Το φαινόμενο της «κλοπής ταυτότητας»: Δικηγορική ταυτότητα και προτεινόμενο θεωρητικό μοντέλο προσέγγισης της έμμεσης θυματοποίησης – αναφορά περιστατικού στην Κύπρο και το Βέλγιο

1-4

(Κείμενο σε pdf)

Εισαγωγή

Η κλοπή της προσωπικής ή και της επαγγελματικής ταυτότητας (identity theft) είναι μια σύνθετη μορφή αντικοινωνικής ή και αδικηματικής συμπεριφοράς, Αμερικανικής προέλευσης. Συνιστά ταυτόχρονα ένα σύνθετο ή πολύπλοκο φαινόμενο, το οποίο δύσκολα προσδιορίζεται εννοιολογικά ή ακόμα και νομικά.

Εμφανίζεται ολοένα και συχνότερα και στην Ευρώπη, μη εξαιρουμένης τελικά της Κυπριακής κοινωνίας. Όταν εμφανίζεται, επηρεάζει τα θύματά του με διάφορους τρόπους (οικονομικά, κοινωνικά και άλλως πώς), κυρίως ψυχολογικά. Πλην όμως, παρά τις δραστικές συνέπειές του, δεν μπορεί να δοθεί ακόμα σ’ αυτό μια κοινής αποδοχής, πλήρης και αποτελεσματική εγκληματολογική προσέγγιση· κατ’ επέκταση ποινική απάντηση.

Προτείνεται ένα πρόχειρο μοντέλο θεωρητικής προσέγγισης, στη βάση της διαπίστωσης και αναφοράς συγκεκριμένου περιστατικού κλοπής δικηγορικής ταυτότητας, το οποίο έλαβε χώρα παράλληλα στην Κύπρο και το Βέλγιο και των παρατηρήσεων γύρω απ’ αυτό.

Σύνθετη συμπεριφορά ή πολύπλοκο φαινόμενο

Η κλοπή ταυτότητας δεν είναι απλά η από μέρους του δράστη λήψη των στοιχείων κάποιου άλλου προσώπου (Α φάση). Η λήψη στοιχείων δεν λέει οτιδήποτε από μόνη της. Είναι περαιτέρω η χρησιμοποίησή τους από το άτομο που τα κατέχει (Β φάση).  Και πάλι όμως, η από μέρους του δράστη λήψη και χρησιμοποίηση των στοιχείων ενός άλλου προσώπου (Α φάση και Β φάση) από μόνες τους δεν λένε οτιδήποτε.

Χρειάζεται καταρχάς η ύπαρξη κάποιας παρανομίας, η οποία είτε ν’ αφορά στην Α φάση είτε ν’ αφορά στη Β φάση.

Λήψη των στοιχείων = Α φάση

Χρησιμοποίηση των στοιχείων = Β φάση

Η Α φάση και η Β φάση συνδέονται μεταξύ τους, νοουμένου ότι και στις δύο φάσεις ο λόγος γίνεται για τα ίδια προσωπικά ή επαγγελματικά στοιχεία, δηλαδή για την ίδια ταυτότητα (σύνολο στοιχείων που παραπέμπουν στο συγκεκριμένο πρόσωπο ή στον συγκεκριμένο επαγγελματία), η οποία συμμετέχει και στις δύο φάσεις.

Μιλώντας αντίστοιχα για τη δυνατότητα πολλαπλής θυματοποίησης, η αναφορά είναι συναφής με την σύνθετη φύση της συμπεριφοράς. Μπορεί να υπάρχει το θύμα Α (τα στοιχεία του οποίου λαμβάνονται στην Α φάση) και το θύμα Β (ένα άλλο πρόσωπο που δέχεται την τελική πράξη η οποία διαπράττεται με την χρήση των στοιχείων του Α θύματος).

Όπως λέχθηκε, αρκεί η ύπαρξη μιας παρανομίας, είτε στην Α φάση είτε στη Β φάση, ώστε, λόγω του σύνθετου χαρακτήρα της συμπεριφοράς, να καταστεί παράνομη η συμπεριφορά στο σύνολό της. Τι σημαίνει αυτό;

Μπορεί η λήψη της ταυτότητας του Α θύματος στην Α φάση να μην είναι παράνομη, να πρόκειται για ελεύθερα προσβάσιμη ταυτότητα ή δημοσίως διαθέσιμη και διαφημιζόμενη (π.χ. επαγγελματική ταυτότητα)· αλλά η χρησιμοποίησή της να γίνεται για παράνομο σκοπό, προς όφελος του δράστη ή και τρίτου· να είναι μη εξουσιοδοτημένη χρήση από νόμιμο κάτοχο, η οποία να παραπέμπει και πάλι σε «κλοπή».

Ο όρος «κλοπή» δεν είναι πάντα ο κατάλληλος για την περιγραφή του φαινομένου, παρά την τετριμμένη μηχανική χρήση του. Μπορεί να συναντήσει κανείς και τον όρο «identity fraud» (Sproule & Archer, 2007) ή να χρησιμοποιεί γενικά το όρο αδικήματα σχετικά με την ταυτότητα ή άλλως πώς να εστιάζει τέλος πάντων στην ευελιξία της ορολογικής απόδοσης· που έπεται της ανάγκης του εννοιολογικού προσδιορισμού κατά περιεχόμενο.

Υπάρχουν διάφοροι συσχετισμοί με τους οποίους μπορεί να εκφραστεί αυτό το σύνθετο φαινόμενο της «κλοπής ταυτότητας».

Φάση Α = Θύμα Α = νόμιμη / Φάση Β = Θύμα Β = παράνομη

Φάση Α = Θύμα Α = παράνομη / Φάση Β = Θύμα Β = παράνομη

Φάση Α = Θύμα Α = παράνομη / Φάση Β = Θύμα Β = νόμιμη

Φάση Α = Θύμα Α = νόμιμη / Φάση Β = Θύμα Α = παράνομη

Φάση Α = Θύμα Α = παράνομη / Φάση Β = Θύμα Α = παράνομη

Φάση Α = Θύμα Α = παράνομη / Φάση Β = Θύμα Α = νόμιμη

Μέχρι σήμερα, δεν έχει δοθεί κάποιος ικανοποιητικός ορισμός της «κλοπής ταυτότητας» (ή άλλου καταλληλότερου όρου) που να ταιριάζει σε σύνθετη συμπεριφορά ή σε σύνθετο φαινόμενο (van de Meulen & Koops, 2010). Μπορεί να δίνεται περιορισμένη εξήγηση, ότι το φαινόμενο συνιστά τη χρήση προσωπικών στοιχείων για παράνομο οικονομικό ή προσωπικό όφελος. Ο ορισμός και προσδιορισμός του φαινομένου πάντως γίνεται με τρόπο ώστε ορισμένα περιστατικά ή πιθανά περιστατικά να μένουν χωρίς θεωρητική κάλυψη (Cullen, 2007· Sullivan, 2004). Εάν όμως γινόταν προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας πληρέστερος και κυρίως σταθερός ορισμός (terminological standardisation), η εισήγηση είναι ότι από αυτόν δεν θα μπορούσε να λείψει η αναφορά στους διάφορους σχηματικούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκφραστεί το φαινόμενο, σε διάφορες φάσεις, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με την ύπαρξη της ίδιας ταυτότητας σε σχέση με την οποία συμβαίνει κάποια παρανομία σε οποιοδήποτε στάδιο. Η σύλληψη αυτή χρειάζεται προφανώς αρκετή ακόμα ανάλυση.

