραφείται και η θεραπεία, τέλος. Υπάρχει, έτσι, η ροπή αναζήτησης της «ζημιάς» και στην κεφαλαιοποίηση του οφειλόμενου τόκου. Και παρόλο που δεν είναι δύσκολο να φτάσει, κανείς, στη θεωρία ότι, η παράλειψη πληρωμής οφειλής τόκου (που αναμένεται να εισπραχθεί και να επενδυθεί από τον πιστωτή) δημιουργεί πρόσθετη ζημιά, που πρέπει, με τη σειρά της, να αποζημιώνεται, αυτή η ανάγκη αναζήτησης της ζημιάς δεν μπορεί να δει την κεφαλαιοποίηση ως το καταλληλότερο εργαλείο για την αντιμετώπισή της, και εγκλωβίζεται στο σχήμα «τόκος επί τόκου». Την βλέπει σαν μια μηχανή αδιάκοπης δημιουργίας τεχνητού χρέους, που δεν αφορά σε συγκεκριμένη πραγματική ζημιά, ενώ, παράλληλα, γίνεται με έναν ανέλεγκτο αυτοματισμό, που εκτρέπεται από το κλασικό δίκαιο των αποζημιώσεων (δίδεται η επιπλέον θεραπεία εκ των προτέρων, χωρίς να εξετάζεται ο ασθενής στο χρόνο που υποτίθεται υφίσταται τη ζημιά, κατά το χρόνο της παράλειψης απόδοσης της ήδη εγκεκριμένης θεραπείας, εάν χρειάζεται περαιτέρω ή ενισχυμένη θεραπεία).

Ο Ενάγων δικαιούται σε τόκο, εάν αξιώνει τόκο βάσει σύμβασης που περιέχει εκτελεστό συμβατικό δικαίωμα τόκου (ρητά ή εξυπακουόμενα). Η δυνατότητα αυτή στην Κύπρο είναι και νομοθετημένη. Η μερική αυτονομία (εάν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έτσι) της αξίωσης τόκου (βάσει της σύμβασης), επιτρέπει την επιδίκαση τόκου και μετά την έκδοση της απόφασης, ως η σύμβαση (ή «σύμφωνα» με τη σύμβαση), δηλαδή που να υπερβαίνει το «νόμιμο τόκο». Η νομοθετημένη επιφύλαξη του ανώτατου νομοθετικού ορίου τέθηκε άνευ αντικειμένου, όταν καταργήθηκε ο περί Τόκου Νόμος, Ν. 2/1977 (που το έθετε στο 9%), με το Ν. 160(Ι)/1999. Η δυνατότητα κεφαλαιοποίησης (που επιτρέπεται νομοθετικά)[23], στο βαθμό που προβλέπεται στη σύμβαση και συνιστά τον συμβατικό τόκο, δεν εξαιρείται από τις δικαστικές δυνατότητες, εφόσον το Δικαστήριο μπορεί, με βάση το νόμο, να επιδικάσει τόκο «σύμφωνα με τη σύμβαση», άρα και κεφαλαιοποιούμενο τόκο ή τόκο που υπόκειται σε κεφαλαιοποίηση. Το εργαλείο αποζημίωσης προβλέπεται στη σύμβαση και, στην πληρότητά του, αυτό περιλαμβάνει συγκεκριμένο ύψος, συγκεκριμένη περίοδο τόκου, και συγκεκριμένο τρόπο υπολογισμού, για να καλύπτει την προβλεπόμενη, στη σύμβαση, ζημιά του Ενάγοντος. Η δυνατότητα επιδίκασης τόκου «σύμφωνα» με τη σύμβαση δεν συναντά κάποιον άλλο συναφή περιορισμό.

