Παρατηρήσεις εφαρμοσμένης δικονομίας: Δικαστική παράσταση νομικών προσώπων και παρουσίαση μαρτυρίας κατά τη δίκη

selection

Υπάρχει ένα σύνηθες και πολυδιάστατο, αρνητικό κατά βάση, φαινόμενο στη δικαστηριακή πρακτική, σχετικά με την παράσταση και παρουσίαση της υπόθεσης των νομικών προσώπων κατά τη δίκη, που, μαζί και σε συνδυασμό με την ελλιπή εφαρμογή ορισμένων πολύ χρήσιμων ή και απαραίτητων κανονισμών εκ των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), μπορεί να δημιουργούν, τελικά, κίνδυνο για την απονομή της Δικαιοσύνης.

Καταρχάς, το να συμμετέχει ένα πρόσωπο είτε φυσικό είτε νομικό ως μάρτυρας στο Δικαστήριο σημαίνει ότι πράττει κάτι πολύ σημαντικό: συμμετέχει στη διαδικασία απονομής της Δικαιοσύνης, γι’ αυτό ο ρόλος δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται χωρίς τη συναίσθηση αυτής της ευθύνης. Το υπό αναφορά πλαίσιο, είναι το εξής, απλό: έχουμε Ενάγοντες που είναι νομικό πρόσωπο.

Ο άνθρωπος, μάρτυρας για την πλευρά του νομικού προσώπου των Εναγόντων (θα γίνεται αναφορά, χάριν πρακτικότητας, σε εταιρεία, χωρίς να σημαίνει προτίμηση νομικού προσώπου αυτού του είδους), είναι ο “company representative” της ή το “alter ego” της εταιρείας στο Δικαστήριο. Στο εδώλιο του μάρτυρα, ο ίδιος, συνιστά την εταιρεία με ανθρώπινο πρόσωπο, ένα ανθρώπινο πρόσωπο που η εταιρεία θα πρέπει να επιλέγει προσεκτικά και να εκπαιδεύει καταλλήλως. Σε ορισμένες εταιρείες, κυρίως εξωτερικού, που, ως εκ των δραστηριοτήτων τους, έχουν αρκετές δικαστηριακές υποθέσεις, καταρτίζονται ειδικά εταιρικά εγχειρίδια, με συμβουλές προς τον «μάρτυρα της εταιρείας», για το πώς ακριβώς θα πρέπει να απαντά για τα εταιρικά θέματα, ποια πρέπει να αγγίζει και ποια να αποφεύγει· υπάρχει εργοδότηση για το συγκεκριμένο πόστο ή ειδική ανάθεση της εργασίας αυτής σε εμπειρογνώμονα μάρτυρα, ο ρόλος του οποίου θεωρείται αρκετά σημαντικός, αφού και η εικόνα της εταιρείας στο Δικαστήριο θεωρείται μέρος της ευρύτερης πολιτικής της.

Το φαινόμενο για το οποίο γίνεται λόγος στην Κύπρο είναι το «σύνδρομο της προσωπικής γνώσης» (το οποίο απορρέει, ενδεχομένως, από την έλλειψη κάποιας ρητής δικονομικής αντιμετώπισης των διάδικων νομικών προσώπων). Αυτό οδηγεί, με τη σειρά του ή αλυσιδωτά, στο επιμέρους φαινόμενο: κατά το στάδιο ακρόασης της απαίτησης μιας εταιρείας, να καλούνται ως μάρτυρες περισσότεροι από έναν, υπάλληλοι ή αξιωματούχοι της Ενάγουσας εταιρείας, υπό την προσέγγιση ότι διαφορετικά πρόσωπα έχουν προσωπική γνώση για τα διάφορα επίδικα θέματα (που δεν είναι καν θέματα εταιρικά, που να αφορούν στο εσωτερικό της εταιρείας). Καλούνται να μαρτυρήσουν για τα επίδικα θέματα (π.χ. που αφορούν μια συμβατική σχέση της εταιρείας με τρίτο πρόσωπο) ακόμα και πρόσωπα που δεν σχετίζονται, πλέον, με την εταιρεία ή που δεν έχουν επαρκή γνώση του συγκεκριμένου θέματος που δικάζεται δια αγωγής της εταιρείας εναντίον τρίτου· εάν, μάλιστα, υπάλληλος της εταιρείας, που είχε προσωπική γνώση για ένα ίδιο επίδικο θέμα, αποβιώσει, μπορεί να δημιουργείται και πανικός, ότι υπάρχει κάποιο τρανό κενό ή αδυναμία και ήρθε η συντέλεια του κόσμου.

