Διαδικαστικές ένορκες δηλώσεις από δικηγόρους και δεοντολογία

'Run this by 'Legal,' but sprint it by 'Ethics.''

Ανάμεσα στις τυπικές προϋποθέσεις (formalities) που πρέπει να πληροί μία κατάθεση δια ένορκης δήλωσης, σύμφωνα με τη Δ. 39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), είναι όπως ο καταθέτων (deponent), ο οποίος λαμβάνει τη θέση μάρτυρα (witness), έχει προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία ορκίζεται, ενώ, στις ενδιάμεσες αιτήσεις, επιτρέπεται και η παροχή γνώμης ή άλλως πώς κατάθεση πίστης.

Η ένορκη δήλωση συνοδεύει τις ενδιάμεσες αιτήσεις, αναλόγως του τι προβλέπεται ή δεν προβλέπεται από τη Δ. 48, κκ. 8 και 9, ή κάποια ειδικότερη διαταγή, για το είδος της συγκεκριμένης αίτησης. Κατά κανόνα, οι δια κλήσεως αιτήσεις συνοδεύονται από ένορκη δήλωση, ωστόσο, η Δ. 48, κ. 9, εισάγει τις εξαιρέσεις, και επιφυλάσσεται, μεταξύ άλλων, και υπέρ της δυνατότητας το Δικαστήριο ή Δικαστής να διατάξει διαφορετικά.

Οι εξαιρέσεις που εισάγει η Δ. 48, κ. 9 αφορούν, κυρίως, σε αιτήματα διαδικαστικής φύσης. Υπάρχουν, όμως, και ορισμένες αιτήσεις, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στον «κατάλογο» της Δ. 48, κ. 9, και οι οποίες είναι, επίσης, διαδικαστικής φύσης. Αυτές θεωρούνται, με έναν αυτόματο τρόπο, ότι θα πρέπει να συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις. Εξάλλου, η Δ. 48, κ. 1, θέτει παράλληλο κανόνα ότι, όταν τα γεγονότα μιας αίτησης δεν προκύπτουν από το φάκελο της δικογραφίας, χρειάζεται ένορκη δήλωση. Το πότε τα γεγονότα προκύπτουν από το φάκελο της δικογραφίας είναι αυτό που πρέπει να ερμηνεύεται ορθά.

Έτσι, συνηθίζεται να ορκίζονται «διαδικαστικές» ένορκες δηλώσεις οι δικηγόροι που χειρίζονται τις υποθέσεις ή οι δικηγορικοί υπάλληλοι (κάποτε και μη εγγεγραμμένοι). Ή, σε περίπτωση που τέτοιες διαδικαστικές ένορκες δηλώσεις ορκίζονται οι διάδικοι, να αφορούν σε θέματα για τα οποία οι ίδιοι δεν έχουν προσωπική γνώση, εφόσον είναι νομικά ή για τον ίδιο λόγο να παρέχουν εξ’ ακοής μαρτυρία των δικηγόρων τους (οι οποίοι να καθίστανται εμμέσως μάρτυρες). Έπειτα, προς συνέχιση αυτής της πρακτικής, τυχόν ειδοποιήσεις περί πρόθεσης ένστασης σε τέτοιες αιτήσεις, με βάση τον Τύπο 47 (και την Δ. 48, κ. 4), ενώ υπάρχει η δυνατότητα, επίσης, να μην συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις, αλλά να αναφέρουν στο σώμα τους τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται, όταν, επίσης, προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας, επειδή συνοδεύονται, οι αιτήσεις στις οποίες αφορούν από ένορκες δηλώσεις, συνοδεύονται κι αυτές από ένορκες δηλώσεις, ενδεχομένως υπό κάποια λανθάνουσα αντίληψη περί ισότητας των όπλων.

Το φαινόμενο της όρκισης διαδικαστικών ενόρκων δηλώσεων με τον προαναφερόμενο τρόπο είναι σχεδόν καθημερινό. Κρούει, καταρχάς, στο γενικό απαγορευτικό κανόνα, δεοντολογικής φύσης, ότι οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται ένορκες δηλώσεις, και, εάν το πράξουν και καταστήσουν τον εαυτό τους μάρτυρα γεγονότων, δημιουργείται ασυμβίβαστο. Κανόνας, όμως, που δεν εξετάστηκε σε δεοντολογικό επίπεδο και βάθος, σε διάφορες περιστάσεις, και επαναλαμβάνεται επιφανειακά, σχεδόν σαν ποίημα.

