Σημειώσεις ποινικού δικαίου: Η «γνώση» και η «πεποίθηση» ως στοιχεία του mens rea, αδικήματα κατά της απονομής της Δικαιοσύνης, και ο θεσμός της ιδιωτικής ποινικής δίκης

1340551485569_3909894

Υπήρξε, αυτές τις ημέρες, κάποια τοπική είδηση περί άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης για «ψευδή κατάθεση στην Αστυνομία» από ιδιώτη, και υπάρχουν διάφορες ευκαιριακές σκέψεις, που δίνουν αφορμή για (σύντομη και πρόχειρη) αναφορά στις διαβαθμίσεις του mens rea (που είναι, ίσως, το πιο δύσκολο και διφορούμενο κεφάλαιο του ποινικού δικαίου και της δικαστικής ψυχολογίας), σε συνάρτηση με τα άρθρα 114 ΠΚ και 115 ΠΚ (του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα), και, στο πλαίσιο αυτών, έστω ακροθιγώς, στο «θεσμό» της ιδιωτικής ποινικής δίωξης στην Κύπρο.

Η αφορμή που δίνει το άρθρο 114

Το άρθρο 114 ΠΚ, υπό τον πλαγιότιτλο «Ψευδείς Πληροφορίες σε Αστυνομικό» / «Giving false information to police», δίνει την αφορμή αυτή, λόγω κάποιου ολισθήματος στη μετάφραση του, από την Ελληνική γλώσσα στην Αγγλική. Προνοεί το άρθρο αυτό:

Όποιος, γνωρίζει ή έχει λόγο να πιστεύει ότι διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα, παρέχει πληροφορίες για αυτό σε αστυνομικό ή άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για τη διενέργεια ανάκρισης για τέτοιο αδίκημα, τις οποίες αυτός γνωρίζει ή πιστεύει ότι είναι ψευδείς, είναι ένοχος ………….

~~~

Any person who knowing or having reason to believe that an offence has been committed, gives any information respecting that offence to any police officer or person authorized to inquire into such offence which he knows or believes to be false, is guilty ………….

Καταρχάς, στην απλή προσέγγιση του άρθρου αυτού, μπορεί να γίνει αναγωγή στο άρθρο αυτό, γεγονότων, σε περιπτώσεις όπου εκκρεμεί διερεύνηση συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος, και κάποιος καταθέτει γι’ αυτό, στον ποινικό ανακριτή, ψευδή στοιχεία (π.χ. ότι κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος ο ίδιος ήταν μαζί με τον ύποπτο, άρα ….,  ή ότι σε ένα αδίκημα οδικής αμέλειας το αυτοκίνητο το οδηγούσε ο ίδιος και όχι ο ύποπτος ανήλικος οδηγός, άρα…) προς αποπροσανατολισμό ή εκτροπή της ποινικής διερεύνησης ή αλλοίωση του ενδεχόμενου αποτελέσματός της (π.χ. αποφυγή κατηγορίας συγκεκριμένου προσώπου, για κάποιους λόγους). Η διάταξη δεν εφαρμόζεται, ασφαλώς, αποκλειστικά σε πληροφορίες που σκοπούν στην αποφυγή της ποινικής δίωξης, αλλά και σε πληροφορίες που, ενδεχομένως, να την προκαλούν. Ο λόγος γίνεται, εν πάση περιπτώσει, για ψεύδος για το υπό διερεύνηση αδίκημα, ψεύδος που, είτε αφορά σε πρόσωπα, είτε αφορά στις συνθήκες διάπραξης, είτε σε οτιδήποτε άλλο, σχετικά με τις παραμέτρους του αδικήματος, και μέσα σε υφιστάμενο πλαίσιο διερεύνησης του συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος, εφόσον, κατά τεκμήριο, βάσει του ψεύδους αυτού και κάθε ψεύδους που σχετίζεται με υπό διερεύνηση αδίκημα, μπορεί να εκτραπεί η ποινική έρευνα και να αποκλίνει από την αλήθεια σε σχέση με το αδίκημα, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται (π.χ. απώλεια χρόνου, παρέμβαση σε δικαιώματα τρίτων, κλπ.).

Η διατύπωση του άρθρου 114 ΠΚ στην Αγγλική ομοιάζει, αναμενόμενα, με αυτήν που είχαν ή έχουν ακόμα, κληρονομιά τους, κάποιες χώρες του Κοινοδικαίου[1]. Η απόδοση του άρθρου, όπως έγινε στην Ελληνική γλώσσα, στον Κυπριακό Ποινικό Κώδικα, δεν είναι, ίσως, τέλεια. Καταρχάς, η εντύπωση είναι ότι, είτε (α) απουσιάζει ένας σημαντικός σύνδεσμος, το «ενώ», μετά το κόμμα της πρώτης λέξης «Όποιος,», ή έστω ένα «και» πριν το «παρέχει», που βασικά να αποδίδει τον συγχρονισμό της γνώσης ή εύλογης πεποίθησης ότι διαπράχθηκε αδίκημα με τη συμπεριφορά (παροχή ψεύδους), είτε (β) αφαιρείται άλλως πώς η διάρκεια ή ο τρόπος ή η διάθεση από τα ρήματα εις «–ing», ως θα μπορούσε να περιγράψει, ίσως, η πάλαι ποτέ «επιρρηματική μετοχή» ή απλά η μετοχή ενεστώτα ενεργητικής φωνής (γνωρίζοντας / έχοντας λόγο να πιστεύει).

Φαίνεται ότι η μετάφραση έγινε ως να έλεγε το Αγγλικό κείμενο «Any person who knows or has…» ή «Any person knowing or having…» και όχι «Any person who knowing or having…. gives», επομένως υπάρχει σύνδεση με το υποκείμενο «όποιος γνωρίζει» (η τοποθέτηση κόμματος μετά το «όποιος» δεν βοηθά ιδιαίτερα), αντί με το ψυχοπνευματικό τρόπο παροχής του ψεύδους, «με γνώση» ή «εν γνώσει», όπως αναφέρεται και στην ερμηνευτική διάταξη (όπου, και πάλι, η απόδοση του «εν γνώσει», στην ερμηνευτική διάταξη, δεν είναι πλήρως ικανοποιητική, αν την προσέξει κανείς). Η έλλειψη χρήσης συνδέσμου ή απόδοσης των εις «–ing» ρημάτων με μετοχή ενεργητικού ενεστώτα, τείνει να καθιστά κύρια, την πρόταση που έπρεπε (ως στο Αγγλικό κείμενο) να είναι εξαρτημένη. Διατηρεί, δηλαδή, τα ρήματα «γνωρίζει» και «έχει» ως τέτοια σε κύρια πρόταση, αντί ως ρηματικούς τύπους (μετοχές) ή συνοδευόμενα από συνδέσμους που να δηλώνουν τον τρόπο ενέργειας του ρήματος «παρέχει» (γνωρίζοντας κάτι είναι που παρέχει το ψεύδος / έχοντας λόγο να πιστεύει ότι κάτι είναι που παρέχει το ψεύδος). Αυτό σημαίνει, στο πεδίο, ότι, αντί να προσδιορίζει, στην προκειμένη περίπτωση, τον τρόπο με τον οποίο ή την ψυχοπνευματική κατάσταση υπό την οποία ο δράστης πράττει την πράξη της κύριας πρότασης (παρέχει – το ψεύδος) δημιουργεί, κατά κάποιο τρόπο, πρόσθετη πράξη ή στιγμιαία εκδήλωση του δράστη, στην οποία να μπορεί να παρασυρθεί, κανείς, και να προσεγγίσει κάπως διαφορετικά τη «γνώση», για τους σκοπούς της στοιχειοθέτησης.