Σε αυτή την, κατά μία άλλη οπτική, πορεία εκτροπής, θα πρέπει, όμως, να λεχθεί το εξής: Όταν καλείται μαρτυρία από τους Ενάγοντες, νομικό πρόσωπο, σε συγκεκριμένο στάδιο της δίκης, μία φορά καλείται. Ως εάν ο Ενάγων να ήταν ένα φυσικό πρόσωπο, που δεν θα μπορούσε να κληθεί δέκα φορές ως μάρτυρας στην ίδια διαδικασία, στο ίδιο στάδιο της δίκης, φορώντας διαφορετικά ρούχα (χωρίς να σημαίνει ότι πρέπει να γίνεται ταύτιση γενικότερης εφαρμογής, της αντιμετώπισης των νομικών προσώπων με τα φυσικά πρόσωπα, γιατί δεν πρέπει). Δεν θα κληθούν, οι Ενάγοντες, ως μάρτυρες περισσότερες από μία φορά για την απαίτησή τους, επειδή συνιστούν οργανισμό, στον οποίο συμμετέχουν πολλά φυσικά πρόσωπα, όπου ο καθένας έχει διαφορετικά καθήκοντα ή διαφορετική γνώση. Άλλο θέμα είναι εάν κάποιος μάρτυρας κληθεί υπό την ατομική του ιδιότητα, για να δώσει μαρτυρία προς υπεράσπιση της υπόθεσης των Εναγόντων, όταν ένα επίδικο ζήτημα εξαρτάται από τέτοια προσωπική γνώση, όπου θα πρέπει να υποδεικνύεται, στη μία και στην άλλη περίπτωση, ότι ο ένας μάρτυρας είναι οι Ενάγοντες, και ο άλλος μάρτυρας είναι πρόσωπο που δίδει μαρτυρία, προς υπεράσπιση της υπόθεσης των Εναγόντων, για θέμα που εμπίπτει σε προσωπική του γνώση. Παρόλα αυτά, στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν δικάζονται υποθέσεις με πλέον μεγάλους οργανισμούς, βλέπουμε τον ΜΕ1 υπάλληλο Εναγόντων Χ, τον ΜΕ2 υπάλληλο Εναγόντων Ψ, τον ΜΕ3 υπάλληλο Εναγόντων Ω, και θεωρητικά αυτή η τακτική μπορεί να μην έχει και τελειωμό, όταν ο λόγος γίνεται για μεγάλο νομικό πρόσωπο. Στη μία πλευρά όλη η διαθέσιμη μαρτυρία των Εναγόντων, στην άλλη πλευρά όλη η διαθέσιμη μαρτυρία των Εναγόμενων και αυτό είναι το μόνο σχήμα.

Συναφώς, όταν ένας μάρτυρας καλείται ως εκπρόσωπος της εταιρείας, σε συγκεκριμένο στάδιο της δίκης, είναι κάπως, ανορθόδοξη, καταρχάς, κάποια υποβολή ότι αυτός δεν έχει «προσωπική γνώση» ή άλλως πώς γνώση υπό κάποια ατομική ιδιότητα, αφού ενδιαφέρει μόνον η εταιρική γνώση. Χωρίς να σημαίνει ότι ο δικηγόρος που αντεξετάζει δεν θα επιχειρήσει την υποβολή· ή ότι δεν είναι επιθυμητό να αναφέρει εξ’ αρχής, ο μάρτυρας, σε ποια σημεία κατέχει και προσωπική γνώση, εάν υπάρχει τέτοια, ώστε να υπόκειται σε συναφή αντεξέταση, εάν το επιθυμεί ο αντίδικος (όπως συμβαίνει περίπου και στο Αμερικανικό σύστημα). Αντίστοιχα, εγωκεντρική απάντηση εκπρόσωπου της εταιρείας για σκοπούς μαρτυρίας του τύπου «δεν γνωρίζω, επειδή δεν ήμουν εγώ, ήταν άλλος», μπορεί να είναι και μοιραία για την υπόθεση ή να δημιουργεί την ανάγκη κλήσης μάρτυρα υπό την προσωπική του ιδιότητα, για να πει αυτά που δεν μπορούν να πουν, ουσιαστικά, οι Ενάγοντες. Ο μάρτυρας της εταιρείας μιλά για την εταιρεία, και ό,τι λέει, είναι αυτό που λέει η εταιρεία τη δεδομένη χρονική στιγμή της μαρτυρίας, και, ασφαλώς, δεν αναμένεται να είναι παντογνώστης, σε όλα τα θέματα της εταιρείας (ή στα «ευαίσθητα εταιρικά θέματα»). Αναμένεται απλά να γνωρίζει καλά το θέμα για το οποίο καταθέτει, γνωρίζοντας, καταρχάς, και για ποιο πράγμα καταθέτει σε κάθε στάδιο. Είναι πιο δύσκολο το έργο του, προφανώς, όταν δεν υπάρχει καλή εταιρική οργάνωση, από την οποία να μπορεί να αντλήσει όλες τις πληροφορίες που χρειάζεται, για να κάνει τη δουλειά του. Αυτό το πρόβλημα, όμως, είναι κάτι που θα πρέπει να αφορά, καταρχάς, τον ίδιο και την εταιρεία, έπειτα την υπόθεση.

