Το πρόβλημα καθυστέρησης στην απονομή της Δικαιοσύνης

Σήμερα, 26.10.2016, συζητείται στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών το θέμα «Η καθυστέρηση στην απονομή Δικαιοσύνης στην Κύπρο τα προβλήματα στο δικαστικό σύστημα και η ανάγκη επίλυσης των λειτουργικών προβλημάτων στα Δικαστήρια» βάσει της Έκθεσης που δημοσίευσε το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου τον Ιούνιο του 2016, σχετικά με τις λειτουργικές ανάγκες των Δικαστηρίων και συναφή θέματα.

Αυτό κατέληξε να είναι τελικά και το θέμα στην εκδήλωση του Ανώτατου Δικαστηρίου που διοργανώθηκε την 25.10.2016, καθιερωμένη, από το 2003, ως Ευρωπαϊκή Ημέρα Πολιτικής Δικαιοσύνης, με επίκεντρο, στο όλο, «Το Δικαίωμα Έφεσης» ή εάν θα πρέπει το δικαίωμα έφεσης να περιοριστεί, ως ένα μέτρο, ανάμεσα σε άλλα, που να εξυπηρετεί ακριβώς αυτό, την αντιμετώπιση του προβλήματος της καθυστέρησης στην απονομή της Δικαιοσύνης, δια της αποφόρτισης του όγκου υποθέσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Παρουσιάστηκε μία έρευνα του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, η οποία έγινε με πρωτοβουλία ή συντονισμό του έντιμου Δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου κ. Ερωτοκρίτου, σχετικά με ορισμένες τάσεις που σχετίζονται με τις εφέσεις (περιορισμένες), από το 1960 μέχρι τα τέλη του 2015, με βάση αποφάσεις που έχουν εκδοθεί (ουσιαστικά καταμέτρηση, διαχωρισμός, ταξινόμηση και περιγραφική στατιστική αναφορά – descriptive statistics – παρά βάσει της μεθοδολογίας case law review, και παρά ποσοτική έρευνα, που, εξάλλου, η τελευταία δεν προσφέρεται ιδιαίτερα στη νομική επιστήμη, ειδικά για γενικές θεωρήσεις), στην οποία τα βασικά ευρήματα ήταν η αύξηση του αριθμού των εφέσεων, και δη των πολιτικών εφέσεων, στην πορεία του χρόνου, αλλά η παραμονή του ποσοστού επιτυχίας σταθερού στο περίπου 40%, ποσοστό που αξιολογήθηκε με διάφορους τρόπους από τους ομιλητές, θετικά ή αρνητικά, με βάση το όλο, ή με βάσει το τι συνιστά το υπόλοιπο 60%.