Η γνώση ή η (λογική) πεποίθηση (γίνεται προς το παρόν αναφορά μόνο στη γνώση, αλλά θα εξηγηθεί και η εύλογη πεποίθηση), ως στοιχεία του mens rea (όπως αποδίδονται με τη μετοχή ενεργητικού ενεστώτα) είναι ένα πράγμα. Η «γνώση» που βρίσκεται στην εξωτερική περίμετρο του αδικήματος, ως στοιχείο του actus reus (εάν μπορεί να νοηθεί και έτσι), είναι άλλο πράγμα. Τα στοιχεία εξωτερίκευσης στη μία και στην άλλη περίπτωση (όπου πάντα για τέτοια γίνεται ο λόγος) και η έμφαση σε αυτά είναι που διαφέρουν ουσιαστικά, αλλά και η προϋπόθεση συγχρονισμού του mens rea με το actus reus. Στην πρώτη περίπτωση (που είναι η συνήθης περίπτωση του «knowingly» ή «knowing or believing» στα νομοθετικά κείμενα) αρκούν τα περιστατικά στοιχεία που καταδεικνύουν την ψυχοπνευματική κατάσταση του δράστη κατά το χρόνο του actus reus, ενόσω διαρκεί η πράξη (εξ’ ου η σημασία του συγχρονισμού)· στη δεύτερη περίπτωση, μπορεί να δημιουργείται ο κίνδυνος να αναζητείται πράξη ειδικά του δράστη που να δηλώνει γνώση ή πεποίθηση του σε άλλο χρόνο ή να αυξάνει αυθαίρετα το mens rea και να το ενισχύει με περισσότερο βουλητικό στοιχείο (να το ερμηνεύει ως σκοπό ή πρόθεση), επειδή, ακριβώς, το συνδέει με το πρόσωπο του δράστη («όποιος γνωρίζει» ή «όποιος, γνωρίζει…»), αντί να το διατηρεί στο ελάχιστα πιο αφηρημένο επίπεδο «εν γνώσει» ή «γνωρίζοντας».

Η γνώση και η πεποίθηση ως στοιχεία του mens rea

Ειδικότερα, υπάρχουν κάποια αδικήματα, όπου απαιτείται αυτός ο συγκεκριμένος ιδιαίτερος τύπος ένοχης διάνοιας (knowingly / knowing or believing), που μπορεί και να διακρίνεται εννοιολογικά από την πρόθεση, τον σκοπό (intention). Στην Αμερικανική θεωρία, εδώ και δεκαετίες, το φαινόμενο χρησιμοποίησης νέων εννοιών ένοχης διάνοια στα νομοθετικά κείμενα έτεινε να θωρείται ως φαινόμενο νεωτερισμού των ποινικών νομοθετών, που οδηγεί σε ενδεχόμενο εμπλουτισμό και δυνατότητα ενδιάμεσης κάθετης διαβάθμισης των επιπέδων του mens rea πέρα από τους παραδοσιακούς πόλους δόλος – αμέλεια. Υπάρχει, όμως, όντως, κάποια εννοιολογική διαφορά μεταξύ των διαφόρων αυτών εννοιών ή λένε το ίδιο πράγμα με διαφορετικό τρόπο; Το ερώτημα αυτό έγινε πιο ρητορικό τα τελευταία χρόνια γιατί μετά από την εξαντλητική προσπάθεια της θεωρητικής ταξινόμησης των εν λόγω εννοιών (σκοπός, πρόθεση, γνώση, πεποίθηση, κλπ.), η διαπίστωση είναι ότι τα πράγματα (πρέπει να) είναι αρκετά πιο απλά, όπως, άλλωστε η Αγγλική προσέγγιση εξ’ αρχής προτίμησε, αποφεύγοντας τις μεγάλες θεωρίες.

Η θεωρητική τάση, όσον αφορά τη «γνώση», είναι ότι ο δράστης θα πρέπει απλά να γνωρίζει, όχι να σκοπεί, ούτε να επιθυμεί, αλλά το ότι γνωρίζει αποκλείει την περίπτωση να έχει βρεθεί στη συγκεκριμένη συνδεόμενη κατάσταση ατυχηματικά ή εκ λάθους ή υπό άγνοια. Η «γνώση», αναφορικά με τη συνδεόμενη κατάσταση, μπορεί να μην είναι εντελώς στατική ή επίπεδη ψυχολογικά (μπορεί, με άλλα λόγια, να μην υπάρχει απλά συνείδηση και κατανόηση), αλλά μπορεί να εμπεριέχει και στοιχεία βούλησης που να δημιουργούν δυνατότητα αποφυγής ή έλλειψη δέσμευσης. Κάποτε η έννοια ερμηνεύεται ως εθελοτυφλία στο προφανές[2]. Αλλά το ψυχολογικό περιεχόμενό της δεν ταυτίζεται, σε οποιαδήποτε περίπτωση, με την πρόθεση ή τον ειδικό σκοπό, ο οποίος βρίσκεται σε άλλο βάθος, σε άλλες διαστάσεις, και έχει συγκεκριμένη δυναμική κατεύθυνση (ειδικότητα), σε σχέση με τη συνδεόμενη κατάσταση. Το ψυχοπνευματικό επίπεδο της γνώσης είναι κάπου στη μέση, πιο ρηχό από την πρόθεση / σκοπό (γι’ αυτό και είναι και πιο εύκολο να αποδειχθεί, κατά μία άποψη), και πιο βαθύ από την αμέλεια και ακόμα πιο βαθύ από την τυχαία έκθεση στην κατάσταση (χρειάζεται κάτι για να αποδειχθεί), που ούτως ή άλλως δεν συνηθίζεται έξω από τα αδικήματα αυστηρής ευθύνης. Μιλώντας, όμως, για αυστηρότητα της ευθύνης, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, αυτή η δυνατότητα διαβάθμισης του mens rea, μεταξύ (ειδικού) σκοπού – (γενικού σκοπού) γνώσης – πεποίθησης – αμέλειας – έλλειψη υπαιτιότητας, σημαίνει, αντίστοιχα, ένα μηχανισμό αντιστρόφως ανάλογης διαβάθμισης της ευθύνης. Όσο χαμηλώνει στην εν λόγω κλίμακα το απαιτούμενο mens rea, τόσο ψηλώνει το επίπεδο αυστηρότητας της ευθύνης, που μπορεί να σημαίνει και ότι τόσο πιο σοβαρό είναι το αδίκημα.

Η φράση «έχοντας λόγο να πιστεύει» (having reason to believe) ή απλά «πιστεύοντας» (believing) έχει, κατά την τάση της διαβάθμισης, την έννοια του «λογικού παραπλήσιου» (rational nexus). Επίσης, διακρίνεται από τη «γνώση» που προαναφέρθηκε, με την οποία, συνήθως, τίθεται διαζευκτικά. Η «γνώση» είναι η θετική πεποίθηση ενώ η «λογική πεποίθηση» δεν έχει πλήρως θετικό αποτέλεσμα. Βρίσκεται ακόμα λίγο πιο ρηχά από τη γνώση και λίγο πιο βαθιά από την αμέλεια και λίγο περισσότερο πιο βαθιά από την τυχαία έκθεση στην κατάσταση. Δηλαδή, εάν δεν υπάρχει σαφής (όχι κατ’ ανάγκη απόλυτη) θετική πεποίθηση (γνώση) με σχετικό βαθμό βεβαιότητας, μπορεί να υπάρχει επαρκής περιστατική μαρτυρία, που, ευλόγως, υποστηρίζει την αλήθεια του γεγονός. Άλλως λογική πιθανότητα που έλκει αναγκαστικά την πεποίθηση, χωρίς, όμως, να τη θεμελιώνει κανονικά. Η διάζευξη «γνώση ή πεποίθηση» μπορεί δημιουργεί την εντύπωση της περιττολογίας, αλλά μπορεί να δημιουργεί, επίσης (σε κάποιους) και το αίσθημα της νομοθετικής πληρότητας. Σε άλλους που έχουν τις διαβαθμίσεις του mens rea κάπως σαφέστερα κατηγοριοποιημένες (εάν υπάρχει τέτοια δυνατότητα), ίσως φαντάζει μια μη αναγκαία εσωτερική διαβάθμιση. Ωστόσο, μπορεί, απλά, να είναι μια συνηθισμένη υπαλλαγή τρόπων τέλεσης του αδικήματος (με γνώση ή με πεποίθηση), που δεν απαντά ευθέως στο mens rea, αλλά κινείται περισσότερο στην εξωτερική περίμετρο του αδικήματος, παρόλα τα ψυχομετρικά στοιχεία που διαθέτει (που έλκονται και από την ήδη υφιστάμενη αναφορά), και με οποιοδήποτε τρόπο εκ των δύο πράξει ο δράστης, είτε με πεποίθηση, είτε με γνώση, τελείται το άδικο. Ναι, αλλά αυτή η προσέγγιση, εάν δηλαδή θεωρήσει κάποιος τη γνώση ή την πεποίθηση, ως στοιχεία που βρίσκονται στην περίμετρο του actus reus, θα ήταν ελλιπής, γιατί θα έπρεπε να περιλαμβάνει, διαζευκτικά, και το σκοπό. Περισσότερο πρόκειται για διάζευξη στη βάση του mens rea, όπου απλά δεν δόθηκε σημασία στην όποια λεπτή διαφοροποίηση μεταξύ των εννοιών της «γνώσης» και της «πεποίθησης», ως δυνατή να επιφέρει κάποια διαφοροποίηση στην ποινική ευθύνη, θεωρώντας ότι η γνώση, εν πάση περιπτώσει, καλύπτει και την πραγματική περίπτωση που ο δράστης επιδιώκει το αποτέλεσμα της πράξης του, απλά λέει ότι, αρκεί να αποδειχθεί η πεποίθηση ή γνώση.