Ο εκπρόσωπος της εταιρείας ή άλλος μάρτυρας προς υπεράσπιση της υπόθεσης των Εναγόντων καλείται, στο στάδιο ακρόασης της απαίτησης, να δώσει μαρτυρία για την απαίτηση, και για κανένα άλλο θέμα. Να εξηγήσει, δηλαδή, την απαίτηση της εταιρείας, να την τεκμηριώσει. Οτιδήποτε άλλο, δεν ακούγεται στο στάδιο της δίκης για την απαίτηση· επομένως, ερωτήσεις ή υποβολές για άσχετα θέματα, θα πρέπει να απαντώνται καταλλήλως (ή και να συνοδεύονται από σχετικές ενστάσεις). Όπου υπάρχει ισχυρισμός υπεράσπισης για τον οποίο ο Εναγόμενος φέρει το βάρος απόδειξης, αυτός θα πρέπει να παρουσιάσει πρώτα τη δική μου μαρτυρία, και, εάν χρειάζεται απάντηση, να δοθεί η άδεια για απαντητική μαρτυρία. Όπου υπάρχει ανταπαίτηση, για την οποία το βάρος απόδειξης έχει η άλλη πλευρά (όπου εφαρμόζεται η Δ. 33, κ. 9 των ΚΠολΔ), δεν θα πρέπει, κατά το στάδιο της ακρόασης για την απαίτηση, ο αντίδικος να επιχειρεί να αντλήσει δική του μαρτυρία για την ανταπαίτηση, υποβάλλοντας στο μάρτυρα ερωτήσεις άσχετες με τα ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση, όσα από αυτά συνιστούν αμφισβητούμενα θέματα (με αρχική βάση και τις δικογραφημένες θέσεις). Εάν το πράττει, ουσιαστικά, μεταθέτει, εξίσου ανορθόδοξα, το δικό του βάρος απόδειξης, εντέχνως, στους ώμους της εταιρείας, αρνητικά, να αποδείξει ότι κάτι δεν ισχύει.