Εννοείται ότι στην πιο πάνω σχηματική απόδοση, το θύμα Α μπορεί να είναι περισσότερα πρόσωπα, όπως και το θύμα Β. Ή μπορεί στην Α’ φάση να υπάρχει συνδυασμός νόμιμης λήψης στοιχείων και παράνομης λήψης στοιχείων. Ομοίως στην Β’ φάση, μπορεί μια πράξη να είναι νόμιμη σε σχέση με ένα πρόσωπο και παράνομη σε σχέση με άλλον. Τα πράγματα έτσι μπορούν να γίνουν ακόμα πιο σύνθετα. Όμως ο σταθερός εννοιολογικός άξονας είναι αυτός: η ύπαρξη τουλάχιστον μιας παρανομίας, σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε φάσης, η οποία να συνδέεται με την ίδια ταυτότητα.

Όπως λέχθηκε, το σύνθετο της συμπεριφοράς λειτουργεί με τρόπο ώστε να επαρκεί μία παρανομία για να μολύνει το σύνολο της συμπεριφοράς. Όταν η ταυτότητα λαμβάνεται νόμιμα αλλά χρησιμοποιείται για παράνομο σκοπό, η παρανομία στη χρήση της ανατρέχει στο γεγονός της λήψης της και την καθιστά κι αυτήν παράνομη, με τη ratio ότι ένα πρόσωπο που διαθέτει ή επιτρέπει πρόσβαση στην ταυτότητά του το κάνει υπό τον εξυπακουόμενο όρο ή την αίρεση αυτή να χρησιμοποιείται νόμιμα και για τον σκοπό της επίτρεψης της πρόσβασης σ’ αυτήν. Ή όταν η ταυτότητα λαμβάνεται παράνομα αλλά χρησιμοποιείται νόμιμα, η παρανομία στη λήψη της συμπαρασύρει την όποια χρήση της και καθιστά όλες τις επιμέρους πράξεις παράνομες.

Στη βάση αυτή και κατ’ επέκταση, αντίστοιχη θεωρητική διακλάδωση μπορεί να υπάρξει στα είδη της θυματοποίησης, όταν ο δράστης φέρεται σε σχέση με περισσότερα από ένα πρόσωπα (γιατί όταν το θύμα είναι ένα και στις δύο φάσεις, η θυματοποίησή του είναι πάντα άμεση, οποτεδήποτε κι αν υφίσταται η εις βάρος του παρανομία). Να λεχθεί έτσι ότι υπάρχει άμεση  θυματοποίηση (ΑΘ) και έμμεση θυματοποίηση (ΕΘ). Όπου ΕΘ είναι η θυματοποίηση του προσώπου το οποίο επιδέχεται καταρχάς μια νόμιμη συμπεριφορά, η οποία, όμως, καθίσταται παράνομη, λόγω παρανομίας του πράκτορα – δράστη σε κάποιο άλλο πρόσωπο.

Φάση Α = Θύμα Α = νόμιμη / Φάση Β = Θύμα Β = παράνομη / ΕΘ = Α / ΑΘ = Β

Φάση Α = Θύμα Α = παράνομη / Φάση Β = Θύμα Β = παράνομη / ΑΘ = Α + Β

Φάση Α = Θύμα Α = παράνομη / Φάση Β = Θύμα Β = νόμιμη / ΑΘ = Α / ΕΘ = Β

Φάση Α = Θύμα Α = νόμιμη / Φάση Β = Θύμα Α = παράνομη / ΑΘ = Α

Φάση Α = Θύμα Α = παράνομη / Φάση Β = Θύμα Α = παράνομη / ΑΘ = Α

Φάση Α = Θύμα Α = παράνομη / Φάση Β = Θύμα Α = νόμιμη / ΑΘ = Α

Η εύκολη θυματοποίηση και η ψυχολογική επίδραση

Ίσως αρκετοί να νομίζουν ότι δεν θα συμβεί οποτεδήποτε στους ίδιους να καταστούν θύματα ενός τέτοιου φαινομένου ή να δείχνουν πίστη σε ορισμένα στερεότυπα σχετικά με τους παράγοντες που έλκουν τη θυματοποίηση στη συγκεκριμένη συμπεριφορά (π.χ. προκλητικότητα, διασημότητα, ριψοκίνδυνος τρόπος ζωής κλπ.) επομένως να μην δείχνουν και ιδιαίτερη προσοχή όσον αφορά τα προσωπικά τους δεδομένα μέσα στις διάφορες δραστηριότητες της ρουτίνας τους (Milne, 2003· Fell, 2006· Winterdyk & Thompson, 2008· Higgins, Hughes, Ricketts & Fell, 2010).

Καταρχάς, με τις σημερινές παροχές της τεχνολογίας, είναι πολύ εύκολο σε κάποιον να έχει στη διάθεσή του τα στοιχεία ενός άλλου προσώπου και λιγότερο ριψοκίνδυνο, σε σχέση με άλλους τρόπους αδικηματικής συμπεριφοράς, να τα χρησιμοποιήσει για να διαπράξει κάποια παρανομία (Copes & Vieraitis, 2009a). Και μπορεί να τα χρησιμοποιήσει με διάφορους τρόπους· δηλαδή υπάρχει ευρύ πεδίο ή περιθώριο δράσης (Morris, 2010). Από εκεί και πέρα, οι παράγοντες οι οποίοι σχετίζονται με τη θυματοποίηση μπορεί να ποικίλουν και ελάχιστα έχουν ερευνηθεί εμπειρικά (Holtfretera, Reisiga, Prattb & Holtfreter, 2015), ενώ λίγες είναι οι απαντήσεις που δίνουν οι ήδη υφιστάμενες θεωρίες (Gottfredson & Hirschi, 1990· Hindelang, Gottfredson, & Garofalo, 1978· Schreck, 1999).

Ό,τι κι αν κάνει κάποιος στην Α φάση, όσο προσεκτικός κι αν είναι ο φορέας των στοιχείων, όσα προληπτικά μέτρα κι αν λαμβάνει (μέτρα προστασίας της ταυτότητάς του), μπορεί απλά να συμβεί αυτά να περιέλθουν στην κατοχή του δράστη, είτε με φυσικό τρόπο είτε με ηλεκτρονικό, νόμιμα ή παράνομα. Μέτρα που προτείνονται συνήθως για την Α φάση συνάδουν περισσότερο για την αποτροπή της παράνομης λήψης των στοιχείων από άλλα πρόσωπα (π.χ. τήρηση κάποιων διαδικασιών φύλαξης, χρήσης, καταστροφής κλπ.). Τι γίνεται όμως με τις περιπτώσεις όπου αυτά κατέχονται νόμιμα από τον δράστη, αλλά χρησιμοποιούνται παράνομα; Άλλα μέτρα μπορεί ενδεχομένως να λάβει το θύμα Β, κατά το χρόνο χρήσης των στοιχείων. Αλλά, και πάλι, μερικές φορές, ειδικά στην εκδήλωση του φαινομένου υπό τύπο ΑΘ = Α + Β, μπορεί να αρκεί η λήψη της ταυτότητας για να διαπραχθεί κάποια περαιτέρω παράνομη πράξη, η οποία να μην μπορεί να ελεγχθεί από το θύμα προληπτικά, ενώ τα όποια μέτρα αντιμετώπισης ενεργοποιούνται πάντοτε αφού έχει επέλθει ήδη οικονομική ζημιά.

