Η «Καταφρόνηση» του Δικαστηρίου στη σύγχρονη Δημοκρατία

'Not only are you in contempt of court, but you've really hurt my feelings.'

Εννοιολογικά σημαντικά

«Καταφρονώ» σημαίνει «περιφρονώ». Όχι με οποιονδήποτε τρόπο. Περιφρονώ ουσιαστικά και βαθιά· θεωρώ ότι κάτι είναι ανάξιο προσοχής ή εκτίμησης· το αψηφώ· δεν το λογαριάζω[1]. Αλλά όχι τυχαία. Η έννοια από μόνη της αναφέρεται σε μια συνειδητή συμπεριφορά, η οποία βασίζεται σε μια εσωτερική αξιολογική εκτίμηση και κρίση για τον φορέα, την ηθική ή κοινωνική του αξία, με την εξωτερίκευση και εκδήλωση της αμφισβήτησης ή άρνησης της οποίας ο πράκτορας – δράστης γνωρίζει ότι υποβιβάζει την αξία ή την τιμή του φορέα, ότι τον υποτιμά. Ασχέτως εάν αυτά, τον υποβιβασμό ή την υποτίμηση ή την εν γένει προσβολή του τα επιθυμεί κιόλας, για να αντλήσει ενός είδους ικανοποίηση ή για να επιτύχει ένα απώτερο σκοπό. Όταν η συμπεριφορά αυτή αναφέρεται στο «Δικαστήριο», σ’ αυτό τον φύσει αξιοσέβαστο φορέα, στην Κύπρο μπορεί να συνιστά το αυτοτελές ποινικό αδίκημα της «Καταφρόνησης του Δικαστηρίου», γιατί εκ των προτέρων δεν θεωρείται επιτρεπτό ή ανεκτό ν’ αντιμετωπίζεται το Δικαστήριο, στη σύγχρονη Δημοκρατία ή δημοκρατική αντίληψη, υπό οποιαδήποτε συνθήκη ή περίσταση, ως ανάξιο προσοχής ή εκτίμησης, να τυγχάνει δηλαδή ουσιαστικής περιφρόνησης.

Ο λόγος όμως έγινε αφενός για «Καταφρόνηση» αφετέρου για «Περιφρόνηση». Οι έννοιες χρησιμοποιούνται πολλές φορές με τρόπο σαν να έχουν το ίδιο ακριβώς νόημα, να’ ναι συνώνυμες, παρόλο που αφέθηκε πρόδηλα και σκόπιμα να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η Κατά-φρόνηση συνιστά μια πιο σοβαρή συμπεριφορά από την Περι-φρόνηση και ότι αυτή που ενδιαφέρει είναι κυρίως η πρώτη. Για τη διαφοροποίηση της μιας έννοιας από την άλλη την απάντηση μπορεί να δίνει τελικά το πρώτο συνθετικό της κάθε λέξης. Η Καταφρόνηση αναφέρεται και επιτίθεται ευθέως στον φορέα («κατά»), ενώ η Περιφρόνηση αναφέρεται και επιτίθεται εμμέσως στον φορέα ή άμεσα σε συναφείς φορείς («περί»). Πέρα όμως από την αντικειμενική διαφοροποίηση, ως εκ του πρώτου συνθετικού, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι υφίσταται διαφοροποίηση και ως προς τη ψυχοπνευματική κατάσταση του δράστη· ότι στη μία περίπτωση, την πρώτη, πλήττει συνειδητά την αξιοπιστία ή και την τιμή του φορέα, ενώ στην άλλη περίπτωση, τη δεύτερη, μπορεί (δεν αποκλείεται δηλαδή) να μην τρέφει κάποιον ειδικό σκοπό και η συμπεριφορά του να είναι, σε σχέση με τον φορέα, τυχαία ή ατυχής.

Θα μπορούσε έτσι να λεχθεί ότι η Καταφρόνηση είναι μια μορφή Περιφρόνησης ή η σοβαρή Περιφρόνηση ή ότι η εμβέλεια της Περιφρόνησης είναι γενική και ευρεία, ώστε ενώ κάθε Καταφρόνηση συνιστά και Περιφρόνηση, δεν μπορεί να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο· κάθε Περιφρόνηση να συνιστά συνάμα Καταφρόνηση. Αυτή η προσέγγιση (παρόλη τη μάλλον Πλατωνικά εμπνευσμένη διατύπωση) συνάδει περισσότερο με την Αριστοτελική σχολή. Ο Αριστοτέλης, μιλώντας, μεταξύ άλλων, για τη ροπή προς την οργή[2] (γιατί, πότε και σε ποιους προκαλεί ή δεν προκαλεί την οργή, μεταξύ άλλων, η Περιφρόνηση, δίνοντας και μια ενδιαφέρουσα πτυχή της ψυχολογικής διάστασης, ειδικά όσον αφορά τη ψυχολογία των νέων), ανέφερε ότι υπάρχουν τρία είδη Περιφρόνησης: Η Καταφρόνηση, ο Κατατρεγμός και η Αλαζονεία. Αυτός που καταφρονεί συνάμα περιφρονεί. Η Περιφρόνηση είχε, όμως, όπως και η αντίδραση στην Περιφρόνηση, μια πιο έντονη θέση στην Αριστοτελική ηθική, όχι μόνο μέσα από τη Ρητορική Τέχνη, αλλά κι από διάφορες άλλες γωνιές του Αριστοτελικού έργου. Όπου, όμως, με το να προσδίδεται αρνητική διάσταση και στις δύο αντιδράσεις, της Περιφρόνησης και της αντίδρασης στην Περιφρόνηση, ή με το να ανάγονται, κατά κάποιο τρόπο, η πραότητα, η υπομονή και η κατανόηση της Περιφρόνησης σε ανθρώπινες αρετές, ή να συνιστούν ένδειξη ωριμότητας και επικοινωνιακής σοφίας, δεν είναι το ζητούμενο στην «ιδανική» «Δικαιοσύνη». Ή μήπως τελικά είναι, εξ’ ου κι η αποδυναμωμένη παρουσία της δικαστικής απάντησης στην καταφρόνηση διαχρονικά;