Η Ελλαδική και εν γένει ηπειρωτική θεωρία επί της διαβάθμισης του mens rea είναι κάπως πληρέστερη ή πιο σταθερή: Διαχωρίζει ανάμεσα στον άμεσο δόλο α’ βαθμού (επιδίωξη – ισχυρό βουλητικό στοιχείο, όπου ο δράστης πράττει, ακριβώς, για να προκαλέσει το άδικο, π.χ. ο Α πυροβολεί τον Β για να επιφέρει το θάνατό του, θέλει να πεθάνει από τη σφαίρα του ο Β), στον άμεσο δόλο β’ βαθμού (αναγκαίος δόλος, όπου ο δράστης προβλέπει την κατάφαση του αδίκου ως βέβαιη συνέπεια της πράξης του, εντούτοις πράττει, επομένως, συνάγεται, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι την αποδέχεται το αποτέλεσμα, π.χ. ο Α βάζει φωτιά στην επιχείρηση του Β, ενώ προβλέπει με βεβαιότητα ότι μέσα στο κτήριο της βρίσκεται ο Γ, πράττει, όμως, όχι για να επιφέρει το θάνατο του Γ, αλλά τον αποδέχεται ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του να βάλει φωτιά), στον ενδεχόμενο δόλο (όπου ο δράστης προβλέπει την κατάφαση του αδίκου, όχι ως βέβαιη, όπως στον άμεσο δόλο β’ βαθμού, αλλά ως ενδεχόμενη συνέπεια της πράξης του, εντούτοις πράττει, αποδεχόμενος αυτό το ενδεχόμενο). Η «γνώση», κατά την Ελλαδική θεώρηση, συνυφαίνεται συχνά με τον άμεσο δόλο β’ βαθμού, αλλά ενυπάρχει, σε διαφορετικό βαθμό, και στον ενδεχόμενο δόλο, ενώ ο σκοπός είναι ο άμεσος δόλος α’ βαθμού, όπου η διαφοροποίηση μεταξύ «γνώσης» και «σκοπού» είναι στη δύναμη του βουλητικού στοιχείου σε σχέση με την πρόκληση του αποτελέσματος που συνιστά το άδικο. Η «πεποίθηση» ενδεχομένως συνυφαίνεται με την ενσυνείδητη αμέλεια (πρόβλεψη δυνατότητας και πεποίθηση αποφυγής).

Στην Αγγλική πρακτική φαίνεται να υπάρχει περιπτωσιολογική ευαισθησία, παρά δυνατότητα δημιουργίας γενικευμένης θεωρίας (δηλαδή, η ίδια φράση «γνωρίζοντας ή πιστεύοντας» ή παραπλήσιο ενδεικτικό του mens rea να έχει διαφορετικό νόημα, αναλόγως του πού – σε ποιο αδίκημα – περιέχεται, αλλά το mens rea να είναι ένα και να εκδηλώνεται με διάφορες εκφράσεις όχι κατ’ ανάγκη μη ισοβάθμιες, π.χ. with intent recklessly, maliciously willfully” “fraudulently” “dishonestly κλπ.). Ο σκοπός (intention) ή η επιδίωξη υπάρχουν όταν ο δράστης επιδιώξει ειδικά το αποτέλεσμα, και διακρίνονται από την επιθυμία (desire)[3], καθότι η επιθυμία έχει συνδεθεί με την έννοια της πρόκλησης ευχαρίστησης ή κάτι συναφές, έννοια με την οποία δεν ενδιαφέρει τον ποινικό σκοπό[4]. Ενώ υπάρχουν διάφορες εκφράσεις που μπορούν να αποδώσουν το mens rea, χωρίς να πρέπει ή να μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ή να ταξινομηθούν, η «γνώση» φαίνεται να ενυπάρχει και στην έννοια της απροσεξίας (recklessly), που συνάδει, περισσότερο, με τον αναγκαίο ή τον ενδεχόμενο δόλο της Ελλαδικής προσέγγισης, εφόσον υπάρχει γνώση των υπαρκτών ή ενδεχόμενων κινδύνων να προκληθεί το άδικο αποτέλεσμα[5], ανεξαρτήτως εάν, όντως, προκλήθηκε[6]. Πολλές φορές δεν διαχωρίζεται σε νόημα η έννοια «recklessness» από την έννοια «willfulness» ή «deliberateness»[7], αναλόγως του πλαισίου εφαρμογής της. Κατά το δόγμα του «transferred fault», μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη εάν το actus reus τελέστηκε με το απαιτούμενο mens rea, ακόμα κι αν το τελικό αποτέλεσμα ήταν απρόβλεπτο (π.χ. μαχαίρωμα γυναίκας εγκύου, με σκοπό την πρόκληση, σε αυτήν, βαριάς σωματικής βλάβης, φέροντας το mens rea που φόνου, η γυναίκα γεννά πρόωρα και επέρχεται θάνατος του νεογνού – ο δράστης μπορεί να ευθύνεται και για ανθρωποκτονία του νεογνού, ακόμα κι αν δεν σκοπούσε ειδικά ή δεν προέβλεψε το θάνατο του νεογνού[8]). Συναφώς, υπάρχει και η έννοια της υποψίας «suspicious».

Από την ίδια ανάγκη λείανσης των εννοιολογικών σκαμπανεβασμάτων ωθείται, ίσως, και η θεωρία ότι, στην ουσία, δεν υπάρχει τέτοια σταθερή εσωτερική κάθετη διαβάθμιση του mens rea, πρόκειται για πλάνη που δημιουργείται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, και η «γνώση» ταυτίζεται πάντα με την «πρόθεση», γιατί η ειδοποιός διαφορά της «γνώσης» από τον «δόλο» δεν μπορεί να απομονώνεται στο συναισθηματικό υπόβαθρο· δεν μπορεί ο δράστης που δεν έχει συναισθήματα συμβατά με την πράξη του να έχει γνώση (και να διαπράττει ευκολότερα ένα αδίκημα), και ο δράστης που έχει συναισθήματα συμβατά με την πράξη του να έχει δόλο (και να διαπράττει δυσκολότερα το αδίκημα), ενυπάρχει, εξάλλου, και μια λογική αντίφαση σε αυτό τον προσανατολισμό. Ο ηθικός άξονας είναι ο ίδιος, η αδιαφορία για το έννομο αγαθό (απονομή της Δικαιοσύνης, στην προκειμένη περίπτωση), σε κάθε περίπτωση, είτε πρόκειται για γνώση είτε για πρόθεση, η διαφορά μεταξύ των οποίων είναι, κατά κάποιο τρόπο, νομικά επουσιώδης. Η εννοιολογική διαφορά, που μπορεί στη θεωρία να δομηθεί πάνω σε διάφορες βάσεις (π.χ. στο στοιχείο της προμελέτης), στην πράξη ή επί της ουσίας δεν έχει κάποια σημασία. Γιατί να διαφέρει η ποινική αντιμετώπιση εκείνου που προμελετά να πει ψέμα και εκείνου που λέει ψέμα χωρίς προμελέτη αλλά γνωρίζοντας ότι λέει ψέμα, τι «τιμωρείται», ακριβώς, η προμελέτη, το συναίσθημα ή η έλλειψη έγνοιας για το έννομο αγαθό, ανεξαρτήτως των συναισθημάτων και των σκέψεων προεργασίας; Η ίδια θεωρία[9] είχε οδηγήσει και στη θέση ότι μόνο μία ψυχοπνευματική κατάσταση πρέπει να υφίσταται, η απροσεξία (recklessness), η οποία να επαρκεί. Εκεί φαίνεται και το δικός της, ίσως, αδιέξοδο άκρο, που αγγίζει, σχεδόν, τις βάσεις του ποινικού «Μεσαίωνα», ότι η ποινική ευθύνη πρέπει να είναι πάντα και αυστηρή ευθύνη, αλλά υπό την κάλυψη του δόγματος της ενιαίας ποινικής ευθύνης.