Θα πρέπει να υποδειχθεί, σχετικώς, ότι, παρόλο που η διαδικασία της ακρόασης ρυθμίζεται λεπτομερώς από την Δ. 33 ΚΠολΔ, όταν δεν υπάρχει ή όταν υπάρχει ανταπαίτηση, και αναλόγως με το εάν θα προσκομιστεί μαρτυρία από τα μέρη, και ποιος έχει το βάρος απόδειξης, στην πράξη, η εντύπωση είναι ότι, γίνεται ανεκτή από τα Δικαστήρια και τους δικηγόρους, πολλές φορές, η παρέκκλιση από αυτήν, χωρίς, όμως, να προκαθορίζεται και ρητά τέτοια παρέκκλιση και το αναγκαίο της, πριν την έναρξη της δίκης. Όμως, κάθε παρέκκλιση από αυτήν, κατά τη γνώμη μου, έχει έναν αντίκτυπο στην υπόθεση· καθότι η διαδικασία παρουσίασης της μαρτυρίας είναι πάρα πολύ σημαντική, για πολλούς και διάφορους λόγους. Και η Δ. 33 ΚΠολΔ είναι πολύ σοφή, ασχέτως εάν θα πρέπει, διατηρώντας τη σοφία της (που θα πρέπει πρώτα να γνωρίσουμε), να μπει σε ένα πιο σύγχρονο καλούπι. Το σχήμα «ακρόαση μαζί» της απαίτησης με την ανταπαίτηση δεν είναι σχετικό· μαζί ακούγονται, στην ίδια δίκη, αλλά η σειρά παρουσίασης της μαρτυρίας είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Το «μαζί» δεν σημαίνει τσουβάλιασμα της μαρτυρίας χωρίς σειρά, και ό,τι προκύψει, και ερωτήσεις επί ερωτήσεων, χωρίς σκοπό. Εκεί όπου το βάρος απόδειξης έχει ο Α, πρώτα ακούμε τον Α, σε σχέση με το θέμα, και μετά απαντάμε, εάν χρειάζεται, αναλόγως με το τι ακούμε· αυτό συνιστά, κατά τη γνώμη μου, και μια λογική αναγκαιότητα. Εάν υπάρχει, λόγου χάριν, δικογραφημένος ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι ο Εναγόμενος εξαπατήθηκε, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας, πρόκειται για ισχυρισμό για τον οποίο ο ίδιος φέρει το βάρος απόδειξης. Συνεπώς, ο ίδιος θα πρέπει να προσκομίσει πρώτα τη μαρτυρία του γι’ αυτό, είτε προς υπεράσπιση είτε προς ανταπαίτηση, ό,τι προωθεί, και μετά να ακουστεί σχετική μαρτυρία των Εναγόντων που να απαντά στη μαρτυρία αυτή, δίνοντας τη θέση των Εναγόντων (που ευλόγως θα την δίνει ή και αναγκαστικά πρέπει να την δίνει και σε απαντητικό δικόγραφο). Οι Ενάγοντες, επειδή δικογραφεί τον ισχυρισμό ο Εναγόμενος, δεν υποχρεούνται (και δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου), κατά το στάδιο ακρόασης της απαίτησης τους, πριν την παρουσίαση οποιασδήποτε μαρτυρίας του Εναγόμενου επί τούτου, να φέρουν οι ίδιοι μαρτυρία για να αποδείξουν αρνητικά ότι ο Εναγόμενος δεν εξαπατήθηκε (μαρτυρία άσχετη με την απαίτηση και χωρίς να έχει προωθηθεί τέτοια υπεράσπιση), απλά και μόνο γιατί έχει εκτοξευθεί ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός στο δικόγραφο του Εναγόμενου. Σε μια τέτοια περίπτωση, είτε θα αρχίσει, ο Εναγόμενος, δια του συνηγόρου του, να ερωτά τον άσχετο μάρτυρα, που ήρθε να πει για τη μη εξαπάτηση, για την απαίτηση (που δεν θα γνωρίζει), είτε θα αντλεί μαρτυρία για τις περιστάσεις σύναψης της σύμβασης, χωρίς ο ίδιος να έχει παρουσιάσει τη δική του μαρτυρία· όπου παρουσιάζοντάς την, μετά, θα μείνει και «αναντίλεκτη».

Ένα άλλο σημείο που, ίσως, να πρέπει να συζητηθεί, σε συνάρτηση με την πιο πάνω παρατήρηση περί μη πιστής εφαρμογής και γενικευμένης παρέκκλισης από τους ήδη υφιστάμενους ΚΠολΔ, είναι ότι η γενικότητα και αοριστία στο δικόγραφο των Εναγόμενων δεν επαυξάνει το βάρος απόδειξης των Εναγόντων, ούτε δημιουργεί πρόσθετο βάρος απόδειξης ή υποχρέωση αναζήτησης λεπτομερειών. Είναι διαστρεβλωμένη, κατά τη γνώμη μου, τέτοια προσέγγιση, να καταχωρεί ο ένας διάδικος γενικό και αόριστο δικόγραφο, και να δημιουργείται υποχρέωση συγκεκριμενοποίησης του στην άλλη πλευρά. Υπάρχουν κανόνες δικογράφησης, πολύ χρήσιμοι, η παράβαση των οποίων θα πρέπει, ίσως, να έχει αντίκτυπο, καταρχάς, στην υπόθεση αυτού που τους παραβαίνει. Ασφαλώς, ο άλλος διάδικος έχει το δικαίωμα (όχι υποχρέωση), μεταξύ άλλων, να αναζητήσει λεπτομέρειες, για να μην πιαστεί και εξ’ απήνης, ή να ενεργήσει άλλως πώς σε σχέση με το προβληματικό δικόγραφο· αλλά όχι για να διασώσει την υπόθεση του αντιδίκου ή για να δημιουργήσει ο ίδιος υπόθεση για τον αντίδικο· κυρίως, στο πλαίσιο του κοινού καθήκοντος για διαπίστωση της αλήθειας και απονομής του δικαίου ή και εξοικονόμησης της δίκης.