Η εκδήλωση περιφρονητικής συμπεριφοράς μπορεί, πράγματι, να μην είναι αφ’ εαυτή το πρόβλημα, αλλά η εκδήλωση ενός βαθύτερου προβλήματος, που χρήζει θεραπείας από την ίδια την Δικαιοσύνη και όχι τιμωρίας (προς επιβολή ενός σεβασμού κατά τα λοιπά ανύπαρκτου στα εσωτερικά στρώματα). Δεν στερείται σοβαρότητας η Περιφρόνηση. Και στον βαθμό που τείνει, ως πιο εκσυγχρονισμένη έννοια από αυτή της Καταφρόνησης, να αντικαθιστά την Καταφρόνηση στα διάφορα νοήματα, παρέχει θεωρητικό ελατήριο για να λεχθεί, ότι σε εννοιολογικό επίπεδο μπορεί να γίνεται αναφορά για «Περιφρόνηση», που ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο διαπράττεται (κατά του προσώπου του φορέα ή περί του φορέα ή με άλλες κατηγοριοποιήσεις και διαβαθμίσεις), σε κάθε περίπτωση απολήγει ή μπορεί να απολήγει σε άμεση ή έμμεση προσβολή του φορέα. Το γιατί θυματοποιείται η Δικαιοσύνη, το γιατί είναι τόσο ευάλωτη ώστε να μπορεί να θυματοποιηθεί, είναι ένα παράλληλο τεράστιο κεφάλαιο. Πότε, όμως, δεν θυματοποιούνταν; Είναι από βρέφη που ακούμε ότι η Δικαιοσύνη καθυστερεί ή ότι δεν είναι αποτελεσματική, έτσι μια διαρκή γκρίνια, ένα διαρκές ζητούμενο αποτελεσματικότητας, μια διαχρονικά ευάλωτη συνθήκη.

Δεν θεωρείται ότι έχει δοθεί ικανοποιητικός ορισμός της «Καταφρόνησης του Δικαστηρίου» μέχρι σήμερα ή ότι έχει αναλυθεί δεόντως αυτό το κεφάλαιο, ώστε η ποινική προσέγγιση να θεωρείται επαρκώς διασαφηνισμένη· κυρίως, οριοθετημένη. Γιατί ο λόγος γίνεται για μια βάση η οποία καθορίζει περίπου τόσο το ποια είναι η δέουσα κοινωνική αντιμετώπιση της Δικαιοσύνης, όσο και το ποια πρέπει να είναι η δέουσα απάντηση από μέρους της ίδιας της Δικαιοσύνης, προς περιφρούρηση του εαυτού της. Μια τέτοια βάση διαχέεται στο σύνολο του Δικαστικού συστήματος με τέτοιο τρόπο, ώστε η θεώρηση της Καταφρόνησης ή Περιφρόνησης ως αυτοτελούς ποινικού αδικήματος ή άλλως πώς και η απάντηση σ’ αυτήν, είτε έτσι είτε αλλιώς, να εμπερικλείει, ως μια μικρογραφία, ένα πλούσιο σύνολο δικαιοκοινωνικών αξιών. Μια τέτοια βάση τοποθετείται στο Δικαστικό σύστημα ως «ραχοκοκαλιά» του.

Οι επιμέρους θεωρίες και οι θεωρητικοί διαχωρισμοί, εάν η Καταφρόνηση είναι in facie curiae ή ex facie curiae, ποινική ή αστική, εάν υπάρχει μορφή της που συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης και μορφή της που προϋποθέτει mens rea, στα διάφορα Κράτη που επηρεάστηκαν από το Αγγλοσαξονικό σύστημα, δεν εξετάζονται στην παρούσα, αλλά υπάρχει και η αίσθηση του ότι μπορεί να είναι άσκοπα. Αφενός γιατί το «δίκαιο της Καταφρόνησης» ουδέποτε σκόπευε στο να περιοριστεί σε κάποιες φόρμουλες, αλλά βολεύεται καλά στο να διασφαλίζει με κάποιο γενικό και ευρύ τρόπο την απρόσκοπτη απονομή της Δικαιοσύνης (δεν εξαντλείται καν από περιπτωσιολογικές ρυθμίσεις). Αφετέρου γιατί το νέο πλαίσιο θεώρησης της Καταφρόνησης, το οποίο έχει δρομολογήσει το νεότερο δίκαιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τείνει να τοποθετεί την ανάγκη προστασίας της απονομής της Δικαιοσύνης ανάμεσα στους ενδεχόμενους θεμιτούς περιορισμούς του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και άλλων δικαιωμάτων, παρά να ανάγει χωρίς άλλο την Καταφρόνηση σε αποδεκτή αυτοτελή αδικηματική συμπεριφορά (μα και χωρίς να την απαγορεύει).