Στο άκουσμα της «κλοπής ταυτότητας» μπορεί στους περισσότερους να είναι ήδη γνωστή ή οικεία η δημιουργία ενός ψεύτικου προφίλ στο διαδίκτυο, σε κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, με τα στοιχεία ατόμου με το οποίο ο δράστης έχει προσωπικά προηγούμενα. Αυτή η εκδήλωση (τύπου ΑΘ = Α / ΕΘ = Β ή ΑΘ = Α + Β) ελάχιστα δείχνει το πρόβλημα. Εξάλλου, αν η αιτία είναι η διαπροσωπική διαφορά, τότε δεν υπάρχει ιδιαίτερη δυσκολία στην ανίχνευση, αλλά ίσως και το θύμα να μπορεί ευκολότερα να διαχειριστεί τη ψυχολογική επίδραση, εφόσον ξέρει ή μπορεί να μάθει κάπως πιο εύκολα ποιος και τι και γιατί ή και να έχει ήδη έτοιμους τρόπους αντίδρασης. Υπάρχουν πολλοί άλλοι τρόποι εκδήλωσης του φαινομένου· το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν έχουν καταγραφεί με κάποιον αξιόπιστο τρόπο, ώστε να θεωρηθούν τυχόν κοινά σημεία τους, πάνω στα οποία να μπορεί να δομηθεί μια στέρεη εγκληματολογική θεωρία.

Η πρόχειρη αυτή αναφορά ερείδεται από την πρόσφατη διαπίστωση κλοπής ταυτότητας κάποιας δικηγόρου στην Κύπρο (κλοπή επαγγελματικής ταυτότητας), για την πιστοποίηση εγγράφων πώλησης αντικών αυτοκινήτων. Ο δράστης χρησιμοποίησε ως όνομά του το Α.Κ. (κοινό όνομα), χωρίς τη χρήση αριθμού δελτίου ταυτότητας και  φερόταν ότι εκπροσωπεί συγκεκριμένη Κυπριακή εταιρεία. Σε μια προσπάθειά του μάλλον να ενισχύσει την εμπιστοσύνη του αλλοδαπού αγοραστή στο πρόσωπό του και στην διασυνοριακή πράξη (Βέλγιο), να του αποσπάσει την προσοχή από την ανάγκη ελέγχου των λεπτομερειών και φυσικά να τον εξαπατήσει αποσπώντας του χρήματα ως προκαταβολή, χρησιμοποίησε τα στοιχεία της δικηγόρου, εν αγνοία της. Όπως και τα στοιχεία της εταιρείας που υποτίθεται εκπροσωπούσε, επίσης εν αγνοία της. Η δικηγόρος, χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε, φερόταν να εκπροσωπεί τον υποτιθέμενο πωλητή στην πράξη και να πιστοποιεί (θέτοντας υπογραφή και σφραγίδα) την αυθεντικότητα της υπογραφής του εγγράφου από αυτόν. Η φαινομενική συμμετοχή της δικηγόρου στην πράξη προσέδιδε σ’ αυτήν κάποια αξιοπιστία και επισημότητα γιατί αν μη τι άλλο ο αγοραστής θα μπορούσε να θεωρήσει ότι η δικηγόρος πράττει αναλαμβάνοντας σχετική ευθύνη για την ορθότητα και νομιμότητα της πράξης. Ο αγοραστής πλήρωσε την προκαταβολή με έμβασμα σε Κυπριακό λογαριασμό του δράστη, ο οποίος εξαφανίστηκε. Αυτό το κρούσμα, τύπου ΕΘ = Α (περισσότερα πρόσωπα) / ΑΘ = Β, ομολογουμένως προκάλεσε κάποια έκπληξη, ως μη αναμενόμενο, τουλάχιστον ακόμα, στην Κύπρο και ειδικά στον αναλόγως μικρό δικηγορικό κόσμο της Κύπρου. Από την άλλη, η εξαίρεση δεν θα’ ταν λογικά δικαιολογημένη.

Δεν υπάρχει κάποια έρευνα σε σχέση με την έκταση της θυματοποίησης από αυτό το φαινόμενο στην Κύπρο γενικά ή ειδικά για τον δικηγορικό κόσμο. Όσον αφορά τη θυματοποίηση γενικά, παρακάμπτονται προς το παρόν τα συντριπτικά ποσοστά στην Αμερική, όπου το φαινόμενο ευδοκιμεί (Copes & Vieraitis, 2009b· Newman, 2009). Στην Αγγλία, το 2012, είχε αναφερθεί ένα ποσοστό της τάξης των 8,8% του ενήλικου πληθυσμού πως είχαν υποστεί θυματοποίηση από κλοπή ταυτότητας (National Fraud Authority, 2013)· ποσοστό που τείνει να αυξάνεται, σύμφωνα με πιο πρόσφατες αναφορές του Cifas. Στην Αυστραλία υπάρχει επίσης ένα ποσοστό θυματοποίησης και απασχολεί το φαινόμενο (Button, Nicholls, Kerr, & Owen, 2014).

Σε σχέση με τα χαρακτηριστικά του δράστη και του θύματος τα ευρήματα δεν είναι ασφαλή. Οι Allison, Schuck και Lersch (2005) εισηγούνται, μέσα από την εξέταση 662 αναφορών περιπτώσεων, ότι η πλειοψηφία των θυμάτων δεν γνωρίζει τον δράστη, ότι συνήθως οι δράστες είναι μικρότεροι ηλικιακά των θυμάτων και θηλυκού φύλου Αφροαμερικανίδες, εν αντιθέσει με τα θύματα που είναι κυρίως αρσενικού φύλου και λευκοί. Τα ευρήματα αυτά συγκρούονται με αυτά του Morris (2010), ο οποίος προσέγγισε το θέμα μ’ ένα διαφορετικό τρόπο, για να καταλήξει, μεταξύ άλλων, ότι η πλειοψηφία των δραστών είναι άνδρες, ωστόσο είναι οι γυναίκες δράστες που έχουν περισσότερες πιθανότητες να διαπράξουν το αδίκημα εναντίον κάποιου γνωστού τους προσώπου. Άλλη έρευνα αναφέρθηκε στην αυξημένη πιθανότητα θυματοποίησης των ατόμων τα οποία ζουν μόνα (Anderson, 2006), ενώ ως προς το φύλο υπάρχει επίσης ευρύτερη αντίθεση με τα ευρήματα των Allison, Schuck και Lersch (2005).