Ο λόγος, λοιπόν, γίνεται για δίκες που, διαχρονικά, αρχίζουν με γενικά και αόριστα δικόγραφα, χωρίς να είναι γνωστό ποια διαδικασία θα ακολουθηθεί, ποιος θα πει τι, και πότε, χωρίς να υπάρχει πραγματική ή συγκεκριμένη διαφορά, οπότε και αρχίζει μια χρονικά ανέλεγκτη ιστορία, στην οποία παίζεται το παιχνίδι της «τυφλόμυγας», και κατά την οποία ταλαιπωρούνται άνθρωποι με σοβαρές υποχρεώσεις, και ολόκληρο το σύστημα Δικαιοσύνης, χωρίς λόγο. Γι’ αυτό, ένα πρώτο βήμα, που θα πρέπει να γίνει, μάλλον, πριν από οποιοδήποτε βήμα τροποποίησης ή εκσυγχρονισμού των ΚΠολΔ είναι να γίνει ορθή απόδοση στην Ελληνική γλώσσα των υφιστάμενων ΚΠολΔ, και ανάλυσή τους, διαταγή προς διαταγή, και να καταβληθεί μια προσπάθεια εντατικής εφαρμογής τους· και μετά από αυτά ο εκσυγχρονισμός τους. Γιατί η σκέψη είναι ότι, οποιαδήποτε τροποποίηση γίνει εν αγνοία του τι ισχύει ήδη, εφόσον έχει εγκαθιδρυθεί μια ακανόνιστη διαδικασία, όπου ο καθένας κάνει ό,τι θέλει και όπως το θέλει, και όπου βγάλει, θα φαντάζει ως εισβολή προς επιβολή ακατανόητων εξωγήινων διαδικασιών. [Αυτή η δουλειά άρχισε, πάντως, να γίνεται, δυστυχώς, με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς].

Υπάρχει, για παράδειγμα, ανάμεσα στους κανόνες δικογράφησης (σε λάθος σημείο, ίσως, γιατί δεν φαίνεται καλά) και μια πολύ χρήσιμη διαταγή, που, εάν χρησιμοποιούνταν θα ήταν, μάλλον, και κάπως και πιο ταχεία η διαδικασία των ακροάσεων, χωρίς να επιδίδονται, οι δικηγόροι, στο προαναφερόμενο «τυφλό σύστημα». Ο λόγος για τη Δ. 19, κ. 27, η οποία στο αντίστοιχο κείμενο των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών έφερε τίτλο «setting the issues»[1], ότι:

 

Where in any cause or matter it appears to the Court or a Judge that the issues of fact in dispute are not sufficiently defined by the pleadings, the parties may be directed to prepare issues, and such issues shall, if the parties differ, be settled by the Court or a Judge.

(μετάφραση)

Όπου, σε οποιαδήποτε αιτία αγωγής ή ζήτημα, φαίνεται στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή ότι τα ζητήματα σε σχέση με τα γεγονότα που αμφισβητούνται δεν είναι επαρκώς διασαφηνισμένα από τα δικόγραφα, μπορούν να δοθούν οδηγίες στα μέρη[2] να ετοιμάσουν ζητήματα διαφοράς, και τέτοια ζητήματα διαφοράς θα πρέπει, εάν τα μέρη διαφωνούν, να καθοριστούν από το Δικαστήριο ή τον Δικαστή.

Μιλώντας, στην προκειμένη περίπτωση, για το θέμα του «μάρτυρα της εταιρείας», εννοείται ότι, ο αντίδικος δικαιούται να αμφισβητήσει την εξουσιοδότηση του εκπροσώπου της εταιρείας ή να ζητήσει να την δει. Είναι δέον, επομένως, η εταιρεία, να έχει εξουσιοδοτεί συγκεκριμένο εκπρόσωπο της για να την εκπροσωπεί στο Δικαστήριο με κανονική εταιρική διαδικασία, και να υπάρχει διαθέσιμο και να αποκαλύπτεται το σχετικό έγγραφο της απόφασης του διοικητικού της συμβουλίου ή άλλο που να αποδεικνύει τη νομιμότητα του διορισμού.