Ένα σύγχρονο μάθημα ισορροπίας σ’ ένα νέο δεοντολογικό πλαίσιο

Στα Δικαστήρια της αρχαίας δημοκρατικής Αθήνας, η ελευθερία του λόγου ήταν σε βαθμό όπου ο καθένας μπορούσε να είναι προσβλητικός ενώπιον ενός Δικαστηρίου, το οποίο ήταν σιωπηλό κι αμέτοχο σε τέτοια ενώπιον του ξεσπάσματα· μπορούσε κάποιος να εξυβρίζει και να κακοφέρεται κι αυτή η συμπεριφορική εκτροπή θεωρούνταν δικαίωμά του, στο πλαίσιο εκπροσώπησης της υπόθεσής του και της υποχρεωτικής ανάγκης να παρίσταται σε Δικαστήριο. Η συμπεριφορική εκτροπή χωρίς οποιαδήποτε επίπτωση στον πολίτη, του προσέφερε, αν μη τι άλλο, και κάποιου είδους εκτόνωση σ’ αυτό που θεωρούσε «άδικο». Ο ίδιος ο Σωκράτης ήταν ευγενικά προκλητικός κατά τη Δίκη του· ουδέποτε είχε αποκαλέσει τους Δικαστές του με λόγο τιμής, τουλάχιστον στον πρώτο του λόγο· τους θεωρούσε μη ικανούς για να τον δικάσουν και το έδειχνε και με διάφορους τρόπους.

Η μετεξέλιξη της Δημοκρατίας και των Δικαστηρίων πέρασε φαίνεται δια πυρός και σιδήρου από την ανάγκη να επιβληθεί στις (μεταπολεμικές) κοινωνίες η παρουσία των Δικαστηρίων κι ο σεβασμός προς τη Δικαιοσύνη και το δίκαιο. Εκεί όπου κτυπά η καρδιά της Δημοκρατίας, κάτι μάλλον πήγε στραβά σ’ όλη αυτή την τεχνικότητα. Βλέπουμε πάντως την Ελλαδική Δικαστική εξουσία σήμερα ν’ αμύνεται σε κινήσεις που εκλαμβάνει ως επιθετικές προσπάθειες κλονισμού της, σαν να μπορούν αυτές, από μόνες τους, να την επηρεάσουν (ένδειξη Αριστοτελικής αδυναμίας;), και να προσπαθεί να εξηγήσει τελικά (και κάπως αργοπορημένα ή και ακατανόητα για κάποιους) αυτό που σ’ άλλους χώρους μπορεί να είναι αυτονόητο: το τι εστί «Καταφρόνηση του Δικαστηρίου» σε μια σύγχρονη Δημοκρατία. Τι εστί, όμως;

Το Αγγλικό δίκαιο άρχισε εντελώς από την ανάποδη. Ο σεβασμός ή ο τεχνητός σεβασμός είναι συνυφασμένος με την ύπαρξη Δικαστηρίων και τη φύση της λειτουργίας των Δικαστηρίων, τα οποία ανέκαθεν θεωρούνταν ότι θα έπρεπε να έχουν και την εξουσία να τιμωρούν με αμεσότητα (brevi manu) την ασέβεια προς αυτά, παράμετρος που σχετίζεται άμεσα με το καθήκον τους για απρόσκοπτη διεξαγωγή της δίκης και απονομή της Δικαιοσύνης. Η αδικηματική Καταφρόνηση, ένα δημιούργημα του νομολογιακού δικαίου[3], προηγούνταν ιστορικά της σύλληψης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κι αυτής της δημοκρατικής αντίληψης της συμπεριφοράς του ανθρώπου ενώπιον του Δικαστηρίου ή έναντι στις Δικαστικές διαδικασίες. Τόσο που μετά το πρώτο λάκτισμα της Sunday Times v. United Kingdom[4], η οποία έθεσε το «διαφορετικό» πλαίσιο (ότι ο λόγος δεν γίνεται για αντικρουόμενα δικαιώματα, αλλά για το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, το οποίο μερικές φορές υπόκειται σε περιορισμούς, και η εξέταση της Καταφρόνησης ως περιορισμού), την οποία ακολούθησε η Contempt of Court Act 1981, η Kyprianou v Cyprus[5] της Ολομέλειας του ΕΔΔΑ, θα μπορούσε να φαντάζει ένας ατίθασος Ευρωπαϊκός ύμνος υπέρ του δικηγορικού επαγγέλματος. Ένας ύμνος που να καλεί σε αναγκαστική και βαθύτερη αναθεώρηση των παλαιών αρχών που σχετίζονται με την καταφρόνηση, καθαρά, πλέον, υπό το φως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και της σύγχρονης ανάγκης εγκατάλειψης του Δικαστικού πατερναλισμού ή Δικαστικού ηθικισμού (όπως το δει κανείς) και θεώρησής του Δικηγόρου ως (καταρχάς ηθικά αυτόνομου σε σχέση με τον στόχο της απονομής της Δικαιοσύνης) συλλειτουργού της Δικαιοσύνης. Να τυγχάνει, έτσι, σιγά-σιγά, σύστασης του τι εστί ελευθερία της έκφρασης και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο σεβασμού προς τη Δικαιοσύνη. Τι εστί, όμως;