Όταν ο δικηγόρος ορκίζεται «διαδικαστική» ένορκη δήλωση,  καθηκόντως, θεωρείται, ακόμα και τότε, ατυχώς, ότι καθιστά τη νομική επιχειρηματολογία του γεγονός υποκείμενο σε απόδειξη (που δεν είναι επιδεκτικό απόδειξης, εκ φύσεως), ακόμα κι αν δεν υφίσταται επίδικο θέμα που να σχετίζεται με τη συγκεκριμένη δικηγορική δράση. Κατ’ επέκταση, δεν αποκλείεται να επιδιωχθεί (επιτήδεια) η αντεξέτασή του και, δι’ αυτής, ο χαρακτηρισμός του ως «ψεύτη», υπερβαίνοντας, η άλλη πλευρά, το γεγονός ότι είναι δικηγόρος και είναι υπό τέτοια ιδιότητα που προβαίνει στην ένορκη δήλωση, αλλά και το γεγονός ότι δεν εξετάζεται η αλήθεια του δικού του δικηγορικού λόγου, για τους σκοπούς της επίδικης υπόθεσης. Ευλόγως και καλώς ισχύει, ασφαλώς, η αρχή ότι καμία διάκριση για το δικηγόρο-μάρτυρα ή για τον εισαγγελέα-μάρτυρα, και ουδεμία εξαιρετική ή ειδική μεταχείριση, με τη διαφορά, όμως, του να είναι, όντως, μάρτυρας γεγονότων επίδικων.

Να σημειωθεί ότι και στην Αγγλική πρακτική, συχνά, οι δικηγόροι των δικών (barristers) καλούνται να δώσουν «μαρτυρία» π.χ. σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις που έγιναν από τους ίδιους στο πλαίσιο των υποθέσεων, ως εκ της θέσης τους («from their places at the bar»). Αυτή η «μαρτυρία» (counsels as witnesses), εξ’ αυτής της θέσης, καταρχάς, δεν είναι ένορκη (sworn)[3], γιατί, ακριβώς, γίνεται καθηκόντως (επί του δικηγορικού όρκου), και διαλαμβάνει τον χαρακτήρα της ενημέρωσης του Δικαστηρίου. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις επιτρέπεται η μαρτυρία δικηγόρου και από το εδώλιο του μάρτυρα («from the witness box»), περιπτώσεις οι οποίες διακρίνονται από τις προαναφερόμενες. Με αυτές τις δεύτερες είναι που σχετίζεται το δεύτερος σκέλος του δεοντολογικού κανόνα, το οποίο μιλά για κάποιο ασυμβίβαστο, και πάλι, υπό ορισμένες εξαιρέσεις[4].

Στην Αμερικανική πρακτική, επίσης, ο λόγος γίνεται για τον απαγορευτικό κανόνα δεοντολογίας «lawyer as witness», ο οποίος έχει μια αρκετά μεγάλη κανονιστική ιστορία, αλλά και θεωρητική κάλυψη, και στη γενική διατύπωσή του ο κανόνας επιφυλάσσεται υπέρ των συμφερόντων της Δικαιοσύνης. Σταδιακά εισήχθη κι εκεί ρητά η εξαίρεση, μεταξύ άλλων, για την (επιτρεπτή δεοντολογικά) περίπτωση, όπου ο δικηγόρος δίνει μαρτυρία για ζητήματα των καθηκόντων του ή τυπικά ζητήματα για τα οποία δεν αναμένεται αντίκρουση με ουσιαστική μαρτυρία[5].

Στην Κυπριακή νομολογία, η απαρχή της ελαστικότητας του απαγορευτικού δεοντολογικού κανόνα, σε δικονομικό επίπεδο ή του διαχωρισμού της δικονομικής αντιμετώπισης από το όποιο δεοντολογικά δέον, δεν χρονολογείται και πολύ παλαιά. Στη Rybolovlev Dmitry και Άλλοι ν. Elena Rybolovleva, (2010) 1 Α.Α.Δ. 82 συνοψίζοντας τις νομολογιακές αρχές επί του ζητήματος, λέχθηκε ότι:

«( … ) γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ’ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος[1].

( … )

Όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο τον διάδικο να είναι ενόρκως δηλών, απαιτείται όπως δοθεί προς τούτο κάποια εξήγηση.»