Στην Αυστραλιανή θεωρία[10] συναντά, κανείς, και πάλι, την τάση των κατηγοριοποιήσεων και υποκατηγοριοποιήσεων. Η πρόθεση (intention) τείνει να είναι μια μεγάλη κατηγορία, που περιλαμβάνει τον σκοπό (purpose), που είναι η πιο ευκολονόητη έννοια, την πρόβλεψη ή την γνώση (foresight / knowledge), όπου αρχίζουν να δυσχεραίνουν τα πράγματα, και τη συνακόλουθη πρόθεση (concomitant intention), ως επιμέρους έννοιες ή τύπους πρόθεσης μέσα στη μεγάλη κατηγορία της πρόθεσης, και που έχουν μεταξύ τους διαφοροποιήσεις. Από την κατηγορία της πρόθεσης διακρίνεται η κατηγορία της απερισκεψίας (recklessness) και από τις δύο αυτές η κατηγορία της αμέλειας (negligence), ενώ μια τέταρτη κατηγορία είναι η απουσία πταίσματος. Ωστόσο, όσον αφορά τη γνώση, ως τύπος πρόθεσης, μπορεί, κάποιες φορές, να ερμηνεύεται με τρόπο που την τοποθετεί εγγύτερα στην απερισκεψία, παρά στην πρόθεση. Η υποψία, ακόμα κι αν συμβαίνει να είναι εθελοτυφλία, δεν εξισώνεται, στην Αυστραλιανή προσέγγιση, με τη γνώση[11], συνιστά, όμως, μαρτυρία, από την οποία μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι υπάρχει γνώση. Η έννοια της συνακόλουθης πρόθεσης ταυτίζεται με την έννοια του αναγκαίου δόλου της Ελλαδικής προσέγγισης, χωρία να αποκλείει ταύτιση με τον ενδεχόμενο δόλο.

Αναλόγως με το πού εστιάζει, κανείς (στο έννομο αγαθό μόνον, στη σχέση του δράστη με το έννομο αγαθό μόνον, στην αντικοινωνικότητα της συμπεριφοράς του δράστη μόνον, ή σε όλα αυτά μαζί, ως σύνολο, κλπ.) μπορεί να οδηγηθεί και σε διαφορετικές ατραπούς, κάθε φορά επιχειρώντας, με τα σταθερά μέσα, να προσεγγίσει την διαφοροποιούμενη ηθικοκοινωνική διάσταση πίσω από το Πολιτειακό ποινικό ενδιαφέρον. Όμως, ακριβώς, το οικοδόμημα του mens rea, όχι μόνο του αλλά μαζί με άλλα εργαλεία που ρυθμίζουν την ποινική ευθύνη, εξυπηρετεί, ακριβώς, αυτό, να αίρει το άδικο, της ίδιας ποινικής αντιμετώπισης του δράστη Α που πράττει την πράξη Χ επειδή την επιδιώκει (πρόθεση) ή συνειδητά (γνώση), επομένως αποκτά μια κοινωνική υπόσταση Ψ, και του δράστη Β που πράττει την ίδια πράξη Χ χωρίς να την θέλει, από απροσεξία, επομένως η όλη κοινωνική του υπόσταση είναι Ω. Χωρίς να αίρεται και το καταρχάς δεδομένο ότι η πράξη X είναι πράξη βλαπτική για συγκεκριμένο έννομο αγαθό, κάποτε δημιουργώντας και διαφορετικά ποινικά αδικήματα, αναλόγως (π.χ. η αφαίρεση της ζωής ενός άλλου ανθρώπου, όταν είναι φόνος εκ προμελέτης και όταν είναι ανθρωποκτονία εξ’ αμελείας και όταν γίνεται υπό κάποιες άλλες περιστάσεις π.χ. κατόπιν πρόκλησης, ή όταν ο δράστης είναι παιδί κλπ.). Δεν τιμωρείται το φρόνημα ή το συναίσθημα, ακριβώς, μα η κοινωνική συμπεριφορά, θεωρούμενη, όμως, στο σύνολό της, πέρα από τη μεμονωμένη θεώρηση των συμπεριφορικών εκδηλώσεων, και ανάμεσα σε όλα τα αγαθά που, ως τέτοια, τα προστατεύει ο νόμος, προσθέτοντας ή αφαιρώντας δεδομένα, πάνω στη δική του ζυγαριά.

Η ποινική ευθύνη, λοιπόν, έτσι γενικά, προβλέπεται, γιατί και για όταν συμβαίνει ένα σύνολο κοινωνικών αλληλεπιδράσεων που δημιουργεί κατά τρόπο γνωστό το ηθικοκοινωνικά «άδικο», προς εξυπηρέτηση των σκοπών που (εξ)υπηρετεί η ποινή, με περαιτέρω περιθώρια και κατά το στάδιο της εν τοις πράγμασι επιβολής της από κάποιο Δικαστήριο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το άρθρο 9 ΠΚ που εκφράζει την παραδοσιακή προσέγγιση, διατυπώνει, σε ενιαία ρύθμιση, το καταρχάς ατιμώρητο των πράξεων ή παραλείψεων που έγιναν ανεξάρτητα από τη βούληση, από τυχαία γεγονότα, εκτός όπου ρητά τιμωρείται η αμέλεια, ή των πράξεων. Ή παραλείψεων που έγιναν με ειδικό σκοπό (σκοπό πρόκλησης του αποτελέσματος), εκτός όπου προβλέπεται ρητά ότι τέτοιος σκοπός συνιστά την πράξη. Το mens rea, για το οποίο φροντίζει το άρθρο 9 ΠΚ, είναι το εξαιρετικό, που κινείται στους πόλους «αμέλεια – δόλος», όπου απαιτούνται. Έπειτα, υπάρχει το σημείο αναφοράς της εύλογης και ειλικρινούς πεποίθησης που προκύπτει από την πρόνοια περί πραγματικής πλάνης. Και πάλι, η Ελληνική απόδοση του άρθρου 10 δεν είναι πλήρως ικανοποιητική, μα ό,τι λέει το άρθρο 10 ΠΚ, είναι πως, όποιος τελεί πράξη ή παράλειψη υπό ειλικρινή και εύλογη, αλλά λανθάνουσα, πεποίθηση (belief) σχετικά με την ύπαρξη κάποιας κατάστασης πραγμάτων, δεν είναι ποινικά υπεύθυνος για αυτή την πράξη ή παράλειψη σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι εάν η αληθής κατάσταση πραγμάτων ήταν τέτοια, ως αυτός πίστεψε (believed) ως υπαρκτή. Που λέει, με άλλα λόγια, ότι καθείς είναι ποινικά υπεύθυνος στο βαθμό που το άδικο συνάδει με την ειλικρινή και εύλογη πεποίθησή του, και δεν τιμωρείται το καλόπιστο του λάθος. Εκτός εάν η εφαρμογή του κανόνα αυτού αποκλειστεί με ρητή ή σιωπηρή πρόνοια σχετικά. Νοείται ότι υπάρχουν περιπτώσεις που είναι νομικά αδιάφορη η πλάνη του δράστη, όταν δεν σχετίζεται με την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Για παράδειγμα, εάν ο Α αφαιρεί τη ζωή του Β υπό την ειλικρινή και εύλογη πεποίθηση ότι αυτός είναι ο Γ, δεν είναι ποινικά ανεύθυνος, λόγω της πλάνης τους σε σχέση με την ταυτότητα του αντικειμένου (θύματος εν προκειμένω), γιατί η ταυτότητα του θύματος δεν περιλαμβάνεται στην αντικειμενική υπόσταση του οικείου αδικήματος. Εάν (σχηματικά) ο Α αφαιρεί τη ζωή του Β υπό την ειλικρινή και εύλογη πεποίθηση ότι σκοτώνει αρκούδα (δυσαπόδεικτο), είναι καταρχάς ποινικά ανεύθυνος για την αφαίρεση της ζωής ανθρώπου, αλλά ως το βαθμό που, εάν η κατάσταση πραγμάτων ήταν αυτή που πίστευε (υπήρχε, όντως, αρκούδα), θα είχε ευθύνη, αφού στον βαθμό αυτό (να το τελευταίο σκέλος του άρθρου 10) η πεποίθησή του συνάδει με και καταφάσκει το άδικο, που προβλέπεται σε άλλη ποινική διάταξη (επομένως, δεν μένει ατιμώρητος για την αφαίρεση της ζωής ανθρώπου, σε αυτό το βαθμό). Η ποινικοποίηση της απόπειρας είναι μια άλλη οδός απάντησης στο άδικο, που υπερβαίνει τις αδυναμίες του mens rea. Εάν η Α βάζει ποντικοφάρμακο στον καφέ του Β και τον καφέ πίνει ο Γ, η Α ήθελε να σκοτώσει άνθρωπο και σκότωσε άνθρωπο, έτσι μπορεί να είναι υπεύθυνη για απόπειρα διάπραξης κάποιου αδικήματος κατά του Β, ανεξαρτήτως εάν αστόχησε η βολή. Θα συρρέει το άδικο που προκάλεσε εναντίον του Γ, ως προς το οποίο δεν είχε επιδίωξη, δεν ήταν σκοπός της να σκοτώσει τον Γ, αλλά και πάλι, η έλλειψη σκοπού δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της συγκεκριμένης πράξης, το άδικο της οποίας αρκείται και με ένα διαφορετικό βαθμό mens rea, με την αμέλεια.