Πέρα από το μεγάλο δημοσιογραφικό κεφάλαιο, το οποίο συχνότερα ενεργοποιεί το ενδιαφέρον, εφόσον δίνει άμεση αναφορά, μεταξύ άλλων, στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης (πότε ένας δημοσιογράφος μπορεί να δημοσιεύει δεδομένα μιας εκκρεμούς δίκης, τι δεδομένα, και πώς), η συμπεριφορά των ιδίων των παραγόντων της δίκης είναι απαράλλακτα σημαντική, όπως για παράδειγμα η συμπεριφορά των Δικηγόρων ενώπιον των Δικαστηρίων. Ασφαλώς, η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι το μόνο δικαίωμα το οποίο θα μπορούσε να τύχει περιορισμού από κάποια ανάγκη σεβασμού της Δικαιοσύνης, όπως η τελευταία συνυφαίνεται με το δημόσιο συμφέρον, ούτε και η ίδια περιορίζεται στη δημοσιογραφική δραστηριότητα. Το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, η αρχή της δημοσιότητας της δίκης που περιλαμβάνεται στο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, και άλλα σύγχρονα νομικά μεγαθήρια, είναι απόλυτα σχετικά. Το ΕΔΔΑ, ερχόμενο αντιμέτωπο με το ζήτημα της Καταφρόνησης, ως είδος «περιορισμού», δεν έκλεισε τις πόρτες, αλλά άφησε το περιθώριο εκτίμησης να δράσει. Στα κράτη-μέλη όπου δεν ποινικοποιείται αυτοτελώς η έλλειψη σεβασμού προς τη Δικαιοσύνη, δεν σημαίνει ότι δεν απαιτείται, σε νομοθετικό ή δεοντολογικό επίπεδο, η επίδειξη σεβασμού ή ότι η έλλειψή του δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει σε εν τοις πράγμασι περιορισμό δικαιώματος η ασεβής συμπεριφορά (πειθαρχικά ή άλλως πώς).

Μιλώντας για Δικηγόρους, μπορεί κάποιος να προβεί στη σύγκριση χαμογελώντας, ειδικά εάν έχε ζήσει και τους δύο τύπους κι αν έχει δοκιμάσει ή πειραματιστεί και με τους δύο, αναλόγως της ανάγκης της περίστασης (Δικαστηρίου ή αντιδίκου) και του τι χρειάζεται αυτή για να λειτουργήσει. Ο τόνος ενός Έλληνα δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να είναι στα ύψη κι η γλώσσα του, άμεση, να λέει ευθέως αυτό που έχει να πει, για να υποδείξει ο ίδιος ο Δικηγόρος το δίκαιο, ενώ οι δίκες μερικές φορές δημιουργούν την αίσθηση ότι γίνεται ένας αξιοπρεπής καυγάς, όπου ο έχων αδύναμη τη φωνή αισθάνεται ότι δεν «επιβιώνει». Αυτή θεωρείται, όμως, ότι είναι η δουλειά του Δικηγόρου, ακόμα κι αυτού του τύπου Δικηγόρου που είναι εσκεμμένα ή μεθοδικά ιδιαίτερα φασαριόζος. Στον Ελλαδικό Κώδικα Δεοντολογίας, ο ελεύθερος ρόλος του Δικηγόρου εξυμνείται, ένα περίπου: «ο Δικηγόρος απολαύει πλήρους ελευθερίας και σεβασμού παρά των δικαστηρίων και πάσης άλλης δικαστικής ή άλλης αρχής, αλλά οφείλει να ασκεί το λειτούργημα ευόρκως, να διάγει και να φαίνεται διάγων αξιοπρεπώς, να συμπεριφέρεται συμφώνως προς τις παραδόσεις του Δικηγορικού Σώματος και ν’ απονέμει τον προσήκοντα σεβασμό προς τις δικαστικές Αρχές, παρά των οποίων επίσης δικαιούται να απολαμβάνει του αυτού σεβασμού». Στην αντίπερα όχθη, ο τόνος ενός Άγγλου δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να’ ναι μετρημένος κι η γλώσσα του να μπορεί να κόβει, αλλά με το γάντι· μπορεί να λέει (και να νιώθει) κατ’ ουσία την χειρότερη ασχήμια, να περιγράφει (και να εκπροσωπεί) βασανιστικά την πιο άδικη ή ανήθικη κατάσταση, αλλά το πράττει ψύχραιμα και ευγενικά και σχεδόν μονότονα, γιατί έτσι οφείλει· και έχει καλά εμπεδωμένη αυτή την υποχρέωση, ως τυπική υποχρέωση. Τα Δικαστήρια δεν προσφέρονται ως χώροι συναισθηματικής εκτόνωσης και στις Δικαστικές διαδικασίες μπορεί να «επιβιώσει» ακόμα κι ο Δικηγόρος που είναι «βουβός».