Η έλλειψη κοινής θεώρησης της θυματοποίησης (για παράδειγμα, στην παρούσα προτάθηκε ως εφικτό το μοντέλο ΑΘ – ΕΘ σε διάφορους σχηματισμούς· σε άλλες αναφορές μπορεί να υπάρξει άλλη θεωρητική προσέγγιση) και κοινής κατηγοριοποίησης, καθιστά ακροσφαλή καί τα ήδη υφιστάμενα ευρήματα, εφόσον, πέρα από τις μεθοδολογικές τους διαφορές ή περιορισμούς, μπορεί να μην έχουν λάβει υπόψη ό,τι μπορεί να θεωρηθεί ως ΕΘ. Η συμπερίληψη των ΕΘ στην έρευνα δεν σχετίζεται τόσο με τη μεθοδολογία όσο με το πολύ σοβαρό ζήτημα της αρχικής σύλληψης και του προσδιορισμού του φαινομένου· ζήτημα όμως που με τη σειρά του φαίνεται να αναμένει να τροφοδοτηθεί, να νοηματοδοτηθεί και να προσδιοριστεί από την ίδια τη γνωστή περιπτωσιολογία.

Όσον αφορά τον δικηγορικό κόσμο, πολύ πρόχειρα μπορεί να λεχθεί, βάσει απλής παρατήρησης, ότι πιθανά κρούσματα τα οποία πιθανόν να έχουν κάνει την εμφάνισή τους στην Κύπρο είναι τα εξής, για τα οποία θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό το κοινό όταν συναλλάσσεται και να επικοινωνεί απευθείας με τον δικηγόρο που φαίνεται να έχει συμμετοχή στην πράξη ή να συμβουλεύεται δικό του δικηγόρο:

(α) Η θέση στοιχείων δικηγόρων επί εγγράφων για πιστοποιήσεις ταυτότητας προσώπων ή αυθεντικότητας εγγράφων και προκειμένου να δοθεί κάποια ισχύς στο μέσο για τη διενέργεια κάποιας περαιτέρω παράνομης πράξης ή αυτή, με την εντύπωση συμμετοχής δικηγόρου, να διευκολυνθεί.

(β) Η προσποίηση από μέρους του δράστη σε τρίτους (προσωπικά ή μέσω επιστολών ή μέσω πλαστής ιστοσελίδας) ότι ο ίδιος είναι ο τάδε δικηγόρος ή ότι είναι υπάλληλος κάποιας δικηγορικής εταιρείας και την εκπροσωπεί.

Με τη χρήση των στοιχείων του δικηγόρου, ο δράστης μπορεί να καταφέρει κάτι που είναι παράνομο, είτε να αποσπάσει χρήματα από κάποιον (συνηθέστερα), είτε να τον βλάψει μ’ ένα διαφορετικό τρόπο.

Πέρα από τις πιθανές οικονομικές συνέπειες, υπάρχουν οι ψυχολογικές ή συναισθηματικές συνέπειες (Dadisho, 2005). Μπορεί να δημιουργούνται στο θύμα έκπληξη, θυμός, αδικία («γιατί σ’ εμένα»), προδοσία, ντροπή, αδυναμία, κλονισμός της αίσθησης του «είναι», απώλεια ελέγχου του εαυτού, της αυτοκυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης, διαρκές άγχος και αγωνία, ειδικά στις άλυτες περιπτώσεις, για την άγνωστη έκταση της δράσης που έγινε με την πλαστή ταυτότητα και ενόσω εκκρεμεί η διερεύνηση· αβεβαιότητα για το μέλλον, οικονομική ανασφάλεια, αίσθηση δυσφήμισης ή επηρεασμού της επιχειρηματικής δραστηριότητας, ανυπομονησία και ανάγκη άμεσης πληροφόρησης και συμμετοχής στην έρευνα για τον εντοπισμό της ταυτότητας του δράστη και ανάγκη άσκησης πίεσης στις Αρχές ή προσωπικής καταδίωξης του δράστη· πολλές φορές σωματοποίηση της αρνητικής ψυχολογικής κατάστασης και παρουσίαση φυσικών συμπτωμάτων (Sharp, Shreve-Neiger, Fremouw, Kane, & Hutton, 2004· Collins & Hoffman, 2006· Identity Theft Resource Center, 2007· Cullen, 2007· Golladay & Holtfreter, 2016).

Ο λόγος γίνεται για μια δράση που μπορεί να δημιουργήσει αρκετούς πραγματικούς κοινωνικούς «μπελάδες», πέρα από την εμφάνιση ξαφνικών πιστώσεων από το πουθενά· για παράδειγμα, επηρεασμό των παλαιών πελατών (Sylvester, 2004), ειδικά εάν επηρεάστηκαν οι ίδιοι από το φαινόμενο (εάν είναι οι ίδιοι ΑΘ) και είναι σε κάποια μεγαλύτερη ηλικία στην οποία μπορεί να μην κατανοήσουν τι ακριβώς έγινε (Lee & Solberon-Ferrerκ, 1997) ή εάν η ενημέρωσή τους για το συμβάν δεν είναι κατάλληλη. Έπειτα, μπορεί να φανταστεί οποιοσδήποτε δικηγόρος την περίπτωση να καταχωρούνται σωρεία αστικών αγωγών εναντίον των ΕΘ, πιθανόν και σε διάφορα μέρη του κόσμου, από διάφορους καταναλωτές ΑΘ. Δεν αποκλείεται η δημιουργία (έστω προσωρινά) ποινικού μητρώου, πέραν των άλλων συναφών διαδικαστικών δυσκολιών που εξαναγκάζει η ανάγκη απόδειξης αθωότητας. Οπωσδήποτε, η ανάλωση προσωπικού χρόνου για τη διερεύνηση της υπόθεσης δεν είναι αμελητέα (Givens, 2000). Οι διαστάσεις αυτού του φαινομένου (γεωγραφικές, εγκληματολογικές και άλλες) είναι γενικά απρόβλεπτες, όπως και η δραστικότητα των συνεπειών του (τι ακριβώς προκάλεσε αυτό το φαινόμενο σε άλλα πρόσωπα, πόσες φορές, πού και ποια είναι ακριβώς η έκταση του κοινωνικού πλήγματος της ταυτότητας;)