Η άλλη περίπτωση, στην οποία ο Ενάγων πιθανόν να δικαιούται σε τόκο, με βάση το Κοινοδίκαιο, είναι όταν έχει υποστεί απώλεια τόκων και μπορεί να αποδείξει την προβλεψιμότητα της απώλειας, στην παράβαση της σύμβασης, δηλαδή, ότι ο Εναγόμενος γνώριζε τις ειδικές περιστάσεις που θα οδηγούσαν τον Ενάγοντα σε απώλεια τόκων, περίπτωση στην οποία, και πάλι, μπορεί να επιδικαστεί τόκος που υπόκειται σε κεφαλαιοποίηση. Είναι με εξαιρετική φειδώ που τα Αγγλικά Δικαστήρια αποδέχονται τη δυνατότητα αξίωσης τόκου σε αποκαταστατική βάση, πλην κάποιων εξαιρέσεων· η αξίωση ότι ο Εναγόμενος πλούτισε αδικαιολόγητα, χωρίς άλλο, δεν δίνει βάση για αυτοτελή αξίωση τόκου, ακόμα κι αν ο Εναγόμενος, όντως, κέρδισε τόκους, από χρήματα που πλήρωσε ο Ενάγων αχρεωστήστως σε αυτόν, και εξαιτίας αυτών. Ομοίως και στη δικαιοδοσία της επιείκειας, όπου οι τόκοι επιδικάζονται μεν ως θέμα ρουτίνας, η κεφαλαιοποίηση επιδικάζεται κατ’ εξαίρεση, σε ορισμένες περιορισμένες περιπτώσεις (π.χ. απάτη, παράβαση εμπιστευτικών καθηκόντων, κτλ.). Στην Αυστραλία, τον Καναδά και τη Σιγκαπούρη ή και αλλού τα πράγματα είναι κάπως πιο φιλελεύθερα, σε σχέση με την επιδίκαση τόκων σε βάση κεφαλαιοποίησης.  Όσον αφορά την Κύπρο, ίσως και λόγω των νομοθετικών δυνατοτήτων, είναι, από κάποια άποψη, θετικό το ότι τα εγχώρια Δικαστήρια επιδικάζουν, πλέον, κι αυτά, με σχετική ευκολία, την κεφαλαιοποίηση, στη βάση των περιστάσεων και του περιεχομένου των επίδικων συμφωνιών, χωρίς ιδιαίτερη ανάλυση οποιωνδήποτε άλλων ενδεχόμενων (ή και φανταστικών κάποτε) προβλημάτων, που, πάντως, στην πράξη, δεν προέκυψαν ακόμα. Από κάποια άλλη άποψη, δεν λείπει ο προβληματισμός.

Σημεία

Όπως λέχθηκε, η θεώρηση της κεφαλαιοποίησης ως ουσιαστικού δικαιώματος που γεννάται σε περίπτωση μη πληρωμής του τόκου, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η παράλειψη πληρωμής του, βρίσκει ευκολότερα κάποια εμπόδια στη νομική σκέψη. Αφενός, στην ex lege απαγόρευση επιβολής τόκων επί τόκων, αφετέρου στις ουσιαστικές θεωρίες περί αποζημίωσης. Αντίθετα, η θεώρηση της κεφαλαιοποίησης ως μεθόδου υπολογισμού του τόκου (ο οποίος ένας είναι), βρίσκει ένα κάπως πιο καλό θεωρητικό έρεισμα. Ειδικότερα, ο τόκος ένας είναι (σε συγκεκριμένο ποσοστό, είδος – χρεωστικός ή πιστωτικός – και αφορά σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο), και επιβάλλεται πάντα επί του κεφαλαίου. Η κεφαλαιοποίηση του εν λόγω τόκου συνιστά πρακτικό τρόπο ή ειδική μέθοδο υπολογισμού του, εφόσον αυτός καλύπτει την περίοδο τόκου, καθίσταται πληρωτέος, και δεν πληρώνεται· δεν συνιστά διαφοροποίηση ή επαύξηση του τόκου που ισχύει, ανεξαρτήτως εάν, ως συνέπεια της μετατροπής του σε κεφάλαιο, αυτός, ουσιαστικά, ανατοκίζεται στις επόμενες περιόδους τόκου. Η βάση του τοκισμού δεν αλλάζει και εξακολουθεί να είναι το κεφάλαιο, στο οποίο είτε αφαιρέθηκαν πληρωμές που έγιναν έναντι, είτε προστέθηκαν οι οφειλές που δημιουργήθηκαν δια της παράλειψης πληρωμής του τόκου.