Στην μικρή Ευρωπαϊκή Κύπρο, η οποία βίωσε και βιώνει την Αγγλική δικαιϊκή παράδοση, σε έκταση συνεχιζόμενης εξάρτησης, παρόλο που ρυθμίζεται νομοθετικά το θέμα της «Καταφρόνησης», θα μπορούσε να λεχθεί ότι ελάχιστα έχουν τύχει ή τυγχάνουν επίκλησης και εφαρμογής οι διατάξεις αυτές, λαμβανομένης υπόψη της παλαιότητας της ύπαρξής τους. Ενώ ενδεχομένως να τρέφεται με κάποιο ίσως λανθασμένο τρόπο η πεποίθηση ότι η δυνατότητα δίωξης της Καταφρόνησης ποινικά συνιστά μια εξωδεοντολογική υπερέμφαση σε κάποια πρόσθετη δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιβάλλει μεν τον σεβασμό που οφείλεται, αλλά μόνον αυτόν που οφείλεται προς το δικό του πρόσωπο. Ότι οι διατάξεις αυτές δεν διασφαλίζουν ή δεν καθιστούν ασφαλώς σαφές ότι υπάρχει δυνατότητα επιβολής και του αμοιβαίου σεβασμού ή και του σεβασμού που οφείλεται προς τους άλλους παράγοντες της δίκης, παρά συνιστούν απλά εργαλείο προστασίας των εύθικτων Δικαστών. Υπάρχει; Φυσικά, δυνατότητα επιβολής του σεβασμού, στον βαθμό που αυτός αποτελεί εσωτερική υποκειμενική εκτίμηση, δεν υπάρχει, ούτως ή άλλως, παρά μόνο δυνατότητα επιβολής της εξωτερικά ευγενικής συμπεριφοράς, ενώ εν πάση περιπτώσει η αναζήτηση είναι, πλέον, στη δυνατότητα της καλλιέργειας της ευρύτερης νοοτροπίας και διάθεσης.

Φαίνεται, πάντως, ότι οι Κύπριοι δικηγόροι, βρισκόμενοι αναγκαστικά κάπου στη μέση, συνιστούμε ένα καλό πεδίο ερευνητικού ενδιαφέροντος· δεν έχουμε απαρνηθεί και δεν απαρνιόμαστε την Ελληνοπρεπέστατη πλήρη ελευθερία της έκφρασής μας (έχουμε δει, ακούσει ή πράξει κακές συμπεριφορές ενώπιον Δικαστηρίων), γεννήσαμε ενδόξως και την Kyprianou v. Cyprus, και με το εγχώριο κληροδότημα του εργαλείου της Καταφρόνησης θέσαμε, αν μη τι άλλο, από τους πρώτους (μαζί με την Βρετανία) στην Ευρώπη το ζήτημα των «ορίων», ανοίγοντας περαιτέρω (χωρίς να το επιδιώκουμε ή να το καταλαβαίνουμε) τον δρόμο, μεταξύ άλλων, για τη δημιουργία ενός «ώριμου» ή «ωριμότερου» Ευρωπαϊκού κώδικα κοινής δεοντολογίας Δικαστών – Δικηγόρων (δεοντολογίας της «Δικαιοσύνης»)[6], για τη διευρωπαϊκή περιφρούρηση του θεσμού της Δικαιοσύνης (με αναφορές σ’ όλους τους παράγοντες της δίκης), κυρίως την ουσιαστική καλλιέργεια της αμοιβαιότητας του σεβασμού. Κάπως έτσι, κομψή, είναι η Ευρωπαϊκή διάσταση της ανάγκης προστασίας της Δικαιοσύνης από κρούσματα ασέβειας· εστιάζει στην ανάγκη εγκαθίδρυσης ενός πλαισίου στενής και δεοντολογικά ρυθμισμένης συνεργασίας όλων των παραγόντων της δίκης, παρά στη διάκριση και εξαιρετική μεταχείριση του ενός εξ’ αυτών (του Δικαστή), αλλά και χωρίς την άρνηση της δυνατότητας ποινικοποίησης μιας ασεβούς συμπεριφοράς ως περιοριστικό μέτρο, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου και όποτε τέτοιο περιορισμό απαιτεί η αρχής της αναλογικότητας. Υπάρχουν, αλήθεια, αρκετές πτυχές τέτοιας αμοιβαιότητας οι οποίες χρειάζονται αρκετή – μα αρκετή δουλειά· θα γίνει αναφορά σε κάποιο μεταγενέστερο χρόνο.

Στο Αμερικανικό δίκαιο, το οποίο επίσης ερείδεται από την Αγγλική παράδοση, αλλά που στην ανεξάρτητη πορεία του εγκαθίδρυσε από νωρίς βαθιές δημοκρατικές ιδέες, βλέπουμε μια κάπως καλύτερη θεωρία, μια δουλεμένη και μελετημένη ισορροπία στο θέμα «Καταφρόνηση» και «Ελευθερία Έκφρασης», όπου αρκετές επιλογές αποκλίνουν συνειδητά από το Ευρωπαϊκό μοντέλο, ειδικά όσον αφορά το κεφάλαιο της δημοσιότητας της δίκης. Αυτή η ισορροπία είναι από τα άκρως ενδιαφέροντα κεφάλαια του Αμερικανικού δικαίου.

Είμαστε, τέλος πάντων, εδώ, στη σύγχρονη Δημοκρατική πολιτεία της Κύπρου, της Ελλάδας, της Ευρώπης, της Αμερικής, του «πολιτισμένου» Κόσμου, όπως αυτή διαμορφώθηκε υπό την επίδραση των μέχρι σήμερα παραγόντων, ν’ αναζητούμε γενικότερα τα διάφορα «όρια». Το όριο μεταξύ της ελευθερίας της έκφρασης και της ανάγκης σεβασμού προς την Δικαιοσύνη και προστασίας της ως «θεσμού» της σημερινής «Δημοκρατίας». Το όριο μεταξύ της ανάγκης ανοχής της συμπεριφορικής εκτροπής εναντίον της Δικαιοσύνης, και της ανάγκης παρέμβασης σ’ αυτήν κι απ’ αυτήν και προς εξυπηρέτηση αυτής. Το όριο μεταξύ της ανάγκης τιμωρίας και της ανάγκης δικαιϊκής διαπαιδαγώγησης. Της ανάγκης επιβολής του δικαίου και της ανάγκης δημιουργίας μηχανισμών προσωπικής αναζήτησης και μετάδοσης του δικαίου. Τελικά, το όριο μεταξύ της ηθικής και του δικαίου.