Όσον αφορά το ζήτημα, εάν θα πρέπει να περιοριστεί ή όχι το δικαίωμα έφεσης, το ενδιαφέρον στην εκδήλωση δημιούργησε το γεγονός ότι εκπροσωπήθηκαν, τελικά, και οι δύο απόψεις, επομένως αποφεύχθηκε το φαινόμενο του κηρύγματος. Η μία άποψη, ότι το δικαίωμα έφεσης στην Κύπρο είναι ήδη περιορισμένο, συγκριτικά με άλλες χώρες, και με δεδομένο ότι μόνο δύο βαθμούς δικαιοδοσίας έχουμε, δεν μπορεί να υποστεί περαιτέρω περιορισμούς, οι οποίοι, μάλιστα, να μην ανταποκρίνονται και στην ιδέα της Δικαιοσύνης των Πολιτών, εφόσον κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε, ενδεχομένως, δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στη Δικαιοσύνη. Ο ευπαίδευτος συνάδελφος δρ. Αχιλλεύς Αιμιλιανίδης εκπροσώπησε επάξια τη θέση αυτή, και απέσπασε, φαίνεται, και κάπως πιο διαρκές χειροκρότημα. Η άλλη άποψη ήταν ότι, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει πρόβλημα καθυστέρησης στην απονομή της Δικαιοσύνης σε δευτεροβάθμιο επίπεδο («όποιος χάνει κάμνει έφεση»), και ότι είναι αναγκαίο το φιλτράρισμα των εφέσεων, με προτεινόμενα κριτήρια τη ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας ή τον βαθμό σπουδαιότητας του θέματος (κριτήρια που μπορούν να αναλυθούν περαιτέρω, εφόσον χρησιμοποιούνται και αλλού, κυρίως, στο Αγγλικό παράδειγμα), χωρίς να σημαίνει ότι το φιλτράρισμα αυτό, από μόνο του, από κάποια επιτροπή έμπειρων δικαστών, για την αντιμετώπιση του φαινομένου των προπετών εφέσεων, συνιστά περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στη Δικαιοσύνη. Η άποψη αυτή παρουσιάστηκε καλά και με αρκετή πειθώ από τον ευπαίδευτο συνάδελφο δρ. Χρίστο Κληρίδη. Και οι δύο απόψεις επιστράτευσαν επιχειρήματα συγκριτικού δικαίου ή επικαλέστηκαν τη νομολογία και τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ενώ ουδείς αρνήθηκε ότι το πρόβλημα (και της καθυστέρησης και του μεγάλου αριθμού εφέσεων) υπάρχει, και ότι κάτι πρέπει να γίνει για να επιλυθεί· το ζήτημα είναι τι είναι αυτό που πρέπει να γίνει, πέρα από ό,τι ήδη έγινε με τη σύσταση του Διοικητικού Δικαστηρίου και με την προσπάθεια τροποποίησης των Δ. 25 και Δ. 30. Έγιναν αρκετές παρεμβάσεις και εισηγήσεις από τους παρευρισκόμενους, μεταξύ των οποίων η διαχρονική έκκληση για κονδύλια από το Κράτος στην ανεξάρτητη Δικαιοσύνη για να γίνουν όσα πρέπει και όπως πρέπει· ότι δουλειά πρέπει να γίνει, καταρχάς, με την ποιότητα και ορθότητα των πρωτόδικων αποφάσεων· ότι θα πρέπει να πολλαπλασιαστούν οι Δικαστές για να μειωθεί και ο όγκος κάθε πρωτόδικου δικαστή και να μπορεί να αποδίδει καλύτερα· ότι Δικαστές θα πρέπει να διορίζονται έμπειροι νομικοί που να έχουν ζυμωθεί μέσα στη Δικαιοσύνη και να γνωρίζουν τις ανάγκες της και το τι πρέπει να πράττουν· ότι η ηλεκτρονική δικαιοσύνη και ο αυτοματισμός κάποιων διαδικασιών μπορεί να δημιουργεί εξοικονόμηση χρόνου, ότι πολλά άλλα. Όλες οι ιδέες που εκφράστηκαν ήταν άκρως ενδιαφέρουσες και, ασφαλώς, εάν μπουν όλες κάτω με μια σειρά και επιστημονική ανάλυση, μπορεί να προκύψει ένα ενδιαφέρον «justice reform project».

Εμένα με προβληματίζει έντονα το γεγονός ότι ουδείς μίλησε για μία ανάγκη, η οποία μπορεί να καθορίζει ή να θέτει και άνευ αντικειμένου όλες τις υπόλοιπες. Την ανάγκη να αλλάξουμε εμείς και ο τρόπος που βλέπουμε τη Δικαιοσύνη. Αυτό το «όποιος χάνει κάμνει έφεση» γιατί υπάρχει; Γιατί αυτός που «χάνει» δεν «χάνει» σωστά, έχοντας κατανοήσει εις βάθος γιατί «έχασε» (γιατί, καταρχάς, βλέπει το ζήτημα, ο ίδιος ο δικηγόρος, ως ζήτημα «κερδίζω-χάνω» ή ως προσωπικό ζήτημα απόδοσης του σε αγώνα; ), ώστε να εξουδετερώνεται πρωτόδικα η ανάγκη του να εφεσιβάλει ή γιατί δεν επιδεικνύει σεβασμό στην πρωτόδικη κρίση ή στον πρωτόδικο δικαστή, και θεωρεί ότι η έφεση είναι δεύτερη ευκαιρία να «κερδίσει»; Ποιος είναι ο ρόλος των δικηγόρων στην προσπάθεια αποσυμφόρησης; Η ποιότητα στις πρωτόδικες κρίσεις μπορεί να εξυπηρετηθεί καλύτερα από ένα νομικό ηλικίας 50 ετών ή από ένα νέο νομικό με ειδίκευση σε συγκεκριμένους τομείς; Το ένα ζήτημα φέρνει το άλλο, και το ένα θέτει εν αμφιβόλω το άλλο. Η δική μου ερώτηση είναι, όμως, τι κάνει ο καθένας από εμάς ξεχωριστά για να αλλάξει τον εαυτό του και το γύρω του πρόβλημα; Πώς καλλιεργείται ο ίδιος, πώς εξελίσσεται, πώς βελτιώνεται; Μπορεί, ο κάθε μετέχων στο σύστημα Δικαιοσύνης (δικηγόρος, δικαστής, λειτουργός), αντί να γκρινιάζει, να βάλει €10, €20 ή €100 στην άκρη κάθε μήνα για τη Δικαιοσύνη; Μπορεί να μελετήσει και να διεκδικήσει κονδύλια από άλλες πηγές, και να μην περιμένει αρωγή από τον πατέρα Κράτος;