Η αδυναμία πλήρους ποινικής απάντησης και η έλλειψη σημασίας

Συχνά ένα θύμα ΕΘ αποθαρρύνεται από τις Αρχές. Του δίδεται η εντύπωση ότι δεν χρειάζεται να γίνουν κάποιες ενέργειες για ανίχνευση ή ότι δεν αξίζει να γίνουν, ειδικά εάν η μορφή της κλοπής ταυτότητας δεν είναι οικονομική (financial identity theft)· υπάρχει μια τάση ν’ αποδίδεται το συμβάν σε κακοτυχία ή σε κάτι που απλά συμβαίνει, δεν είναι μεν κοινωνικά ή ηθικά αποδεκτό, αλλά ως εκεί. Η ανίχνευση ενός τέτοιου εγκλήματος είναι εξάλλου δαπανηρή και δυσχερής διαδικαστικά (Dadisho, 2005). Οι Αρχές μπορεί να επικεντρώνονται σε πιο παραδοσιακές μορφές ήδη γνωστών εγκλημάτων, όπως η πλαστογραφία ή πλαστοπροσωπία ή στην παράνομη χρήση προσωπικών δεδομένων (όπως ήταν η Ελλαδική πρώτη προσέγγιση το 2010). Μπορεί ν’ αποδομούν το φαινόμενο στις επιμέρους εγκληματικές πράξεις που το συνθέτουν, στον βαθμό που το συνθέτουν, και ν’ αναζητούν για τη νομική στοιχειοθέτηση άλλες προϋποθέσεις ή παράλληλες καταγγελίες από τα ΑΘ, αγνοώντας την ανάγκη όποιας ποινικής σημασίας καί στα ΕΘ. Έπειτα όσον αφορά τα ΑΘ παρατηρείται μια τάση απόδοσης ευθύνης πλημμελούς ελέγχου και προσοχής στις διάφορες συναλλαγές τους (blame the victim culture), η οποία μπορεί να χρησιμοποιείται προς δικαιολόγηση κάποιας δυστοκίας. Δεν είναι ότι οι Αρχές δεν θέλουν να εξιχνιάσουν ένα έγκλημα, αλλά δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος να το πιάσουν από κάπου, εφόσον είναι ένα νέο, άγνωστο και σύνθετο φαινόμενο, χωρίς επαρκή νομοθετική κάλυψη για το όλο του.

Υπάρχει τέλος πάντων μια εκλαμβανόμενη αδυναμία καθαρής ποινικής απάντησης στο όλο φαινόμενο, το οποίο διακρίνεται πάντως τόσο από τα κλασικά αδικήματα (πλαστογραφία, πλαστοπροσωπία, κλοπή, απάτη, παρακολούθηση τύπου stalking κλπ.), όσο και από την απλή παράνομη λήψη ή χρήση προσωπικών δεδομένων. Μπορεί να περιλαμβάνει κάποια από αυτά τα αδικήματα στη σύνθεσή του ή να έχει κάτι απ’ όλα, αλλά δεν είναι οποιοδήποτε από τα ήδη γνωστά εγκλήματα, όπως δεν είναι επίσης απόλυτα ή πάντα «ηλεκτρονικό έγκλημα». Έπειτα, παρά τη συχνή συσχέτισή του με τα εγκλήματα «λευκού κολλάρου» (Copes & Vieraitis, 2009), το ίδιο είναι κάτι πιο σύνθετο και πιο εξελιγμένο, που δύσκολα προσδιορίζεται εννοιολογικά (Copes & Vieraitis, 2011), αλλά και που ταυτόχρονα τείνει δειλά σε αυτόνομη κατηγοριοποίηση. Η αδυναμία ακριβούς προσδιορισμού του φαινομένου συνολικά στην πράξη δεν είναι προφανώς άσχετη με τις δυσχέρειες στην ίδια τη θεωρητική εννοιολογική του προσέγγιση (Copes, Kerley, Huff & Kane, 2010).

Δεν αποκλείεται στην πράξη η εγκληματολογική υποτίμηση, γιατί κάποιος μπορεί να πει ότι υπάρχει και αθώα εκδοχή αυτού του φαινομένου ή κοινωνικά επιτρεπτή. Για παράδειγμα, ακόμα κι ένα παιδί μπορεί να συμπεριφερθεί με τρόπο που να παραπέμπει στο φαινόμενο. Προκειμένου να απουσιάσει από το σχολείο του, χωρίς να συντρέχει λόγος που με βάση τους κανονισμούς του σχολείου να δικαιολογεί απουσία, να προσκομίσει στον δάσκαλο ή στον καθηγητή του ένα χαρτί το οποίο φέρεται να πιστοποιεί ο γονέας του. Έχουμε άραγε εκδήλωση του φαινομένου ΑΘ = Α / ΕΘ = Β; Ένας γονέας χρησιμοποιεί την ταυτότητα του παιδιού του, χωρίς την έγκρισή του, για να παρακολουθήσει τις συναναστροφές του. Έχουμε άραγε εκδήλωση του φαινομένου με κάποιο τρόπο; Ποιο είναι το όριο κοινωνικής σοβαρότητας το οποίο θα πρέπει να ενεργοποιεί το ποινικό ενδιαφέρον;

Μήπως θα πρέπει να υπάρχει πάντα άμεση ή έμμεση οικονομική ζημιά, σε οποιαδήποτε από τις δύο φάσεις, εκτός από απλή παρανομία; Και πώς προσεγγίζεται η έννοια της οικονομικής ζημιάς; Στην περίπτωση της κλοπής δικηγορικής ταυτότητας η σκέψη είναι ότι εάν κάποιος χρειαζόταν τις συγκεκριμένες υπηρεσίες από την συγκεκριμένη δικηγόρο, θα έπρεπε να συμβληθεί μαζί της γι’ αυτές και να τις πληρώσει· ωστόσο έκανε χρήση της ιδιότητας της, με τον τρόπο με τον οποίον την έκανε, χωρίς να έχει αποδώσει την αξία των υπηρεσιών αυτών σε κάποιο δικηγόρο, άραγε υπάρχει ή δεν υπάρχει οικονομική ζημιά; Το κόστος που αντιπροσωπεύει τον χρόνο που χρειάζεται κάθε ένα θύμα και το θύμα που είναι επαγγελματίας για να επαναοικοδομήσει ή να επουλώσει την ταυτότητά του περιλαμβάνεται ή όχι σε κάποια έννοια οικονομικής ζημιάς (Washington State Office of the Attorney General, 2008· Nanji, 2005);

Η αρνητική αντιμετώπιση από τις Αρχές μπορεί να προσθέσει με τη σειρά της στην όλη ψυχολογική κατάσταση του θύματος. Δεν συνιστά σίγουρα απλή κακοτυχία το συμβάν· υπάρχει κάποια εγκληματολογική διάσταση, ακόμα κι αν δεν μπορεί να υπάρξει, μ’ έναν παλαιό ποινικό κώδικα, ολοκληρωμένη, συγκεκριμένη και πλήρης ποινική απάντηση και ποινολογική αντιμετώπιση ενός τέτοιου σύγχρονου πάντως (αντι)κοινωνικού φαινομένου. Αλλά και η πιθανή μελλοντική ποινικοποίηση απέχει, χωρίς να σημαίνει ότι η συζήτησή της είναι απούσα (Alleyne, 2014) ή ότι δεν είναι άκρως σημαντικό να ενταθεί, ενόψει και των πιθανών διασυνδέσεων αυτού του φαινομένου με το έγκλημα της τρομοκρατίας (Ganeva, Vangelova, Penchovska & Shtereva, 2016). Με αυτή την συλλογιστική αφετηρία, θα ήταν τουλάχιστον επιθυμητό να υπάρχει ένας έτοιμος τρόπος υποδοχής των καταγγελιών αυτού του φαινομένου από τις Αρχές ή ένας τρόπος παροχής στήριξης στα θύματά του και διάθεση έρευνας.