Η «Καταφρόνηση» στην Κύπρο

Το αδίκημα της «Καταφρόνησης του Δικαστηρίου», στην Κύπρο, δεν διέπει κάποιος ειδικός νόμος, αλλά ένα μεμονωμένο μακροσκελές άρθρο, με όχι τόσο καλή δομή, ενταγμένο στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60. Το μέγεθος της έμφασης μπορεί να θεωρηθεί αρνητικά ή θετικά, αναλόγως της ανάγκης που διατηρεί ο καθένας να κατατρέχει την απρέπεια με καταναγκασμό.

Το άρθρο 44 του Νόμου τιμωρεί διάφορες συμπεριφορές, που εάν αυτές διακρίνονται ορθά μέσα από αυτό, είναι οι ακόλουθες:

  1. Η ένδειξη έλλειψης σεβασμού, με λόγια ή με έργα, μέσα στο οίκημα όπου διεξάγεται οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή και εντός της περιοχής του χώρου αυτού (π.χ. στο διάδρομο ή στην αυλή του Δικαστηρίου), σε σχέση με την δικαστική διαδικασία ή προς ή σε σχέση με οποιοδήποτε πρόσωπο ενώπιον του οποίου διεξάγεται αυτή η διαδικασία.
  1. Η παρεμπόδιση ή πρόκληση ανησυχίας κατά την διεξαγωγή δικαστικής διαδικασίας.
  1. Η απόπειρα παράνομης επέμβασης ή επηρεασμού μάρτυρα σε δικαστική διαδικασία, πριν ή μετά την μαρτυρία, σε σχέση με την διαδικασία.
  1. Η απόλυση υπάλληλου επειδή έχει δώσε μαρτυρία σε δικαστική διαδικασία.
  1. Ορισμένες κυρίως δημοσιογραφικές πράξεις, για τις οποίες δεν έχουν δοθεί οδηγίες από το Ανώτατο Δικαστήριο (το οποίο δύναται σε εξαιρετικές περιπτώσεις να χορηγήσει κάποια τέτοια άδεια), οι οποίες προβλέπονται στην υποπαράγραφο (θ) της παραγράφου (1) του άρθρου 44:

(α) Η λήψη ή η προσπάθεια λήψης φωτογραφίας ή κινηματογραφικού ή εικονοληπτικού πλάνου

  • μέσα σε οποιαδήποτε δικαστική αίθουσα
  • σε οποιοδήποτε χώρο του Δικαστηρίου (κτήριο, προαύλιο κλπ.)
  • κατά την μεταφορά ύποπτου ή κατάδικου από τον χώρο κράτησης προς το Δικαστήριο και αντιστρόφως

(β) Η υποβολή ή η προσπάθεια υποβολής ερωτήσεων σε ύποπτους και υπόδικους:

  • κατά την προσέλευση στο Δικαστήριο
  • κατά την παραμονή τους στο Δικαστήριο
  • κατά την αποχώρησή τους από το Δικαστήριο
  • κατά την μεταφορά τους από τους χώρους κράτησης τους προς το Δικαστήριο
  • κατά την μεταφορά τους από το Δικαστήριο προς τους χώρους κράτησης τους

(γ) Η σε οποιαδήποτε δικαστική αίθουσα ή σε οποιοδήποτε χώρο του Δικαστηρίου (κτήριο, προαύλιο κλπ.) και με σκοπό την δημοσίευση:

  • λήψη ή προσπάθεια λήψης φωτογραφίας ή κινηματογραφικού ή εικονοληπτικού πλάνου Δικαστή, θανατικού ανακριτή, δικαστικού υπάλληλου, Δικηγόρου, μάρτυρα ή διάδικου, σε οποιαδήποτε πολιτική ή ποινική διαδικασία
  • δημιουργία ή η προσπάθεια δημιουργίας προσωπογραφίας ή σκίτσου Δικαστή, θανατικού ανακριτή, δικαστικού υπάλληλου, Δικηγόρου, μάρτυρα ή διάδικου, σε οποιαδήποτε πολιτική ή ποινική διαδικασία

(δ) Η από οποιοδήποτε τόπο λήψη ή προσπάθεια λήψης φωτογραφίας ή κινηματογραφικού ή εικονοληπτικού πλάνου κάθε τέτοιου προσώπου Δικαστή, θανατικού ανακριτή, δικαστικού υπάλληλου, Δικηγόρου, μάρτυρα ή διάδικου, σε οποιαδήποτε πολιτική ή ποινική διαδικασία, ενόσω αυτό βρίσκεται σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή σε οποιοδήποτε χώρο του Δικαστηρίου (κτήριο, προαύλιο, κλπ.) ή κατά την μεταφορά ύποπτου ή κατάδικου από χώρο κράτησης προς το Δικαστήριο και αντίστροφα.