Ο ανατοκισμός είναι έμμεση συνέπεια της κεφαλαιοποίησης, αφού άμεση συνέπειά της είναι η επαύξηση του κεφαλαίου. Οι υποστηρικτές της ιδέας της κεφαλαιοποίησης τείνουν να βλέπουν το κεφάλαιο σαν ένα ζωντανό φυτό, που όσο υφίσταται (χρεωστικό ή πιστωτικό), μεγαλώνει, παραλληλίζοντας και τη διαδικασία της κεφαλαιοποίησης με μια φυσική ή φυσιολογική διαδικασία στη «ζωή» του κεφαλαίου, ως η θρέψη του[24]. Η ηθική της μετατροπής του τόκου σε κεφάλαιο δεν εκφράζεται επαρκώς με το επιχείρημα του συγκεκριμένου παραλληλισμού. Απλά, ο τόκος, που διανύει την περίοδό του, και, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, που καθίσταται πληρωτέος, κλειδώνει ποσοτικά, στην πλέον φυσιολογική του εξέλιξη, παύει να θεωρείται τρέχων τόκος, και λαμβάνει τη μορφή συγκεκριμένου εισπρακτέου ποσού, κεφαλαίου. Η προσθήκη αυτού του κεφαλαίου του «κλειδωμένου τόκου» σε κάποιο άλλο κεφάλαιο, στο κεφάλαιο της κυρίως οφειλής, στην ανοιχτή πηγή (μέχρι να εισπραχθεί), η συνένωση των κεφαλαίων, όταν δεν είναι επιθυμητή ή πραγματικά δικαιολογημένη, αναπόφευκτα, έρχεται αντιμέτωπη και με σωρεία ηθικονομικών προβλημάτων, που πάντα υπάρχουν διαθέσιμα. Η πραγματική δικαιολόγηση, στην προκειμένη περίπτωση, η συνεχόμενη παράλειψη πληρωμής, μπορεί να μην είναι πλήρως ικανοποιητική, με την έννοια ότι, το κεφάλαιο του «κλειδωμένου τόκου», εάν λογίζεται μόνο του, θα αυξάνεται και το ίδιο, ούτως ή άλλως, γιατί σε αυτό θα προστίθενται νέα κεφάλαια «κλειδωμένων τόκων», από την ανοιχτή πηγή (κεφάλαιο κυρίως οφειλής). Το ζήτημα, όμως, δεν είναι να τερματιστεί κάποια εξαντλητική ηθικονομική προσέγγιση ή να επιτευχθεί ο τελειότερος παραλληλισμός (εάν ο τόκος είναι ποτάμι που ξεκινά και πρέπει να καταλήγει στη θάλασσα, ή εάν είναι καρπός που όταν «ωριμάζει», πέφτει, ή κάτι άλλο).

Ενώ οι απόψεις μπορούν και επιβάλλεται να ποικίλουν, ό,τι επιχειρείται να τονιστεί, εν προκειμένω, είναι, τα εξής:

(α) Η επιδίκαση του ήδη κεφαλαιοποιημένου τόκου (που έχει ήδη καταστεί κεφάλαιο – «κεφάλαιο τόκων») και ο τόκος που επιδικάζεται να μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί είναι δύο διαφορετικά πράγματα·

(β) Παρόλο που στην πρακτική η ιδέα του «απλού τόκου» έχει εγκαταλειφθεί, στο δίκαιο, είναι ακόμα νομολογιακά πιο βατή η περίπτωση επιδίκασης κεφαλαιοποιημένων τόκων μέχρι και την έκδοση της απόφασης, παρά η επιδίκαση επιτοκίου σε βάση κεφαλαιοποίησης (post-judgment compound interest), η οποία διόλου αυτονόητη είναι (αλλά συνδέεται στενά με το περιεχόμενο των επίδικων συμβάσεων και τις πραγματικές περιστάσεις)·