Στη διάταξη του άρθρου 114 ΠΚ χρησιμοποιούνται εις διπλούν η γνώση και η πεποίθηση. Στη μία περίπτωση όσον αφορά τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και ειδικότερα τον τρόπο, γνωρίζοντας ή πιστεύοντας ότι διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα, και στην άλλη περίπτωση όσον αφορά το χαρακτήρα της πληροφορίας. Στη μία περίπτωση η γνώση ή η πεποίθηση προσδιορίζουν την πράξη της παροχής της πληροφορίας, και στην άλλη περίπτωση προσδιορίζουν το χαρακτήρα της πληροφορίας. Ο δράστης πρέπει να γνωρίζει ή να πιστεύει ότι η πληροφορία είναι ψευδής, ότι αυτό που παρέχει είναι ψεύδος, διαφορετικά, δεν είναι αδίκημα η παροχή οποιασδήποτε άλλης (μη ψευδούς) πληροφορίας υπό τις ίδιες περιστάσεις. Ενώ η ύπαρξη του ψεύδους συνιστά στοιχείο της εξωτερικής περιμέτρου του αδικήματος και εμπίπτει στο actus reus, η γνώση ή η πεποίθηση του ψεύδους είναι, και πάλι, μέρος του mens rea.

Θα μπορούσε να διερωτηθεί, κανείς, γιατί να χρειάζεται η επανάληψη του απαιτούμενου επιπέδου mens rea, εφόσον με την ορθή χρήση του «γνωρίζοντας» ή «πιστεύοντας» τη μία φορά, μπορεί να καλύπτεται και ο χαρακτήρας της πληροφορίας, όπως και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία (π.χ. Όποιος, ενώ γνωρίζει / γνωρίζοντας ή έχει λόγο να πιστεύει / έχοντας λόγο να πιστεύει ότι διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα, δίνει, στο πρόσωπο που ενεργεί ως ποινικός ανακριτής, ψευδή πληροφορία, διαπράττει αδίκημα…). Γιατί, ουσιαστικά, το αντικείμενο (πληροφορία) και ο προσδιορισμός του (ψευδής), μπορούν να κληθούν με μία λέξη «ψεύδος» και το ρήμα μαζί με το αντικείμενο, μπορούν να κληθούν μαζί ως ένα ρήμα «ψεύδεται» (π.χ. Όποιος, ενώ γνωρίζει / γνωρίζοντας ή έχει λόγο να πιστεύει / έχοντας λόγο να πιστεύει ότι διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα, δίνει ψεύδεται σχετικά με αυτό, στο πρόσωπο που ενεργεί ως ποινικός ανακριτής, διαπράττει αδίκημα…). Σε αυτήν, όμως, την περίπτωση, δεν θα μπορούσε να διαχωριστεί η πράξη κάποιου που ψεύδεται με πρόθεση ή επί σκοπού με αυτόν που απλά γνωρίζει ή πιστεύει ότι η πληροφορία που δίνει έχει ψευδή χαρακτήρα. Η ερώτηση είναι, όμως, υπάρχει, όντως, κάποια διαφορά; Δηλαδή, κάποιος μπορεί να ψεύδεται εν γνώσει του, αλλά χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις της πλήρους ένοχης διάνοιας, και σε ποιο σημείο ακριβώς, και γιατί με τη χρήση της γνώσης ή της πεποίθησης γίνεται κάποια έκπτωση στο mens rea;

Μπορεί αυτό που νοείται ως έκπτωση στο mens rea να σημαίνει οδός αυστηρής προσέγγισης του αδικήματος, όμως, σε κάθε περίπτωση, η απάντηση στην πιο πάνω ερώτηση δεν είναι απλή. Η μη άμεση χρήση του ρήματος «ψεύδεται» και η διάσπαση όλων των επιμέρους στοιχείων, ώστε να υπάρχει αντικείμενο (πληροφορία) και προσδιορισμός του αντικειμένου (ψευδής) και το mens rea να απαντά μεμονωμένα επί του επιθετικού προσδιορισμού σημαίνει και μια ενδιάμεση δήλωση: ότι κάθε ψέμα προς τον ποινικό ανακριτή σχετικά με το υπό διερεύνηση αδίκημα είναι μια ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά («όποιος ψεύδεται»), ακόμα κι αν δεν υπάρχει πρόθεση του δράστη να πει ψέμα (δεν πάει ειδικά στον ανακριτή να πει επί σκοπού ψέμα), αρκεί να γνωρίζει ή να πιστεύει ότι αυτό που λέει είναι ψέμα, γιατί όποιος δίνει κατάθεση στον ποινικό ανακριτή, οφείλει, να καταβάλλει μια εύλογη προσπάθεια εξακρίβωσης της αλήθειας ή τεκμηρίωσης των όσων λέει και να τα λέει με κάποιο επίπεδο βεβαιότητας (εάν όχι πλήρη βεβαιότητα) ότι αυτά συνιστούν αλήθεια. Έπειτα, η παροχή πληροφορίας σχετικά με το αδίκημα σημαίνει μια θετική συμπεριφορά, ενώ η συμπεριφορά αυτού που «ψεύδεται» δεν αποκλείει να έχει και κάποιες παθητικές πτυχές ή να έχει εύρος που ξεχειλώνει και τον ποινικό σκοπό. Ο δράστης του άρθρου 114 ΠΚ θα πρέπει να παρέχει πληροφορία σε σχέση με το υπό διερεύνηση αδίκημα ή οποία να είναι εν γνώσει του ή κατά την πεποίθησή του ψευδής, όχι απλά να ψεύδεται. Σε συνάρτηση και με τα προαναφερόμενα, ο δράστης του 114 ΠΚ δεν χρειάζεται να έχει πρόθεση ή ειδικό σκοπό να πει ψέματα στον ποινικό ανακριτή για να διαπράξει το αδίκημα. Αρκεί η πληροφορία που δίνει να μην είναι αληθινή και ο ίδιος, κατά το χρόνο που τη δίνει, να είχε «γνώση» ή «πεποίθηση» (όχι επιθυμία) ότι πρόκειται για ψέμα.

Επιμέρους σημειώσεις επί του άρθρου 114 ΠΚ και το άρθρο 115 ΠΚ για το «φανταστικό αδίκημα»

Ο δράστης του αδικήματος του άρθρου 114 ΠΚ μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε προϋπόθεση, η οποία να συνδέεται με το πρόσωπο του δράστη. Ο εντοπισμός των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος δεν σημαίνει την παράθεση σε σειρά των φράσεων που διατυπώνονται (ως διατυπώνονται) στη διάταξη. Πέρα από την ατυχηματική διατύπωση ή απόδοση στην Ελληνική γλώσσα, στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 114 ΠΚ, συνήθως, αναζητούμε το ρήμα στην κύρια πρόταση, που μας λέει ποια είναι η πράξη. Εκεί βρίσκεται και η καρδιά της ρύθμισης. Στην περίπτωση του άρθρου 114 ΠΚ, η ποινικοποίηση της συμπεριφοράς (παροχή ψευδούς πληροφορίας) απαντά στην κοινωνική (και κάπου νομική) υποχρέωση αποκάλυψης της αλήθειας στις ανακριτικές Αρχές που διερευνούν κάποιο αδίκημα.  Τι κάνει το υποκείμενο, ο δράστης; Παρέχει, όπως λέει το ρήμα. Η πράξη του είναι ότι παρέχει, δηλαδή, δίνει κάτι σε κάποιον. Το δίνει θα ήταν, ίσως, μια πιο καλή ή απλή ή σύγχρονη απόδοση.