  1. Ορισμένες πράξεις δημόσιας έκφρασης (που αναμένει, κανείς, ότι ερμηνεύονται σε συνάρτηση και με την αρχή της δημοσιότητας της δίκης και την ελευθερία της έκφρασης):

(α) Η δημοσίευση οποιουδήποτε εγγράφου ή η εκφώνηση λόγου ή ομιλίας ή η παράσταση της δικαστικής διαδικασίας, ενώ αυτή εκκρεμεί και δεν έχε εκδοθεί ακόμα δικαστική απόφαση, και με τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (ψευδώς) ή που είναι ικανός να επηρεάσει την δίκαιη διεξαγωγή της ή να την διακόψει ή να την επιβραδύνει ή να υποβιβάσει το γόητρο οποιουδήποτε προσώπου ενώπιον του οποίου διεξάγεται.

(β) Η δημοσίευση έκθεσης από την μαρτυρία που έχει ληφθεί σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία στην οποία, δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου, μόνον οι διάδικοι, οι δικηγόροι ή αντιπρόσωποί τους και οι δικαστικοί υπάλληλοι δικαιούνται να είναι παρόντες.

(γ) Η δημοσίευση οποιουδήποτε εγγράφου ή η εκφώνηση λόγου ή ομιλίας ή η πράξη σκανδαλώδους φύσης, αναφορικά προς Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε ήδη δικαστική απόφαση, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, και αναφορικά με αυτήν.

(δ) Η δημοσίευση ή προβολή φωτογραφίας ή κινηματογραφικού ή εικονοληπτικού πλάνου ή σκίτσου ή προσωπογραφίας Δικαστή, θανατικού ανακριτή, δικαστικού υπάλληλου, Δικηγόρου, μάρτυρα ή διάδικου, σε οποιαδήποτε πολιτική ή ποινική διαδικασία που λήφθηκε ή έγινε απαγορευμένα, κατά την υποπαράγραφο (θ), ή αντιγράφου αυτών

  1. Η ανάληψη κατοχής γης που κατέχεται από πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκτελέστηκε προσφάτως ένταλμα του Δικαστηρίου το οποίο του παρέχει το δικαίωμα κατοχής.
  1. Η διάπραξη οποιασδήποτε άλλης πράξης σκόπιμης ασέβειας σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή πρoς oποιοδήποτε πρόσωπo εvώπιov τoυ oπoίoυ αυτή διεξάγεται.

Οι πιο πάνω πράξεις, κατά την υποπαράγραφο (ια) της παραγράφου (1) του άρθρου 44, συνιστούν πλημμελήματα, τα οποία επαπειλούνται με ποινή φυλάκισης ή με χρηματική ποινή (πρόστιμο) ή και με τα δύο είδη ποινής, σωρευτικά. Παρά την γενική αυτή ποινή, η οποία, ως προβλέπεται, φαίνεται να ισχύει σε κάθε περίπτωση διάπραξης του αδικήματος με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, η παράγραφος (2) του άρθρου αυτού δίνει την δυνατότητα σ’ ένα Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διαπράχθηκε τέτοιο αδίκημα (εντός Δικαστηρίου) και το βλέπει (άρα δεν χρειάζεται και μαρτυρία για την απόδειξή του) να διακόψει την ενώπιον του διαδικασία, να διατάξει την κράτηση του δράστη (όπου χρειάζεται), να προβεί στην άμεση (και συνοπτική) εκδίκαση του αδικήματος και να επιβάλει μια αρκετά χαμηλότερη ποινή από την γενικά προβλεπόμενη.

Στον απόηχο της Kyprianou v Cyprus, εάν το αδίκημα είναι αυτό της έλλειψης σεβασμού ή αυτό της επίδειξης σκόπιμης ασέβειας, κι αυτό διαπράττεται κατά του προσώπου του ιδίου του Δικαστή ή Δικαστηρίου που εκδικάζει την υπόθεση (και όχι εναντίον άλλου μετέχοντος στην δίκη ή εκτός Δικαστηρίου), ασφαλώς, δεν θα πρέπει να επιληφθεί της εκδίκασης του το ίδιο το Δικαστήριο που έχει θυματοποιηθεί (σύμφωνα και με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης). Προβλέπεται διαδικασία τροχιοδρόμησης της διαδικασίας, μέσω υποβολής παραπόνου, από το Δικαστήριο που θυματοποιείται κατά τον τρόπο αυτό, προς τον Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου, η οποία ενεργοποιείται δυνητικά, εφόσον, όμως, πρώτα, ακολουθηθεί μια υποχρεωτική διαδικασία. Ειδικότερα, το Δικαστήριο που θυματοποιείται από τέτοια συμπεριφορά, αναγκαστικά, θα πρέπει να ενημερώσει πρώτα με ακρίβεια τον πταίστη για τα λόγια ή την συμπεριφορά, ή την πράξη του, που κατά το Δικαστήριο συνιστούν έλλειψη σεβασμού ή σκόπιμη ασέβεια (έτσι να εκφράσει το άδικο), όπως και για τις προβλεπόμενες ποινές. Εάν λάβει κάποια ικανοποιητική, κατά την κρίση του, απολογία του πταίστη, τότε έχει την δυνατότητα να μην ενεργοποιήσει αυτή την διαδικασία. Εάν την ενεργοποιήσει, ακολουθεί την διαδικασία που θεσπίστηκε προσφάτως από το Ανώτατο Δικαστήριο με σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό.