Μιλώντας για κουλτούρα, με την ευκαιρία, να επισημάνω για το (Αμερικανόφερτο) και αναλόγως φρέσκο project: για τη θεραπευτική δικαιοσύνη (η έννοια ξεπερνά τη γνωστή restorative justice στο ποινικό δίκαιο ή το δίκαιο των ανηλίκων, και παίρνει θέση στο αστικό δίκαιο και στο οικογενειακό δίκαιο και σε ό,τι λαμβάνει και πολιτική χροιά). Έχει να κάνει με μια συγκεκριμένη κουλτούρα, βασισμένη στην κοινωνική ιδέα «problem solving», και το πώς αυτή μπορεί να εισχωρήσει στο σύστημα Δικαιοσύνης, ώστε το όποιο «ποσοστό επιτυχίας» να μεταφράζεται σε ποσοστό ουσιαστικής επίλυσης του κοινωνικού προβλήματος που δημιουργεί την αρχική ανάγκη να αποταθεί ή να οδηγηθεί αναγκαστικά ένας πολίτης στη Δικαιοσύνη, για να αποζητήσει ή να υποστεί δικαστικές θεραπείες, έναντι άλλων λύσεων.  Έπειτα για το πώς θα πρέπει να είναι αυτές οι θεραπείες για να φεύγει ικανοποιημένος, ο πολίτης, από τις υπηρεσίες της Δικαιοσύνης (χωρίς διαιωνίζουσες ανάγκες), ακόμα και χωρίς δίκη, και πώς θα πρέπει να είναι διαμορφωμένο ένα σύγχρονο σύστημα Δικαιοσύνης, για να μπορεί να τις παρέχει, αυστηρά νομικό ή διεπιστημονικό, που να παρέχει συνδεδεμένη ή συνδυασμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας και ψυχικής υγείας; Έπειτα, για τον συγκεκριμένο ρόλο του Δικηγόρου (που εγκαταλείπει το μοτίβο του «δικάζω τα πάντα με θεατρινισμούς, στυλ και μυστήριο, και στήνω κουτοπόνηρες διαδικαστικές παγίδες, γιατί είμαι και σπουδαίος δικηγόρος», ή του «κερδίζω-χάνω», γίνεται νομικός σε νομικό πρόβλημα και έχει ευθύνη για παραπομπή προβλημάτων άλλης φύσης, με ικανότητα να τα διαγνώσει, σε διαθέσιμες οδούς), του Δικαστή (που έχει πιο συμμετοχικό και ανθρώπινο ρόλο να συντονίζει όλους τους συμμετέχοντες σε ένα τέτοιο σύστημα), του Νομικού Λειτουργού, σε ένα τέτοιο σύστημα, που δεν χάνουν τη νομική εργασία τους, ούτε μετατρέπονται σε κάτι άλλο, απλά, περιορίζονται στο να λειτουργούν καθαρά νομικά, και συνεργάζονται για οτιδήποτε άλλο, υπό συνθήκες αξιοπρεπείς, και αμείβονται, επίσης, αξιοπρεπώς.

Ο καθένας, ασφαλώς, μπορεί να ονειρεύεται την όποια συθέμελη αλλαγή, εγώ την πιο πάνω, μάλλον για τις επόμενες δύο γενεές νομικών στον τόπο, εάν επιβιώσει (όπως π.χ. και το να διδάσκεται το Δίκαιο και η Δικαιοσύνη στα σχολεία, από νομικούς). Κάποιοι μπορούν να μιλούν για πιο ορατό της διαιτησίας ή διαμεσολάβησης ή των εναλλακτικών τρόπων επίλυσης, με ανέπαφο το γενικό σύστημα Δικαιοσύνης. Μιλώντας, όμως, απλά για άμεσα υλοποιήσιμες αλλαγές, και πέρα από τις συζητήσεις επί των συζητήσεων, που γίνονται και θα γίνουν, με ανακύκλωση των ιδίων ή άλλων αταξινόμητων ιδεών, σε ένα φαύλο κύκλο, το ερώτημα παραμένει, ως βάση:

Τι κάνει ο καθένας από εμάς ξεχωριστά για να αλλάξει τον εαυτό του και το γύρω του πρόβλημα;

Advertisements

One thought on “Το πρόβλημα καθυστέρησης στην απονομή της Δικαιοσύνης

  1. Παράθεμα: Το πρόβλημα καθυστέρησης στην απονομή της Δικαιοσύνης | tolmima

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.