Τι παρέχει ο δράστης; Πληροφορία. Η Ελληνική απόδοση, και πάλι, ίσως, εκ παραδρομής, αναφέρει σε πληθυντικό αριθμό «πληροφορίες» (information). Αυτό δεν σημαίνει ότι εάν ο δράστης παρέχει μία πληροφορία, δηλαδή μία γνώση, είδηση (για αδίκημα), και όχι περισσότερες, δεν διαπράττει το αδίκημα αυτό. Προφανώς, είναι ένα ακόμα σημείο που μπορεί να επουλωθεί με ορθή ερμηνευτική προσέγγιση. Υπάρχουν περαιτέρω οι βασικότατοι προσδιορισμοί του αντικειμένου, της πληροφορίας. Αυτή δεν είναι οποιαδήποτε πληροφορία, είναι ψευδής. Να είναι, δηλαδή, ψεύδος, ψέμα. Περαιτέρω, αυτή η πληροφορία, θα πρέπει να αφορά στο αδίκημα που διαπράχθηκε και διερευνάται. Αυτοί είναι προσδιορισμοί του αντικειμένου της πληροφορίας. Ψέμα για το υπό διερεύνηση αδίκημα. Υπάρχει, επίσης, ο επιρρηματικός προσδιορισμός που απαντά στο πού παρέχει ο δράστης τη ψευδή πληροφορία για το αδίκημα, ήτοι σε αστυνομικό ή πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να διερευνά το αδίκημα.

Πώς (με τι mens rea) την παρέχει; (α) Γνωρίζοντας / έχοντας λόγο να πιστεύει ότι έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα; και (β) Γνωρίζοντας / πιστεύοντας τον χαρακτήρα της πληροφορίας, δηλαδή ότι είναι ψευδής Πού την παρέχει; Σε αστυνομικό ή σε αυτόν που είναι εξουσιοδοτημένος να διεξάγει ποινική έρευνα για το αδίκημα Συναφώς, η πληροφορία του δράστη του άρθρου 114 ΠΚ θα πρέπει να είναι σχετική με το υπό διερεύνηση αδίκημα που διαπράχθηκε ή ευλόγως θα πρέπει να έχει διαπραχθεί και το οποίο είναι υπό διερεύνηση. Εάν, εντός του πλαισίου εκείνου, ο δράστης δώσει πληροφορία η οποία, όμως, δεν σχετίζεται με το υπό διερεύνηση αδίκημα (π.χ. έβαψα τα μαλλιά μου κόκκινα χθες), δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, εάν ο πληροφοριοδότης πει, στη συνέχεια, ότι δεν συνιστούσε την αλήθεια η πληροφορία εκείνη. Η σχετικότητα της πληροφορίας με το υπό διερεύνηση αδίκημα δημιουργεί και εκείνη τη δυναμική της επίδρασής της στη διερεύνηση. Ζήτημα, όμως, πραγματικό κάθε φορά, εφόσον μια πληροφορία που μπορεί εκ πρώτης όψεως να μην έχει σχέση με το υπό διερεύνηση αδίκημα, μπορεί, τελικά να έχει, υπό κάποιες περιστάσεις (π.χ. το χρώμα των μαλλιών του ατόμου που δίδει την πληροφορία, μπορεί να σχετίζεται με τα περιστατικά του αδικήματος που διερευνάται). Ορθότερα, μάλλον, κατά τεκμήριο, ό,τι λεχθεί εντός του επισήμως ενεργοποιημένου πλαισίου της ανάκρισης, μπορεί να αποτελέσει πληροφορία με βάση το άρθρο 114 ΠΚ.

Το πραγματικό αυτό πλαίσιο δεν προσδιορίζεται μόνο από το αντικείμενο της πληροφορίας και τη σχετικότητά του με το αδίκημα που διαπράχθηκε. Προσδιορίζεται και από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η πληροφορία, που πρέπει να είναι το πρόσωπο που είναι νομίμως εξουσιοδοτημένο να διερευνά το συγκεκριμένο αδίκημα και στο χωρόχρονο αυτής της διερεύνησης του (π.χ. δεν τη λέει, ο δράστης, την πληροφορία στον Αστυνομικό τον οποίο βλέπει τυχαία στον κρεοπώλη το πρωί του Σαββάτου ή που δεν έχει αναλάβει εκείνος τη διερεύνηση του συγκεκριμένου αδικήματος ή δεν τη δημοσιεύει απλά δια των ΜΜΕ). Τα δεδομένα αυτά (αντικείμενο, πρόσωπο, χώρος, χρόνος), που καθορίζουν το πραγματικό πλαίσιο της ποινικής διερεύνησης δημιουργούν και τις συνθήκες όπου η πληροφορία που δίδεται μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο υποχρεωτικά λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της διερεύνησης και εντάσσεται στο μαρτυρικό υλικό.

Ανεξαρτήτως οποιουδήποτε άλλου χαρακτήρα της πληροφορίας που δίνεται στο πλαίσιο διερεύνησης του αδικήματος αυτού, εάν είναι αθωωτική ή ενοχοποιητική, αυτό που απαιτείται είναι να είναι ψευδής. Για να συντρέξει η προϋπόθεση αυτή, θα πρέπει να έχει αποδειχθεί ότι αυτή η πληροφορία είναι ψευδής, ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε λογική πιθανότητα να είναι αληθής. Αυτή, όμως, είναι, τελικά, και μια ουσιαστική διαπίστωση, η οποία, κάποιες φορές, μπορεί να είναι εύκολο να συμβεί, λόγου χάριν, με μια αντίθετη ομολογία του ψεύδους ή με τα αποτελέσματα κάποιων επιστημονικών εξετάσεων (π.χ. πόρισμα γραφολογικής εξέτασης) που δεν αμφισβητούνται ή που γίνονται αποδεκτά. Άλλες φορές, όμως, δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί η ύπαρξη του ψεύδους.

Η απόσυρση της καταγγελίας δεν καθιστά την καταγγελία ψευδή, ούτε η αρχειοθέτηση της υπόθεσης επειδή δεν συντρέχουν, τελικά, κατά τις Αρχές, λόγοι κίνησης ποινικής δίωξης με βάση την καταγγελία. Η έκδοση μιας αθωωτικής δικαστικής απόφασης, ακόμα, χωρίς εύρημα ότι η συγκεκριμένη πληροφορία ήταν ψευδής, δεν επαρκεί για τη στοιχειοθέτηση του συστατικού αυτού στοιχείου, της ύπαρξης ψεύδους, που θα πρέπει να αποδεικνύεται με θετική μαρτυρία. Οι λογικές αμφιβολίες που υπάρχουν εξ’ αρχής, σχετικά με τον ψευδή χαρακτήρα της πληροφορίας ή τα ψήγματα αλήθειας, μπορεί να συνιστούν λόγο αποφυγής της ποινικής δίωξης με βάση το άρθρο 114 ΠΚ ή, σε περίπτωση που τέτοια έχει αρχίσει, λόγους αναστολής της.

Ο σκοπός δεν είναι, στο πλαίσιο της δίκης με βάση το άρθρο 114 ΠΚ, να γίνει και δίκη κάποιας άλλης υπόθεσης που ενεργοποιεί η πληροφορία που φέρεται ως ψευδής, προκειμένου να αποδειχθεί η αλήθεια της. Εάν η φερόμενη ως ψευδής πληροφορία συνιστά ως προς το πρόσωπο του δράστη του υπό διερεύνηση αδικήματος, ότι είναι ο Ψ, ο κατηγορούμενος για παράβαση του άρθρου 114 ΠΚ δεν θα εξαναγκαστεί να αποδείξει στη δική του δίκη την ενοχή του Ψ για εκείνο το υπό διερεύνηση αδίκημα. Επαρκεί το να κλονίσει τον χαρακτήρα της πληροφορίας ως ψευδούς. Στην περίπτωση του άρθρου 114 ΠΚ, δεν είναι μόνον ή τόσο η σπατάλη του ανακριτικού χρόνου που έχει σημασία, χωρίς να σημαίνει ότι δεν έχει κι αυτή, αλλά η προσπάθεια του αποπροσανατολισμού με την εισαγωγή, στην πορεία της διερεύνησης, ψευδών πληροφοριών, που λειτουργούν ως εμπόδια εκεί όπου υπάρχει πραγματικά αδίκημα.