(γ) Η κεφαλαιοποίηση, ως τρόπος υπολογισμού του τόκου, ανεξαρτήτως της ηθικονομικής του προσέγγισης, η οποία, ούτως ή άλλως, δεν είναι επιδεκτική γενικεύσεων, και ανεξαρτήτως οποιασδήποτε θεωρητικής ή πρακτικής προσέγγισης σε άλλους τομείς, στη νομική επιστήμη και στη δικαστηριακή πρακτική, μπορεί να συνιστά ένα εργαλείο, και δη ένα πολύ χρήσιμο ευέλικτο εργαλείο μέτρησης – ρύθμισης της αποζημίωσης (γενικότερα), γιατί διαθέτει ένα εσωτερικό απλό, σταθερό και ακριβή μηχανισμό αντίδρασης στην παράλειψη (που είναι η ζημιογόνος συμπεριφορά) και επαύξησης σε περίπτωση μη πληρωμής, κατ’ αναλογία· επομένως, μπορεί να χρησιμοποιείται διακριτικά (και προς περιορισμό του βλαπτικού αυτοματισμού ή προς χαλιναγώγηση κάποιας κατάστασης που έχει εκτραπεί) στη δικαστηριακή πρακτική, να διατίθεται γενικότερα μέσα στο μεγάλο δοχείο των διαθέσιμων θεραπειών, εάν οι περιστάσεις συγκεκριμένων υποθέσεων το απαιτούν (να αξιοποιηθεί ως εργαλείο και να αναπτυχθεί νομικά).

(δ) Ότι ο κεφαλαιοποιούμενος τόκος συνιστά απαραίτητη γνώση που διδάσκεται σε παιδιά, σε σχολεία, σε άλλες περιοχές του κόσμου (π.χ. Νότιο Αφρική)[25] και γίνονται έρευνες[26] για τη διαπίστωση και μέτρηση της επάρκειας της (απαραίτητης) γνώσης των πολιτών (όλων των ηλικιών) σχετικά με την κεφαλαιοποίηση (και πώς αυτή να χρησιμοποιείται ορθά ή να αντισταθμίζονται οι κίνδυνοί της)[27], το ότι, επίσης, σπουδαία μυαλά των επιστημών αναλώνονται για να εφεύρουν φόρμουλες υπολογισμού και μηχανισμούς παράκαμψης κάποιων πιθανοτήτων, θα πρέπει, ίσως, (εκτός από το να δημιουργεί αγανάκτηση ή χαρά, αναλόγως της θέσης), να δίνει κάποιες μικρές ενδείξεις πως, η ανάσυρση επιχειρημάτων από την αρχαιότητα για τη διαμόρφωση κάποιας μόνιμης νομικής κατάστασης, αντίθετης από αυτήν που έχουν διαμορφώσει οι «νόμοι της κεφαλαιοποίησης», καταρχάς, δεν επαρκεί (πόσο μάλλον όταν δεν εισφέρει ένα φρέσκο φιλοσοφικό επιχείρημα, που να τακτοποιεί καλύτερα τα νοήματα και τις σκέψεις). Στη νομική προσέγγιση της κεφαλαιοποίησης υπάρχουν τεκμηριώσεις αλλά και ασάφειες που δημιουργούν κενά, αλλά το δίκαιο δεν είναι μόνο θεωρία και ηθική, ώστε σε μια μάχη απόψεων, απλά, να επικρατεί η πιο καλή. Η οικονομική κρίση, από την άλλη, δεν είναι παράγοντας αδιάφορος, για τη διαμόρφωση προσωρινών νομικών καταστάσεων, ασφαλώς, με την επίγνωση της προσωρινότητάς τους και των λόγων αυτής, και την παράλληλη διασφάλιση της ελάχιστης ισορροπίας, και της λήξης.