Στο υπό αναφορά κρούσμα, το ΑΘ επιχείρησε το ίδιο, με δική του πρωτοβουλία, να συμβληθεί ξανά με τον δράστη, χρησιμοποιώντας ψεύτικα στοιχεία (δηλαδή χρησιμοποίησε την μέθοδο του δράση – τάση αυτοδικίας;), σε μια προσπάθεια και ανάγκη του που εκδήλωσε ν’ αποκαλύψει ο ίδιος την ταυτότητα του δράστη με μεγαλύτερη αμεσότητα, να συμβάλει στις έρευνες, ενώ εκκρεμούν ήδη καταγγελίες σε δύο Κράτη. Ο δράστης ο οποίος είχε τερματίσει την επικοινωνία του με το ΑΘ μετά την πρώτη εξαπάτηση, είχε ανταποκριθεί άμεσα στα ηλεκτρονικά μηνύματα του ΑΘ, όταν ο τελευταίος τον προσέγγισε ως νέος πελάτης. Ο δράστης, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο όπως την πρώτη φορά, απέστειλε στο ΑΘ όλα τα σχετικά έγγραφα για την πράξη για την αγορά της δεύτερης αντίκας και πάλι τοποθετώντας ο ίδιος στα έγγραφα πιστοποιήσεις και ενυπόγραφες δηλώσεις της ίδιας δικηγόρου.

Το μέσο που χρησιμοποιεί ο δράστης στο υπό αναφορά περιστατικό για την προσέγγιση των μελλοντικών θυμάτων του εξακολουθεί να είναι διαθέσιμο (μία ιστοσελίδα στην οποία χρησιμοποιούνται στοιχεία της Κυπριακής εταιρείας, την οποία ο δράστης φέρεται να εκπροσωπεί). Οι τραπεζικοί λογαριασμοί του δράστη, οι οποίοι βρίσκονται στην Κύπρο, τον έναν εκ των οποίων χρησιμοποίησε ήδη ο δράστης για ν’ αποσπάσει χρήματα από το ΑΘ και τον άλλο (διαφορετικός λογαριασμός) με τον οποίο επιχείρησε να το πράξει τη δεύτερη φορά, δεν έχουν ακόμα διερευνηθεί για να εντοπιστεί ο κάτοχός τους. Δεν υπάρχει κάποιου είδους αυτόματη άρση απορρήτου του δράστη που ο ίδιος διαπράττει κλοπή ταυτότητας· ο ίδιος εξακολουθεί να λαμβάνει προστασία της δικής του ταυτότητας κι αυτό δημιουργεί στα θύματα την αίσθηση του παράδοξου. Δεν είναι γνωστό πόσα πρόσωπα έχουν θυματοποιηθεί από τον ίδιο δράστη, ο οποίος, εάν τουλάχιστον περιορίζεται σε ακριβές αντίκες, ευελπιστεί, κανείς, ότι δεν θα’ χει μεγάλο πελατολόγιο συλλεκτών του είδους.

Το γεγονός ότι ο δράστης χρησιμοποιεί την ίδια δικηγόρο μπορεί να’ ναι τυχαίο, να μην μπήκε απλά στη διαδικασία να ψάξει και να βρει τα στοιχεία κάποιου άλλου δικηγόρου, αλλά μπορεί να είναι και σκόπιμο, για να δείχνει ή να αισθάνεται ο ίδιος ότι εκπροσωπείται σταθερά από συγκεκριμένο δικηγόρο· ωστόσο πρόκειται για πράξη που μπορεί να δημιουργεί την αίσθηση της κατ’ επανάληψη θυματοποίησης της δικηγόρου.

Η έντονη σχετικότητα της ενόχλησης και η άγνωστη επίδραση της δεοντολογικής διάστασης

Συχνότερα σε άλλες χώρες, όπως στις ΗΠΑ, ο επιχειρηματικός κόσμος μπορεί να είναι κάπως πιο εξοικειωμένος με τέτοιες «κλοπές ταυτότητας». Ένας επιχειρηματικός κολοσσός μπορεί να μην πάει στην Αστυνομία να παραπονεθεί γιατί κάποιος έκανε χρήση της εταιρικής ταυτότητας για να επιτύχει παράνομο όφελος, όταν δεν υπάρχει άμεση οικονομική ζημιά και είναι απλά ΕΘ. Τα περισσότερα ξενόφερτα spam e-mails που λαμβάνουν και οι Κύπριοι δικηγόροι, τα οποία ξέρουν να ξεχωρίζουν ως phishing ή pharming ή απατηλά και ν’ αγνοούν, χρησιμοποιούν συχνά στοιχεία κάποιων γνωστών επιχειρήσεων ή προσώπων, ψευδώς, κατά τρόπο προφανή. Και σ’ εκείνες τις περιπτώσεις υπάρχει «κλοπή ταυτότητας» ή «απάτη ταυτότητας» ή προσπάθεια για κάτι τέτοιο. Εάν επικοινωνήσει, κανείς, από περιέργεια με το θύμα μιας τέτοιας «κλοπής ταυτότητας» για να τον πληροφορήσει ότι κάποιος χρησιμοποιεί τα στοιχεία του και διαπράττει παρανομίες, θα διαπιστώσει ότι αυτός ο φορέας, όντας στην κατηγορία ΕΘ, μπορεί να μην αισθάνεται «θυματοποίηση», το όλο περιστατικό να του είναι αδιάφορο ή μπορεί να λειτουργεί ως κολακευτική απόρροια του επιχειρηματικού μεγέθους, σε επίπεδο αναμενόμενης επιβεβαίωσης.

Η στάση αυτή μπορεί να σχετίζεται με την συχνότητα του φαινομένου σε κάποιες περιοχές ή με τη δύναμη, την αυτοκυριαρχία και την κατοχύρωση στον επιχειρηματικό κόσμο που αισθάνεται το πρόσωπο αυτό, ώστε να έχει τη βεβαιότητα ότι δεν μπορεί μια τέτοια απλή κλοπή να το θίξει «ηθικά» ή εμπορικά ή άλλως πώς. Θα περιοριστούν, ίσως, σε μέτρα απλής ενημέρωσης (alert) των πελατών τους, να είναι πιο προσεκτικοί και να επικοινωνούν απευθείας μαζί τους για διασταύρωση των στοιχείων (χρήση του συμβάντος και μετατροπή του σε επικοινωνιακό πλεονέκτημα) ή απλά δεν θα πράξουν οτιδήποτε και εάν είσαι ο εξαπατημένος καταναλωτής θα σου πουν «λυπόμαστε κύριε, να είστε πιο προσεκτικός κλπ.», και αναλόγως του βαθμού καταναλωτικής ευαισθησίας και στοχοσύνθεσης της εσωτερικής πολιτικής να σε παραπέμψουν σε σταθερά “tips” για το μέλλον.