Το άρθρο 115 ΠΚ, από την άλλη, είναι σε συνάφεια με κατά φαντασία αδίκημα, δηλαδή όταν ο καταγγέλλων είναι αυτός που θέτει υπό διερεύνηση κάποιο ποινικό αδίκημα και αυτό αποτελεί αποκύημα της φαντασίας του (εκεί ρητά η κατάφαση της ενοχής είναι για «δημόσια βλάβη», όχι πως δεν υπάρχει δημόσια βλάβη με κάποια έννοια και στην άλλη περίπτωση). Για παράδειγμα, η καταγγελία στις Αρχές από κάποιον ότι η υπογραφή του που φέρεται σε κάποιο έγγραφο δεν τέθηκε από τον ίδιο αλλά διαπράχθηκε πλαστογραφία. Η καταγγελία για το φανταστικό αδίκημα κινητοποιεί την αστυνομία και σε αυτό πρέπει να αποσκοπεί ο δράστης του άρθρου 115 ΠΚ, δηλαδή, στο να γίνει πιστευτή η καταγγελία του από τις Αρχές και να απασχοληθούν με αυτό διενεργώντας ανακριτικό έργο, περίπτωση στην οποία, και πάλι, προκαλούνται δυσχέρειες στο έργο της Δικαιοσύνης.

Στις περιπτώσεις ενοχοποίησης προσώπων για κάτι που δεν έπραξαν χρησιμοποιείται είτε το ένα άρθρο είτε το άλλο άρθρο, αναλόγως, εάν η ενοχοποιητική πληροφορία  που δίνεται για το πρόσωπο, δια της κατάθεσης, απαντά σε αδίκημα που όντως διαπράχθηκε και υπάρχει ανοιχτό διερευνητικό πλαίσιο (και μεταξύ υπόπτων καταδεικνύεται ο Ψ), περίπτωση στην οποία η πληροφορία δεν έχει σημασία εάν αφορά στο δράστη, στον τόπο, στο χρόνο ή στις συνθήκες διάπραξης, ή σε φανταστικό αδίκημα (που δεν διαπράχθηκε από οποιονδήποτε) και με την αναφορά του, είτε στο πλαίσιο διερεύνησης άλλων αδικημάτων είτε εκτός, δημιουργεί την ανάγκη ενεργοποίησης πλαισίου διερεύνησης πρόσθετης κατηγορίας, για άλλο αδίκημα. Όταν κάποιος καταγγέλλει στις Αρχές ότι ο ίδιος είναι θύμα ενός αδικήματος, που, όμως, ουδέποτε υπέστη, και ότι το αδίκημα διέπραξε ο Ψ, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 114 ΠΚ επειδή θα ανοίξει πλαίσιο διερεύνησης του αδικήματος (που δεν έγινε) και εκεί θα δοθεί ψευδής πληροφορία για τον Χ, ότι διέπραξε αδίκημα. Εφαρμόζεται το άρθρο 115 ΠΚ. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι απλό ή καθαρό πάντα, ως προς την ερμηνευτική προσέγγιση του «φανταστικού αδικήματος» σε σχέση με το πρόσωπο. Διότι ένα αδίκημα που διαπράχθηκε, όχι από τον Ψ, αλλά από τον Χ, και η πληροφορία είναι ότι το διέπραξε ο Ψ, εν γνώσει του ψευδούς χαρακτήρα της πληροφορίας, δεν παύει, σε σχέση με τον Ψ, να είναι ένα «φανταστικό αδίκημα», που άνοιξε ή θα μπορούσε να ανοίξει ένα νέο ποινικό πλαίσιο, κατηγορίας του Ψ, ασχέτως εάν ο Ψ θα περιληφθεί σε ίδιο κατηγορητήριο με τον Χ ή όχι. Ορθότερη, όμως, μου φαίνεται η αμιγώς αντικειμενική ερμηνεία, που δεν αρκείται στο ότι το αδίκημα δεν διαπράχθηκε από τον Ψ (να είναι φανταστικό όσο αφορά τον δράστη του), αλλά απαιτεί αυτό να μην διαπράχθηκε καθόλου, να είναι, ως τέτοιο, ανύπαρκτο. Και τέτοιο ανύπαρκτο αδίκημα μπορεί να καταγγέλλεται από κάποιον που φέρεται ως θύμα του, μπορεί, όμως, και από κάποιον τρίτο. Η αθώωση ενός κατηγορούμενου για ένα αδίκημα πάντως (π.χ. βιασμό) δεν αναιρεί το γεγονός ότι διαπράχθηκε ένα αδίκημα (από άλλον, εάν όχι από τον Ψ ή όχι από τον Ψ επειδή αθωώθηκε για άλλους λόγους), και δεν δημιουργεί επαρκή βάση για τη στοιχειοθέτηση του «φανταστικού». Στην πράξη, ασφαλώς, τα πράγματα για τη στοιχειοθέτηση του «φανταστικού» μπορούν να γίνουν πολύπλοκα όταν υπάρχει μία κατάθεση για πολλά αδικήματα και για πολλά πρόσωπα, που συσχετίζονται, κατά κάποιο τρόπο, μεταξύ τους, ώστε να μην μπορεί να απομονωθεί συγκεκριμένη πτυχή της κατάθεσης και να αναχθεί σε φαντασία.

Και τα δύο προαναφερόμενα αδικήματα είναι αδικήματα κατά της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης, δηλαδή, το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι η ορθή απονομή της Δικαιοσύνης. Μπορεί να συνοδεύονται από άλλα αδικήματα της ίδιας ή άλλης κατηγορίας, αναλόγως, αλλά όχι υποχρεωτικά. Εν πάση περιπτώσει και τα δύο αδικήματα προκαλούν ταλαιπωρία, και κάποτε, μάλιστα, μεγάλη ταλαιπωρία (π.χ. αχρείαστη στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου με προσωρινή κράτηση για σκοπούς ανάκρισης, στιγματισμός του προσώπου ως υπόπτου και δημόσια ενασχόληση στη βάση της υποψίας ενοχής και διασκευή ή ενθάρρυνση εντύπωσης συναφούς προς την υποψία, κλπ.). Είναι ενδιαφέρον γεγονός το ότι είχε γίνει προσπάθεια προώθησης υπόθεση αυτής της κατηγορίας με ιδιωτική ποινική δίωξη (private prosecution). Ασφαλώς, δεν υπάρχει περιορισμός της δυνατότητας άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης στη βάση του αδικήματος και της κατηγορίας του αδικήματος, κάθε αδίκημα είναι, καταρχάς, δεκτικό ιδιωτικής ποινικής δίωξης, εκτός εάν απαιτείται κάτι άλλο (π.χ. συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα, κλπ.). Το ενδιαφέρον (που δεν μπορεί να προσδιοριστεί, προς το παρόν, εάν είναι θετικό ή αρνητικό), όμως, είναι ότι το είδαμε και στη μικρή Κύπρο, και σε αυτή την κατηγορία αδικημάτων, για την προστασία του συγκεκριμένου αγαθού, με έγνοια γι’ αυτήν.

Είναι σημαντικό να δοθεί έμφαση στο ότι δεν θα πρέπει να τρομάζει ο κάθε πολίτης ότι, εάν καταθέσει κάτι στην Αστυνομία, που ο ίδιος έντιμα πιστεύει ή έτσι το γνωρίζει, και αυτό που είπε στην Αστυνομία τελικά αποδειχθεί ότι δεν ισχύει, τότε ο ίδιος κινδυνεύει να διωχθεί ποινικά. Να μην υπάρχει ο φόβος της διάψευσης και των συνεπειών της και αυτός να λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς το καθήκον ενημέρωσης των Αρχών για το έγκλημα και μη αποσιώπησης του. Δεν είναι η διάψευση της καλόπιστης εντύπωσης που δημιουργεί το αξιόποινο. Καθένας που γνωρίζει ή πιστεύει κάτι σχετικά με ποινικά αδικήματα οφείλει να το καταθέτει στην Αστυνομία με ειλικρίνεια και αλήθεια. Το βουλητικό στοιχείο (γνώση του ψεύδους ή εύλογη πεποίθησή του υπό τις γνωστές περιστάσεις) είναι μέρος της αντικειμενικής υπόστασης των προαναφερόμενων αδικημάτων, δηλαδή είναι κομμάτι του βασικού κορμού τους, και, με απλά λόγια, είναι πολύ-πολύ σημαντικό, και πρέπει να αποδεικνύεται με θετική μαρτυρία, στον αυξημένο βαθμό που απαιτείται στις ποινικές υποθέσεις. Όταν αποδεικνύονται αυτά τα (δύσκολα) αδικήματα, κατά της απονομής της Δικαιοσύνης, η ποινή που (πρέπει να) επιβάλλεται (πρέπει να) αντανακλά και τη σοβαρότητά τους, αλλά και την ανάγκη εμπέδωσης του σεβασμού προς το έργο της Δικαιοσύνης, που δεν μπορεί να επιδέχεται επιτήδειους χειρισμούς για εξυπηρέτηση σκοπών που δεν σχετίζονται με το προστατευόμενο αγαθό ή το ποινικό δίκαιο ή τους λόγους για τους οποίους πρέπει η Πολιτεία να διώκει το έγκλημα.