Υπάρχει επομένως υποχρεωτικότητα στην πληροφόρηση του υπόπτου Καταφρόνησης και δυνητικότητα στην δίωξή του, ενώ το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, φαίνεται να ενεργεί ως εισαγγελεύς ή ανακριτής μιας τέτοιας συμπεριφοράς, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία θυματοποιείται το ίδιο (εφόσον τότε απέχει μόνον από την Δικαστική του δραστηριότητα σε σχέση με το αδίκημα). Η δυνητικότητα αυτή μπορεί να ερμηνεύεται με τρόπο ώστε να αφήνεται να νοηθεί πως ένα Δικαστήριο θα πρέπει να αναμένει ότι μπορεί να υπάρξουν εκτροπές προς το πρόσωπό του, γιατί οι άνθρωποι που εμφανίζονται ενώπιον του δεν είναι τέλειοι, αλλά και γιατί είναι άνθρωποι οι οποίοι καταρχάς μετέχουν σ’ ένα πρόβλημα που έχει αναχθεί σε δικαστική διαφορά και τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς επίλυση και το οποίο πολλές φορές μετατρέπεται και σε υπαρξιακό πρόβλημα τους. Γι’ αυτό το Δικαστήριο πρέπει να είναι σε θέση, δια της δικής του συμπεριφοράς, να επαναφέρει την κατάσταση σ’ ένα επιτρεπτό επίπεδο, παρά με το παραμικρό (την απλή εκδήλωση αγένειας) να ακολουθεί κάποια διαδικασία δίωξης, ως εάν αυτή να ήταν η μόνη ή η ορθή οδός περιφρούρησης της Δικαιοσύνης. Κι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, αλλά χρειάζεται συνεχής προσπάθεια, τριβή και φθοροποιός άσκηση. Όπως τα ίδια χρειάζονται και στη δικηγορική συμπεριφορά, όταν δέχεται, σοβαρότατες κάποτε, αντιδεοντολογικές συμπεριφορές, Δικηγόρων ή και Δικαστών. Να μπορεί να τις δέχεται με ψυχραιμία, κατανόηση και υπομονή, να βρίσκει απάντηση με τρόπους με τους οποίους να μπορεί να επαναφέρει και διατηρήσει το επίπεδο, και δια μέσου της επίδειξης της δέουσας συμπεριφοράς, να απαντά με ευπρέπεια σε ό,τι μπορεί να εκλαμβάνεται ως απρέπεια. Σε διαφορετική περίπτωση, εξάλλου, ο κύκλος που μπορεί να δημιουργηθεί είναι φαύλος. Αυτή, λοιπόν, η φαινομενικά απλή δυνητικότητα, η οποία βασίζεται συνειδητά ή όχι, και σε κάποιες θεωρίες της ψυχολογίας, δίνει παράλληλα αφορμή και σε μια σειρά δύσκολων συνειρμών που φαντάζουν και ατέλειωτοι.

Πέρα από τον Νόμο αυτό ή τυχόν άλλες διατάξεις που βρίσκονται διάσπαρτες σε άλλα νομοθετικά κείμενα, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, η εξουσία του δηλαδή που υπάρχει ως απόρροια της φύσης του, θεωρείται ότι μπορεί να συνιστά περαιτέρω και αυτοτελή βάση του αδικήματος, ώστε κατά μία άποψη να μην εφαρμόζεται και πλήρως η αρχή “Nullum crimen sine lege”. Παρόλο που η πρόσφατη Dallas v. the United Kingdom φαίνεται να πρόκρινε, κατά κάποιο τρόπο, μια τέτοια εκδοχή ή προσέγγιση, εξετάζοντας το ζήτημα υπό το φως του άρθρου 7 § 1 της ΕΣΔΑ, μη αποδεχόμενο κάποια παράβαση, δεν θεωρώ ότι έχε εξαντληθεί το όλο θέμα ή ότι δεν θα απασχολήσει ξανά στο μέλλον.

«Καταφρονώ», λοιπόν, σημαίνει «περιφρονώ». Όχι με οποιονδήποτε τρόπο. Περιφρονώ ουσιαστικά και βαθιά· θεωρώ ότι κάτι είναι ανάξιο προσοχής ή εκτίμησης· το αψηφώ· δεν το λογαριάζω. Αλλά όχι τυχαία….

——————————–

[1] Τεγόπουλος – Φυτράκης. Ελληνικό Λεξικό (13η Έκδοση). Ελλάδα, Αθήνα: Εκδόσεις Αρμονία Α.Ε.

[2] Αριστοτέλους Ρητορική Τέχνη.

[3] Οι καταβολές του οποίου έτυχαν σεβασμού στην πρόσφατη Αίτηση αρ. 38395/12, Dallas v. the United Kingdom, ημερομηνίας 06.06.2016, εξεταζόμενες υπό το φως του άρθρου 7 § 1 της ΕΣΔΑ.

[4] Αίτηση αρ. 6538/74, The Sunday Times v. United Kingdom, ημερομηνίας 26.04.1979

[5] Αίτηση αρ. 73797/01, Kyprianou v. Cyprus, ημερομηνίας 15.12.2005

[6] Που δίνει μια συντονισμένη συνέχεια στην Απόφαση 45/121 της 14ης Δεκεμβρίου 1990 (παρ. 3) του 8ου Συνεδρίου των Ηνωμένων Εθνών, στη Σύσταση 21 (2000) της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, στη Συνθήκη της Λισσαβόνας (ν. 3671/2008) και στο Χάρτη των θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (άρθρο 47) και άρθρο 6, παρ. 1 της ΕΣΔΑ, στον Κώδικα Δεοντολογίας του CCBE (των Δικηγόρων δηλαδή της Ευρωπαϊκής Ένωσης), αλλά και στη Νομολογία πλέον του ΕΔΔΑ.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s