Στη Dulal Dulal v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή Aρ. 1045/05, ημερομηνίας 27.10.2005, στην οποία αποφασίστηκε η αναγκαιότητα παροχής κάποιας εξήγησης, όταν ορκίζεται δικηγόρος, η οποία δεν είχε δοθεί στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο δεν απέρριψε την ένορκη δήλωση ως αντικανονική, αλλά προχώρησε και την εξέτασε, συνεπώς, κλείνοντας το δρόμο προς αναγνώριση κάποιας περαιτέρω αρχής στην Rybolovlev. Στη Νικολάου Γεώργιος ν. Total Properties Ltd και Άλλων, (2011) 1 Α.Α.Δ. 1358 και πάλι η έλλειψη εξήγησης έμεινε σε επίπεδο επιφυλάξεων. Η νομολογιακή πορεία, όμως, είχε ήδη δείξει την τάση της.

Στην Investylia Public Company Ltd, v. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 236/2010, ημερομηνίας 13.06.2013, όπου ο δικηγόρος που ορκίστηκε ένορκη δήλωση έδωσε την εξήγηση ότι ο ίδιος μετείχε στις διαπραγματεύσεις, και ήταν γνώστης των γεγονότων για τα οποία ορκίστηκε, επαναλήφθηκαν οι αρχές, με αναφορά και στην προηγηθείσα Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολιτική Έφεση 66/2011, ημερομηνίας 28.5.2013, ότι:

«Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev vElena Rybolovleva (2010) 1 Α.Α.Δ. 82).  Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou (1987) 1 C.L.R,. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1036).  Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στη Nikitin Alexander vGrigorey Alexander, Πολ. Έφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013).»

Ακολούθησαν οι αναλόγως πιο πρόσφατες Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Abramchyk,  Πολιτική Έφεση 319 και 320/2011, ημερομηνίας 13.01.2014 και Investylia Public Co Ltd v. Χ»Παντέλα κ.α. (Διαχειριστές), Πολιτική Έφεση 231/11, ημερομηνίας 07.03.2014, και Πέτρου Ζωγράφου ν. Drosoneri Farm Limited, Πολιτική Έφεση 379/2012, ημερομηνία 21/05/2015 οι οποίες δεν άλλαξαν οτιδήποτε στην αντιμετώπιση του ζητήματος όρκισης ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους.

Παρόλο που δεν έχει αποφασιστεί μέχρι σήμερα το δεοντολογικό σημείο, εάν τελικά υπάρχει ή δεν υπάρχει, επί της ουσίας, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, πέρα από τη γενική παραπομπή ότι αυτό συνιστά κεφάλαιο της δεοντολογίας και όχι της δικονομίας, σε κάποιο στάδιο χρειάζεται, ίσως, και στην Κύπρο, κάποια εκσυγχρονιστική διασαφήνιση του δεοντολογικού κανόνα, ώστε να αποφεύγονται και οι αχρείαστες (ψευδο)δεοντολογικές κρούσεις και κρίσεις. Η δικονομική δυνατότητα μη όρκισης των δικηγόρων, σε τέτοιες αναγκαίες περιπτώσεις, κατά το Αγγλικό παράδειγμα, θα ήταν, επίσης, κάποια χρήσιμη εξέλιξη.

———————————

[1] Ahapittas v. Roc-Chic Ltd (1968) 1 C.L.R. 1· και In re Efthymiou (1987) 1 C.L.R. 319· και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1036.

[2] Βλ. και το Αγγλικό BSB Handbook Pt 2 Section C (The Conduct Rules) r C21.10 and guidance.

[3] Kempshall v Holland (1895) 14 R 336, CA· και Hickman v Berens [1895] 2 Ch 638, CA.

[4] Baillie’s Case (1788) 21 State Tr 340· και  Wilding v Sanderson [1897] 2 Ch 534 at 539, CA· και  Owen v Lord Rothermere (1927) Times, 12 February, 16 February· και  Schwarz v Clements (1944) 171 LT 305· και  Appleby v Errington (1952) Times, 18 October· και Owen v Lord Rothermere (1927) Times, 12 February, 16 February (όπου ο συνήγορος του Εναγόμενου, μετά τη μαρτυρία, με τη συγκατάθεση όλων των μερών, συνέχισε να ενεργεί ως δικηγόρος).

[5] Disciplinary Rule (DR) 5-101(B) μετέπειτα ABA Model Rules of Professional Conduct, R. 3.7 (1983)

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.