Εάν η δικαστική απόφαση που επιδικάζει τόκο σιωπά, ως προς τον τρόπο υπολογισμού του τόκου, με βάση τα υφιστάμενα δεδομένα, ο τόκος που επιδικάζεται τεκμαίρεται, καταρχάς, ότι δεν υπολογίζεται με κεφαλαιοποίηση.  Η τάση να γίνεται υπολογισμός με κεφαλαιοποίηση και σε εκείνες τις περιπτώσεις δεν είναι ξένη. Εάν γίνεται τέτοια κεφαλαιοποίηση μετά την έκδοση της απόφασης, το πιο πιθανό είναι, κάποια στιγμή, να προκύψει αμφισβήτηση, σε σχέση με το υπόλοιπο του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, είτε από τον οφειλέτη είτε από τον εκτελεστή της απόφασης, σε συνάρτηση με πληρωμές που τυχόν θα έχουν γίνει έναντι. Έπειτα, εάν σκοπείται είσπραξη δια μέτρων εκτέλεσης, να μην εισπραχθεί όλο το ποσό που ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής υπολογίζει ως οφειλόμενο (γιατί κατά την εκτέλεση θα εφαρμοστεί διαφορετική φόρμουλα). Το (προς το παρόν πιο) ασφαλές είναι να επιδικάζεται ξεκάθαρα η μέθοδος του υπολογισμού του τόκου στη βάση της κεφαλαιοποίησης, όταν υφίσταται το ουσιαστικό δικαίωμα, στο βαθμό που η μέθοδος επιδρά στην έκταση της υποχρέωσης πληρωμής, που είναι ουσιώδης για την επίλυση της διαφοράς που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου[28]. Σε περίπτωση που υπάρχει «δικαίωμα κεφαλαιοποίησης» που δεν καλύπτεται από τη δικαστική απόφαση, αλλά εξακολουθεί να απορρέει από κάπου (ενεργός σύμβαση, νόμος, κτλ.), δικαιολογώντας την εφαρμογή της μεθόδου υπολογισμού με κεφαλαιοποίηση και μετά την έκδοση της απόφασης, η διαφορά υπολοίπου, που τυχόν θα προκύψει, μπορεί να μην υπόκειται σε νέο μέτρο, για διάγνωση και εκτέλεση, και (με τη φιλελεύθερη θεώρηση του ζητήματος) να καλύπτεται από την υφιστάμενη διάγνωση. Εάν όχι, θα πρέπει να εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή η δυνατότητα νέου μέτρου για τη διαφορά. Εάν το «δικαίωμα κεφαλαιοποίησης» διεκδικήθηκε και εγκαταλείφθηκε στο πλαίσιο του δικαστικού συμβιβασμού, και η εγκατάλειψή του είναι μέρος του δικαστικού συμβιβασμού ή και προϋπόθεσή του, τότε για την ίδια συμβατική περίοδο και σχέση που έτσι συμβιβάστηκε, δεν αποκλείεται μεταγενέστερη αξίωση κεφαλαιοποιημένων τόκων να βρεθεί να προσκρούει αλλού.

Τελικά, το ότι η κεφαλαιοποίηση είναι πιο πολύπλοκη από τη θεωρία της σχετικότητας το είπε, όντως, κάποιος; Αν δεν το είπε, τελικά, ο Αϊνστάιν, σύμφωνα με τις φήμες, θα είχε πει, μάλλον, μέσα από τη διάσημη εξίσωση E = mc2, εμμέσως, και ότι μια μικρής ποσότητας μάζα μπορεί, κεφαλαιοποιούμενη, κεφαλαιοποιούμενη, και κεφαλαιοποιούμενη, ξανά, ξανά, και ξανά, να καταλήξει σε μια απίστευτη ποσότητα «ενέργειας».

————————–

[1] Η λέξη «ανατοκισμός» ή “anatocism” δεν θεωρώ ότι είναι ικανοποιητικός, ως όρος, στη νομική ορολογία, για να αποδώσει την ύπαρξη ενός ξεχωριστού είδους τόκου. Ο τόκος ένας είναι και επιβάλλεται πάντα επί κεφαλαίου.