Εισήρθω εν παρόδω ότι το θέμα, πάντως, του «μάρτυρα της εταιρείας» σχετίζεται και με κάποιες από τις «ενστάσεις» σε σχέση με τη νέα Δ. 30 και την πρόνοια για προκαθορισμό και αναφορά των μαρτύρων και σύνοψης της μαρτυρίας τους. Λέει, η σχετική ένσταση, όταν ο διάδικος είναι εταιρεία ή οργανισμός, πώς θα γνωρίζουμε, εκ των προτέρων, τα ονόματα των μαρτύρων που θα χρειαστούν; Να σημειωθεί, ασφαλώς, ότι σε άλλα συστήματα η αναφορά είναι γενική, π.χ. σε «εκπρόσωπο του νομικού προσώπου των Εναγόντων», ο οποίος δύναται να αλλάζει από καιρό σε καιρό, γι’ αυτό έτσι είναι ικανοποιητική, εφόσον μόνον έναν εκπρόσωπο έχει το νομικό πρόσωπο, και είναι γνωστά εκ των προτέρων τα αμφισβητούμενα θέματα. Απορρέει, η εν λόγω ένσταση, μάλλον, ακριβώς, από τη διαχρονική σύγχυση, του τι συνιστά μαρτυρία από το νομικό πρόσωπο, του πώς ένα νομικό πρόσωπο ορίζει τον εκπρόσωπό του στο Δικαστήριο για σκοπούς μαρτυρίας, του τι ακούγεται σε κάθε στάδιο της δίκης με βάση τη Δ. 33 και τα δικόγραφα, της μη ακολούθησης των κανόνων δικογράφησης, κλπ. Σύγχυση που δεν είναι και εντελώς αδικαιολόγητη, εφόσον υπάρχουν βαθύτερες αιτίες της, που ανατρέχουν πολύ βαθιά στο δικαιϊκό μας σύστημα, στην ιστορία μας, ίσως και στον τρόπο διδασκαλίας του δικαίου μας.

Να σημειωθεί, περαιτέρω, ότι η δυνατότητα προσκόμισης μαρτυρίας από εκπρόσωπο της εταιρείας στο Δικαστήριο, δεν σχετίζεται, καταρχάς, με τον παλαιό κανόνα του common law, που δεν αποδέχεται τη δυνατότητα εκπροσώπησης εταιρείας, σε δικαστική διαδικασία, από τους Διευθυντές της ή από οποιοδήποτε πρόσωπο, άλλο από δικηγόρο (βλ. Lindos Construction Ltd. v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1993) 1 Α.Α.Δ. 17)· στην Κύπρο βάσει του περί Δικηγόρων Νόμου, που θέλει την εκπροσώπηση προσώπων στο Δικαστήριο ως ενέργεια που εμπίπτει στο «ασκείν δικηγορία», την οποία μπορούν να πράττουν μόνον αδειούχοι δικηγόροι (ούτε καν οι in-house lawyers της εταιρείας[3])· επειδή η εταιρεία συνιστά πρόσωπο (κατά πλάσμα) με διακριτή νομική προσωπικότητα. Αυτός ο κανόνας έχει μια άλλη ιστορία και μια διαφορετική προβληματική διάσταση (στο πλαίσιο προβληματικότητας ή και «τραβήγματος» της οποίας, έτυχε, μάλιστα, στο παρελθόν, δικηγόρος, σε ποινική διαδικασία, να αναγκαστεί να οδηγηθεί στο εδώλιο του κατηγορούμενου, επειδή εκπροσωπεί εταιρεία και απαντά σε κατηγορία, κατόπιν εξουσιοδότησης της εταιρείας, προκειμένου να γίνει δεκτή η «παρουσία» της εταιρείας στο Δικαστήριο και η απάντησή της).

Μένοντας στην παροχή μαρτυρίας, η παροχή μαρτυρίας, εν πάση περιπτώσει, δεν συνιστά, κατά τη γνώμη μου, πράξη που εμπίπτει στο «ασκείν δικηγορία» (απεναντίας). Η εκπροσώπηση της εταιρείας στο Δικαστήριο, από το πρόσωπο που η ίδια επιλέγει, για σκοπούς μαρτυρίας, δεν συνιστά ούτε νομική εκπροσώπηση, αλλά και, ως απόρροια του ιδίου κανόνα (της  αυστηρής και άκαμπτης προσέγγισης του διακριτού της «νομικής προσωπικότητας»), δεν σημαίνει ότι είναι πάντα ή αναγκαστικά και εξ’ ακοής μαρτυρία. Έχει τύχει, αλήθεια, και αυτή η δικαστική προσέγγιση: η μαρτυρία εκπροσώπου εταιρείας των Εναγόντων να μην θεωρηθεί ως άμεση μαρτυρία των Εναγόντων (νομικού προσώπου), αλλά να χαρακτηριστεί ως εξ’ ακοής μαρτυρία, και ως τέτοια να έχει τύχει αξιολόγησης.