Γιατί στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε ενόχληση της δικηγόρου ΕΘ και σ’ αυτήν δίδεται περισσότερη σημασία από ότι στην ΕΘ της εταιρείας την οποία φερόταν να εκπροσωπεί ο δράστης στα ΑΘ; Έγιναν διάφορες υποθέσεις. Για παράδειγμα ότι, όταν ο λόγος γίνεται για μεμονωμένα φυσικά πρόσωπα ή προσωπικές εταιρείες, με διαφορετική αίσθηση του «είναι» απ’ αυτήν κάποιων άλλων «απρόσωπων» εταιρειών, αυτά μπορεί να μην είναι άθικτα από το φαινόμενο, ειδικά εάν δεν έχουν υποστεί ξανά κάτι παρόμοιο ή εάν δεν έχουν προετοιμαστεί καταλλήλως. Όμως και η εταιρεία ΕΘ είναι επίσης μια μικρή προσωπική εταιρεία. Ενδεχομένως στην Κυπριακή πραγματικότητα να υπάρχει μια διαρκής ενεργή επένδυση ορισμένων κατηγοριών επαγγελματιών στο θέμα ταυτότητα και διαμόρφωση και εμπέδωση επαγγελματικού προφίλ σε μια αδιάκοπα ανταγωνιστική κοινωνία, όπου η πλειοψηφία των επαγγελματιών, ειδικά στο δικηγορικό επάγγελμα, δείχνει μια τάση να θέλει να επιχειρεί μόνη και να επιχειρεί με τα ονόματα των φυσικών προσώπων. Μπορεί η ταύτιση της προσωπικής ταυτότητας με την επαγγελματική ταυτότητα (διάχυση της αίσθησης του «είναι») στο δικηγορικό επάγγελμα, όπου υπάρχει αυξημένος ανταγωνισμός, μη συγκεκριμένο πελατολόγιο, ανασφάλεια, ενεργή προσπάθεια κοινωνικής ή εμπορικής εμπέδωσης, να δημιουργεί διαφορετικές δυναμικές επίδρασης, απ’ ότι σε μια προσωπική μεν εταιρεία η οποία ασχολείται για χρόνια με συγκεκριμένο αντικείμενο, με συγκεκριμένους πελάτες, με σταθερότητα και χωρίς προσδοκίες που να σχετίζονται με την κοινωνική ύπαρξη ή τη φήμη της.

Έπειτα, ο λόγος γίνεται για το δικηγορικό επάγγελμα, επομένως προστίθεται στον όλο προβληματισμό η δεοντολογική διάσταση. Κάποιος φυσικά μπορεί να σκεφτεί και πάλι, γιατί; Πόσο πιο αναμενόμενο είναι να συναντήσει κανείς κλοπή ταυτότητας ιατρού (π.χ. ιατρική γνωμάτευση την οποία να φέρεται ότι έδωσε ιατρός, ο οποίος, όμως, να μην έχει ιδέα ο ίδιος για την πράξη αυτή) (medical identity theft); Η ιατρική είναι επίσης λειτούργημα το οποίο διέπει δεοντολογία. Τι είναι αυτό που δημιουργεί αυτή την ιδιαίτερη ενόχληση στην περίπτωση του δικηγόρου (legal identity theft);

Ειρήσθω εν παρόδω ότι οι Schmidt και McCoy (2005) επιχείρησαν να κατηγοριοποιήσουν τη συμπεριφορά με βάση ένα τυπολογικό μοντέλο, σε οικονομική (financial), ιατρική (medical), προσωπική κλοπή (που αφορά στον χαρακτήρα) (character related). Όμως η κατηγοριοποίησή τους αφενός ήταν με βάση τον τύπο του οφέλους στο οποίο επιδιώκει ο δράστη (οικονομικό, ιατρικό στο οποία περιέλαβαν και τα ασφαλιστικό ή προσωπικό) (Poneomon, 2011· Sullivan, 2009) παρά στην ταυτότητα των θυμάτων (όπου εξάλλου μπορεί να υφίσταται πολλαπλή θυματοποίηση), αφετέρου δεν καλύπτει τη δικηγορική ή νομική κλοπή (legal identity theft), η οποία δεν είναι μόνο οικονομική (έμμεσα) ούτε μόνο προσωπική (έμμεσα), αλλά έχει και μια ξεχωριστή πτυχή. Ακόμα και στη βάση του τύπου του οφέλους, το νομικό όφελος που αποκτά ο δράστης είναι διακριτό και σ’ αυτό μπορεί να προσδοθεί κάτι εκτός από συγκεκριμένη οικονομική αξία (με αναφορά στο είδος των υπηρεσιών)· αυτοτελής νομική αξία.

Μπορεί το γεγονός ότι πρόκειται για ένα έγκλημα που, θυματοποιώντας τον δικηγόρο, θυματοποιεί την ίδια τη Δικαιοσύνη, οπότε η δεοντολογική διάσταση περνά στο επίπεδο της θεσμικής διάστασης; Όμως, και πάλι, γιατί;  Εάν κάποιος παρουσιάζει επιστολή την οποία υποτίθεται ότι έχει δεχθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, χωρίς ο ίδιος ο Πρόεδρος να του έχει αποστείλει οποτεδήποτε τέτοια επιστολή, η δράση και πάλι δεν έχει κάποια θεσμική διάσταση ή το προφανές της απάτης μπορεί να υπερκεράσει την ενόχληση, άρα αυτό που την δημιουργεί είναι η απώλεια ελέγχου της διαμόρφωσης της κοινωνικής εντύπωσης σε σχέση με την ταυτότητα παρά η πράξη καθαυτή;

Γιατί ενοχλεί περισσότερο το να προσποιηθεί κάποιος ότι έχει δεχθεί επιστολή από τον Γενικό Εισαγγελέα ή από ένα δικηγόρο ή από κάποιο λειτουργό της Δικαιοσύνης, είναι η Δικαιοσύνη τελικά πιο ευαίσθητος ή εύθικτος θεσμός από τους υπόλοιπους θεσμούς; Είναι πάντως αυτή που είναι θεσμικά αρμόδια να απαντά στο έγκλημα και το έγκλημα που στρέφεται προς αυτήν (τη Δικαιοσύνη) δεν στρέφεται απλά προς ένα θεσμό, για την άμυνα του οποίου μπορεί να λειτουργήσει αρμοδίως και αναμενόμενα κάποιος άλλος θεσμός. Κάθε έγκλημα προς τη Δικαιοσύνη (οποιοδήποτε λειτουργό της), όπως θα  μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι σε τέτοια περίπτωση, συνιστά ένα έκτακτο πλήγμα προς το ίδιο το θεμελιακό υπόστρωμα του Δημοκρατικού Κράτους, που δημιουργεί συνθήκες επείγουσας αυτοάμυνας.

Επίλογος

Έχει συζητηθεί ένα θεωρητικό μοντέλο προσέγγισης του φαινομένου της «κλοπής ταυτότητας» στη βάση ενός κρούσματος κλοπής δικηγορικής ταυτότητας στην Κύπρο και το Βέλγιο. Η προσέγγιση δεν είναι πλήρης για να άρει από μόνη της το υποθετικό επίπεδο στα διάφορα σημεία. Για να διαπιστωθούν ποιοι είναι οι συγκεκριμένοι παράγοντες που επιδρούν στη ψυχολογική κατάσταση του δικηγόρου ως θύματος κλοπής ταυτότητας, πώς (εάν) διαφοροποιούνται όταν ο λόγος γίνεται για το επάγγελμα του δικηγόρου ή άλλου λειτουργού της Δικαιοσύνης, γιατί και πώς κατηγοριοποιούνται εσωτερικά, πώς ακριβώς επιδρά ο καθένας από αυτούς και πώς τα μέτρα πρόληψης ή αντιμετώπισης απαντούν στον κάθε ένα από αυτούς χρειάζεται εμπειρική έρευνα.