[2] Στην επιχειρηματική και χρηματοοικονομική υπάρχει και ο όρος του συνεχούς τόκου (continuous interest), και γίνονται διακρίσεις, αλλά και η κεφαλαιοποίηση μπορεί να διακρίνεται περαιτέρω.

[3] Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος Ν. 160(Ι)/1999.

[4] Witt, R. (1613). Arithmeticall questions touching the buying or exchange of annuities; taking of leases for fines, or yearly rent; purchase of fee-simples; dealing for present or future possessions. Έκδοση από EEBO Editions, ProQuest (Δεκέμβριος 14, 2010).

[5] Από την άλλη, εάν η εφαρμογή της ίδιας πρακτικής στη μία και στην άλλη περίπτωση δεν εξυπηρετεί σε οτιδήποτε πέραν της καθιέρωσης μιας κοινωνιολογικής κατάστασης όπου οι φτωχοί (μη έχοντες) γίνονται φτωχότεροι και οι πλούσιοι (κατέχοντες) γίνονται πλουσιότεροι, τι σημασία μπορεί να έχει;

[6] Προηγούμενα στην London, Chatham & Dover Ry. Co. v. S. E. Ry. Co., [1893] A.C. 429, 440 (H.L.).

[7] Lord Clancarty v Latouche (1810) 1 Ball & B 420 σελ. 429-430

[8] Eaton v Bell (1821) 5 B & Ald 34, 106 ER 1106

[9] Parr’s Banking Co Ltd v Yates [1898] 2 QB 460 σελ. 467 και Yourell v Hibernian Bank Ltd [1918] AC 372 σελ. 385 καιIRC v Holder [1931] 2 KB 81 σελ. 96

[10] Βλ και In IRC v Lawrence Graham & Co [1937] 2 All ER 1 σελ. 8, [1937] 2 KB 179, που αναγνώριζε τη νομιμότητα μιας συμφωνίας κεφαλαιοποίησης μετά την κατάργηση των περί τοκογλυφίας νόμων, και παρέπεμπε, με τη σειρά της, στις Lord Clancarty v Latouche (1810) 1 Ball & B 420) και Ex p. Bevan ((1803) 9 Ves 223, 32 ER 588), αλλά και στηνHolders case [IRC v Holder [1932] AC 624, [1932] All ER Rep 265].

[11] Βλ και τη Σκωτική Reddie v Williamson (1863) 1 M 228 (ή Crosskill v Bower τον ίδιο χρόνο)

[12] Ellinger, E. P., Lomnicka, E., & Hare, C. (2011). Ellinger’s Modern Banking Law (σελ. 763). UK: Οxford University Press.

[13] Morgan v Mather (1792) 2 Ves 15· και Lord Clancarty v Latouche (1810) 1 Ball & B 420· και Newell v Jones (1830) 4 C & P 124· και cf Fergusson v Fyffe(1841) 8 Cl & Fin 121, HL· και Crosskill v Bower, Bower v Turner (1863) 32 Beav 86· και National Bank of Greece SA v Pinios Shipping Co [1990] 1 AC 637, [1990] 1 All ER 78, HL.

[14]  A-G v Alford (1855) 4 De GM & G 843; Burdick v Garrick (1870) 5 Ch App 233· και Fergusson v Fyffe (1841) 8 Cl & Fin 121, HL· και Boddam v Ryley (1787) 4 Bro Parl Cas 561, HL· και Ex p Bevan (1803) 9 Ves 223. Βλ. και στο δίκαιο της επιείκειας Westdeutsche Landesbank Girozentrale v. Islington London Borough Council, [1996] A.C. 669, 702 (H.L.) καιWallersteiner v. Moir, [1975] 1 Q.B. 373 (Eng. C.A.).

[15] Yourell v Hibernian Bank Ltd [1918] AC 372

[16] Αν και ούτε αυτό θα έπρεπε να εκπλήττει, καθότι και η δυνατότητα κεφαλαιοποίησης μετά την έκδοση της απόφασης συνιστά, κατά κάποιο τρόπο, «κύμανση κεφαλαίου». Παρόλα αυτά, έχω την πεποίθηση ότι, η έκδοση απόφασης για κυμαινόμενο επιτόκιο σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της Τράπεζας κτλ., ενέχει κάπως μεγαλύτερο βαθμό αοριστίας.