Ο εγκλωβισμός στο χάος της «νομικής προσωπικότητας» μπορεί να αρθεί νομοθετικά ή κανονιστικά, με ρητή πρόβλεψη για το πώς μια εταιρεία εκπροσωπείται στο Δικαστήριο, για σκοπούς νομικής εκπροσώπησης και για σκοπούς μαρτυρίας, χωρίς να αφήνεται ανοιχτός ο δρόμος για την μάλλον ξεπερασμένη ερμηνεία που απορρέει από τον περί Δικηγόρων Νόμο. Εξάλλου, και η Κυπριακή νομική θεωρία, θα πρέπει να ασχοληθεί με κάποιες απαραίτητες εννοιολογικές διακρίσεις. Ακροθιγώς, αντλώντας κάποια ελληνόγλωσση ορολογία από την ελλαδική νομική πραγματικότητα, να λεχθεί ότι, η νομική προσωπικότητα συνιστά την ικανότητα διαδίκου, δηλαδή την ικανότητα κάποιου προσώπου ή ένωσης προσώπων να είναι, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ή κατά την πιο τυπική πλέον προσέγγιση, να διεξάγει δίκη «ιδίω ονόματι», να ενάγει ή να ενάγεται. Οι οντότητες, τις οποίες το ουσιαστικό δίκαιο αναγνωρίζει ως φυσικά ή νομικά πρόσωπα, έχουν ικανότητα διαδίκου, η οποία, ενδεχομένως, να επεκτείνεται και σε άλλες ενώσεις. Η ικανότητα διαδίκου είναι η προϋπόθεση για τη διεξαγωγή δίκης, διαδικαστική στη φύση της, παρόλο που νοηματοδοτείται από το ουσιαστικό δίκαιο. Από την άλλη, η ικανότητα δικαστικής παράστασης, δηλαδή ικανότητα, κατά το δικονομικό πλέον δίκαιο, να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ο διάδικος, και να διεξάγει «ιδίω ονόματι» τις διάφορες διαδικαστικές πράξεις, συναρτάται περισσότερο με την ικανότητα για δικαιοπραξία και γενικά δεν ταυτίζεται απόλυτα με την ικανότητα διαδίκου. Για να διεξαχθεί παραδεκτά μια δίκη θα πρέπει να συνυπάρχουν ικανότητα διαδίκου και ικανότητα δικαστικής παράστασης.