Τέτοια έρευνα δεν υπάρχει επαρκώς αυτή τη στιγμή γενικά, εγχώρια ή διεθνώς, είτε από τον κλάδο της εγκληματολογίας είτε από τον κλάδο της δικαστικής και νομικής ψυχολογίας, πόσο μάλλον που να εστιάζει αποκλειστικά στη θυματοποίηση του επαγγελματία δικηγόρου από το φαινόμενο, σε σχέση μ’ άλλους επαγγελματίες ή επιχειρηματίες, και να λαμβάνει υπόψη τη δεοντολογική διάσταση (κατά πόσο συνιστά αυτοτελή παράγοντα ή όχι) και του ρόλου του δικηγόρου στη λειτουργία της Δικαιοσύνης.

———————–

Βιβλιογραφία

Alleyne, O. D. (2014). Criminalising identity theft: A comparative study of Barbados, England and Australia. DPhil Thesis, University of Leicester.

Allison, S. F. H., Schuck, A. M., & Lersch, K. M. (2005). Exploring the crime of identity theft: Prevalence, clearance rates, and victim/offender characteristics. Journal of Criminal Justice, 33, 19-29.

Anderson, K. B. (2006). Who are the victims of identity theft? The effect of demographics. Journal of Public Policy and Marketing, 25, 160-171.

Button, M., Nicholls, C., Kerr, J., & Owen, R. (2014). Online frauds: Learning from victims why they fall for these scams. Australian & New Zealand Journal of Criminology, 47, 391–408.

Copes, H. & Vieraitis, L. (2009a). Bounded rationality of identity thieves: Using offender-based research to inform policy. Criminology & Public Policy, 8, 237-262.

Collins, J. M. & Hoffman, S. K. (2006). Identity Theft Victims’ Assistance Guide: The Process of Healing. New York: Looseleaf Law Publications, Inc.

Copes, H. & Vieraitis, L. (2009b). Understanding Identity Theft Offenders’ Accounts of Their Lives and Crimes. Criminal Justice Review, 34, 329-349.

Copes, Η., Kerley, K. R., Huff, R.,  & Kane, J. (2010). Differentiating identity theft: An exploratory study of victims using a national victimization survey. Journal of Criminal Justice, 38, 1045–1052.

Copes, H. & Vieraitis, L. (2011). Identity Theft. The Oxford Handbook of Crime and Public Policy.

Cullen, T. (2007). The Wall Street Journal complete identity theft guidebook. New York: Three Rivers Press.

Dadisho, E. (2005). Identity theft and the police response: The problem. The Police Chief, 72, (1).

Fell, B. D. (2006). Identity theft and routine activities: A test of victimization using college students. (MSc Thesis, University of Louisville).

Ganeva, E., Vangelova, Y., Penchovska, V. & Shtereva, A. (2016). Identify Theft: A Growing Threat. Challenges, Posed by Identity Theft as a Step Towards Terrorism. Themis competition Semi – final A (Bulgaria Team), 12-14 April 2016.

Golladay, K. & Holtfreter, K. (2016). The Consequences of Identity Theft Victimization: An Examination of Emotional and Physical Health Outcomes. Victims & Offenders, 1-20.

Gottfredson, M. R., & Hirschi, T. (1990). A general theory of crime. Palo Alto, CA: Stanford University Press.

Higgins, G. E., Hughes, T., Ricketts, M. L., & Fell, B. D. (2010). Self-protective identity theft behaviors of college students: An exploration using the Rasch person-item map. The Southwest Journal of Criminal Justice, 7, 24-46.

Hindelang, M., Gottfredson, M. R., & Garofalo, J. (1978). Victims of personal crime. Cambridge, MA: Ballinger.

Holtfretera, Κ., Reisiga, M. D.,  Prattb, T. C. & Holtfreter, R. E. (2015). Risky remote purchasing and identity theft victimization among older Internet users. Psychology, Crime & Law, 21, 681-698.

Identity Theft Resource Center. (2007). Identity theft: The aftermath 2006. (Από:http://www.idtheftcenter.org/artman2/uploads/1/The_Aftermath_2006_2.pdf)

Lee, J., & Soberon-Ferrer, H. (1997). Consumer vulnerability to fraud: Influencing factors. Journal of Consumer Affairs, 31, 70-89.

Milne, G. R. (2003). How well do consumers protect themselves from identity theft? Journal of Consumer Affairs, 37, 388-402.

Morris, R. G. (2010). Identity Thieves and Levels of Sophistication: Findings from a National Probability Sample of American Newspaper Articles 1995–2005. Journal of deviant behavior, 31, 184-207.

Nanji, A. (2005). An identity theft nightmare. (Από:http://www.cbsnews.com/stories/2005/02/25/eveningnews/consumer/main676597 .shtml)

National Fraud Authority. (2013). Annual fraud indicator. London: Author.

Newman, G. R. (2009). Policy thoughts on “Bounded rationality of identity thieves”. Criminology & Public Policy, 8, 271 – 278.

Poneomon, L. (2011, April 19). A billion dollar crime that needs an urgent response. (Από:http://www.experian.com/blogs/databreach/2011/04/19/a-billion-dollar-crime-that-needs-an-urgent-response/

Schreck, C. J. (1999). Criminal victimization and low self-control: An extension and test of a general theory of crime. Justice Quarterly, 16, 633–654.

Sharp, T., Shreve-Neiger, A., Fremouw, W., Kane, J., & Hutton, S. (2004). Exploring the Psychological and Somatic Impact of Identity Theft. Journal of Forensic Sciences, 49, 1-6.

Schmidt, S. & McCoy, M. (2005). Who is you? The coming epic of identity theft. Urbandale, IA: The Consortium.

Sproule, S. & Archer, N. (2007). Defining Identity Theft. Eighth World Congress on the Management of eBusiness, 2007.

Sullivan, B. (2004). Your evil twin: Behind the identity theft epidemic. Hoboken, N.J.: John Wiley & Sons.

Sullivan, K. M. (2009). But doctor, I still have both feet! Remedial problems faced by victims of identity theft. American Journal of Law and Medicine, 35, 647-681.

Sylvester, E. L. (2004). Identity theft: Are the elderly targeted? Connecticut Public Interest Law Journal, Paper B. (Από:http://lsr.nellco.org/uconn_cpilj/13)

Van de Meulen, N. & Koops, NJ. (2010) The Challenge of Identity Theft in Multi-Level Governance: Towards a Coordinated Action Plan for Protecting and Empowering Victims. The New Faces of Victimhood, 8, 159-190.

Washington State Office of the Attorney General. (2008). Identity theft. (Από:http://www.atg.wa.gov/InternetSafety/IDTheft.aspx)

Winterdyk, J., & Thompson, N. (2008). Student and non-student perceptions and awareness of identity theft. Canadian Journal of Criminology and Criminal Justice, 50, 153-186.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s