[17] Αν και η Yourell ήταν κάπως πιο προσεκτική, ώστε να μην αφήσει να νοηθεί ότι η διατήρηση από τον πιστωτή συγκεκριμένου λογαριασμού, για σκοπούς είσπραξης του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, μπορεί να σημαίνει και διατήρηση της (συμβατικής) σχέσης, επειδή, απλά, ο πιστωτής συμβαίνει να είναι Τράπεζα που λειτουργεί με συγκεκριμένο τρόπο. Απεναντίας.

[18] Που φάνηκε δίκαιη στο Supreme Court of Canada, στην Bank of America Canada v. Mutual Trust Co. [2002] 2 SCR 601.

[19] Βλ. και Hudson, M. (2007). Why the “miracle of compound interest” leads to financial crises? Στο συνέδριο “Financial Crises in Capitalism”, Aug. 27, 2007, στο Oslo (Suecia).

[20] Άρθρο 33(3).

[21] Harbutt’s Plasticine Ltd v Wayne Tank and Pump Co Ltd [1970] 1 QB 447 σελ. 468 (CA)

[22] London, Chathman, and Dover Railway Co v South Eastern Railway Co [1893] AC 429· και President of India v La Pintada Compania Navigacia SA (The La Pindata) [1985] AC 104· και President of India v Lips Maritime [1988] AC 395.

[23] Director-General of Fair Trading v First National Bank Plc [2002] 1 AC 481.

[24] Donald, D. W. A. (1953). Compound Interest And Annuities-Certain (σελ. 2-3). UK: Cambridge University Press.

[25] Pournara, C. (2013). Teachers’ knowledge for teaching compound interest. Pythagoras34(2), 1-10.

[26] Song, S. (2015). Financial Illiteracy and Pension Contributions: A Field Experiment on Compound Interest in China.SSRNhttp://ssrn.com/abstract=2580856

[27] Βλ. και Binswanger, J. & Carman, K. G. (2010). The Miracle of Compound Interest: Does Our Intuition Fail? Netspar Discussion Paper No. 12/2010-079. SSRN:http://ssrn.com/abstract=1730248· και Lusardi, Α. & Mitchell, O. S. (2007). Financial Literacy and Retirement Planning: New Evidence from the Rand American Life Panel. Working Paper· και Lusardi, A. & Mitchell, O. S. (2008). Planning and Financial Literacy: How Do Women Fare?. American Economic Review, Papers and Proceedings, 98(2), 413-417· και Lusardi, A., Mitchell, O. S., & Curto, V. (2009). Financial Literacy among the Young: Evidence and Implications for Consumer Policy. NBER Working Paper 15352.

[28] Βέβαια, στην έκταση της υποχρέωσης μπορεί να επιδρούν και άλλοι παράγοντες, όπως ο τρόπος καταλογισμού των πληρωμών που γίνονται έναντι του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, που, επίσης, δεν αναγράφονται σε κάποια δικαστική απόφαση, που προβαίνει σε δικαστική διάγνωση των αμφισβητούμενων ή περιβολή με δικαστικό τύπο συγκεκριμένων συμφωνημένων λεπτομερειών και όχι όλων των λεπτομερειών της σχέσης.

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Η κεφαλαιοποίηση του τόκου

  1. Ιωάννα

    Καλησπέρα σας, το πιο πάνω άρθρο ποιό έτος δημοσιεύθηκε; Είναι απόκομμα κάποιου συγγράμματος;

    1. Χρίστια Α. Μίτλεττον

      Καλημέρα. Το άρθρο δημοσιεύτηκε το 2016 (21.08.2016). Έχω αλλάξει τις ρυθμίσεις για να φαίνεται στο πλαίσιο ημερομηνίας. Το άρθρο δεν περιλαμβάνεται σε κάποιο έντυπο σύγγραμμα. Ευχαριστώ πολύ.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.