Στο Κυπριακό δίκαιο, η διάσταση μεταξύ ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, στην αντιμετώπιση των νομικών προσώπων, είναι, κάπως, κατακόρυφη. Βασικά, λόγω της ως επί τω πλείστω νομολογιακής προέλευσης του δικαίου μας, δεν υπάρχει καθόλου πρόνοια, μέχρι στιγμής, για τη δικονομική αντιμετώπιση των διάδικων νομικών προσώπων· δεν υπάρχει πρόνοια που να δίδει στα νομικά πρόσωπα (που έχουν την ικανότητα διαδίκου) και ικανότητα δικαστικής παράστασης. Μέσα σε αυτό το (τυπικό) κενό είναι που προβάλλει εμμέσως (και μη αναγκαστικά), δια κάποιας ερμηνευτικής οδού, υποτιθέμενο δικονομικό εμπόδιο δια του περί Δικηγόρων Νόμου, και, βασικά, δια της ενεργητικής ικανότητας εκπροσώπησης διαδίκων, που ανήκει, κατ’ επάγγελμα, στους αδειούχους δικηγόρους. Και η αυτή η ίδια ερμηνευτική πορεία που οδηγεί στο αδιέξοδο συναντάται και σε άλλες χώρες του Κοινοδικαίου, κάποιες, μάλιστα, από τις οποίες εμμένουν ακόμα αυστηρά στον «κανόνα», ότι μια εταιρεία δεν μπορεί να εκπροσωπείται στο Δικαστήριο από πρόσωπο άλλο από δικηγόρο, χωρίς διάκρισης της νομικής εκπροσώπησης για σκοπούς δικηγορίας, με οποιοδήποτε άλλο είδος εκπροσώπησης, για σκοπούς δικαστικής παράστασης του διαδίκου. Στην Αγγλία ξεπεράστηκε το (παράλογο, κατά τα λοιπά) αδιέξοδο, απλά, με τη ρητή πρόβλεψη στους διαδικαστικούς κανονισμούς πολιτικής δικονομίας, για τον τρόπο εκπροσώπησης των νομικών προσώπων (από αξιωματούχο, υπάλληλο ή δικηγόρο, από όποιον, τέλος πάντων, εκπροσωπεί την εταιρεία στη συγκεκριμένη δικαιοπραξία). Ενδεχομένως, ανάλογο διάβημα, να πρέπει να γίνει και στο πλαίσιο αναμόρφωσης των εγχώριων ΚΠολΔ. Γιατί η νομική εκπροσώπηση για σκοπούς δικηγορίας, δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με εκπροσώπηση δια σκοπούς δικαστικής παράστασης και παροχής μαρτυρίας, που, ευλόγως, η τελευταία, θα πρέπει να αναφέρεται σε όποιον εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία, ο οποίος θα πρέπει να είναι και διαφορετικός από τον εκπρόσωπο για σκοπούς δικηγορίας· προς αποφυγή άλλων εμποδίων από την ίδια πηγή του κακού, τον Περί Δικηγόρων Νόμο, ο οποίος, ενώ είναι καταρχάς ένας άσχετος, ως προς το σκοπό ύπαρξης και αντικείμενο του, νόμος, σε σχέση με τη βασική δικονομία· προβάλλει στο προσκήνιο απλά και μόνο λόγω της αναφοράς σε «εκπροσώπηση».

Είναι αλυσιδωτά, επομένως, τα θέματα που τίθενται με αφετηρία το ζήτημα της δικαστικής παράστασης των νομικών προσώπων για σκοπούς μαρτυρίας. Είναι ζητήματα που (προστιθέμενων της έλλειψης καλής χρήσης των ήδη υφιστάμενων ΚΠολΔ ή της απόκλισης της πρακτικής από τα κείμενα στους ΚΠολΔ και της κανονιστικά μετέωρης, εν πολλοίς, πρακτικής) μετατρέπονται σε προβλήματα διεξαγωγής ολόκληρης της δίκης, σε συνθήκες απίστευτης χρονοτριβής, και, εν τέλει, σε προβλήματα απονομής της Δικαιοσύνης.

——————

[1] Hupburn, C. M. (2002). The Historical Development of Code Pleading in America and England. New Jersey: The Lawbook Exchange Ltd.

[2] Σε μεταφρασμένη έκδοση που κυκλοφορεί χρησιμοποιείται η απόδοση «πρέπει» αντί η δυνητικότητα της διαταγής, παρόλο που με την (δυνητική) ενεργοποίηση της διαταγής το Δικαστήριο πρέπει, σε περίπτωση διαφωνίας των μερών ως προς το τι αμφισβητείται, να καθορίσει το ίδιο τα ζητήματα διαφοράς ή άλλως πώς τον Κατάλογο των αμφισβητούμενων θεμάτων (επί των οποίων θα επικεντρωθεί η ακρόαση).

[3] Βλ. και Prezes Urzedu Komunikacji Elektronicznej v European Commission, T-226/10, που ήταν μια απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η οποία, έχοντας αρνηθεί το δικαίωμα εκπροσώπησης μιας εταιρείας από τον εσωτερικό της δικηγόρο, προκάλεσε διάφορες αρνητικές αντιδράσεις, για το γενικό ζήτημα, της εγγενούς έλλειψης δυνατότητας αυτοπρόσωπης παρουσίας, όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, και της αναγκαστικής εκπροσώπησης από δικηγόρο αδειούχο, σε κάθε περίπτωση. Βεβαίως η Prezes δεν άγγιζε το θέμα σε όλες τις διαστάσεις που αφορούν στην παρούσα αναφορά. Η Σκωτική, πάντως, ιδεολογία πίσω από την ίδια προσέγγιση είναι ότι, αφ’ης στιγμής η εταιρεία επωφελείται των πλεονεκτημάτων του να είναι μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, θα πρέπει να ανέχεται και τα ελαττώματα του να είναι μια διακριτική νομική προσωπικότητα. Στην Αγγλία αυτή η κάπως ασθενής προσέγγιση ορθοδρόμησε με κανονιστική παρέμβαση.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s