Ο θεσμός της ιδιωτικής ποινικής δίωξης

Κατά τα λοιπά, να σημειωθεί ότι, ο «θεσμός» της ιδιωτικής ποινικής δίωξης (ή το δικαίωμα, γιατί ανάγεται σε δικαίωμα) είναι πολύ παλαιός στο Κοινοδίκαιο (και όχι μόνον, εάν μελετηθεί ιδιαίτερα), αλλά και πολύ χρήσιμος, σε κάποιες περιπτώσεις. Αλλά, στη σύγχρονη εποχή, θα πρέπει να υπάρξει και ρύθμισή του. Γιατί ο μέγιστος κίνδυνος που εμφιλοχωρεί στις περιπτώσεις χρήσης του (στις όποιες περιπτώσεις χρήσης του, είτε από φυσικά πρόσωπα, είτε από την τοπική αυτοδιοίκηση, που τον χρησιμοποιεί συχνά, είτε από άλλους φορείς, είτε και από την ίδια την Πολιτεία που επιλέγει να καταφύγει, για κάποιους λόγους, σε αγορά υπηρεσιών ιδιωτικής δίωξης – δεν απαγορεύεται) είναι η «ιδιωτικότητα» της διαδικασίας (ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος, εάν πρόκειται για παράλειψη πληρωμής τελών σκυβάλων ή για πλαστογραφία ή για οτιδήποτε ποινικοποιείται δια του Ποινικού Κώδικα ή άλλων νομοθετικών διατάξεων ή ειδικών ποινικών νόμων) να καθίσταται και μια εύκολη οδός παραβίασης των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, τα οποία, θα πρέπει να τονιστεί, δεν αναιρούνται λόγω της ιδιωτικής προώθησης της ποινικής δίωξης (ούτε το ποινικό δίκαιο, ουσιαστικό ή δικονομικό, γίνεται ιδιωτικό), σε όλα τα στάδια της διαδικασίας (πριν και μετά την έναρξη της δίκης). Η ιδιωτική ποινική δίωξη δεν είναι αγωγή για επίλυση ιδιωτικών διαφορών, ακόμα κι αν χορηγούνται, σε ορισμένες περιπτώσεις, κάποιες εξουσίες στο Ποινικό Δικαστήριο πέραν από αυτήν της επιβολής ποινής. Ή ακόμα κι αν, εκκρεμούσης της ποινικής διαδικασίας, υπάρχει συμμόρφωση σε σχέση με μια ποινικοποιημένη παράλειψη (που δεν συνιστά λόγο διακοπής της δίωξης, αλλά λόγο παραδοχής και μετριαστικό, ίσως, στοιχείο). Ο εξαναγκασμός σε συμμόρφωση δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός.

Μάλλον, όμως, προέχει, στην Κύπρο, η ρύθμιση των καθηκόντων και των public prosecutors, σε αναλογία με τα οποία βαίνουν, εξάλλου, αυτά των private prosecutors, και με τα οποία συσχετίζονται ή στην προσπάθεια ρύθμισης που προαναγγέλθηκε προσφάτως ότι θα γίνει, να μην παραλειφθεί το κεφάλαιο της ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Για παράδειγμα, ποια κριτήρια πρέπει να χρησιμοποιεί ο δημόσιος και ο ιδιώτης κατήγορος για να λαμβάνει την απόφαση εάν θα ασκήσει ή όχι μια ποινική δίωξη; Είναι εντελώς ανέλεγκτα; Και στις δύο περιπτώσεις; Πρέπει να ενημερώνεται ο Γενικός Εισαγγελέας σχετικά με την έναρξη ιδιωτικής ποινικής δίωξης, πότε; Μπορεί ο ιδιώτης κατήγορος να καλέσει τον Γενικό Εισαγγελέα να αναλάβει ή να συνεχίσει ο ίδιος τη δίωξη, πότε και πώς, και γιατί ο τελευταίος να το πράξει ή μπορεί να το πράξει; Μπορεί να πράξει ομοίως ο κατηγορούμενος, δηλαδή να ζητήσει από το Γενικό Εισαγγελέα, εάν ο ίδιος πιστεύει ότι στοιχειοθετείται αδίκημα, να αναλάβει ο ίδιος τη δίωξη – to take over the prosecution – ή να την αναστείλει; Μπορεί ο Γενικός Εισαγγελέας να κάνει χρήση της γνώσης που λαμβάνει από τα ΜΜΕ; Μπορεί ο ιδιώτης κατήγορος να ζητήσει ανακριτικό υλικό που κρατεί η Αστυνομία; Μπορεί η Αστυνομία να το δώσει; Υπό ποιες προϋποθέσεις; Πώς ασκεί το δικαίωμα πρόσβασης στο μαρτυρικό υλικό ο κατηγορούμενος έναντι στον ιδιώτη κατήγορο και τι σχετικές υποχρεώσεις έχει ο τελευταίος; Και άλλα πολλά ερωτήματα, για τα οποία όλοι, ασφαλώς, μπορεί να έχουν απαντήσεις γιατί γνωρίζουν ή να τις αντλούν από υφιστάμενο υλικό, αλλά, που δεν υπάρχουν, εγχώρια, κάπου κάτω καταγεγραμμένα, κωδικοποιημένα, επί τούτου, για να τα γνωρίζουν, αναμφίβολα, όλοι.

—————————–

[1] π.χ. άρθρο 203 του Ποινικού Κώδικα της Σιγκαπούρης

[2] Roper v Taylor’s Central Garages (Exeter) Ltd [1951] 2 TLR 284 at 288–289 per Devlin J; James & Son Ltd v Smee [1955] 1 QB 78 at 91, [1954] 3 All ER 273 at 278 per Parker J; Warner v Metropolitan Police Comr [1969] 2 AC 256 at 279, 52 Cr App Rep 373 at 389, HL, per Lord Reid; Westminster City Council v Croyalgrange Ltd[1986] 2 All ER 353, 83 Cr App Rep 155, HL.

[3] R v Moloney [1985] AC 905 at 926, 81 Cr App Rep 93 at 106–107, HL, per Lord Bridge; R v Nedrick [1986] 3 All ER 1 at 3, 83 Cr App Rep 267 at 270, CA.

[4] R v Simpson (1915) 11 Cr App Rep 218, CCA; R v Gray (6 October 1965, unreported); cf R v Steane [1947] KB 997, 32 Cr App Rep 61, CCA.

[5]  R v G [2003] UKHL 50 at [41], [2004] 1 AC 1034, [2004] 1 Cr App Rep 237 per Lord Bingham of Cornhill. See also Foster v Crown Prosecution Service [2013] EWHC 3885 (Admin), [2013] All ER (D) 295 (Jun)3885 (Admin); R v Stephenson [1979] QB 695, 69 Cr App Rep 213, CA; R v Cunningham [1957] 2 QB 396, 41 Cr App Rep 155, CCA; A-G’s Reference (No 3 of 2003) [2004] EWCA Crim 868, [2005] QB 73, [2004] 4 All ER 303.

[6]  R v Stephenson [1979] QB 695, 69 Cr App Rep 213, CA.

[7] R v Sheppard [1981] AC 394, 72 Cr App Rep 82, HL; R v W [2006] EWCA Crim 2723, [2006] All ER (D) 194 (Oct); R v D [2008] EWCA Crim 2360, [2009] Crim LR 280; R v Patel [2013] EWCA Crim 965, 133 BMLR 219; R v Turbill, R v Broadway [2013] EWCA Crim 1422, 134 BMLR 13; R v Gittins [1982] RTR 363, CA; A-G’s Reference (No 3 of 2003) [2004] EWCA Crim 868, [2005] QB 73, [2004] 2 Cr App Rep 366, CA.

[8] A-G’s Reference (No 3 of 1994) [1998] AC 245, [1998] 1 Cr App Rep 91, HL.

[9] Alexander, L. (1990). Reconsidering the relationship among voluntary acts, strict liability, and negligence in Criminal Law. Social Philosophy & Policy, 7, 84-104.

[10] Lanham, D., Bartal, B., Evans, R. & Wood, D. (2006). Criminal Laws in Australia (chapter: The Anatomy of a Crime). Australia: The Federation Press.

[11] Pereira v DPP (1988) 82 ALR 217.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s